ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ - ΕΝΝΟΙΑ - ΔΕΗ - ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ - ΑΠ 466-2021

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Με την ισχύ του νέου Π.Κ. από 1-7-2019, (ν. 4619/2019) τροποποιήθηκε το άρθρα 263Α Π.Κ. σύμφωνα με το οποίο δεν θεωρούνται, πλέον, υπάλληλοι οι υπηρετούντες σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως η ΔΕΗ Α.Ε.και με βάση το οποίο, άρθρο 263Α του προϊσχύσαντος Π.Κ., σε συνδυασμό με το άρθ. 242 παρ. 2-1 και 3 Π.Κ. προβλεπόταν το έγκλημα της κακουργηματικής υπεξαγωγής εγγράφου από υπάλληλο, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα .Όμως το έγκλημα αυτό επικαλυπτόταν από αυτό του άρθρου 222 Π.Κ., (της απλής πλημμεληματικής υπεξαγωγής εγγράφων) διότι μεταξύ τους υπήρχε σχέση ειδικότητας, γι' αυτό και η διάταξη αυτού (222 Π.Κ.) δεν εφαρμοζόταν λόγω απορροφήσεώς της, από τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2-1 και 3 και 263Α παρ. 1 περ. α', γ' Π.Κ. του προϊσχύσαντος Π.Κ. Συνεπώς μετά την κατάργηση του απορροφώντος νόμου, ήτοι των ως άνω συνδυαστικών διατάξεων των άρθ. 242 παρ. 2-1,3 και 263Α παρ. 1 περ. α', γ' Π.Κ., αναβιώνει ο νόμος, οι διατάξεις του οποίου είχαν απορροφηθεί, δηλαδή το άρθ. 222 Π.Κ. και έτσι δεν μένει ανικανοποίητη η ποινική αξίωση της Πολιτείας για την επιβολή ποινής σε πράξη η οποία χαρακτηριζόταν ως έγκλημα από τις διατάξεις που απωθήθηκαν δι' απορροφήσεως (ΟλΑΠ 643/1985, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 185/2020, ΑΠ 192/2012, ΑΠ 442/1984).

Απόφαση 466 / 2021   (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 466/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μαριάνθη Παγουτέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Χ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Σταματία Μάρκου - Νικολοπούλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2247/2019 αποφάσεως του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία: Η ΔΕΗ Α.Ε., νομ/μως εκ/νη, με έδρα στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Δικηγόρο της Αλίκη Σαμαρά.

Το Γ' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 09.06.2021 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 584/2020.

Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα, στην οποία δόθηκε ο λόγος από την Πρόεδρο, η οποία πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων και να απορριφθεί κατά τα λοιπά, την υποστηρίζουσα την κατηγορία και την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς συζήτηση η υπό κρίση, με αριθ. έκθεσης κατάθεσης ...6-2020, αίτηση-δήλωση της Ε. Χ. του Ε., ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, Αθηνάς ΚΟΣΜΑΔΑΚΗ, για αναίρεση της, υπ` αριθ. 2247/14-11-2019, απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών, (δικάσαντος κατ' έφεση) η οποία καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 22-5-2020 και με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη, με τα ελαφρυντικά του άρθ. 84 παρ. 2α και δ' Π.Κ. για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απλής υπεξαγωγής εγγράφων κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από υπεξαγωγή εγγράφων από υπάλληλο (άρθ. 222 Π.Κ. αντί των άρθ. 242 σε συνδ. με 263Α ΠΚ) και β) για παράβαση του άρθρου 22 παρ. 6 του ν. 1599/1986, καταδικάστηκε δε σε ποινές φυλάκισης οκτώ (8) και τριών (3) μηνών, αντίστοιχα και σε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, που ανεστάλη επί τριετία. Ήδη για την πράξη της παράβασης του άρθ. 22 παρ. 6 του ν. 1599/1986, η δικογραφία τέθηκε, με σχετική πράξη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στο Αρχείο, κατ' άρθ. 64 του ν. 4689/2020. Επομένως, η αίτηση αυτή η οποία εισάγεται πλέον μόνον για την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα πρώτη, ως άνω πράξη της απλής υπεξαγωγής εγγράφων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 9-6-2020, από άτομο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς άσκησή της, κατ' αποφάσεως που υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, (άρθρα 462 παρ. 1 περ. β', 464, 466, 473 παρ. 2, 3, 474, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ).

