ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνο όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του υποστηρίζοντος την κατηγορία οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την υποστήριξη της κατηγορίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 66 του ΚΠΔ, καθώς και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης και υποβολής της παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας κατά το άρθρο 67 του ΚΠΔ, ο οποίος φτάνει μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου. Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της υποστήριξης της κατηγορίας και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου, ενώ δεν πλήττουν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 99/2022, ΑΠ 1115/2021). Η ως άνω ακυρότητα θεσπίζεται διότι η συμμετοχή του υποστηρίζοντος την κατηγορία στην ακροαματική διαδικασία επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου και, συνακόλουθα, έχει τεθεί υπέρ αυτού (του κατηγορουμένου). Συνεπώς, αυτή δεν μπορεί να καταλήξει σε βάρος του σε καμία περίπτωση, με συνέπεια να μην μπορεί να την προτείνει, εκτός από τον κατηγορούμενο, ο Εισαγγελέας σε βάρος του κατηγορουμένου αυτού (πρβλ. ΑΠ 441/2014, ΑΠ 740/2012).