ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Από τη σύγκριση της προπαρατεθείσας διάταξης του άρ. 375 ΠΚ, ως πλέον ισχύει, με την αντίστοιχη διάταξη του άρ. 375 του προϊσχύοντος και ήδη καταργηθέντος ΠΚ, προκύπτει ότι η διάταξη του νέου ΠΚ είναι ευμενέστερη έναντι της προγενέστερης, καθ’ όσον η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τιμωρείται πλέον με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή (άρθ. 375 παρ. 1 εδ. β΄ - α΄ ΠΚ, ως ισχύει σε συνδ. με το άρ. 2 παρ. 1 ΠΚ), ήτοι σε βαθμό πλημμελήματος και μόνο όταν πληρούται το ποσοτικό κριτήριο, δηλαδή όταν η αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, διαπλάθεται κακουργηματική μορφή υπεξαίρεσης, τιμωρούμενη με ποινή κάθειρξης έως δέκα έτη και χρηματική ποινή (βλ. ΑΠ 460/2020,, ΑΠ 1988/2019, ΑΠ 1835/2019, ΑΠ 1769/2019).
Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λαμίας 49/2021
Κατά τη διάταξη του άρ. 2 παρ. 1 ΠΚ ως ισχύει μετά την κύρωσή του με το Ν. 4619/2019, ορίζεται ότι «αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι αν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά αν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι’ αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς, με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ’ αυτές. Εάν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο απ’ όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος (βλ. ΑΠ 1489/2019, www.areiospagos.gr, ΑΠ 1458/2019, www.areiospagos.gr, ΑΠ 27/2018 ΤΝΠ Νόμος).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρ. 375 ως ίσχυε προ της καταργήσεώς της με το άρ. 461 ΠΚ που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 προβλέπονταν τα εξής: «1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. 2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενο εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. 3. Με το ξένο πράγμα εξομοιώνεται και: α) το τίμημα που έλαβε ο υπαίτιος για κινητό πράγμα που του το είχαν εμπιστευθεί για να το πουλήσει, καθώς και β) το κινητό πράγμα που απέκτησε ο υπαίτιος με χρήματα ή με άλλο πράγμα που του το είχαν εμπιστευθεί για να αγοράσει ή να ανταλλάξει αντίστοιχα το πράγμα που απέκτησε».
Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου, β) Η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) Παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Έτσι, χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως (η οποία είναι έγκλημα στιγμιαίο) θεωρείται, σύμφωνα με το άρ. 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωματώσεώς του στην περιουσία του (ΑΠ 161/2020, www.areiospagos.gr, ΑΠ 69/2017 ΤΝΠ Νόμος και ΑΠ 24/2010 ΤΝΠ Νόμος).
Η ως άνω θέληση παράνομης ενσωμάτωσης, εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή άρνηση αποδόσεως του ξένου πράγματος στον ιδιοκτήτη (ΑΠ 732/1994, ΠοινΧρ ΜΔ΄, 767, Χρίστος Χ. Μυλωνόπουλος, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας [άρθρα 372-406 ΠΚ], Δίκαιο και Οικονομία, Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2001, σ. 214). Η καθυστέρηση απόδοσης του πράγματος καθ’ εαυτή μπορεί να οφείλεται σε αμέλεια, λησμοσύνη κ.λπ., εκτός εάν υπάρχουν και άλλες εξωτερικά αναγνωρίσιμες περιστάσεις π.χ. άρνηση ότι έχει το πράγμα, όχληση, ότι αυτό που έχει είναι δικό του κ.