Συνεπώς η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων μ` αυτή, σχετικών με την ως άνω καταδίκη της αναιρεσείουσας, αναιρετικών λόγων.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 1380/2017). Εξ άλλου με την ισχύ του νέου Π.Κ. από 1-7-2019, (ν. 4619/2019) τροποποιήθηκε το άρθρα 263Α Π.Κ. σύμφωνα με το οποίο δεν θεωρούνται, πλέον, υπάλληλοι οι υπηρετούντες σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως η ΔΕΗ Α.Ε., (στην οποία υπηρετούσε η αναιρεσείουσα) και με βάση το οποίο, άρθρο 263Α του προϊσχύσαντος Π.Κ., σε συνδυασμό με το άρθ. 242 παρ. 2-1 και 3 Π.Κ. προβλεπόταν το έγκλημα της κακουργηματικής υπεξαγωγής εγγράφου από υπάλληλο, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα με την πρωτοβάθμια, με αριθ. 3919/2018, απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών, σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών. Όμως το έγκλημα αυτό επικαλυπτόταν από αυτό του άρθρου 222 Π.Κ., (της απλής πλημμεληματικής υπεξαγωγής εγγράφων) διότι μεταξύ τους υπήρχε σχέση ειδικότητας, γι' αυτό και η διάταξη αυτού (222 Π.Κ.) δεν εφαρμοζόταν λόγω απορροφήσεώς της, από τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2-1 και 3 και 263Α παρ. 1 περ. α', γ' Π.Κ. του προϊσχύσαντος Π.Κ.

Συνεπώς μετά την κατάργηση του απορροφώντος νόμου, ήτοι των ως άνω συνδυαστικών διατάξεων των άρθ. 242 παρ. 2-1,3 και 263Α παρ. 1 περ. α', γ' Π.Κ., αναβιώνει ο νόμος, οι διατάξεις του οποίου είχαν απορροφηθεί, δηλαδή το άρθ. 222 Π.Κ. και έτσι δεν μένει ανικανοποίητη η ποινική αξίωση της Πολιτείας για την επιβολή ποινής σε πράξη η οποία χαρακτηριζόταν ως έγκλημα από τις διατάξεις που απωθήθηκαν δι' απορροφήσεως (ΟλΑΠ 643/1985, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 185/2020, ΑΠ 192/2012, ΑΠ 442/1984). Περαιτέρω λόγο αναίρεσης της απόφασης, αποτελεί κατ` άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 230/2020, ΑΠ 160/2020). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ (Ν. 4619/2019) το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέρα από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Εξάλλου, ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος που είναι, κατά το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος, πρέπει να καθορίζεται επακριβώς στην απόφαση για να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των, περί παραγραφής, διατάξεων, διαφορετικά, αν δηλαδή ο χρόνος τέλεσης της πράξης δεν προσδιορίζεται επακριβώς και εφόσον αυτός ασκεί επιρροή στην παραγραφή της πράξης, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1425/2019, ΑΠ 662/2018). Ειδικότερα εάν δεν προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος, δεν μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει για την παραγραφή ή μη της πράξεως και, έτσι, παραβιάζονται και εκ πλαγίου οι ανωτέρω περί παραγραφής διατάξεις και ιδρύεται και ο ως άνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, διότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως και καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Τέλος, θεμελιώδες αξίωμα του ποινικού συστήματος αποτελεί η αρχή in dubio pro reo, η οποία αντανακλά και στους λόγους εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως, όπως είναι η παραγραφή. Έτσι, εφόσον ο χρόνος τελέσεως της πράξεως εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως αυτής που επιδρά στην παραγραφή ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την ανωτέρω αρχή και, συνεπώς, θεωρείται ως χρόνος τελέσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Άλλωστε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιούται να καθορίσει ακριβέστερα τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, όπως αυτός προέκυψε από τις αποδείξεις, αρκεί να μην επηρεάζεται η ταυτότητα της πράξεως ή η τυχόν υπάρχουσα παραγραφή, αλλιώς ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και για υπέρβαση εξουσίας, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ του ΚΠοινΔ. (ΑΠ 1675/2011). Συγκεκριμένα η, υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μεταβολή του χρόνου τελέσεως του εγκλήματος, ο οποίος αναγραφόταν στην κατηγορία εφόσον η, από αυτόν (χρόνο της κατηγορίας) αρχόμενη προθεσμία παραγραφής δεν έχει παρέλθει εισέτι, δεν ασκεί επιρροή ούτε στην ταυτότητα της πράξεως ούτε στην παραγραφή και έτσι δεν δημιουργεί ακυρότητα για παραβίαση των διατάξεων που προβλέπουν την κίνηση της ποινικής διώξεως και αφορούν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, ούτε συνιστά υπέρβαση εξουσίας. Μεταβολή κατηγορίας, όμως, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα και από την οποία δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, σύμφωνα και με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. Β' του ΚΠΔ, υπάρχει και στην περίπτωση που ο διάφορος χρονικός προσδιορισμός τέλεσης του εγκλήματος, ασκεί επιρροή στην εξάλειψη του αξιοποίνου με παραγραφή (ΑΠ 946/2016, ΑΠ 443/2009). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 222 του ΠΚ, που προστατεύει το έννομο αγαθό της αποδεικτικής λειτουργίας του εγγράφου, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον, δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή του συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού, που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοση του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι έγκλημα διακινδυνεύσεως, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη της βλάβης, δεδομένου ότι η υπεξαγωγή είναι, όπως προαναφέρθηκε, έγκλημα διακινδυνεύσεως, η οποία (διακινδύνευση) μπορεί να είναι είτε περιουσιακή, είτε υλική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο ή και απλώς ηθική. Το έγκλημα είναι υπαλλακτικώς μικτό, δεδομένου ότι αναφέρονται περισσότερες εναλλακτικές μορφές, εκάστη των οποίων συνιστά αυτοτελή τρόπο τελέσεως. Στην έννοια της αποκρύψεως περιλαμβάνεται κάθε πράξη ή παράλειψη, δια της οποίας η, υπό του δικαιουμένου, χρησιμοποίηση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου καθίσταται ανέφικτη. Το ανωτέρω έγκλημα είναι στιγμιαίο και τελείται δια της εφάπαξ πραγματώσεως της αντικειμενικής του υποστάσεως, του οποίου χρόνος τελέσεως είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ενήργησε ο δράστης (άρθρο 17 του ΠΚ). Ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία η υπεξαγωγή τελείται δια της αφαιρέσεως ή αποκρύψεως του εγγράφου, ως χρόνος τελέσεως του ποινικού αδικήματος της υπεξαγωγής θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης αφαιρεί ή αποκρύπτει για πρώτη φορά το έγγραφο, ανεξαρτήτως εάν η απόκρυψη εξακολουθεί για μακρότερο χρόνο, καθόσον η συνεχιζόμενη, επί μακρό χρόνο, απόκρυψη των εγγράφων δεν του προσδίδει τον χαρακτήρα του διαρκούς εγκλήματος (ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 869/2012). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Γ' Πενταμελές Εφετείο (Κακ/των) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, επί εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της, υπ' αριθ. 3919/2018, απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ` είδος σ` αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, επί της κατηγορίας για την υπεξαγωγή εγγράφων, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθ. 84 παρ. 2 α' και δ' Π.Κ.) σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, αυτολεξεί τα εξής: "...αναφορικά με την, με στοιχεία Δ' πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορούμενη της υπεξαγωγής εγγράφων από υπάλληλο (άρθ. 242 παρ. 2-1 και 3 σε συνδ. με άρθρο 263 Α Π.