ΠΕΡΙΛΗΨΗ : -Έγκληση για πράξη σε βάρος ανηλίκου. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1516 ΑΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη που αφορά σε πράξεις με επείγοντα χαρακτήρα, καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναγόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Η υποβολή εγκλήσεως για αξιόποινη πράξη σε βάρος ανηλίκου, ως περιλαμβανόμενη στην επιμέλεια αυτού, από τη φύση και το χαρακτήρα της, και γιατί πρέπει να υποβληθεί μέσα στην καθοριζόμενη προθεσμία των τριών μηνών και γιατί, για το συμφέρον του τέκνου επιβάλλεται η ταχύτερη τιμώρηση του δράστη της αξιόποινης πράξης και η εκκαθάριση της καταστάσεως που δημιουργήθηκε απ' αυτήν σε βάρος του ανηλίκου, μπορεί να γίνει και μόνον από τον ένα γονέα [ΑΠ 1690/2007, ΑΠ 1535/2007, ΑΠ 1001/2007, ΑΠ 894/ 2009].
Αριθμός 1156/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά και Παναγιώτα Πασσίση – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ……., κατοίκου …, που παρέστη με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 801α, 1095α, 1434, 1599α/2021, 331α, 407, 560/2022 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την ……, κάτοικο Αθηνών, που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χαρίλαο Στρατή και Βίκτωρα Στεφανόπουλο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29-6-2022 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 660/22.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, τους πληρεξούσιους δικηγόρους της υποστηρίζουσας την κατηγορία και τον αναιρεσείοντα με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 29.6.2022 αίτηση του κατηγορουμένου …….., κατοίκου Αθηνών, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 801Α, 1095Α, 1434, 1599Α/2021, 331Α, 407, 560/2022 αποφάσεως του, δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό, Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος, κατά πλειοψηφία, για τις αξιόποινες πράξεις της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας κατ’ εξακολούθηση και της πορνογραφίας ανηλίκων μέσω πληροφοριακού συστήματος κατ’ εξακολούθηση, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α΄ και ε΄ του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομοτύπως, με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συνταχθείσας προς τούτο της υπ’ αριθ. 40/2022 σχετικής εκθέσεως (άρθ. 466 παρ. 1, 474 παρ. 1 του νέου ΚΠΔ) και εμπροθέσμως (άρθ. 473 παρ. 2 και 3 του νέου ΚΠΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 09.06.2022, με αριθμό 874, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' (σε συνδ. με άρθ. 171 παρ. 1δ΄ και παρ. 2α΄), Γ΄, Δ', Ε΄ και Θ΄ περ. γ΄ του νέου ΚΠΔ (απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως-έλλειψη νόμιμης βάσης. υπέρβαση εξουσίας). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ (όπως ίσχυε μέχρι την 1.7.2019, που τέθηκε σε ισχύ ο νέος ΠΚ - ν. 4619/2019, και είναι όμοια με εκείνη του άρθρου 114 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ) όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο ή για έναν από τους συμμετόχους της. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΠΚ, αν ο παθών είναι πρόσωπο, που δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, δικαίωμα για υποβολή της εγκλήσεως έχει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, μετά δε τη συμπλήρωση του έτους αυτού της ηλικίας του και μέχρι να συμπληρώσει το 17ο έτος αυτής (ήδη 18ο μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 3 του άρθρου 2 ν.3625/2007), το δικαίωμα της εγκλήσεως έχουν και ο παθών και ο νόμιμος αντιπρόσωπός του και μετά τη συμπλήρωση του 17ου (ήδη 18ου) έτους της ηλικίας του, το δικαίωμα αυτό το έχει μόνον ο παθών. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510 παρ.1 εδ. α', 1511 παρ.1, 1512 και 1516 ΑΚ, συνάγεται ότι οι γονείς του ανήλικου τέκνου, στους οποίους ανήκει η γονική μέριμνα, που περιλαμβάνει την επιμέλεια αυτού, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπό του ή την περιουσία του, είναι νόμιμοι αντιπρόσωποι αυτού και από τη φύση και το χαρακτήρα της γονικής μέριμνας, ως λειτουργικού δικαιώματος, το οποίο είναι συνάμα και καθήκον των γονέων, η άσκηση αυτής γίνεται από κοινού, πάντοτε προς το συμφέρον του τέκνου, με την έννοια ότι από κοινού, ρητώς ή σιωπηρώς, αποφασίζουν για τη λήψη των μέτρων, τα οποία επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να συμπράττουν και κατά την επιχείρηση της ενέργειας, με την οποία πραγματώνεται το περιεχόμενο του μέτρου που έχουν συναποφασίσει. Όμως, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1516 ΑΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη που αφορά σε πράξεις με επείγοντα χαρακτήρα, καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναγόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η υποβολή εγκλήσεως για αξιόποινη πράξη σε βάρος ανηλίκου, ως περιλαμβανόμενη στην επιμέλεια αυτού, από τη φύση και το χαρακτήρα της, και γιατί πρέπει να υποβληθεί μέσα στην καθοριζόμενη προθεσμία των τριών μηνών και γιατί, για το συμφέρον του τέκνου επιβάλλεται η ταχύτερη τιμώρηση του δράστη της αξιόποινης πράξης και η εκκαθάριση της καταστάσεως που δημιουργήθηκε απ' αυτήν σε βάρος του ανηλίκου, μπορεί να γίνει και μόνον από τον ένα γονέα [ΑΠ 1690/2007, ΑΠ 1535/2007, ΑΠ 1001/2007, ΑΠ 894/2009]. Κατά το άρθρο 344 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της κατωτέρω πράξεως, πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρ. 4 ν. 3064/2002, και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, κατά το άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ, ως ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο, για να ασκηθεί ποινική δίωξη για το έγκλημα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 παρ. 1 ΠΚ), απαιτείται έγκληση [ενώ σύμφωνα με την αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος ΠΚ, μετά την τροποποίησή της με το ν. 4855/2021, δεν απαιτείται έγκληση αν ο παθών είναι ανήλικος, ήτοι διάταξη δυσμενέστερη]. Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ΄ του ισχύοντος ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως, όταν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις. Περίπτωση υπερβάσεως εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο καταδίκασε για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η από το νόμο απαιτούμενη έγκληση (περ. γ΄του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ΄ ΚΠΔ), ήτοι και όταν, επί εγκλήματος που διώκεται κατ’ έγκληση, προχώρησε στην καταδίκη του κατηγορουμένου, παρά το ότι η έγκληση υποβλήθηκε απαραδέκτως (ΑΠ 555/2016). Με το πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 117§1 και 118§2 του προϊσχύσαντος ΠΚ και της υπέρβασης εξουσίας, εκ του λόγου ότι το δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για το ως άνω έγκλημα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας κατ’ εξακολούθηση, με χρόνο τελέσεως το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2014 μέχρι 15.11.2015 (οπότε η παθούσα είχε συμπληρώσει το 12ο, όχι όμως και το 17ο έτος της ηλικίας της), χωρίς να έχει υποβληθεί η απαιτούμενη κατά το νόμο έγκληση και, ειδικότερα, διότι η έγκληση υποβλήθηκε μόνο από τον πατέρα της τότε ανήλικης παθούσας και όχι από κοινού με τη σύζυγό του-μητέρα της τελευταίας, χωρίς, παράλληλα, να γίνεται επίκληση νόμιμου λόγου, που συγχωρούσε την άσκηση της εγκλήσεως από τον ένα μόνο γονέα. Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, και δη των σελίδων 388-393 αυτών, μετά την εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης και πριν από την απολογία του, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων υπέβαλε, κατά τη συνεδρίαση της 17ης.2.2022, την ένσταση απαραδέκτου της ποινικής δίωξης ελλείψει νομίμου υποβολής εγκλήσεως για τον προεκτεθέντα λόγο, την οποία (ένσταση) είχε υποβάλει και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε, κατόπιν όμοιας εισαγγελικής προτάσεως, την ένσταση του ήδη αναιρεσείοντος με το εξής σκεπτικό "…έγκληση για τη φερόμενη πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας σε βάρος του κατηγορουμένου κατά της ανήλικης παθούσας ….. υπέβαλε εμπρόθεσμα μόνο ο πατέρας της ….., γεγονός που δεν αμφισβητείται. Η μητέρα της πληροφορήθηκε το πρώτον τα τεκταινόμενα με τον κατηγορούμενο από την ίδια την ….. περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2014 σε ένα αυθόρμητο ξέσπασμα αυτής, όπως θα αναπτυχθεί και κατωτέρω στο σκεπτικό της παρούσης. Προτεραιότητα και μέλημα της μητέρας της ήταν τότε να συμπαρασταθεί στην ανήλικη θυγατέρα της, η οποία έπασχε, όπως θα αναπτυχθεί και κατωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας, από κρίσεις πανικού και ιδεοψυχαναγκαστική συμπεριφορά και από σοβαρά ψυχοσωματικά προβλήματα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η ανήλικη ήταν μόλις 14 ετών. Να σημειωθεί ότι η μητέρα της ανήλικης ……., όπως προκύπτει από τις σαφείς καταθέσεις αυτής τόσο ενώπιον της Ανακρίτριας όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου τούτου, δεν αντιτίθεται στην υποβολή εγκλήσεως κατά του κατηγορουμένου για την ανωτέρω πράξη μόνο από το σύζυγό της και πατέρα της ανήλικης …… και συγκατατίθεται σ’ αυτή εφόσον σε όλες τις καταθέσεις της τόσο κατά την ανάκριση όσο και την κυρία διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου τούτου ζητεί την τιμωρία του κατηγορουμένου για την ανωτέρω πράξη. Άλλωστε από τη διάταξη του άρθρου 115 παρ. 3 ΠΚ, αν δυο ή περισσότεροι έχουν δικαίωμα έγκλησης, το δικαίωμα του καθενός είναι αυτοτελές. Υπό τα προαναφερθέντα και λόγω του επείγοντος χαρακτήρα, που δικαιολογείται από την τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή της εγκλήσεως, παραδεκτά στην προκειμένη περίπτωση η έγκληση κατά του κατηγορουμένου για την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας της ανήλικης ….. υποβλήθηκε μόνο από τον πατέρα της ….. και όχι και από τη μητέρα της. Ανεξαρτήτως τούτων, όπως προεκτέθηκε, κατ’ άρθρο 115 παρ. 3 ΠΚ, το δικαίωμα του καθενός είναι αυτοτελές. Επομένως, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου τούτου, η ένσταση περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως για τον ανωτέρω λόγο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη" [βλ. σελ. 394α – 395 πρακτικών τα προσβαλλομένης]. Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 117§1 και 118§2 του προϊσχύσαντος ΠΚ, στο πραγματικό των οποίων ορθά υπήγαγε όσα οι διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1516 του ΑΚ, επιτάσσουν σχετικά με την, προς το συμφέρον του ανήλικου τέκνου, άσκηση πράξεων επιμέλειας από έναν μόνον γονέα. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εγκαλών πατέρας της ανήλικης παθούσας είχε δικαίωμα να υποβάλει μόνος αυτός την έγκληση για το σε βάρος της τελεσθέν έγκλημα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας κατ’ εξακολούθηση, εφόσον η ενέργειά του αυτή α) περιλαμβάνεται στην επιμέλεια του προσώπου της τελευταίας, β) επεβλήθη από τη φύση και τον επείγοντα χαρακτήρα της πράξης, προς διασφάλιση του συμφέροντος της ανήλικης, μη απαιτούμενης, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, της σύμπραξης και των δύο γονέων, ενώ γ) ουδόλως διαφώνησε με την ενέργειά του αυτή η, συνασκούσα με αυτόν τη γονική μέριμνα της (τότε) ανήλικης παθούσας θυγατέρας τους, σύζυγός του….., όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων, αλλ’ αντιθέτως εξεδήλωσε σαφώς την προς τούτο συγκατάθεσή της αιτούμενη την τιμωρία του κατηγορουμένου για την ως άνω (κατ’ έγκληση διωκόμενη) αξιόποινη πράξη με την ενώπιον του Ανακριτή κατάθεσή της, αίτημα που επανέλαβε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, και στις ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου καταθέσεις της. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί αντιφάσεων που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων των άρθρων 117§1 και 344 του ΠΚ (όπως το δεύτερο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 του ν. 3064/2002) σχετικά με το εμπρόθεσμο ή μη της υποβολής της παραπάνω έγκλησης, αφορώσες μόνον το πρόσωπο της μητέρας της ανήλικης, είναι αλυσιτελείς, καθώς δεν επηρεάζουν το παραδεκτό της υποβληθείσας στις 15.11.2015 από μόνο τον πατέρα αυτής (ανήλικης) έγκλησης, εμπρόθεσμα εντός τριμήνου από του χρονικού σημείου που εκείνος, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, έλαβε γνώση για το σε βάρος της ανήλικης κόρης του αδίκημα. Ουδεμία δε, περί του ζητήματος αυτού, αμφισβήτηση δημιουργήθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, κατά τα επακριβώς διαλαμβανόμενα περί τούτου στην προσβαλλομένη και συγκεκριμένα "έγκληση για τη φερόμενη πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας σε βάρος του κατηγορουμένου… υπέβαλε εμπρόθεσμα μόνο ο πατέρας της ……, γεγονός που δεν αμφισβητείται". Η εκ παραδρομής, όπως σαφώς προκύπτει από το νοηματικό περιεχόμενο του συνόλου των παραδοχών της προσβαλλομένης, αναφορά του έτους 2014 για τον προσδιορισμό του χρόνου γνώσης της μητέρας, και, όσα διηγηματικώς αναφέρονται για τα «ψυχοσωματικά προβλήματα» που αντιμετώπιζε η ανήλικη, δεν συνδέονται με το εμπρόθεσμο της, παραδεκτώς, σύμφωνα με όσα ήδη έχουν αναφερθεί, υποβληθείσας έγκλησης μόνον από τον πατέρα της ανήλικης. Πλέον δε τούτων, η από τον πατέρα της ανήλικης μόνον, χωρίς τη σύμπραξη της μητέρας της, υποβολή της έγκλησης δεν συνιστά εν προκειμένω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δικαίωμα που θεμελιώνεται στην παρ. 3 του άρθρου 115 του νέου ΠΚ [κατά την οποία "Αν δύο ή περισσότεροι έχουν δικαίωμα έγκλησης, το δικαίωμα του καθενός είναι αυτοτελές", που δεν ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της ως άνω πράξης] όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά, στηρίζεται αποκλειστικά στο, κατά τα ανωτέρω, εκ του νόμου επιβαλλόμενο γονεϊκό, απορρέον από την άσκηση της γονικής μέριμνας, καθήκον. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για τις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ και Θ΄ περ. γ΄ του νέου ΚΠΔ πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της υπέρβασης εξουσίας εκ του ότι καταδικάστηκε με αυτήν για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε παραδεκτή έγκληση, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 337 παρ.1 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης (Σεπτέμβριος 2014 έως 15.11.2015) της αξιόποινης πράξης της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, "όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή". Το έγκλημα αυτό, που σκοπό έχει την προστασία του έννομου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας και αξιοπρέπειας, μπορεί να τελεστεί με δύο τρόπους ήτοι με ασελγείς χειρονομίες ή με προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, αφού οι δύο τρόποι τέλεσης μπορούν να εναλλαχθούν στην ίδια μονάδα έννομου αγαθού και, σε περίπτωση συνδρομής αμφοτέρων, ένα μόνο έγκλημα πραγματώνεται. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας αρκεί να λάβουν χώρα ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις, που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές, κατά τρόπο βάναυσο, της αξιοπρέπειας του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής. Σε αντίθεση με τις ασελγείς πράξεις, οι "ασελγείς χειρονομίες" είναι ελαφρότερες ερωτικές πράξεις, που δεν φθάνουν στο σημείο της ασελγούς πράξεως, αλλά πάντως τελούνται σε σωματική επαφή, οι δε "προτάσεις" μπορούν να γίνουν ρητά ή με χειρονομίες, που πρέπει να αφορούν στην τέλεση ασελγών πράξεων και δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των στοιχείων της πράξεως. Ως ασελγής πράξη νοείται κάθε πράξη που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και αντικειμενικώς προσβάλλει το αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων [ΑΠ 1483/2022, ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 930/2020]. Σύμφωνα με τον προϊσχύσαντα ΠΚ, για την ποινική δίωξη της πράξης αυτής απαιτείται, όπως αναφέρθηκε, έγκληση. Κατά την ταυτάριθμη [337] διάταξη του, ισχύοντος από 1.7.2019, νέου ΠΚ [ν. 4619/2019] "όποιος με χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα, με προτάσεις που αφορούν γενετήσιες πράξεις, με γενετήσιες πράξεις που τελούνται ενώπιον άλλου ή με επίδειξη των γεννητικών του οργάνων, προσβάλλει βάναυσα την τιμή του άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση". Ο όρος "γενετήσια πράξη" που χρησιμοποιείται στα άρθρα του 19ου κεφαλαίου του νέου ΠΚ [αντί του όρου ασελγής πράξη] έχει την έννοια που προσδιορίζει η νομολογία και η επιστήμη. Συνεπώς ως "γενετήσια πράξη" υπό το νέο Ποινικό Κώδικα νοείται, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 336 αυτού, η συνουσία, καθώς και άλλες πράξεις με την ίδια, από πλευράς προσβολής του έννομου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας, βαρύτητα. Ως χειρονομίες δε "γενετήσιου χαρακτήρα" νοούνται πράξεις ήσσονος βαρύτητας, οι οποίες όμως προσβάλλουν τη γενετήσια αξιοπρέπεια, όπως χειρονομίες ή θωπείες ή ψαύσεις του σώματος, όταν δεν εξικνούνται σε γενετήσια πράξη. Τέλος, πράξεις γενετήσιου χαρακτήρα είναι συμπεριφορές ή χειρονομίες οι οποίες κατά την κοινή αντίληψη υπαινίσσονται ή καταδεικνύουν ή παρωθούν σε γενετήσιες πράξεις. Από τη σύγκριση των δύο ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 337 παρ. 1 του ΠΚ τελούμενη με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, δεν διαφοροποιήθηκε με το νέο Ποινικό Κώδικα ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος τελούμενου με τους δύο ως άνω τρόπους, ο κατηγορούμενος για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας επιβαρύνεται το ίδιο, αφού σε βάρος του απειλείται ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή, ενώ για την ποινική δίωξη της πράξης απαιτείται και στις δύο περιπτώσεις έγκληση [όχι, όμως, σύμφωνα με την ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 337 παρ. 1 ΠΚ, κατά την οποία, μετά την τροποποίησή της με το ν. 4855/12.11.2021, δεν απαιτείται έγκληση αν ο παθών είναι ανήλικος, όπως εν προκειμένω, διάταξη, δηλαδή δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο]. Ως εκ τούτου εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Εξάλλου, με τις διατάξεις του, προβλέποντος και τιμωρούντος το έγκλημα της πορνογραφίας ανηλίκων, άρθρου 348Α παρ. 1, 2 και 3 του ΠΚ, όπως αυτές προστέθηκαν με το άρθρο 6 του ν. 3064/2002 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 2 παρ. 10 του ν. 3625/2007, με τον οποίο κυρώθηκε το Προαιρετικό Πρωτόκολλο της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία, οι δε παρ. 2 και 3 αντικαταστάθηκαν, ακολούθως, με το άρθρο 8 του ν. 4267/2014 (ΦΕΚ Α΄137/12.6.2014, εναρμόνιση με άρθρα 2, 5 παρ. 3 και 9 Οδηγίας 2011/93 Ε.