λπ., με τις οποίες εκδηλώνεται βούληση ιδιοποίησης. Η σιωπή του κατόχου σε όχληση του κυρίου προς απόδοση του πράγματος, παρά την υπάρχουσα συμβατική υποχρέωση προς τούτο, δεν συνιστά χωρίς άλλο ιδιοποίηση. Πρέπει να δημιουργηθεί κατάσταση απώλειας της επαφής του κυρίου με το πράγμα με κάποια οριστικότητα, την οποία και πρέπει ο κύριος να αντιληφθεί. Κάτι τέτοιο θα συμβεί όταν ο κύριος πιστέψει ότι ο «κάτοχος» έχει πάψει να έχει στην κατοχή του το πράγμα ή ότι, καίτοι το έχει, είναι οριστικά αποφασισμένος να μην το επιστρέψει. Έτσι, το πότε συμβαίνουν τα παραπάνω εξαρτάται από τον τρόπο αντίδρασης-απάντησης του κατόχου στην πρόσκληση του κυρίου προς επιστροφή του πράγματος, την οποία (αντίδραση-απάντηση) πρέπει να πληροφορηθεί ο κύριος και από την οποία (γνώση) εξαρτάται το τετελεσμένο του εγκλήματος, το οποίο δεν εξαντλείται εδώ στην παράνομη ιδιοποίηση αλλά και σ’ ένα αποτέλεσμα που έγκειται στην περιέλευση της δήλωσης του κατόχου σε γνώση του κυρίου (βλ. Αθανάσιο Κ. Κονταξή, Ποινικός Κώδικας, τόμος Β΄, έκδοση Γ΄, 2000, σ. 3311-3312, με παραπομπές σε ΑΠ 472/1992, Σπινέλλη, σ. 89 και Μανωλεδάκη [1982], σ. 1775). Ωστόσο, για την στοιχειοθέτηση της παράνομης ιδιοποιήσεως δεν είναι πάντα απαραίτητο να οχληθεί ο δράστης και να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος, αλλά αρκεί οποιαδήποτε ενέργειά του, ο δε χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, είναι εκείνος κατά τον οποίο καταδηλώνει ο δράστης τη θέλησή του αυτή. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή ότι για την θεμελίωση της ιδιοποιήσεως δεν είναι απαραίτητο να οχληθεί ο δράστης και να αρνηθεί την απόδοση, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ΠΚ δεν έχει περιλάβει την αντίστοιχη διάταξη του άρ. 386 του Π.Ν., ο οποίος στις ενδεικτικώς αναφερόμενες περιπτώσεις πότε υπάρχει σκοπός της ιδιοποιήσεως απαριθμούσε και αυτή που ο δράστης αρνείται στον έχοντα το δικαίωμα προς απαίτηση ότι διακατέχει ή φυλάττει το πράγμα, και τούτο κατά την αιτιολογική έκθεση του 1933, για να είναι ελεύθερος ο δικαστής να εκτιμήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση αν από την εξωτερική συμπεριφορά του δράστη καταδηλώνεται η θέλησή του να ενσωματωθεί το πράγμα στην περιουσία του (βλ. Αθανάσιο Κ. Κονταξή, Ποινικός Κώδικας, τόμος Β΄, έκδοση Γ΄, 2000, σ. 3312, με παραπομπή σε ΑΠ 186/1990).
Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 375 παρ. 2 εδ. α΄ – 1 ΠΚ, ως ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρ. 461 ΠΚ, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019, το προαναφερόμενο έγκλημα προσελάμβανε κακουργηματικό χαρακτήρα, εκτός των άλλων και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω μίας από τις περιοριστικά αναφερόμενες στην παρ. 2 του άρ. 375 ΠΚ, ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η ιδιότητα του εντολοδόχου. Στις ως άνω όμως περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις του άρ. 375 παρ. 2 του ΠΚ δεν περιλαμβάνεται και εκείνη της ιδιότητας του θεματοφύλακα και επομένως ο δράστης που ιδιοποιείται παρανόμως το πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με σύμβαση παρακαταθήκης, δηλαδή το κατέχει ως θεματοφύλαξ, δεν διαπράττει κακουργηματική υπεξαίρεση. Όταν όμως, κατά τη σύμβαση, τα χρήματα που εισπράττει σε εκτέλεση της εντολής για πώληση αντικειμένων για λογαριασμό του εντολέως, τα κρατεί και τα φυλάσσει ο εντολοδόχος, δυνάμει σύμβασης παρακαταθήκης, προκειμένου, μετά την αφαίρεση ορισμένου ποσού προμήθειάς του, να αποδώσει το υπόλοιπο στον εντολέα, η τελευταία αυτή σύμβαση έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα έναντι της κυρίας με το ανωτέρω περιεχόμενο συμβάσεως της εντολής, αφού η υποχρέωση για φύλαξη και απόδοση των εισπραττομένων χρημάτων είναι αναγκαία συνέπεια της σύμβασης εντολής, η δε πρόσθετη αυτή ευθύνη του εντολοδόχου, κατά το χρόνο που έχει στην κατοχή του τα χρήματα που εισέπραξε για λογαριασμό του εντολέα, δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτού ως εντολοδόχου ως προς την είσπραξη για λογαριασμό του εντολέα και την απόδοση σ’ αυτόν του χρηματικού ποσού, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας υποχρέωσης του εντολοδόχου (βλ. ΑΠ 24/2010 ΤΝΠ Νόμος).