Κ., πρέπει να αναφερθούν τα εξής: ... Στην προκειμένη περίπτωση από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη σε μη εξακριβωθέν επακριβώς χρόνο, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από τον Ιούνιο του 2014 έως και τον Σεπτέμβριο 2015 υπεξήγαγε έγγραφα που της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της και ειδικότερα ως υπάλληλος διαδοχικά στο γραφείο του διευθύνοντος συμβούλου της εγκαλούσας ΔΕΗ, στο γραφείο μέλους του ΔΣ και γραμματέας στο γραφείο της πρώην ... και έχοντας ως εκ τούτου πρόσβαση στους υπηρεσιακούς φακέλους, αφαίρεσε από τον ατομικό φάκελο που τηρούνταν στη ΔΑΝΠΟ, τα διαβιβασθέντα έγγραφα από την Επιτροπή του ΟΑΕΔ προς τη ΔΕΗ, ήτοι αντίγραφο του ποινικού της μητρώου, υπεύθυνη δήλωση περί πολυθεσίας, υπεύθυνη δήλωση ασφάλισης και περί μη συνταξιοδότησης, κάρτα αναγγελίας πρόσληψης στον ΟΑΕΔ, έντυπα της ΔΕΗ σχετικά με το αποδεικτικό δελτίο ταυτότητας και έντυπο που ανάφερε όλα τα δικαιολογητικά που κατέθεσε για την πρόσληψη στον ΟΑΕΔ, τα κατατεθέντα έγγραφα από αυτήν κατά την τοποθέτηση της, αίτηση προς τον ΟΑΕΔ, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, φωτοαντίγραφο ταυτότητας, δήλωση φορολογίας εισοδήματος, απόκομμα σύνταξης πολεμικής αντίστασης, υπεύθυνες δηλώσεις αποδοχής τοποθέτησης και συνταξιοδότησης, καθώς και απογραφικό δελτίο που συντάχθηκε τον Μάιο του 2014 και στα οποία (έγγραφα) αναγράφονταν η ψευδής ημερομηνία γέννησης της 1-1-1975 αντί της αληθούς 1-1-1974 και η οικογενειακή της κατάσταση, με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα και ειδικότερα προκειμένου να μην μπορεί να διαπιστωθεί (αποδειχθεί) η χρήση των πλαστών εγγράφων και η απάτη της σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας ΔΕΗ και να εξακολουθήσει έτσι να παρέχει παράνομα την εργασία της σ' αυτήν, εισπράττοντας τις αποδοχές της θέσης που κατέλαβε παράνομα που τελικά ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 280,397,65 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το έγκλημα της υπεξαγωγής εγγράφου από υπάλληλο του άρθρου 242 παρ. 2-1 και 3 του Π. Κ για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορούμενη, καθόσον μετά την κατάργηση του άρθρου 263 Α του προϊσχύοντος Ποινικού Κώδικα (Ν. 1950) η υπεξαγωγή εγγράφων από υπάλληλο της ΔΕΗ δεν ρυθμίζεται πλέον από τη διάταξη του άρθρου 242 Π. Κ, στοιχειοθετείται όμως εν προκειμένω, τόσον υποκειμενικά (εφόσον αποδείχθηκε σκοπός της κατηγορούμενης να βλάψει την εγκαλούσα στερώντας από αυτή τη δυνατότητα να διαπιστώσει τη χρήση των πλαστών εγγράφων από αυτή και την απάτη σε βάρος της) όσον αντικειμενικά το έγκλημα της απλής υπεξαγωγής εγγράφων του άρθρου 222 Π. Κ. Επομένως πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη απλής υπεξαγωγής εγγράφων του άρθρου 222 Π.Κ, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από υπεξαγωγή εγγράφων από υπάλληλο ( άρθρο 242, σε συνδυασμό προς το ήδη καταργηθέν άρθρο 263 Α του προϊσχύοντος Π.Κ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό. Εξάλλου ,ενόψει της καθιερούμενης από τη διάταξη του άρθρου 470 ΚΠΔ αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορούμενου με οποιοδήποτε τρόπο , αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση) είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, δηλαδή κυρίως αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση) διαπιστούμενη από τη σύγκριση του περιεχόμενου των διατακτικών, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, με δεδομένο ότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εκκαλούμενης απόφασης ο κατηγορούμενος έχει ήδη τύχει του ευεργετήματος των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 παρ. 2 α και δ' Π.Κ) πρέπει και πάλι να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις (84 παρ.2 α και δ Π. Κ). Ακολούθως με βάση τα παραπάνω η κατηγορούμενη κηρύχθηκε ένοχη από το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο του ότι: "...Β) Σε μη επακριβώς εξακριβωθέν χρονικό διάστημα πάντως από τον Ιούνιο του 2014 έως και 9 Σεπτεμβρίου 2015, τυγχάνοντας υπάλληλος της εγκαλούσας ΔΕΗ ΑΕ τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απλής υπεξαγωγής εγγράφων του άρθρου 222 Π. Κ, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από υπεξαγωγή εγγράφων από υπάλληλο ( άρθρο 242 , σε συνδυασμό προς το ήδη καταργηθέν άρθρο 263 Α του προϊσχύοντος Π. Κ) ήτοι με σκοπό να βλάψει άλλον αφαίρεσε έγγραφα των οποίων δεν ήταν κυρία. Συγκεκριμένα τυγχάνοντας διαδοχικά υπάλληλος στο γραφείο διευθύνοντος συμβούλου, στο γραφείο μέλους του Δ.