Ε.), και ίσχυαν κατά το χρόνο που φέρεται ότι τελέστηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα η πράξη της πορνογραφίας ανηλίκων μέσω πληροφοριακού συστήματος κατ’ εξακολούθηση (από Φεβρουάριο 2015 έως Νοέμβριο 2015), έχουν δε, εν προκειμένω, εφαρμογή ως επιεικέστερες των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 348Α του νέου ΠΚ, ορίζονται τα εξής: "1. Όποιος με πρόθεση παράγει, διανέμει, δημοσιεύει, επιδεικνύει, εισάγει στην Επικράτεια ή εξάγει από αυτήν, μεταφέρει, προσφέρει, πωλεί ή με άλλον τρόπο διαθέτει, αγοράζει, προμηθεύεται, αποκτά ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει ή μεταδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ. 2. Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει, πωλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει, διανέμει, διαβιβάζει, αγοράζει, προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών (ήδη κατ’ άρθρο 348Α του νέου ΠΚ μέσω πληροφοριακών συστημάτων), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων χιλιάδων ευρώ. 3. Υλικό παιδικής πορνογραφίας, κατά την έννοια των προηγούμενων παραγράφων, συνιστά η αναπαράσταση ή η πραγματική ή εικονική αποτύπωση, σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή άλλον φορέα, των γεννητικών οργάνων ή του σώματος εν γένει του ανηλίκου, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, καθώς και της πραγματικής ή εικονικής ασελγούς (ήδη γενετήσιας) πράξης που διενεργείται από ή με ανήλικο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι βασικές μορφές της εν λόγω αξιόποινης πράξης περιγράφονται στις παρ. 1 και 2 του ανωτέρω άρθρου και τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος. Με την παρ. 2 προβλέπεται βαρύτερη τιμωρία για τις πράξεις της παραγωγής, προσφοράς, πώλησης ή με οποιονδήποτε τρόπο διάθεσης, διανομής, διαβίβασης, αγοράς, προμήθειας και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας, καθώς και της διανομής πληροφοριών, αν αυτές τελέστηκαν μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών και ήδη μέσω πληροφοριακών συστημάτων. Ως παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας πρέπει να νοηθεί η δημιουργία αυτού, ενώ ως κατοχή τέτοιου υλικού νοείται η φυσική εξουσία του δράστη επ’ αυτού, ώστε να μπορεί να εξακριβώσει με δική του θέληση την ύπαρξη του υλικού και να διαθέσει αυτό πραγματικά και αν ακόμη προορίζεται για προσωπική του χρήση. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 45, 46 παρ. 1 εδ. α΄και 48 ΠΚ προκύπτει ότι ως αυτουργός της πράξεως τιμωρείται όχι μόνον εκείνος που πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος (άμεσος αυτουργός), αλλά και εκείνος ο οποίος επιχειρεί την πράξη με άλλο πρόσωπο που δρα ως όργανό του (έμμεσος αυτουργός), υπό την προϋπόθεση όμως ότι η πράξη του παρεμβαλλόμενου προσώπου δεν συγκεντρώνει πλήρως τους όρους της αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος ή συγκεντρώνει μεν αυτούς αλλά συντρέχουν λόγοι οι οποίοι αποκλείουν ως προς τον πράττοντα τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του [ΑΠ 579/1992, ΑΠ 103/2013]. Το άρθρο 348Α του ΠΚ ποινικοποιεί την πορνογραφία κατά ανηλίκων, χωρίς να περιορίζει την ηλικία τους, δηλαδή κατά προσώπων, ανεξαρτήτως φύλου, που δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους. Δράστης του εγκλήματος αυτού μπορεί να είναι οποιοσδήποτε. Δεν έχει σημασία ποιος παρασκεύασε το πορνογραφικό υλικό ή σε ποιον ανήκει αυτό. Όποιος κατέχει ένα τέτοιο υλικό, τιμωρείται για μόνη την κατοχή του, που την αποδοκιμάζει ο νόμος. Από την άποψη αυτή, κάτοχος μπορεί να είναι και ο παρασκευαστής του σχετικού υλικού, αλλά μπορεί να είναι και τρίτος, που το προμηθεύτηκε με οποιονδήποτε τρόπο [ΑΠ 1517/2018]. Η κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας μέσω πληροφοριακού συστήματος συνιστά μία ιδιότυπη μορφή κατοχής, ως αφορώσα, στην ουσία, κατοχή ηλεκτρονικών δεδομένων, ήτοι αρχείων φωτογραφιών, βίντεο, ταινιών κ.λ.π., με υλικό παιδικής πορνογραφίας, που εμπεριέχεται και ενσωματώνεται σε υλικούς φορείς εγγραφής και αποθήκευσης, όπως είναι ο σκληρός δίσκος του υπολογιστή, οι δισκέτες, οι συσκευές φορητής ψηφιακής μνήμης, οι εφαρμογές μέσων κοινωνικής δικτύωσης και συσκευών κινητής τηλεφωνίας κ.λ.π. [ΑΠ 1395/2022, ΑΠ 486/2021]. Από τη διατύπωση του άρθρου 348Α του ΠΚ γίνεται εμφανές ότι οι περισσότεροι τρόποι τελέσεως του εν λόγω εγκλήματος, όταν αφορούν τα ίδια πορνογραφικά ηλεκτρονικά δεδομένα (λ.χ. ο δράστης εγγράφει, κατέχει και κατόπιν μεταδίδει με υπολογιστή τα ίδια πορνογραφικά δεδομένα), στοιχειοθετούν ένα και μόνον υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα. Ως αξιόποινη θα πρέπει να θεωρείται η κατοχή πορνογραφικού υλικού, όταν πρόκειται για απεικόνιση παιδιών σε καταφανώς σεξουαλική συμπεριφορά, γενικότερα δε οποιαδήποτε απεικόνιση του σώματος ή μέρους του σώματος του ανηλίκου κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. 801Α, 1095Α, 1434, 1599Α/2021, 331Α, 407, 560/2022 απόφασής του, το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτήν, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος …….., γεννηθείς το έτος 1961, τυγχάνει δικηγόρος …. […] με αστική καταγωγή και παιδεία. Η παθούσα ….., γεννηθείσα στις 13.11.1999, τυγχάνει φοιτήτρια στο …. και μέχρι τις σπουδές της ήταν μόνιμος κάτοικος …, όπου και κατοικούσε μέχρι το τέλος της φοίτησής της στο Λύκειο. Ο πατέρας της …. διατηρεί ……στην …. Η μητέρα της….. […] προέρχεται από πολυμελή οικογένεια με τέσσερις αδελφές. Μία εκ των αδερφών της είναι η …, γεννηθείσα το έτος 1967, με την οποία ο κατηγορούμενος διατηρούσε ερωτική σχέση τουλάχιστον από το έτος 2012. Η ίδια δε διατηρεί καφέ-μπαρ στην περιοχή …. Το καλοκαίρι του έτους 2012 ο κατηγορούμενος γνώρισε την ανήλικη, ηλικίας τότε μόλις 13 ετών περίπου, …., στο …, μέσω της θείας της ……. Το έτος 2013 συναντήθηκαν και πάλι και ζήτησε και πήρε το τηλέφωνό της και έγιναν έκτοτε φίλοι στο Facebook. Το 2012 και το 2013 οι σχέσεις μεταξύ τους ήταν φιλικές και η παθούσα τον θεωρούσε "θείο" λόγω της …….. Το πρώτο ύποπτο περιστατικό και ύποπτη συμπεριφορά εκ μέρους του κατηγορουμένου εκδηλώθηκε στις 14.2.2014 όταν ο κατηγορούμενος σε επικοινωνία με την παθούσα της είπε "τι θα κάνεις του αγίου γαμήκου". Η …. δεν έδωσε σημασία, το γεγονός αυτό πέρασε απαρατήρητο, πλην, όμως, το είπε στους φίλους της. Μετέπειτα μεταξύ κατηγορουμένου και της ανήλικης …. ξεκίνησε, περίπου το επόμενο χρονικό διάστημα με παρότρυνση του κατηγορουμένου ένα παιχνίδι με ανταλλαγή φωτογραφιών αμοιβαία μεταξύ τους από την παιδική τους ηλικία. Η τελευταία φωτογραφία που απέστειλε ο κατηγορούμενος ηλικιακά στην ανήλικη …. ήταν γυμνός σε μια παραλία με καλυμμένα τα επίμαχα σημεία, κατά κάποιο τρόπο καλλιτεχνική φωτογραφία. Αυτή ήταν η έναρξη της εισαγωγής της … στο ερωτικό παιχνίδι και όσων θα επακολουθούσαν στη συνέχεια, ήτοι ένα υποκρύπτον φλερτ, χωρίς, όμως, η ενέργειά του αυτή να συνιστά προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το καλοκαίρι του 2014, σε συνάντησή τους, στο …., και με τη θεία της …… ο κατηγορούμενος προέβη σε χειροφίλημα προς την …., ήτοι χειρονομία αδόκητη προς ένα παιδί 14 ½ ετών περίπου από έναν άνδρα ηλικίας 53 ετών. Ήδη, ο κατηγορούμενος είχε αρχίσει να προσεγγίζει την …., γεγονός το οποίο την ίδια εντυπωσίασε, της άρεσε και γοητεύθηκε από την προσωπικότητά του και την ευφράδεια λόγου που ο ίδιος διέθετε. Σαν "θείος" δε άρχισε να την προσεγγίζει και να συζητά μαζί της τα διάφορα προβλήματά της δεδομένου μάλιστα ότι την … την ενδιέφερε η Νομική Σχολή, καθόσον ήταν άριστη μαθήτρια στο σχολείο της. Ήδη, το παιχνίδι αυτό ήταν προοίμιο της ανταλλαγής φωτογραφιών μεταξύ τους και αποστολής πορνογραφικού υλικού. Τον Αύγουστο δε του 2014, στο κέντρο "..." στη ……., όταν βρέθηκαν ο κατηγορούμενος, η… και η θεία της ….., ο κατηγορούμενος φλέρταρε απροκάλυπτα την …, ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος λέει ότι η ….. ανταποκρίθηκε προκειμένου να πικάρει τη θεία της … και η …. μονοπώλησε τη βραδιά. Περί τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2014 ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην …. και της εξομολογήθηκε ότι όσα έλαβαν χώρα το καλοκαίρι έγιναν επειδή ήταν ερωτευμένος μαζί της. Έτσι σιγά-σιγά, σταδιακά και στοχευμένα ο κατηγορούμενος, αφού μιλούσε στην … με ωραίο και τρυφερό τρόπο -είχε, άλλωστε, το προς τούτο αναγκαίο προσόν- προχώρησε με θεωρητικό τρόπο στο ερωτικό, πλέον, κομμάτι (π.