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρ. 719 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του. Γι’ αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρ. 375 ΠΚ (ΑΠ 828/2012 ΤΝΠ Νόμος και ΑΠ 24/2010 ΤΝΠ Νόμος).
Για τη στοιχειοθέτηση όμως της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρ. 375 παρ. 2 εδ. α΄– 1 ΠΚ, ως ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρ. 461 ΠΚ, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019, δεν αρκεί να διαπιστωθεί ότι στο πρόσωπο του δράστη συντρέχει η αναφερόμενη στο νόμο ιδιότητα (εντολοδόχος, διαχειριστής κ.τ.λ.), αλλά πρέπει να διαπιστώνεται στην συγκεκριμένη περίπτωση και αν υπήρξε εμπίστευση του πράγματος στο δράστη, χωρίς να ενδιαφέρει με ποιες διατάξεις και δικαίωμα του ιδιωτικού δικαίου ευθύνεται ο υπαίτιος για το εμπιστευθέν σ’ αυτόν πράγμα, δηλαδή αν ευθύνεται για την απόδοση του πράγματος ως εντολοδόχος (άρ. 713, 714 ΑΚ) ή ως θεματοφύλακας (άρ. 823 ΑΚ). Υπό την αντίθετη εκδοχή (αν δηλαδή ήθελε υποτεθεί ότι η αναγραφόμενη στο νόμο ιδιότητα του εντολοδόχου κ.τ.λ., ενέχει και εμπίστευση), δεν εξηγείται γιατί ο νόμος την αξιώνει ρητά. Σκοπός δε της διατάξεως είναι να τιμωρήσει βαρύτερα την καταχρηστική αντιπροσωπευτική πράξη του δράστη (ΑΠ 1935/2010 ΠοινΧρ 2011, 732).
Εμπιστευμένο στον εντολοδόχο θεωρείται το πράγμα, όταν με τη θέληση του δικαιούχου παραδόθηκε στην κατοχή εκείνου (εντολοδόχου), υποχρεουμένου να το αποδώσει αυτούσιο ή να το χρησιμοποιήσει προς ορισμένο σκοπό (ΑΠ 464/2017 ΤΝΠ Νόμος), νοείται δηλαδή, ως εμπίστευση η παράδοση ή άφεση της κατοχής του πράγματος σε πρόσωπο που έχει τις προαναφερόμενες ιδιότητες, οι οποίες παρέχουν στον ιδιοκτήτη την προσδοκία ότι η κατοχή θα ασκηθεί για λογαριασμό του και ότι το πράγμα θα αποδοθεί σ’ αυτόν (ΑΠ 626/2017 ΤΝΠ Νόμος και ΑΠ 710/2016 ΤΝΠ Νόμος). Από τη διάταξη της παρ. 2 του άρ. 375 του προϊσχύοντος ΠΚ σαφώς συνάγεται ότι για την πραγμάτωση της κακουργηματικής μορφής της υπεξαίρεσης, στην περίπτωση που το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας αντικείμενο αυτής το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητος αυτού ως εντολοδόχου, θα πρέπει η εντολή στον υπαίτιο να έχει δοθεί από τον παθόντα, θα πρέπει δηλαδή η σύμβαση της εντολής (άρ. 713 του ΑΚ) να συνάπτεται μεταξύ του παθόντος, ως εντολέα, και του δράστη, ως εντολοδόχου, που υποχρεούται να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας-παθών (ΑΠ 1175/2013 ΝοΒ 2014, 371).