Σ και γραμματέας στο γραφείο της πρώην ..., και έχοντας πρόσβαση στους υπηρεσιακούς φακέλους, αφαίρεσε από τον ατομικό υπηρεσιακό της φάκελο τα διαβιβασθέντα έγγραφα από την Επιτροπή του ΟΑΕΔ στη ΔΕΗ, ήτοι αντίγραφο ποινικού μητρώου, υπεύθυνη δήλωση περί προϋπηρεσίας, πιστοποιητικό προϋπηρεσίας, υπεύθυνη δήλωση περί πολυθεσίας, υπεύθυνη δήλωση ασφάλισης και περί μη συνταξιοδότησης, κάρτα αναγγελίας πρόσληψης στον ΟΑΕΔ, έντυπο της ΔΕΗ σχετικά με το αποδεικτικό δελτίου ταυτότητας και έντυπο που αναφέρει όλα τα δικαιολογητικά που κατέθεσε για την πρόσληψη, τα κατατεθέντα έγγραφα από την κατηγορουμένη κατά την τοποθέτηση της, αίτηση στον ΟΑΕΔ, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, φωτοαντίγραφο ταυτότητας, δήλωση φορολογίας εισοδήματος, απόκομμα σύνταξης πολεμικής αντίστασης, υπεύθυνες δηλώσεις αποδοχής, τοποθέτησης και συνταξιοδότησης, καθώς και απογραφικό δελτίο που συντάχθηκε τον Μάιο του 2014 και στα οποία αναγραφόταν η ψευδής ημερομηνία γέννησης της και η οικογενειακή της κατάσταση, με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα και ειδικότερα να μην μπορεί να διαπιστωθεί η χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και η απάτη σε βάρος της (εγκαλούσας) και να εξακολουθήσει αυτή να παρέχει μη σύννομα την εργασία της σ' αυτή (εγκαλούσα) εισπράττοντας τις αποδοχές της θέσης που κατέλαβε παράνομα, οι οποίες ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 280.397,65 ευρώ. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατ/νος μέχρι τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων της(άρθρο 84π.2 α' και δ' του ΠΚ). Περαιτέρω όπως προκύπτει από την παραδεκτή, επίσης επισκόπηση της πρωτόδικης, ως άνω, με αριθ. 3919/2018, απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών, κατ' έφεση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα είχε κηρυχθεί ένοχη πλην άλλων, για την ίδια πράξη, που τότε είχε χαρακτηριστεί με βάση τις ισχύουσες, πριν την τροποποίησή τους με τον ν. 4619/2019, διατάξεις των άρθρων 13 α', γ', 242 παρ. 2-1 και 3 και 263Α παρ. 1 περ. α', γ' Π.Κ. ως υπεξαγωγή εγγράφων από υπάλληλο και ειδικότερα για το ότι: "...Δ) Σε μη επακριβώς εξακριβωθέν χρονικό διάστημα πάντως από 6 Ιουνίου 2011 έως και 9 Σεπτεμβρίου 2015, τυγχάνοντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α του ΠΚ, με πρόθεση υπεξήγαγε έγγραφα που της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της αθέμιτο όφελος, βλάπτοντας την εγκαλούσα ΔΕΗ ΑΕ, δηλαδή νομικό πρόσωπο από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα, κατά το ανώτερο των 150.000 ευρώ και ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 280.397,65 ευρώ. Συγκεκριμένα, τυγχάνοντας διαδοχικά υπάλληλος στο γραφείο διευθύνοντος συμβούλου, στο γραφείο μέλους του Δ.Σ και γραμματέας στο γραφείο της πρώην ... και έχοντας πρόσβαση στους υπηρεσιακούς φακέλους, αφαίρεσε από τον ατομικό υπηρεσιακό της φάκελο τα διαβιβασθέντα έγγραφα από την Επιτροπή του ΟΑΕΔ στη ΔΕΗ, ήτοι αντίγραφο ποινικού μητρώου, υπεύθυνη δήλωση περί προϋπηρεσίας, πιστοποιητικό προϋπηρεσίας υπεύθυνη δήλωση περί πολυθεσίας υπεύθυνη δήλωση ασφάλισης και περί μη συνταξιοδότησης, κάρτα αναγγελίας πρόσληψης στον ΟΑΕΔ, έντυπο της ΔΕΗ σχετικά με το αποδεικτικό δελτίου ταυτότητας και έντυπο που αναφέρει όλα τα δικαιολογητικά που κατέθεσε για την πρόσληψη, τα κατατεθέντα έγγραφα από την κατηγορουμένη κατά την τοποθέτηση της, αίτηση στον ΟΑΕΔ, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, φωτοαντίγραφο ταυτότητας, δήλωση φορολογίας εισοδήματος, απόκομμα σύνταξης πολεμικής αντίστασης, υπεύθυνες δηλώσεις αποδοχής τοποθέτησης και συνταξιοδότησης, καθώς και απογραφικό δελτίο που συντάχθηκε τον Μάιο του 2014 και