χ. τί είναι έρωτας - ποιο είναι το ορθό) προσπαθώντας να κάμψει οποιονδήποτε ενδοιασμό της ανήλικης στο πεδίο αναζητώντας παράλληλα "μια προσωπική φωτογραφία από εκείνη" (αυτό που θέλει να δει…). Την προέτρεπε δε να εκφράζεται ερωτικά. Ακολούθως τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2015 ο κατηγορούμενος συνεχίζει πιο συχνή επικοινωνία με την ανήλικη …... Ήδη, ο κατηγορούμενος χειραγώγησε την …., καθόσον αυτή τον Φεβρουάριο του 2015 είχε, ήδη, ψυχολογικά προβλήματα, κρίσεις πανικού, πυρετό, γι' αυτό και κατέφυγε σε ψυχολόγο. Παράλληλα, τον Φεβρουάριο του 2015, άρχισε να ερωτεύεται τον κατηγορούμενο και με δεδομένο αυτό προκειμένου να τον ευχαριστήσει, όπως η ίδια αναφέρει στην πραγματογνώμονα ψυχίατρο κ. …, έστειλε στο κινητό του κατηγορουμένου μία φωτογραφία "το αιδοίο της"· Επικοινωνούσαν δε μεταξύ τους στο Viber, στο messenger και με e-mail. Έτσι, η ανήλικη …. εισήλθε και συμμετείχε, πλέον, σε ερωτικές συζητήσεις με τον κατηγορούμενο. Αργότερα ξεκίνησε υπό την καθοδήγηση του κατηγορουμένου να έχει σεξουαλίζουσα γλώσσα η …. και να κάνει διαδικτυακό σεξ δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος την παρότρυνε να κάνουν σεξ μέσω διαδικτύου, ήτοι να προβαίνουν έκαστος μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή σε αυνανισμό, προκαλώντας ο ένας στον άλλο διέγερση της γενετήσιας ορμής του. Από τον Φεβρουάριο έως τον Νοέμβριο του 2015 έστειλε κατ' επανάληψη στην ανήλικη φωτογραφίες του και βίντεο, όπου απεικονιζόταν ο ίδιος γυμνός ή τα γεννητικά του όργανα κατά τη διάρκεια που ο ίδιος αυνανιζόταν, ενώ σε καθημερινή βάση πίεζε την ανήλικη να του στέλνει γυμνές φωτογραφίες της σε στάσεις που ο ίδιος καθόριζε, ακόμη και γυμνές της φωτογραφίες που απεικόνιζαν τα γεννητικά της όργανα σε ημέρες που αυτή είχε την έμμηνο ρήση της. Εξάλλου της μιλούσε για αντιλήψεις περί ηθικής και πώς να ξεπερνά τα όριά της, εννοείται στον ερωτικό και σεξουαλικό τομέα. Την παρότρυνε, επίσης, να βλέπει ταινίες ερωτικού και σεξουαλικού περιεχομένου όπως η "Λολίτα". Στην πορεία η ανήλικη … είχε αποχαλινωθεί τελείως και άρχισε να καταφεύγει σε ψυχιάτρους και ψυχολόγους. Συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 2016 κατέφυγε στο Γενικό Νοσοκομείο … και στο Παιδοψυχιατρικό Τμήμα αυτού, όπου μετά από παιδοψυχιατρική αξιολόγηση προέκυψε ότι η ……. πάσχει από "ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή", ήτοι επαναλαμβανόμενο αυνανισμό και "κρίσεις πανικού", ενώ για την προαναφερθείσα συμπτωματολογία κρίθηκε αναγκαία η έναρξη φαρμακευτικής αγωγής, η παρακολούθηση από παιδοψυχίατρο και η ατομική ψυχοθεραπεία (συμπεριφορικού τύπου) και δη τέσσερις συνεδρίες το μήνα με ψυχολόγο και της χορηγήθηκε ημερήσια λήψη φαρμακευτικής αγωγής (μβ. Zolotrin 150 m.g.) (βλ. την από 24.2.2016 ιατρική έκθεση του παιδοψυχιάτρου… του Γ.Ν. ….”...."). Εξάλλου, ο κατηγορούμενος σε εικονική συνεύρευσή τους έβαλαν και τον πατέρα της …….. κατ' απαίτησή του και υπό την πλήρη καθοδήγηση του κατηγορουμένου. Επίσης, απαιτούσε ερωτική συνεύρεσή τους και με την φίλη της παθούσας …, κάτι που η …..προσπάθησε να αποφύγει. Προσπάθησε να την στρέψει εναντίον της οικογενείας της και κυρίως εναντίον του πατέρα της για το λόγο ότι από την παιδική ηλικία των επτά (7) ετών, κατά την άποψη και τις αποδοχές του κατηγορουμένου, ο πατέρας της ερωτοτροπούσε σε βάρος της τότε μόλις επτά (7) ετών…... Περαιτέρω, το καλοκαίρι του 2015, ο κατηγορούμενος παρότρυνε την …. να κάνουν "τρίο" με τη θεία της ….., η ίδια να επιδοθεί σε λεσβιακό έρωτα με τη φίλη της …. καθώς επίσης την προέτρεπε στο ότι ο πατέρας με την κόρη πρέπει να έχουν ερωτική σχέση, κατά την άποψή του, ενέργειες στις οποίες η …. αντέδρασε έντονα και αρνητικά απέναντι στην κατάσταση αυτή που αναφερόταν σε αφύσικες και πέραν του επιτρεπτού εκφάνσεις της ερωτικής ζωής και συμπεριφοράς. Τον Ιούλιο του 2015 ολοκλήρωσαν ερωτικά τη σχέση τους με συναίνεση της ….., ενώ από τον Μάιο την είχε εθίσει στον αυνανισμό και ενώ η….. είχε αρχικά δισταγμούς για την ολοκλήρωση της σχέσης τους τελικά την έπεισε και ολοκλήρωσαν, όπως προαναφέρθηκε, με δική της συναίνεση λέγοντάς της μάλιστα ότι "αυτό αξίζει 600 ευρώ". Όμως, η συναίνεση αυτή της …. ήταν νόθα με δεδομένο την ανηλικότητά της, τα ψυχολογικά της προβλήματα και τη χειραγώγησή της από τον κατηγορούμενο. Μετά ταύτα ο κατηγορούμενος άρχισε να απομακρύνεται από τη στιγμή που δεν επιτεύχθηκε ο στόχος του να έχουν ερωτική συνεύρεση και με άλλα άτομα "τρίο", όπως ήταν η επιδίωξή του, και αφού κατέκτησε την …..ερωτικά. Τέλος, η μητέρα της …., όταν είχε τα γενέθλιά της (13.11.2015), είδε στο κομπιούτερ συνομιλία ερωτικού περιεχομένου της ….. με άνδρα ώριμης ηλικίας, ευρισκόμενη ήδη υπό πίεση με δεδομένα τα αμφίθυμα συναισθήματά της εν όψει του ότι, όπως προεκτέθηκε, από τον Ιούλιο του 2015 είχε ολοκληρώσει τη σχέση της με τον κατηγορούμενο, οπότε η μητέρα της θορυβήθηκε και ζήτησε εξηγήσεις από την ….. Τότε η …. για πρώτη φορά εξιστόρησε στη μητέρα της τα συμβάντα με τον κατηγορούμενο και ότι ναι μεν τον είχε ερωτευθεί, πλην, όμως, αυτή η σχέση την είχε εξουθενώσει ψυχολογικά, ενώ είδε η μητέρα της σε e-mail το αιδοίο της ….. και τα γεννητικά όργανα του κατηγορουμένου και μετά ταύτα, όπως προεκτέθηκε, τον Φεβρουάριο του 2016 η … κατέφυγε στο Γ.Ν. …. "...." και στο Παιδοψυχιατρικό Τμήμα αυτού, όπου και διαγνώσθηκε με "ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή" και "κρίσεις πανικού". Η μητέρα της …. τα μεταξύ τους διαμειφθέντα μετέφερε στον πατέρα της ….., ο οποίος στις 20.11.2015 προσέφυγε στο Α.Τ. … και υπέβαλε έγκληση εναντίον του κατηγορουμένου. Να σημειωθεί ότι κατά τη δικαστική πορεία της υπόθεσης η 25η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών, η οποία ερευνούσε την εν λόγω υπόθεση, με την υπ' αριθμ. 532/2018 διάταξή της διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και διόρισε πραγματογνώμονα τη ….. ψυχολόγο, με εξειδίκευση στην κοινωνική ψυχιατρική - παιδοψυχιατρική, προκειμένου να εξετάσει επισταμένως την ….. και να γνωματεύσει επί των ταχθέντων σ' αυτή θεμάτων και ερωτημάτων. Η ως άνω πραγματογνώμων στην από 27.8.2018 πραγματογνωμοσύνη της αποφάνθηκε στο κεφάλαιο περί ψυχολογικής εκτίμησης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Κατά την εκτίμησή μου οι αναφορές της κ. …. για σεξουαλική κακοποίηση από τον κατηγορούμενο κ. …… αξιολογούνται ως ειλικρινείς και πράγματι βιωματικές.... Όπως η ίδια έχει αναφέρει, από το καλοκαίρι του 2013, είχε προσπαθήσει να την πείσει να κάνουν σεξ μέσω ίντερνετ ή βιντεοκλήσης, στέλνοντάς της γυμνές του φωτογραφίες… Συνέπεια αυτών των αλληλεπιδράσεων με τον κ. ….., οι οποίες, όπως έχει ήδη αναφέρει, ήταν πολύ πιεστικές για την ίδια προκειμένου να ενδώσει και να τον ακολουθήσει στις πρακτικές που της είχε συστήσει, όπως να του στέλνει γυμνές της φωτογραφίες (αιδοίο) ή να αυνανίζεται σχεδόν καθημερινά εθιστικά, δείχνοντάς της και τον τρόπο να το κάνει ή να ανταποδίδει λέξεις ή εκφράσεις με μία έντονη σεξουαλίζουσα γλώσσα την οποίαν έμαθε να χειρίζεται κατόπιν των οδηγιών του, ήταν η ανάπτυξη από την ίδια αρχικά άγχους και πυρετού.... Με αυτά τα συμπτώματα είχε οδηγηθεί μέσα από τη σύγχυση και την αμφιθυμία απέναντι σ' αυτό που ζούσε σε ψυχιατρική βοήθεια, η οποία με τη ψυχοθεραπεία και τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής την είχε βοηθήσει να συνειδητοποιήσει την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει... Κατά την εκτίμησή μου η κ. ….. είχε χειραγωγηθεί από τον κ….., με το δεδομένο του αδειάσματος του ψυχισμού της μέσω της κατάληψής της από τη σαγήνη και την επιρροή που της ασκήθηκε στις ιδέες, τη νοοτροπία και τη ψυχοσύνθεσή της. Το νεαρό της ηλικίας της και η αγνωσία τέτοιων καταστάσεων σε μια εφηβική περίοδο ανάπτυξης, όταν τα ζητήματα ταυτότητας και φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού είναι πολύ έντονα, δέχθηκε πολυποίκιλες προκλήσεις τις οποίες, κατά την εκτίμησή μου, ο ευαίσθητος και ανώριμος ψυχισμός της δεν μπόρεσε να διαχωρίσει και να κατανοήσει....". Και καταλήγοντας στο συμπέρασμά της η ως άνω πραγματογνώμονας αποφαίνεται τα ακόλουθα: "Κατά την εκτίμησή μου ο κ…….. έχει εκμεταλλευτεί και καταχραστεί το νεαρό και άπειρο της ηλικίας της κ. ……. με ένα ιδιαίτερο και ανεπίτρεπτο από άποψη ηθικής τρόπο, στον οποίον εκείνη είχε υποταχθεί μη μπορώντας να αντισταθεί. Εκτιμώ πως η γνωριμία της κ. …. με τον κ. … συνέπεσε χρονικά με την ανακάλυψη από την ίδια της σεξουαλικότητας η οποία, όμως, όπως έχει αποδειχτεί στη συνέχεια δεν έχει χρωματιστεί με το ρυθμό και τη δυναμική που η ίδια θα μπορούσε να προσδώσει σ' αυτή, αλλά με έναν πιο βίαιο και ίσως, αφύσικο τρόπο που έχει γεννήσει ερωτηματικά και άρρωστες σκέψεις στην ίδια και σίγουρα ψυχοσυναισθηματικές διαταραχές". Υπό τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται η τέλεση από τον κατηγορούμενο της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας κατ' εξακολούθηση κατά της ανήλικης παθούσας …. για το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του 2014 μέχρι 15.11.2015. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής για τον προαναφερόμενο χρόνο. Πρέπει δε να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την παραπάνω πράξη κατά του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής για το χρονικό διάστημα από το καλοκαίρι του 2013 μέχρι και 18.3.2014, καθόσον από τον φερόμενο χρόνο τέλεσης της πράξης αυτής, η οποία έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα, από το καλοκαίρι του 2013 μέχρι και 18.3.2022, χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας (…), ενώ ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της παραπάνω πράξης για το χρονικό διάστημα από 19.3.2014 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2014, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι τέλεσε την ανωτέρω πράξη κατά το χρόνο αυτό. Αναφορικά με την υπό στοιχεία 2 πράξη πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα, από το Φεβρουάριο του 2015 έως το Νοέμβριο του 2015, κατείχε υλικό παιδικής πορνογραφίας, ήτοι φωτογραφίες και βίντεο της ανήλικης …., στα οποία αυτή απεικονίζεται γυμνή και δη σ' αυτές απεικονίζεται ολόσωμα γυμνή ή γυμνόστηθη ή το αιδοίο της και είχε τη δυνατότητα διαθέσεως του πορνογραφικού αυτού υλικού ανά πάσα στιγμή τα οποία ανέκτησε, που σημαίνει ότι τα είχε αποθηκεύσει, δηλαδή ανά πάσα στιγμή ήταν προσβάσιμα. Το υλικό δε αυτό το παρήγαγε ο κατηγορούμενος υποδεικνύοντας στην ….. να τραβάει η ίδια φωτογραφίες και βίντεο στα οποία να απεικονίζεται αυτή είτε ολόσωμα γυμνή είτε γυμνόστηθη είτε το αιδοίο της. Η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, συνιστά την αξιόποινη πράξη της έμμεσης αυτουργίας σε παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της παραγωγής υλικού παιδικής πορνογραφίας υπό τη μορφή της έμμεσης αυτουργίας σ' αυτή και της κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας, ήτοι των υπό στοιχεία 2α και 2β πράξεων, που τέλεσε στην …. κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο του 2015 μέχρι το Νοέμβριο του 2015. Πρέπει, όμως, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της υπό στοιχείο 2γ πράξης λόγω αμφιβολιών, ήτοι της πράξης της διάδοσης υλικού παιδικής πορνογραφίας, στην … τον Αύγουστο του 2017, και ειδικότερα του ότι απέστειλε στην υπηρεσία messenger μέσου κοινωνικής δικτύωσης facebook της …., θείας της …. (αδερφής του πατέρα της …..), γυμνές φωτογραφίες της ανήλικης …. προσποιούμενος ότι είναι ο αποστολέας υπό την ονομασία "H..", καθόσον η ίδια η …. στην από 16.2.2019 ένορκη κατάθεσή της, στη …., ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου ……, στα πλαίσια έρευνας άλλης υπόθεσής της, αναφέρει ότι "όσον αφορά τις επίμαχες φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζομαι γυμνή σε ηλικία 14 με 15 ετών περίπου τις είχα τραβήξει εγώ όταν ήμουν στη …, όπου μεγάλωσα, δεν μπορώ να σας πω με σιγουριά την ακριβή μου ηλικία, στις φωτογραφίες πάντως είχα κλείσει τα 14 χρόνια μου, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν είχα κλείσει και τα 15. Αυτές τις φωτογραφίες εγώ τότε τις είχα στείλει σε τρία (3) άτομα. Στον ….., περίπου 58 ετών σήμερα, επαγγέλματος δικηγόρου στην Αθήνα, κάτοικο … α.