Κακουργηματική δε υπεξαίρεση, κατά την έννοια της διάταξης του άρ. 375 παρ. 2 εδ. α΄ -1 ΠΚ, ως ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρ. 461 ΠΚ, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019, διαπράττει και ο ασφαλιστικός πράκτορας, όταν παρακρατεί και ιδιοποιείται τα ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας ασφάλιστρα, που εισπράττει για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας, στα πλαίσια συμβάσεως πρακτορείας, που έχει καταρτίσει με αυτήν, δυνάμει της οποίας ανέλαβε, έναντι αμοιβής (προμήθεια) να μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της εταιρίας αυτής και τρίτων και να εισπράττει για λογαριασμό της ασφάλιστρα (βλ. ΑΠ 1520/2019, www.areiospagos.gr).
Ο προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που είναι αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι αναγκαίος όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας του υπεξαιρεθέντος αποτελεί ζήτημα πραγματικό, αν είναι μεγάλης ή μικρής αξίας, ως αξία δε του πράγματος που είναι αντικείμενο της αξιοποίνου πράξεως εννοείται ο ποσοτικός προσδιορισμός της σε χρήματα. Ο προσδιορισμός γίνεται αντικειμενικώς με βάση την αξία του στις συναλλαγές ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος και δεν λαμβάνεται υπόψη η από διαθέσεως αξία για τον παθόντα που έχει υποκειμενικό χαρακτήρα. Σχετικά με την αξία του αντικειμένου της πράξεως ως ιδιαίτερα μεγάλης, η αξία είναι σχετική αναλόγως των προσώπων, του τόπου και του χρόνου και ως αξία εννοείται, η πραγματική, αντικειμενική, αγοραία και όχι η από διαθέσεως. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει δε ότι με την έννοια «ιδιαίτερα μεγάλης αξίας» ήθελε ο νομοθέτης σε κάθε περίπτωση προσδιορισμό από το δικαστήριο της αξίας του αντικειμένου εγκλήματος κατά της ιδιοκτησίας και κατά της περιουσίας γενικά με γνώμονα ότι το ίδιο αντικείμενο που αφαιρείται από παθόντα με μικρή ή μηδαμινή περιουσία να κρίνεται ως μεγάλης αξίας, ενώ αν αυτό αφαιρείται από πρόσωπο ευκατάστατο ή με μεγάλη περιουσία να κρίνεται ως μικρής αξίας, αλλά προκύπτει ότι η πραγματική βούληση του νομοθέτη, κατά τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της υπεξαίρεσης, ήταν να γίνεται ο προσδιορισμός της κατά τα ανωτέρω αντικειμενικώς, ανάλογα με την αξία του πράγματος στις συναλλαγές εν όψει και του ότι η ταχύτητα μεταβολής των οικονομικών συνθηκών δεν καταλείπει περιθώρια για σταθερά όρια αξίας. Τέλος, για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, καθ’ όσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής είναι ζήτημα πραγματικό (βλ. ΑΠ 1520/2019, www.areiospagos.gr).
Προσέτι, με τη διάταξη του άρ. 375 ΠΚ ως ισχύει πλέον, προβλέπονται τα εξής: «1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. 2. Αν η αξία του αντικειμένου στην παράγραφο 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή. 3. Αν η υπεξαίρεση στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες, Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι έτη. 4. Με το ξένο πράγμα εξομοιώνεται και: α) το τίμημα που έλαβε ο υπαίτιος για κινητό πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για να το πουλήσει, καθώς και β) το κινητό πράγμα που απέκτησε ο υπαίτιος με χρήματα ή με άλλο πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για να αγοράσει ή να ανταλλάξει αντίστοιχα το πράγμα που απέκτησε».
Από τη σύγκριση της προπαρατεθείσας διάταξης του άρ. 375 ΠΚ, ως πλέον ισχύει, με την αντίστοιχη διάταξη του άρ. 375 του προϊσχύοντος και ήδη καταργηθέντος ΠΚ, προκύπτει ότι η διάταξη του νέου ΠΚ είναι ευμενέστερη έναντι της προγενέστερης, καθ’ όσον η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τιμωρείται πλέον με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή (άρθ. 375 παρ. 1 εδ. β΄ - α΄ ΠΚ, ως ισχύει σε συνδ. με το άρ. 2 παρ. 1 ΠΚ), ήτοι σε βαθμό πλημμελήματος και μόνο όταν πληρούται το ποσοτικό κριτήριο, δηλαδή όταν η αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, διαπλάθεται κακουργηματική μορφή υπεξαίρεσης, τιμωρούμενη με ποινή κάθειρξης έως δέκα έτη και χρηματική ποινή (βλ. ΑΠ 460/2020, www.areiospagos.gr, ΑΠ 1988/2019, www.areiospagos.gr, ΑΠ 1835/2019, www.areiospagos.gr, ΑΠ 1769/2019, www.areiospagos.gr).