στα οποία αναγραφόταν η ψευδής ημερομηνία γέννησης της και η οικογενειακή της κατάσταση, προκειμένου να μην μπορεί να διαπιστωθεί η χρήση πλαστών εγγράφων και η απάτη σε βάρος της εγκαλούσας και να εξακολουθήσει να παρέχει την εργασία της στην εγκαλούσα, προσπορίζοντας στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της εγκαλούσας που τελικά ανήλθε στο ποσό των 280.397,65 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των παράνομων επιδομάτων που κατά τα, υπό Α και Β έλαβε, αλλά και του συνόλου των μισθών και λοιπών "τακτικών και έκτακτων αποδοχών της", οι οποίες της καταβλήθηκαν δυνάμει παράνομης πρόσληψης, χωρίς νόμιμη αιτία". Με βάση τα παραπάνω είναι εμφανές ότι ο ακριβής χρόνος τελέσεως της ένδικης υπεξαγωγής εγγράφων είτε από υπάλληλο, όπως η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε πρωτοβαθμίως, είτε απλής υπεξαγωγής εγγράφων που καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, δεν προσδιορίζεται επακριβώς ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό των ως άνω αποφάσεων, πλην του αναφερομένου σ' αυτές (αποφάσεις) υπεξαχθέντος απογραφικού δελτίου που συγκεκριμένα αναγράφεται ότι συντάχθηκε τον Μάιο του 2014 και επομένως η υπεξαγωγή του έγινε οπωσδήποτε μετά τη σύνταξή του. Ο μη προσδιορισμός, όμως, του ακριβούς χρόνου τελέσεως της υπεξαγωγής αυτής όλων των λοιπών εγγράφων, έστω και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθιστά αβέβαιο το αν το αξιόποινο της πράξεως της αναιρεσείουσας είχε ή όχι εξαλειφθεί με παραγραφή. Ειδικότερα η μεταβολή του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου τίθεται ο απροσδιόριστος χρόνος τέλεσης της ένδικης πράξης από 6 Ιουνίου 2011 έως και 9 Σεπτεμβρίου 2015, που δέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2014 έως και 9 Σεπτεμβρίου 2015, που μετέβαλε το δευτεροβάθμιο, μεταθέτοντας τον χρόνο τέλεσης μεταγενέστερα εκείνου που είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αποτρέποντας έτσι, κατά παράβαση του άρθρου 470 Κ.Π.Δ., την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης, λόγω παραγραφής, η οποία είχε ήδη επέλθει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλομένης απόφασης (14-11-2019), αφού είχε ήδη συμπληρωθεί από τις 6 Ιουνίου 2019 έως στις 14-11-2019, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο προβλεπόμενος για την παραγραφή του πλημμελήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, χρόνος, δηλαδή είχε παρέλθει οκταετία, που αφορούσε στο, από 6 Ιουνίου 2011 έως 14-11-2011, χρονικό διάστημα. Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ενόψει και του ως άνω αξιώματος in dubio pro reo, κατά το οποίο, όταν δεν προσδιορίζεται στο κατηγορητήριο ο ακριβής χρόνος τελέσεως της πράξεως, το δικαστήριο δεν μπορεί να τον προσδιορίσει κατά τρόπο που να επηρεάζεται η παραγραφή, θεωρείται ως χρόνος τελέσεως της επίδικης πράξεως της υπεξαγωγής, η οποία είναι στιγμιαίο έγκλημα, το ως άνω χρονικό διάστημα από 6 Ιουνίου 2011 έως 14-11-2011, το αργότερο και, έτσι, η πράξη αυτή θεωρείται ότι, κατά τον χρόνο εκδικάσεώς της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, είχε υποκύψει στην 8ετή παραγραφή. Κατ` ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός περί αυτών, τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδονται, στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, οι πλημμέλειες του άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Ε', Δ' και Θ' ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς ως προς την πράξη της υπεξαγωγής των ενδίκων εγγράφων, (πλην του ως άνω απογραφικού δελτίου που συντάχθηκε τον Μάιο 2014), η ποινική δίωξη, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω παραγραφής της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Μετά απ' αυτά παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, των σχετικών με την πράξη της υπεξαγωγής των ανωτέρω ειδικότερα αναφερομένων στο διατακτικό εγγράφων ως άνευ αντικειμένου.