λ.σ., στον …., 21 ετών περίπου σήμερα, κάτοικο …. και νυν φοιτητή σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού α.λ.σ., και στον …., κάτοικο Αθηνών, ηλικίας περίπου 27 ετών σήμερα α.λ.σ", γεγονός που άγει το Δικαστήριο σε αμφιβολίες υπέρ του κατηγορουμένου για την ανωτέρω πράξη και επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώος αυτής". Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με την (αναγνωρισθείσα και πρωτοδίκως) ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α΄ του νέου ΠΚ και, επιπλέον, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε΄ του ιδίου Κώδικα, για τις αξιόποινες πράξεις της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας κατ’ εξακολούθηση και της πορνογραφίας ανηλίκων (παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας υπό τη μορφή της έμμεσης αυτουργίας και κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας) μέσω πληροφοριακού συστήματος κατ’ εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: «ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο […] ένοχο, κατά πλειοψηφία, για το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2014 μέχρι 15.11.2015 του ότι: Στην ……, στις κάτωθι αναφερόμενες ημερομηνίες τέλεσε τις ακόλουθες πράξεις: 1) Με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν σε ασελγείς πράξεις, προσέβαλε βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής και ειδικότερα: Στην ….., με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατά το χρονικό διάστημα από το καλοκαίρι του έτους 2013 έως 15.11.2015 σχεδόν σε καθημερινή βάση, κατά τη διάρκεια των επικοινωνιών του με την ανήλικη …, κυρίως δια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (facebook και viber): α) παρότρυνε την προαναφερόμενη ανήλικη να κάνουν σεξ μέσω του διαδικτύου, ήτοι να προβαίνουν έκαστος μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή σε αυνανισμό, προκαλώντας ο ένας στον άλλο διέγερση της γενετήσιας ορμής του, β) σχεδόν σε καθημερινή βάση, ιδίως κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο του έτους 2015 έως το Νοέμβριο του έτους 2015, έστελνε στην ανωτέρω ανήλικη φωτογραφίες του και βίντεο, όπου απεικονιζόταν ο ίδιος γυμνός ή τα γεννητικά του όργανα κατά τη διάρκεια που ο ίδιος αυνανιζόταν, γ) σχεδόν σε καθημερινή βάση πίεζε την ανωτέρω ανήλικη να του στέλνει γυμνές φωτογραφίες της σε στάση που αυτός καθόριζε, ακόμα και φωτογραφίες γυμνές της ανήλικης οι οποίες απεικόνιζαν τα γεννητικά της όργανα σε μέρες που η ανωτέρω είχε την έμμηνο ρήση της, δ) το καλοκαίρι του 2015 παρότρυνε επίμονα την ανωτέρω ανήλικη να συνευρεθούν ερωτικά αυτός μαζί με την ανήλικη και τη θεία της και ερωτική του σύντροφο …». […] ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο, κατά πλειοψηφία, του ότι: «Με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση παρήγαγε με τη μορφή της έμμεσης αυτουργίας και κατείχε υλικό παιδικής πορνογραφίας και ειδικότερα: α) Στην …. κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο του έτους 2015 έως το Νοέμβριο του έτους 2015, παρήγαγε υλικό παιδικής πορνογραφίας, υπό τη μορφή της έμμεσης αυτουργίας, υποδεικνύοντας στην ανήλικη …… (γεν. 13.11.1999), να τραβάει φωτογραφίες και βίντεο στα οποία να απεικονίζεται γυμνή, ήτοι σε αυτές να απεικονίζεται ολόσωμα γυμνή ή γυμνόστηθη ή το αιδοίο της. β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο του έτους 2015 έως το Νοέμβριο του έτους 2015, κατείχε υλικό παιδικής πορνογραφίας, ήτοι φωτογραφίες και βίντεο της ανήλικης ….. (γενν. 13.11.1999), στα οποία να απεικονίζεται γυμνή, ήτοι σε αυτές να απεικονίζεται ολόσωμα γυμνή ή γυμνόστηθη ή το αιδοίο της». Με τις παραδοχές αυτές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, ως προς την κρίση του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή των αληθώς συρρεόντων μεταξύ τους εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ήτοι α) της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας κατ’ εξακολούθηση (για το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του 2014 μέχρι 15.11.2015) και β) της πορνογραφίας ανηλίκων μέσω πληροφοριακού συστήματος, κατ’ εξακολούθηση [υπό τις μορφές, της έμμεσης αυτουργίας σε παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας, καθώς και της κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας, μέσω πληροφοριακών συστημάτων], αφού εκτίθενται στην προσβαλλομένη με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά (χωρίς να απαιτείται, κατά τα προεκτεθέντα, η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτισή τους ούτε η διευκρίνιση από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ’ είδος στην αρχή του σκεπτικού της), καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά (πραγματικά περιστατικά) στις άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ. α΄, 27, 94 παρ. 1, 98, 337 και 348Α παρ. 2 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς, αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται: Α. Αναφορικά με το έγκλημα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, 1) οι κατά τρόπο βάναυσο, αντικειμενικά ασελγείς (προσβλητικές της αξιοπρέπειας στο πεδίο της γενετήσιας ζωής της άνω ανήλικης, έχουσας συμπληρώσει, το Νοέμβριο του έτους 2014, το 15ο έτος της ηλικίας της, γεννηθείσας στις 13.11.1999) προτάσεις, γενόμενες ρητά και με χειρονομίες που δεν προϋποθέτουν σωματική επαφή, τις οποίες ο αναιρεσείων κατηγορούμενος πραγμάτωσε προς την εν λόγω ανήλικη, κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του 2014 μέχρι 15.11.2015, κατά τη διάρκεια των επικοινωνιών του με αυτήν, κυρίως δια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που χρησιμοποιούσαν [την παρότρυνε να κάνουν σεξ μέσω του διαδικτύου, προβαίνοντας, δηλαδή, ο καθένας τους μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή σε αυνανισμό, προκαλώντας ο ένας στον άλλο διέγερση της γενετήσιας ορμής του, έστελνε στην ανωτέρω ανήλικη φωτογραφίες του και βίντεο, όπου απεικονιζόταν ο ίδιος γυμνός ή τα γεννητικά του όργανα κατά τη διάρκεια που ο ίδιος αυνανιζόταν, την πίεζε να του στέλνει γυμνές φωτογραφίες της σε στάση που αυτός καθόριζε, ακόμα και φωτογραφίες της γυμνές, οι οποίες απεικόνιζαν τα γεννητικά της όργανα σε μέρες που είχε την έμμηνο ρήση της, το καλοκαίρι δε του 2015, παρότρυνε επίμονα την εν λόγω ανήλικη να συνευρεθούν ερωτικά αυτός μαζί με την ανήλικη και τη θεία της και ερωτική του σύντροφο ….], 2) η προσβολή της αξιοπρέπειας της ανήλικης στο πεδίο της γενετήσιας ζωής της και 3) ο ενυπάρχων δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του πραγμάτωσης των στοιχείων του εν λόγω εγκλήματος, να προσβάλει, δηλαδή, βάναυσα την αξιοπρέπεια της ανήλικης, την ανηλικότητα της οποίας γνώριζε, στο πεδίο της γενετήσιας ζωής της με τις παραπάνω προτάσεις που αφορούν σε ασελγείς πράξεις. Β. Αναφορικά με το έγκλημα της πορνογραφίας ανηλίκων μέσω πληροφοριακού συστήματος [παραγωγής και κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας] (διαλαμβάνονται), α) η παραγωγή και κατοχή από τον αναιρεσείοντα "υλικού παιδικής πορνογραφίας", με την οριζόμενη στην παρ. 3 του άρθρου 348A του ΠΚ έννοια του σχετικού όρου, και συγκεκριμένα φωτογραφιών και βίντεο της ανήλικης (κάτω των 18 ετών, έχοντας συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας της)...., στα οποία αυτή απεικονίζεται ολόσωμα γυμνή ή γυμνόστηθη ή απεικονίζεται το αιδοίο της, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, β) ο τρόπος, με τον οποίο ο αναιρεσείων, ως έμμεσος αυτουργός, παρήγαγε το πορνογραφικό αυτό υλικό, υποδεικνύοντας, συγκεκριμένα, στην ανήλικη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, να τραβάει (και να του αποστέλει) τις φωτογραφίες και τα βίντεο με τις ως άνω απεικονίσεις, γ) η κατοχή των επιλήψιμων αρχείων των εν λόγω αποσταλέντων βίντεο και φωτογραφιών εντός της μνήμης του κινητού του τηλεφώνου, αποθηκευμένα και στις εφαρμογές των άνω μέσων κοινωνικής δικτύωσης (viber-Facebook) στα οποία (αρχεία) είχε ανά πάσα στιγμή πρόσβαση, κατά τρόπο που να είναι δυνατή η φυσική εξουσίασή τους από τον ίδιο, ώστε να μπορεί να εξακριβώσει με δική του θέληση την ύπαρξη του εν λόγω υλικού και να το διαθέτει πραγματικά, ακόμη κι αν προοριζόταν για προσωπική του χρήση, και δ) ο δόλος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση της παραγωγής και της κατοχής του ως άνω υλικού παιδικής πορνογραφίας. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον: 1) Σχετικά με την αιτίαση περί υπάρξεως συναίνεσης της ανήλικης παθούσας στις διαπραχθείσες σε βάρος της από τον ήδη αναιρεσείοντα ανωτέρω πράξεις, η ανήλικη, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενεργούσε πάντοτε υπό την καθοδήγηση, την παρότρυνση, τις υποδείξεις και την πίεση του αναιρεσείοντος, ο οποίος επανειλημμένως της έστελνε φωτογραφίες του, στις οποίες απεικονιζόταν ο ίδιος γυμνός, πιέζοντας και την ανήλικη να του στέλνει φωτογραφίες της, στις οποίες απεικονιζόταν γυμνή και, μάλιστα, σε στάσεις που ο ίδιος καθόριζε, παροτρύνοντάς την, επίσης, να κάνουν σεξ μέσω του διαδικτύου, καθοδηγούμενη προς τούτο από τον ίδιο, 2) δεν υφίσταται παραβίαση δεδικασμένου με την προσβαλλομένη, απορρέοντος από το επικαλούμενο υπ’ αριθ. 1107/2019 αμετάκλητο Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών [το οποίο, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αποφάνθηκε να παύσει η εναντίον του ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις μερικότερες πράξεις του βιασμού σε βάρος της άνω ανήλικης, που έλαβαν χώρα με τις ως άνω ολοκληρωμένες ερωτικές συνευρέσεις τους στη … τον Ιούλιο του 2015 και ήταν προϊόν συναίνεσης] και τούτο, διότι αφορά σε πράξεις διαφορετικές από τις πράξεις της παιδικής πορνογραφίας και της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 872/2015), 3) η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι ο κατηγορούμενος «ανέκτησε» το ως άνω πορνογραφικό υλικό (ήτοι φωτογραφίες και βίντεο της ανήλικης… στα οποία απεικονίζεται γυμνή…) που κατείχε από το Φεβρουάριο του 2015 έως το Νοέμβριο του 2015, «που σημαίνει ότι τα είχε αποθηκεύσει, δηλαδή ανά πάσα στιγμή ήταν προσβάσιμα», αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, που δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση της πράξης της κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας, τεθείσα ως εκ περισσού, προκειμένου να εξάρει "τη φυσική εξουσία" του αναιρεσείοντος επί του άνω πορνογραφικού υλικού, που απαρτίζει την έννοια της "κατοχής", με την, κατά τα προεκτεθέντα, αποθήκευση, από τον ίδιο, των επιλήψιμων ψηφιακών αρχείων σε υλικό φορέα (κινητό του τηλέφωνο) που είχε στην κατοχή του, ως εκ τούτου δε, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά του τρόπου και του χρόνου που έγινε η ανάκτηση του επιλήψιμου υλικού. 4) Με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια, αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων (και) για έμμεση αυτουργία σε παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας, ότι η πράξη της παραγωγής του υλικού αυτού από την παρεμβαλλόμενη ανήλικη παθούσα, δεν συνιστά ποινικώς αξιόλογη αδικοπραγία, δηλαδή άδικη πράξη άμεσης αυτουργίας, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αυτή ενεργούσε στα πλαίσια της πλήρους χειραγώγησής της από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, καθοδηγούμενη πάντα από αυτόν, κατ’ απαίτηση του οποίου τραβούσε τις παραπάνω, αναφερόμενες στο σώμα της, φωτογραφίες και βίντεο, που, ακολούθως, έστελνε στον ίδιο, 5) η αντίφαση που εμφιλοχώρησε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το χρονικό διάστημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για την πράξη της κατ’ εξακολούθηση προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, καθώς, κατά το διατακτικό της, κηρύχθηκε ένοχος για το χρονικό διάστημα από το καλοκαίρι του έτους 2013 μέχρι 15.11.2015, ενώ, συγχρόνως, επίσης κατά το διατακτικό της, α) για το διάστημα από το καλοκαίρι του έτους 2013 μέχρι και 18.3.2014 έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την εν λόγω πράξη, β) κηρύχθηκε αθώος αυτής για το διάστημα από 19.3.2014 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2014 και γ) κηρύχθηκε ένοχος, κατά πλειοψηφία, (μόνο) για το διάστημα από Σεπτέμβριο του 2014 μέχρι 15.11.2015, ουδεμία ασάφεια ή λογικό κενό δημιουργεί ως προς το χρονικό διάστημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος της εν λόγω εξακολουθητικής πράξης και τούτο διότι: από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης και ειδικότερα από το συνδυασμό του σκεπτικού (με βάση το οποίο κρίθηκε ένοχος της άνω πράξης για το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του 2014 μέχρι 15.11.2015 - βλ. σελ. 490ζ της προσβαλλομένης) και του διατακτικού, προκύπτει, σαφώς, ότι η επικαλούμενη αντίφαση οφείλεται σε προφανή παραδρομή στο διατακτικό, κατά το οποίο, ενώ στην αρχή αυτού αναφέρονται ορθώς τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, στη συνέχεια, κηρύσσεται ένοχος της άνω πράξεως και για το χρονικό διάστημα από το καλοκαίρι του έτους 2013 έως το Σεπτέμβριο του έτους 2014. Ωστόσο, καθίσταται σαφές ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της εν λόγω εξακολουθητικής πράξεως μόνο για το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του 2014 μέχρι 15.11.2015. 6) Οι προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις δια του από 13.10.2022 υπομνήματος του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε αυθημερόν, στο Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, το πρώτον μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς και το προβληθέν το πρώτον με αυτό (υπόμνημα) αίτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ με το αναφερόμενο περιεχόμενο, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν γίνεται αναφορά αυτών (αιτιάσεων και αιτήματος) δια του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως, δεν λαμβάνονται υπόψη, διότι δεν προβλήθηκαν όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 4 και 509 του ΚΠΔ (ΑΠ 1923/2016). Κατά συνέπεια, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος και ενδέκατος κατά το σχετικό σκέλος του, λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τις ανωτέρω πράξεις και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές εμπεριεχόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις, συνιστώσες αμφισβήτηση της ουσίας των ως άνω, σε βάρος του αναιρεσείοντος, πραγματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, βάλλουν κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απαράδεκτες.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 362 παρ. 1 και 367 του ισχύοντος ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραβιάζει την αρχή της δημοσιότητας και προφορικότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, η ανάγνωση εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία του στο οικείο μέρος των πρακτικών της δίκης, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης [ΑΠ 496/2014]. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δέκατο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την έννοια της στέρησης από τον αναιρεσείοντα του, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, υπερασπιστικού του δικαιώματος, και για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης έγγραφο και συγκεκριμένα την από 16.2.2019 ένορκη κατάθεση της ανήλικης παθούσας, που δόθηκε στα πλαίσια έρευνας άλλης υπόθεσης και δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δεν περιλαμβάνεται η από 16.2.2019 ένορκη κατάθεση της τότε ανήλικης παθούσας, που δόθηκε στη …, ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου …., στα πλαίσια έρευνας άλλης υπόθεσής της, της οποίας (κατάθεσης) γίνεται ιδιαίτερα ρητή αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, και δη στη σελίδα 490η αυτής. Πλην όμως, για την πράξη της διάδοσης υλικού παιδικής πορνογραφίας, για την οποία λήφθηκε υπόψη η εν λόγω κατάθεση της ανήλικης, κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσείων και, συνεπώς, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος, πρωτίστως, προβάλλεται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Επισημαίνεται ωστόσο, ότι, όπως προκύπτει, επίσης, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, και δη των σελίδων 294, 337 και 437-438 αυτών, αλλά και του περιεχομένου της ανωτέρω ένορκης κατάθεσης, έγινε επανειλημμένως, στο ακροατήριο, αναφορά, και από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, στο περιεχόμενο της τελευταίας, σχετικά με την αποστολή, σε τρία άτομα, μεταξύ των οποίων και στον αναιρεσείοντα, φωτογραφιών, που απεικονίζουν γυμνή την τότε ανήλικη παθούσα, και ειδικότερα έγινε αναφορά α) κατά την προφορική ανάπτυξη του, υποβληθέντος και εγγράφως από τον ίδιο (αναιρεσείοντα), αιτήματος για τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης (σελίδα 294), β) κατά την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ….. (σελίδα 337) και γ) κατά την απολογία του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου (σελίδα 437 τελευταίος στίχος – σελ. 438). Σύμφωνα με αυτά, ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του υπερασπιστικού του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το ως άνω αποδεικτικό στοιχείο της από 16.2.2019 ένορκης κατάθεσης της παθούσας, η ανάγνωση της οποίας, άλλωστε, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, αρκεί να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης, όπως εν προκειμένω, χωρίς να είναι αναγκαίο να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία του στο οικείο μέρος των πρακτικών της δίκης, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, δεν παραβιάσθηκε η, εκ μέρους του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, άσκηση του από το άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικού του δικαιώματος ούτε η αρχή της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και, επομένως, ο σχετικός περί του αντιθέτου δέκατος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' (σε συνδ. με άρθρο 171 παρ. 1δ΄) και Γ' του νέου ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠΔ, παρέχεται στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή ή διακοπή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή ή τη διακοπή αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση [ΑΠ 1149/2017, ΑΠ 835/2021]. Μεταξύ των αποδείξεων αυτών είναι και η πραγματογνωμοσύνη, που διατάσσεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 183 ΚΠΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, από ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέως. Η αποδοχή ή απόρριψη του αιτήματος αυτού εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Όταν όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιο αίτημα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι σαφές και ορισμένο, το δικαστήριο οφείλει όχι μόνο να απαντήσει σ’ αυτό, αλλά, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στη σχετική απόφασή του και τούτο, διότι η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε [ΑΠ 1175/2022, ΑΠ 238/2021, ΑΠ 703/2020]. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να διατάξει το δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη, ώστε να την κρίνει το δικαστήριο, άλλως δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, για την απορριπτική του κρίση, δεν απαιτείται δε πανηγυρική απόρριψη, αλλά μπορεί να συναχθεί αυτή εξ όλων των δεκτών γενομένων περιστατικών ως αποδειχθέντων [ΑΠ 1175/2022, ΑΠ 1253/2019, ΑΠ 681/2019]. Επιπλέον, η απόρριψη, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, παραδεκτού αιτήματος αναβολής ή διακοπής για νέες αποδείξεις, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και το τεκμήριο αθωότητας αυτού, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ΄ της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ΄ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, στοιχειοθετώντας το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή που καθιερώνεται με τη ρητή διάταξη του άρθρου 464 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο, επομένως και αυτό της αίτησης για αναίρεση (άρθρο 462 ΚΠΔ), μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητά παρέχεται αυτό από το νόμο και ο οποίος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ένδικου μέσου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ασκών, ως δικαιούμενος προς τούτο, ένδικο μέσο ή προβάλλων συγκεκριμένο λόγο πρέπει, ως υφιστάμενος βλάβη από την επικαλούμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, να επιδιώκει ορισμένο όφελος από την παραδοχή του, να αναμένει δηλαδή βελτίωση της θέσης του από την ευδοκίμησή του. Η ανυπαρξία έννομου συμφέροντος για το ένδικο μέσο ή για τον προβαλλόμενο λόγο του ένδικου μέσου, καθιστά αυτά απαράδεκτα κατ' άρθρ. 476 παρ.1 ΚΠΔ [ΑΠ 1706/2016, ΑΠ 1069/2014, ΑΠ 1162/2014, ΑΠ 1263/2008]. Δεν υπάρχει δε έννομο συμφέρον, όταν ο ασκών το ένδικο μέσο αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών, με αιτιολογία που δεν θίγει την υπόληψή του (ΑΠ 2269/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄του ΚΠΔ) και για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 171 παρ. 1δ΄ και 2α του ιδίου Κώδικα και τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ΄ της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), επικαλούμενος ότι, ενώ υπέβαλε αίτημα διακοπής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να διενεργηθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του χωρίς αιτιολογία, παραβιάζοντας τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και τις άνω διατάξεις της ΕΣΔΑ. Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 291 - 296 αυτών), κατά τη συνεδρίαση της 17ης.12.2021, έχοντας ολοκληρωθεί, σε προηγούμενη συνεδρίαση η ανάγνωση των εγγράφων, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρος και παριστάμενος αυτοπροσώπως για την υπεράσπισή του, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς, αίτημα διακοπής της δίκης, κατ` άρθρο 352 ΚΠΔ, για τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης από τη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Ελληνικής Αστυνομίας ή από οποιονδήποτε άλλο φορέα, που θα έκρινε προσφορότερο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ή για την υποβολή αιτήματος από το ίδιο αυτό Δικαστήριο προς την εταιρεία Facebook της Ιρλανδίας, προκειμένου να εξακριβωθούν τα στοιχεία που αφορούν την αξιόποινη πράξη της διάδοσης υλικού παιδικής πορνογραφίας, στην … τον Αύγουστο 2017, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε πρωτοδίκως [κηρυχθείς αθώος λόγω αμφιβολιών από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο], και ειδικότερα για το ότι "απέστειλε στην υπηρεσία messenger του μέσου κοινωνικής δικτύωσης facebook της ……., φωτογραφίες γυμνές της ανήλικης …….. (γεν. 13.11.1999) προσποιούμενος ότι είναι ο αποστολέας υπό την ονομασία Η….". Συγκεκριμένα, ζήτησε τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να εξακριβωθούν η αληθινή ταυτότητα του χρήστη με λογαριασμό στην υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης Facebook με το όνομα χρήστη Η…., καθώς και ο τόπος που δημιουργήθηκε ο λογαριασμός μέσω της διεύθυνσης ΙΡ και ο τόπος αποστολής του επίμαχου ηλεκτρονικού μηνύματος που απεστάλη στο λογαριασμό που διατηρεί η …. στο Facebook, την 27.8.2017 και περί ώρα 2:46, στοιχεία, δηλαδή, τα οποία, όπως διατείνεται, απαιτούν ειδικές τεχνικές γνώσεις στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και είναι αναγκαία για να μορφώσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δικανική κρίση περί του προσώπου του αποστολέα του φωτογραφικού υλικού υπό το ψευδώνυμο Η…. και, συνακόλουθα, πλήρη δικανική πεποίθηση περί της αθωότητάς του, καθόσον τούτο είναι τεχνικά δυνατό, ώστε να μην καταληφθεί καμία αμφιβολία προς το πρόσωπό του, αφού η απαλλαγή λόγω αμφιβολιών καταλείπει πάντοτε ηθική απαξία στον κατηγορούμενο. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, κατόπιν όμοιας εισαγγελικής πρότασης, κατά πλειοψηφία, το ανωτέρω αίτημα, με την αιτιολογία ότι μπορεί να αχθεί σε δικανική κρίση από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης. Προχωρώντας, στη συνέχεια, το Δικαστήριο στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα (ομοφώνως) αθώο λόγω αμφιβολιών για την πράξη της διάδοσης υλικού παιδικής πορνογραφίας, με το ακόλουθο σκεπτικό «Πρέπει, όμως, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών της πράξης της διάδοσης υλικού παιδικής πορνογραφίας, στην …. τον Αύγουστο του 2017, και ειδικότερα του ότι απέστειλε στην υπηρεσία messenger του μέσου κοινωνικής δικτύωσης facebook της …., θείας της ….. (αδελφής του πατέρα της ……), γυμνές φωτογραφίες της ανήλικης…… προσποιούμενος ότι είναι ο αποστολέας υπό την ονομασία "Η…", καθόσον η ίδια ….. στην από 16.2.2019 ένορκη κατάθεσή της, στη …., ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου …., στα πλαίσια έρευνας άλλης υπόθεσής της, αναφέρει ότι "όσον αφορά τις επίμαχες φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζομαι γυμνή σε ηλικία 14 με 15 ετών περίπου, τις είχα τραβήξει εγώ όταν ήμουν στη …, όπου μεγάλωσα, δεν μπορώ να σας πω με σιγουριά την ακριβή μου ηλικία, στις φωτογραφίες πάντως είχα κλείσει τα 14 χρόνια μου, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν είχα κλείσει και τα 15. Αυτές τις φωτογραφίες εγώ τότε τις είχα στείλει σε τρία (3) άτομα. Στον ……, περίπου 58 ετών σήμερα, επαγγέλματος δικηγόρου στην…., κάτοικο … α.λ.σ., στον ….., 21 ετών περίπου σήμερα, κάτοικο…. και νυν φοιτητή… και στον ……, κάτοικο …, ηλικίας περίπου 27 ετών σήμερα, α.λ.σ.", γεγονός που άγει το Δικαστήριο σε αμφιβολίες υπέρ του κατηγορουμένου για την ανωτέρω πράξη και επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώος αυτής» (σελ. 490 η - 490 θ της προσβαλλομένης). Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κήρυξε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον αναιρεσείοντα αθώο λόγω αμφιβολιών για την πράξη της διάδοσης υλικού παιδικής πορνογραφίας, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον αυτού για την προβολή του ως άνω, δεύτερου αναιρετικού λόγου, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται αιτιολογία που θίγει την υπόληψή του και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος. Παρά ταύτα, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην ως άνω απόφασή του, αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος διακοπής της δίκης για τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει το λόγο για τον οποίο δεν έκρινε σκόπιμη και αναγκαία τη διακοπή για τη διενέργεια αυτής, καθόσον, κατά τις σαφείς παραδοχές της, οι υπάρχουσες αποδείξεις ήταν επαρκείς για να αχθεί στη σχετική δικανική κρίση και, ως εκ τούτου, η αιτούμενη πραγματογνωμοσύνη δεν ήταν αναγκαία. Συνακόλουθα, οι αιτιάσεις για αναιτιολόγητη απόρριψη του ως άνω αιτήματος διακοπής της δίκης για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης είναι αβάσιμες, όπως, επίσης, αβάσιμες είναι και οι αιτιάσεις για παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση του δικαιώματός του αυτού, που του παρέχεται από το νόμο (άρθρο 178 παρ. 2,3 ΚΠΔ) και τις άνω διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού το Δικαστήριο απάντησε αιτιολογημένα στο αίτημά του και συνεπώς ουδέν υπερασπιστικό δικαίωμα αυτού παραβιάσθηκε. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ` του ΚΠΔ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και απόλυτης ακυρότητας, ως προς την απόρριψη του άνω αιτήματος, με τις προαναφερθείσες ειδικότερες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υπάρχει, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 366 ΚΠΔ, αφού απολογηθεί ο κατηγορούμενος, ο διευθύνων τη συζήτηση ρωτάει τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 333, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση και κατόπιν κηρύσσει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Από την πρώτη των άνω διατάξεων προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει από το νόμο υποχρέωση για το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο. Διαφορετικά, πρέπει να έχει υποβληθεί και απορριφθεί σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του με διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση και να ασκήθηκε αμέσως κατ' αυτής προσφυγή στο δικαστήριο, το οποίο να μην απάντησε ή να απέρριψε την προσφυγή παρά το νόμο [ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1030/2016]. Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 141 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ` αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις ή δηλώσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας [άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄, Δ΄, Ε΄και Θ΄ του ΚΠΔ], υποστηρίζοντας ότι, καίτοι μετά την απολογία του ζήτησε από το Δικαστήριο την ακρόαση δύο φωνητικών μηνυμάτων, τα οποία του είχε αποστείλει η ανήλικη παθούσα, προκειμένου να αποδειχθεί ότι η αποστολή φωτογραφιών της σ’ αυτόν (αναιρεσείοντα) δεν έγινε κατόπιν άσκησης πίεσης εκ μέρους του, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του αυτό, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα το άρθρο 366 ΚΠΔ, παραβιάζοντας τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και υπερβαίνοντας την εξουσία του. Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και δη των σελίδων 476, 477, 478 και 481 αυτών, μετά την απολογία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, η Πρόεδρος του υπέβαλε ερωτήσεις, ακολούθως, έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα και στους Δικαστές, οι οποίοι του υπέβαλαν και αυτοί ερωτήσεις, καθώς και στους διαδίκους και τους συνηγόρους προκειμένου να απευθύνουν, μέσω της Προέδρου, ερωτήσεις, λόγω δε της παρέλευσης του ωραρίου συνεδρίασης, η Πρόεδρος διέκοψε αυτήν για τις 28.2.2022 (σελ. 476). Κατά τη μετά διακοπή αυτή συνεδρίαση, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρος και παριστάμενος αυτοπροσώπως για την υπεράσπισή του, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς, το εξής αίτημα: «Μετά το πέρας της απολογίας μου επιθυμώ ασκώντας το δικαίωμα που μου δίνει το άρθρο 366 ΚΠΔ να ζητήσω την ακρόαση δύο φωνητικών μηνυμάτων που μου έχει αποστείλει η …. κατά το έτος 2015 με χρονική διάρκεια του πρώτου 6 λεπτών και 22 δευτερολέπτων και του δεύτερου 3 λεπτών και 10 δευτερολέπτων. Από την ακρόαση των μηνυμάτων αυτών αποδεικνύονται α) η παντελής έλλειψη από μέρους μου οποιασδήποτε άσκησης σε βάρος της …. ψυχικής βίας ή άλλης απειλής προκειμένου να εξαναγκαστεί στην αποστολή φωτογραφιών ….» (σελ. 477). Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, κατόπιν όμοιας εισαγγελικής προτάσεως, το σχετικό αίτημα, με την ακόλουθη αιτιολογία «Το αίτημα του κατηγορουμένου κρίνεται απορριπτέο, καθόσον ολοκληρώθηκε η αποδεικτική διαδικασία και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να αχθεί σε δικανική κρίση από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία» (σελ. 478). Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την, επιβαλλόμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία αποδίδει, με σαφήνεια, την επάρκεια και πληρότητα του συλλεγέντος, από την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας (της οποίας δεν είχε, ακόμη, κηρυχθεί η λήξη από την Πρόεδρο) αποδεικτικού υλικού, με βάση το οποίο μπορούσε το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, να αχθεί στη σχετική δικανική κρίση και, ως εκ τούτου, η αιτηθείσα ακρόαση των δύο φωνητικών μηνυμάτων δεν ήταν αναγκαία. Επισημαίνεται δε, ότι: α) η φράση «σε κάθε περίπτωση», όπως εναργώς συνάγεται από τη νοηματική εκτίμηση της συγκεκριμένης αιτιολογίας, δεν συνδέει συντακτικά δύο προτάσεις αυτής (αιτιολογίας) με νοηματική και λογική αυτοτέλεια, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων με το υπόμνημά του, αλλά εξαίρει την επάρκεια του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού στο συγκεκριμένο στάδιο της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας, και β) δεν προκύπτει από τα επισκοπούμενα, μη προσβληθέντα ως πλαστά αλλά ούτε και συμπληρωθέντα ή διορθωθέντα, πρακτικά, ότι ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα προσφυγή κατά της αρνήσεως της διευθύνουσας τη συζήτηση να δεχθεί την ακρόαση των ηχητικών μηνυμάτων, όπως όλως αορίστως επικαλείται με το υπόμνημά του, που να μην απαντήθηκε ή να απορρίφθηκε παρά το νόμο, και, άλλωστε, ουδεμία νομική επιρροή ασκεί η σχετική αιτίαση εν προκειμένω, αφού το Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό αίτημα με αιτιολογημένη, παρεμπίπτουσα, απόφασή του. Εξάλλου, μετά την εκφώνηση της τελευταίας (αφού, όπως αναφέρθηκε, είχε απολογηθεί ο αναιρεσείων), η Πρόεδρος ρώτησε, κατ’ άρθρο 366 ΚΠΔ, όλους τους παράγοντες της δίκης αν χρειάζονται κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και όταν αυτοί απάντησαν αρνητικά, η Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία ανέπτυξε τις κατηγορίες και πρότεινε επ’ αυτών (σελ. 481 προσβαλλομένης). Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν παραβιάστηκε οποιοδήποτε υπερασπιστικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος και οι αιτιάσεις για αναιτιολόγητη απόρριψη του ως άνω αιτήματος ακρόασης των δύο φωνητικών μηνυμάτων, για παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος του δικαιώματός του αυτού που του παρέχεται από το νόμο (άρθρο 178 παρ. 2, 3 ΚΠΔ), για παραβίαση του εκ του άρθρου 366 ΚΠΔ δικαιώματός του και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμες. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄, Δ΄, Ε΄και Θ΄ του ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Τέλος, με τον ενδέκατο αναιρετικό λόγο, κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄του ΚΠΔ [σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ΄του ίδιου Κώδικα], ισχυριζόμενος ότι, ενώ, α) κατά τις συνεδριάσεις της 30ης.11.2021 και της 22ας.2.2022, ζήτησε την καταχώριση στα πρακτικά, κατ’ άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ, υποβληθέντων από αυτόν εγγράφως αυτοτελών ισχυρισμών του και β) αμέσως μετά την έκδοση της προσβαλλομένης γνωστοποίησε με δήλωσή του, κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου, προκειμένου να ενημερωθεί από τον γραμματέα του Δικαστηρίου με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναφορικά με την καταχώριση της απόφασης ως καθαρογραμμένης, για την έναρξη της προθεσμίας προς άσκηση της αναίρεσης, εν τούτοις, δεν έγινε η καταχώριση στα πρακτικά ούτε των αυτοτελών ισχυρισμών του ούτε της, κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, δηλώσεως, κατά παράβαση του άρθρου 141 ΚΠΔ, που του παρέχει το σχετικό δικαίωμα. Όμως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος διότι, κατ’ άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ, τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ` αυτά, μεταξύ των οποίων και οι, κατ’ άρθρο 141 παρ. 1 ΚΠΔ, δηλώσεις και αιτήσεις των διαδίκων. Αιτήσεις ή δηλώσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν ή συμπληρώθηκαν κατά τούτο, κατ’ άρθρο 145 παρ. 3 ΚΠΔ, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Εν προκειμένω, τα πρακτικά δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων εκθέτει στο αναιρετήριο, ούτε, εξάλλου, ζητήθηκε από αυτόν, η κατ’ άρθρο 145 παρ. 3 ΚΠΔ, συμπλήρωση αυτών και, συνεπώς, οι ως άνω υπό στοιχ. (α) αιτήσεις για καταχώριση στα πρακτικά των επικαλούμενων ισχυρισμών, καθώς και η υπό στοιχ. (β) δήλωση, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Επιπλέον επισημαίνεται ότι η αιτίαση για μη καταχώριση στα πρακτικά της ως άνω, κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, δηλώσεως, προτείνεται άνευ εννόμου συμφέροντος και, συνεπώς, απαραδέκτως, αφού η αναίρεση ασκήθηκε εμπροθέσμως και ο αναιρεσείων δεν επικαλείται βλάβη από τη μη καταχώριση της άνω δηλώσεως. Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και η δικαστική δαπάνη της υποστηρίζουσας την κατηγορία, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.6.2022 αίτηση του …., κατοίκου …, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 801Α, 1095Α, 1434, 1599Α/2021, 331Α, 407, 560/2022 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα 1) τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, και 2) τη δικαστική δαπάνη της υποστηρίζουσας την κατηγορία εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2023.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