Τέλος, ως χρόνος παραγραφής των πλημμελημάτων καθορίζεται από το άρ. 111 ΠΚ η πενταετία, η προθεσμία της οποίας αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη (άρ. 112 ΠΚ), χρόνος δε τέλεσης της πράξης από του οποίου αρχίζει η παραγραφή είναι ο χρόνος ενεργείας και όχι ο του αποτελέσματος (ΑΠ 132/1994 ΠοινΧρ ΜΔ΄, 343). Επομένως το αξιόποινο της διωκόμενης πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή αν από τότε που τελέσθηκε μέχρι σήμερα πέρασε χρόνος πολύ μεγαλύτερος της πενταετίας, χωρίς εν τω μεταξύ να ανασταλεί ο χρόνος της παραγραφής, ο οποίος μόνο σε δύο, περιοριστικά στο νόμο (άρ. 113 παρ. 1 ΠΚ) αναφερόμενες περιπτώσεις αναστέλλεται, δηλαδή: α) όταν με διάταξη νόμου η ποινική δίωξη ή δεν μπορεί να αρχίσει ή δεν μπορεί να εξακολουθήσει και β) κατά τη διάρκεια της κυρίας διαδικασίας και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα των τριών ετών (ΑΠ 1064/2000 ΠοινΧρ ΝΑ΄, 318, ΑΠ 480/1998 ΠοινΧρ ΜΗ΄, 1091, ΑΠ 1508/1995 ΠοινΧρ ΜΣΤ΄, 860, ΑΠ 1100/1994, ΠοινΧρ ΜΔ΄, 839, ΑΠ 789/1994, ΠοινΧρ ΜΔ΄, 779, ΑΠ 1072/93, Υπερ. 1994, 61, ΑΠ 1745/1993 ΠοινΧρ ΜΔ΄, 160, Χωραφά, Ποιν. Δίκαιον, 1964, παρ. 114, 365, Μπουρόπουλου, Ερμ. ΠΚ, τ. Α΄, 1959, 301, Ζησιάδη, Η ποινική παραγραφή, 1954, 124, Τούση-Γεωργίου, Ποιν. Κώδικας, τ. Α΄, 1967, 336, αρ. 2). Όταν γίνει δεκτή η παραγραφή το συμβούλιο αποφαίνεται την οριστική παύση της ποινικής δίωξης, μη δυνάμενο να ερευνήσει την ουσία της κατηγορίας (Μπουρόπουλου, ό.π., 292, Ζαγκαρόλα, ΠοινΧρ ΙΓ΄, 582).
Από την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, καθώς και από την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα από τα έγγραφα και τις κατ’ άρ. 31 παρ. 2 ΚΠΔ, ως ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρ. 586 περ. α΄ ΚΠΔ, που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019, ανωμοτί εξηγήσεις του κατηγορουμένου, συνολικά εκτιμώμενα κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρ. 177 ΚΠΔ), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Μεταξύ της εγκαλούσας, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «[…] Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία» και της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «[…] και ΣΙΑ Ε.Ε. – Πρακτορεία Ασφαλιστικών Εταιρειών» και το διακριτικό τίτλο «[…]», που εδρεύει στο […] Φθιώτιδας, της οποίας ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνει ο κατηγορούμενος, […] του […], συνήφθη η από 20.6.2011 σύμβαση πρακτορεύσεως, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε, ως πράκτορας της εγκαλούσης, κατά τις διατάξεις του Ν. 1569/1985, του Π.Δ. 298/1986, σε συνδ. με το Π.