Περαιτέρω με βάση τις ίδιες παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη, από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και σωστά εφάρμοσε τον νόμο, όσον αφορά το αναφερόμενο ως υπεξαχθέν, πλην των άλλων, από την αναιρεσείουσα ως άνω απογραφικό δελτίο που συντάχθηκε τον Μάιο του 2014 και στο οποίο αναγραφόταν η ψευδής ημερομηνία γέννησης της και η οικογενειακή της κατάσταση, αφού εκθέτει σ' αυτή (απόφαση) με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα δεδομένου ότι η πράξη της αυτή αφενός δεν είναι ανέγκλητη και δεν έχει εφαρμογή η παράγραφος 2 του άρθ. 2 του νέου Π.Κ. αλλά συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 222 του νέου Π.Κ. μετά την τροποποίηση του άρθ. 263Α Π.Κ. σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη και αφετέρου η πράξη της υπεξαγωγής αυτού του εγγράφου, ειδικότερα, δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, αφού από τη σύνταξη τουλάχιστον αυτού (Μάιος 2014) μέχρι σήμερα δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας. Άλλωστε η μεταβολή, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του χρονικού διαστήματος, από τον Ιούνιο του 2014 έως και 9 Σεπτεμβρίου 2015, εντός του οποίου τίθεται ο χρόνος τέλεσης της πράξης της υπεξαγωγής, από την αναιρεσείουσα, δεν επηρεάζει την παραγραφή της υπεξαγωγής του συγκεκριμένου εγγράφου. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο σχετικός, περί αυτού, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι θα έπρεπε η αναιρεσείουσα να κηρυχθεί αθώα για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων από υπάλληλο, λόγω κατάργησης του αξιοποίνου της. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΑΠ 1663/2019, ΑΠ 1724/2019). Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά και αυτεπαγγέλτως δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης (ΑΠ 622/2019). Προϋπόθεση, όμως της δυνατότητας αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδοκίμησής τους της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης τους, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους (Ολ. Α.Π. 2/2005, ΑΠ 20/2020, ΑΠ 1663/2019). Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του (ΑΠ 878/2019).

Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, μεταξύ άλλων και η υπό στοιχ. ε' που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ., η συμπεριφορά του υπαιτίου, πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ισχύοντος Π.Κ. προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 1555/2019), ακόμα και κατά την κράτησή του. Εν όψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 1663/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση Πρακτικά του Γ Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε (διά της συνηγόρου της) τον αυτοτελή ισχυρισμό αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' Π.Κ. Όπως όμως, προβλήθηκε ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, τα οποία, εφόσον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ούτε διορθώθηκαν κατά τούτο, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, ήταν εντελώς αόριστος, αφού έγινε επίκληση μόνο της νομικής διάταξης, που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς χωρίς να αναφερθούν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που να την θεμελιώνουν. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν ήταν υποχρεωμένο να αποφανθεί και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρ' όλα αυτά, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αιτιολογικού και του διατακτικού της, ορθά απέρριψε, τον ανωτέρω ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας διαλαμβάνοντας, ως εκ περισσού, ότι "Επειδή για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε', δεν αρκεί μόνο η απουσία επιλήψιμης δραστηριότητας και συνηθισμένη ανθρώπινη συμπεριφορά, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση της πράξης, αλλά απαιτείται επιπρόσθετα θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, η οποία