Δ. 190/2006, την πρακτόρευση της σε όλους τους κλάδους ασφαλίσεων, στους οποίους δραστηριοποιούνταν η αφ’ ενός συμβαλλόμενη και το δικαίωμα διαμεσολάβησης στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της ως άνω εταιρίας και τρίτων, έχοντας την υποχρέωση να εισπράττει τα ασφάλιστρα των ασφαλίσεων ζημιών και ακολούθως να τα αποδίδει στην παραπάνω εταιρία, αφαιρουμένων των αναλογουσών προμηθειών, τρεις (3) μήνες μετά το μήνα παραγωγής των ασφαλιστηρίων συμβολαίων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρ. 6 παρ. 1, 2 και 3 («Είσπραξη και Απόδοση Ασφαλίστρων») της από 20.6.2011 σύμβασης πρακτορεύσεως ορίστηκαν τα εξής: «1. Ο Πράκτορας αναλαμβάνει την υποχρέωση να εισπράττει τα ασφάλιστρα των ασφαλίσεων ζημιών. Τα ασφάλιστρα, που εισπράττει ο Πράκτορας, θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται ως θεματοφύλακας. 2. Ο Πράκτορας αποδίδει στην Εταιρία τα ασφάλιστρα, μείον τις αναλογούσες προμήθειες, τρεις (3) μήνες μετά το μήνα παραγωγής των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Εάν το παραπάνω ποσό (ασφάλιστρα μείον προμήθειες) δεν έχει καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα κατά τον οποίο πρέπει να αποδοθεί, οι απαιτήσεις της Εταιρίας θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. 3. Ο Πράκτορας έχει υποχρέωση να αποστέλλει προς την Εταιρία για ακύρωση, μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία παραλαβής τους, τα ασφαλιστήρια έγγραφα που δεν έχουν παραληφθεί από τους ασφαλιζομένους ή αυτά των οποίων δεν έχουν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις σχετικές αποδείξεις ασφαλίστρων και από επιστολή του Πράκτορα με την οποία βεβαιώνει τους λόγους της μη είσπραξης των ασφαλίστρων και τη μη αναγγελία ζημίας. Σε περίπτωση που ο Πράκτορας δεν αποστείλει τα πιο πάνω ασφαλιστήρια έγγραφα μέσα στην προθεσμία αυτή, και εφόσον του κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή σχετική όχληση από την Εταιρία για την απόδοση των ασφαλίστρων εφαρμόζεται η παράγραφος 2».
Εν τούτοις, από τη διενεργηθείσα κύρια ανάκριση, αλλά και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση, προέκυψε ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των ως άνω συμβαλλομένων ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «[…] και ΣΙΑ Ε.Ε. – Πρακτορεία Ασφαλιστικών Εταιρειών», δεν απέδωσε, ως όφειλε, τα χρηματικά ποσά που είχε εισπράξει ως ασφάλιστρα, ενεργώντας για λογαριασμό της εγκαλούσης, από σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων, που είχαν καταρτιστεί από τις 20.6.2011 έως τις 30.11.2013, με αποτέλεσμα να προκύψει σε βάρος του χρεωστικό υπόλοιπο προς την εγκαλούσα, ποσού σαράντα εννέα χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτών (49.677,88 ευρώ).
Εν συνεχεία, μεταξύ της εγκαλούσης και της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «[…] και ΣΙΑ Ε.Ε. – Πρακτορεία Ασφαλιστικών Εταιρειών», νομίμως εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο, συνήφθη η από 26.3.2014 συμφωνία αναγνώρισης χρέους και ρύθμισης εξοφλήσεώς του, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του ως άνω ποσού σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ύψους τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων τριάντα εννέα ευρώ και δεκαεπτά λεπτών (4.239,17 ευρώ) εκάστη, αρχής γενομένης από την 31η.10.2014.