αναφορικά με την κατηγορουμένη δεν αποδείχτηκε από τα στοιχεία της δικογραφίας πρέπει το σχετικό αίτημα της κατηγορουμένης να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο". Κατά συνέπεια και αναφορικά με την αμέσως παραπάνω πράξη , ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη της συνδρομής στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π Κ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την πράξη της υπεξαγωγής του προαναφερθέντος εγγράφου (συνταχθέντος το Μάιο του 2014 απογραφικού δελτίου), αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής για την πράξη αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα, κατά τούτο, συζήτηση (προκειμένου να επιβληθεί η ανάλογη ποινή για το προαναφερόμενο εναπομένον τμήμα της πράξης), στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον τούτο είναι δυνατόν, από τους ίδιους Δικαστές, (άρθρα 522 του νέου Κ.Ποιν.Δ.) και τέλος να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει τη, με αριθμ. 2247/2019, καταδικαστική απόφαση του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

1) ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ σε βάρος της αναιρεσείουσας Ε. Χ. του Ε., λόγω παραγραφής, για το ότι: Σε μη επακριβώς εξακριβωθέν χρονικό διάστημα πάντως από τον Ιούνιο του 2014 έως και 9 Σεπτεμβρίου 2015, τυγχάνοντας υπάλληλος της εγκαλούσας ΔΕΗ ΑΕ τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απλής υπεξαγωγής εγγράφων του άρθρου 222 Π.Κ, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από υπεξαγωγή εγγράφων από υπάλληλο (άρθρο 242, σε συνδυασμό προς το ήδη καταργηθέν άρθρο 263 Α του προϊσχύοντος Π.Κ) ήτοι με σκοπό να βλάψει άλλον αφαίρεσε έγγραφα των οποίων δεν ήταν κυρία. Συγκεκριμένα τυγχάνοντας διαδοχικά υπάλληλος στο γραφείο διευθύνοντος συμβούλου, στο γραφείο μέλους του Δ.Σ και γραμματέας στο γραφείο της πρώην ..., και έχοντας πρόσβαση στους υπηρεσιακούς φακέλους, αφαίρεσε από τον ατομικό υπηρεσιακό της φάκελο τα διαβιβασθέντα έγγραφα από την Επιτροπή του ΟΑΕΔ στη ΔΕΗ, ήτοι αντίγραφο ποινικού μητρώου, υπεύθυνη δήλωση περί προϋπηρεσίας, πιστοποιητικό προϋπηρεσίας, υπεύθυνη δήλωση περί πολυθεσίας, υπεύθυνη δήλωση ασφάλισης και περί μη συνταξιοδότησης, κάρτα αναγγελίας πρόσληψης στον ΟΑΕΔ, έντυπο της ΔΕΗ σχετικά με το αποδεικτικό δελτίου ταυτότητας και έντυπο που αναφέρει όλα τα δικαιολογητικά που κατέθεσε για την πρόσληψη, τα κατατεθέντα έγγραφα από την κατηγορουμένη κατά την τοποθέτηση της, αίτηση στον ΟΑΕΔ, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, φωτοαντίγραφο ταυτότητας, δήλωση φορολογίας εισοδήματος, απόκομμα σύνταξης πολεμικής αντίστασης, υπεύθυνες δηλώσεις αποδοχής, τοποθέτησης και συνταξιοδότησης και στα οποία αναγραφόταν η ψευδής ημερομηνία γέννησης της και η οικογενειακή της κατάσταση, με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα και ειδικότερα να μην μπορεί να διαπιστωθεί η χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και η απάτη σε βάρος της (εγκαλούσας) και να εξακολουθήσει αυτή να παρέχει μη σύννομα την εργασία της σ' αυτή (εγκαλούσα) εισπράττοντας τις αποδοχές της θέσης που κατέλαβε παράνομα, οι οποίες ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 280.397,65 ευρώ.

2) Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τη διάταξη της προσβαλλομένης απόφασης, περί επιβολής ποινής στην αναιρεσείουσα για το μέρος της, που αφορά την υπεξαγωγή από την αναιρεσείουσα του αναφερομένου στο σκεπτικό, απογραφικού δελτίου που συντάχθηκε τον Μάιο του 2014 και στο οποίο αναγραφόταν η ψευδής ημερομηνία γέννησης της και η οικογενειακή της κατάσταση, σε νέα ως προς αυτό συζήτηση για νέα επιμέτρηση της ποινής στο, κατά το άρθ. 522 ΚΠΔ, αρμόδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο αν είναι δυνατόν από τους ίδιους δικαστές.

3) Απορρίπτει κατά τα λοιπά τη, με αριθ. έκθεσης ...6-2020, αίτηση-δήλωση, της Ε. Χ. του Ε., για αναίρεση της ως άνω, με αριθ. 2247/2019, καταδικαστικής απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login