Πλην, όμως, ο κατηγορούμενος δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, καθώς δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα τις άνω καθορισθείσες δόσεις και ως εκ τούτου η εγκαλούσα με την από 27.3.2015 εξώδικη καταγγελία συμβάσεως, διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 6.4.2015, αφ’ ενός μεν κατήγγειλε για σπουδαίο λόγο την από 20.6.2011 σύμβαση πρακτορεύσεως, αφ’ ετέρου δε κάλεσε τον κατηγορούμενο να εξοφλήσει αμέσως τις οφειλές του, ποσού τριάντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (36.835,18 ευρώ), χωρίς, ωστόσο, ο κατηγορούμενος να καταβάλλει οιοδήποτε χρηματικό ποσό.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί πως σύμφωνα και με τα εις την ως άνω μείζονα σκέψη αναφερόμενα, χρόνος τέλεσης της επίδικης πράξης είναι η 7.4.2015, ήτοι η επομένη της επιδόσεως στον κατηγορούμενο της από 27.3.2015 εξώδικης καταγγελίας συμβάσεως, διαμαρτυρίας, πρόσκλησης και δήλωσης, με την οποία εκλήθη αυτός να εξοφλήσει αμέσως τις οφειλές του προς την εγκαλούσα, ποσού τριάντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (36.835,18 ευρώ), καθ’ όσον μέχρι τότε δεν είχε εκδηλωθεί με σαφήνεια η βούληση του κατηγορουμένου να μην καταβάλει το επίδικο ποσό στην εγκαλούσα και να το ενσωματώσει στην περιουσία του (βλ. σχετικά ΑΠ 24/2010 ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, αφού ο κατηγορούμενος εκδήλωσε για πρώτη φορά, τη βούλησή του να ιδιοποιηθεί παράνομα το επίδικο ποσό στις 7.4.2015, αυτή η τελευταία ημερομηνία είναι, κατ’ ακριβέστερο προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης και δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση η μεταβολή του χρόνου τέλεσης δεν επιδρά στην παραγραφή της πράξης (βλ. Μιχαήλ Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας Ερμηνεία-Εφαρμογή, 3η έκδοση, Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2014, σ. 320, με αναφορές στη νομολογία) και ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος και όχι η πάροδος τριών (3) μηνών από τη σύναψη εκάστου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, του οποίου τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα δεν αποδόθηκαν, για το λόγο δε αυτό άλλωστε η ποινική δίωξη ασκήθηκε για την πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, τελεσθείσας άπαξ και όχι κατ’ εξακολούθηση (άρ. 98 παρ. 2 ΠΚ).
Όσον αφορά την πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου (άρ. 375 παρ. 2 εδ. α΄ - 1 ΠΚ, ως ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρ. 461 ΠΚ, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019), με φερόμενο ως υπεξαιρεθέν το ποσό των τριάντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (36.835,18 ευρώ), λεκτέον ότι σύμφωνα με τα προρρηθέντα και εφόσον το ποσό της υπεξαιρέσεως δεν υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, εφαρμοστέα ως ευμενέστερη, κατ’ άρ. 2 παρ. 1 ΠΚ, τυγχάνει η διάταξη του άρ. 375 παρ. 1 εδ. β΄-α΄ ΠΚ, ως πλέον ισχύει, και συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιτρεπτής βελτίωσης της κατηγορίας, κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, από την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου (άρ. 375 παρ. 2 εδ. α΄ – 1 ΠΚ, ως ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρ. 461 ΠΚ, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019) σε πλημμεληματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου (άρθ. 375 παρ. 1 εδ. β΄-α΄ ΠΚ, ως ισχύει σε συνδ. με το άρ. 2 παρ. 1 ΠΚ).
Κατά συνέπεια, το αξιόποινο της εν λόγω πράξεως έχει εξαλειφθεί με την παραγραφή, καθώς από την τέλεση της πράξεως αυτής, ήτοι από τις 7.4.2015 μέχρι σήμερα, παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των πέντε (5) ετών, χωρίς να υφίσταται λόγος αναστολής κατ’ άρ. 113 ΠΚ.
Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 310 παρ. 1 περ. β΄ και 311 παρ. 1 ΚΠΔ, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου (άρ. 375 παρ. 1 εδ. β΄-α΄ ΠΚ, ως ισχύει, σε συνδ. με το άρ. 2 παρ. 1 ΠΚ), που φέρεται ότι τέλεσε στο […] Φθιώτιδας, στις 7.4.2015.
Τέλος, δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για επιβολή δικαστικών εξόδων, καθ’ όσον η υπόθεση δεν εξετάζεται κατ’ ουσία (άρ. 580 ΚΠΔ, ΑΠ 700/1981 ΠοινΧρ ΛΒ΄, 725, ΠλημΡεθ 118/2001 ΠοινΧρ ΝΒ΄, 738, ΠλημΠειρ 393/1992 ΠοινΧρ ΜΓ΄, 76, ΠλημΒόλου 128/1981 ΠοινΧρ ΛΒ΄, 184). […]