ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ- ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ -ΑΝΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗ ΕΦΕΣΗ- ΚΑΘΑΡΟΓΡΑΦΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ - ΑΠ 514-2024

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή των πρακτικών και των ποινικών αποφάσεων, οι οποίες απορρίπτουν την έφεση ως ανυποστήρικτη . Στην περίπτωση αυτή καταχωρίζεται στο ειδικό βιβλίο και επιδίδεται στον ερημοδικασθέντα εκκαλούντα απόσπασμα της απόφασης. Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει να τρέχει από την μεταγενέστερη από τις δύο ανωτέρω ημερομηνίες (καταχώρισης ή επίδοσης). Αν όμως, μετά από αίτημα του εκκαλούντος, καθαρογραφεί και θεωρηθεί η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, τούτο σημειώνεται στο ειδικό βιβλίο και από την ημερομηνία της σημείωσης αυτής, η οποία ουσιαστικά ισοδυναμεί με την καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, αρχίζει να τρέχει η εικοσαήμερη προθεσμία άσκησης αναίρεσης (ΑΠ 720/2022).

Αριθμός 514/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 53/2023 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σοφία Οικονόμου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη και Τριανταφύλλη Δρακοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Οικονόμου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Τούντα, για αναίρεση της 1375/2022 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωή Κουγιουμτζοπούλου.

Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 30-9-2022 και με αριθμό Ε.Μ. 59/2022 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1139/2022

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 1, 2 και 3 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΚΠΔ προκύπτει, ότι η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατά αποφάσεων από τον κατηγορούμενο είναι είκοσι ημερών και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση, που απαγγέλθηκε με την παρουσία του κατηγορουμένου, θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Αν όμως η απόφαση δημοσιεύθηκε απόντος του κατηγορουμένου, η ανωτέρω προθεσμία των είκοσι ημερών αρχίζει από τη νόμιμη επίδοσή της στον κατηγορούμενο, εφόσον είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας καταχώρισης στο ειδικό βιβλίο.

Ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, κατά την οποία ως ημερομηνία για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης της αίτησης αναίρεσης ορίζεται αυτή της καταχώρισης της τελεσίδικης απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, συνίσταται στην ανάγκη να λάβει ο ενδιαφερόμενος κατηγορούμενος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της απόφασης, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει τους κατά το άρθρο 510 παρ.1 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης και να αποφεύγεται έτσι η άσκηση ματαίως αιτήσεων αναίρεσης όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, προκειμένου να αποτρέπεται η ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνσή του (Ολ ΑΠ 6/2002, ΑΠ 720/2022). Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου της αίτησης αναίρεσης, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση άσκησής του ή στη δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, γίνεται επίκληση περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα επικαλούμενα περιστατικά, άλλως αυτό απορρίπτεται ως απαράδεκτο, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 142 παρ. 4 του ΚΠΔ, όπως ισχύει από 18.11.2019, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 7 παρ. 20 του ν. 4637/2019, "Οι αποφάσεις που αναβάλλουν τη δίκη κατά τα άρθρα 59, 61, 349 ή 352, χωρίς να έχει προηγηθεί έρευνα αποδεικτικών μέσων, δεν είναι αναγκαίο να καθαρογράφονται κατά τις προηγούμενες παραγράφους. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του οικείου δικαστηρίου, μπορεί να καθορίζεται για ποιες επιπλέον αποφάσεις δεν είναι αναγκαία η καθαρογραφή. Σε κάθε περίπτωση καθαρογράφονται οι ερήμην καταδικαστικές αποφάσεις, οι προπαρασκευαστικές αποφάσεις με τις οποίες λύνεται οριστικά ένα ζήτημα, καθώς και εκείνες στις οποίες έχει δηλωθεί παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας". Ύστερα από την 3/2020 γνώμη της Ολομέλειας των Δικαστών του Εφετείου Αθηνών, με την από 21.7.2020 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίστηκε ότι δεν είναι αναγκαία, μεταξύ άλλων, η καθαρογραφή των πρακτικών και των ποινικών αποφάσεων, οι οποίες απορρίπτουν την έφεση ως ανυποστήρικτη, κατά το άρθρο 501 παρ.1 ΚΠΔ, επειδή κατά τη συζήτηση της έφεσης ο εκκαλών δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου. Στην περίπτωση αυτή καταχωρίζεται στο ειδικό βιβλίο και επιδίδεται στον ερημοδικασθέντα εκκαλούντα απόσπασμα της απόφασης. Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει να τρέχει από την μεταγενέστερη από τις δύο ανωτέρω ημερομηνίες (καταχώρισης ή επίδοσης). Αν όμως, μετά από αίτημα του εκκαλούντος, καθαρογραφεί και θεωρηθεί η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, τούτο σημειώνεται στο ειδικό βιβλίο και από την ημερομηνία της σημείωσης αυτής, η οποία ουσιαστικά ισοδυναμεί με την καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, αρχίζει να τρέχει η εικοσαήμερη προθεσμία άσκησης αναίρεσης (ΑΠ 720/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 30.9.2022 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών της δικηγόρου Αθηνών Μαρίας Τούντα, ως πληρεξουσίας του κατηγορουμένου Δ.Β. του Σ., επισυνάπτοντας σ' αυτή την από 28.9.2022 εξουσιοδότηση του εν λόγω κατηγορουμένου, με βεβαίωση την ίδια ημέρα (28.9.2022), νόμιμα, από την ίδια ως άνω δικηγόρο (ΑΠ 1260/2011), της γνησιότητας της υπογραφής του, με την οποία ο τελευταίος εξουσιοδοτεί, μεταξύ άλλων και αυτήν, να καταθέσουν αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για την ένδικη ποινική υπόθεση, συνταχθείσας της υπ' αριθμ. 59/2022 σχετικής έκθεσης, στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 1375/2022 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία απόντος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του με αριθμό 341/2020 κατά της υπ' αριθμ. 1143/2020 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία είχε καταδικαστεί για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 120.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών.

Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, της εικοσαήμερης προθεσμίας για την άσκησή της αρχομένης από την καθαρογραφή της απόφασης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, η οποία συντελέστηκε στις 14.11.2022, μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, ήτοι μετά την καταχώριση στις 26.7.2022 αποσπάσματος και μόνον αυτής στο ειδικό βιβλίο, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση επί του σώματος της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτή ασκήθηκε στις 30.9.2022, ήτοι πριν την έναρξη της παραπάνω εικοσαήμερης προθεσμίας. Είναι δε και παραδεκτή, γιατί ασκήθηκε νομότυπα από δικαιούμενο και έχον προς τούτο έννομο συμφέρον πρόσωπο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρα 462, 464, 466, 474 παρ. 1, 4, 501 παρ. 1, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α, 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ)και πρέπει να ερευνηθεί για το βάσιμο των λόγων της.

Με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 501 του ΚΠΔ ορίζεται ότι: "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή διά συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εκτός αν έχει προηγηθεί παραίτηση, οπότε κηρύσσεται απαράδεκτη. Διατάσσεται επίσης με την ίδια απόφαση του Εφετείου να καταπέσει η εγγύηση η οποία δόθηκε κατά το άρθρο 497. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Η διάταξη του άρθρου 349 για αναβολή της συζήτησης εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος. Εφαρμόζονται επίσης ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 341 και 435". Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 501 και 349 ΚΠΔ προκύπτει, ότι στον εκκαλούντα κατηγορούμενο παρέχεται το δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας που αφορούν αυτόν ή τον συνήγορο του, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο και να αποδεικνύεται η βασιμότητα τους και ότι σε περίπτωση που ο εκκαλών-κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια του συνηγόρου του, προς υποστήριξη της έφεσής του, το Εφετείο ερευνά μόνον αν ο εκκαλών κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη. Η νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος στο ακροατήριο αποδεικνύεται από το οικείο αποδεικτικό επίδοσης. Προϋπόθεση, δηλαδή της απόρριψης της έφεσης,ως ανυποστήρικτης είναι η νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο για τη δικάσιμο κατά την οποία δικάζεται η έφεσή του, ενώ αν ο τελευταίος (ο εκκαλών - κατηγορούμενος) δεν κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο κατά την ορισθείσα δικάσιμο, τότε το δικαστήριο οφείλει να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση και να μην απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, διαφορετικά, αν, δηλαδή, πράξει το αντίθετο, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του Κ.Π.Δ. και η απόφασή του καθίσταται αναιρετέα (Α.Π. 2027/2019, ΑΠ 1016/2021). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 4 του ήδη ισχύοντος Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται νομίμως από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον έχει νομίμως κλητευθεί και έχει ενημερωθεί ότι σε περίπτωση μη εμφάνισης ή μη εκπροσώπησής του θα δικαστεί ερήμην. Η προϋπόθεση της ενημέρωσης του κατηγορουμένου για να δικαστεί σαν να ήταν παρών προστέθηκε στον ισχύοντα Κ.Π.Δ., προκειμένου, σε περίπτωση μη εμφάνισής του, να ερευνάται όχι μόνον η κλήτευσή του, αλλά και η ενημέρωσή του για τις συνέπειες της ερημοδικίας του, όπως επισημαίνεται στην εισηγητική έκθεση του Κώδικα, η παράλειψη της οποίας (ενημέρωσης) καθιστά την κλήτευση του άκυρη· Κατά της απόφασης αυτής που απορρίπτε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη ο εκκαλών μπορεί να ασκήσει αναίρεση προβάλλοντας οποιουσδήποτε από τους διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ λόγους, στους οποίους περιλαμβάνονται και η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη ??? ακροατήριο, αναφερόμενους μόνο σε πλημμέλειες αυτής σε σχέση με τη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του στο ακροατήριο (ΑΠ 1812/2019, ΑΠ 728/2019, ΑΠ 166/2019) και όχι σε πλημμέλειες της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 1016/2021, ΑΠ 629/2021, ΑΠ 30/2019, ΑΠ 22/2015). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ που ορίζει ότι "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου Δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί^ των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως", προκύπτει, ότι η πολιτεία μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζοντα, αστό κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι. Παραβίαση της ως άνω αρχής πέραν της αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και 171 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1827/2019, ΑΠ 1821/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 1143/26-2-2020 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρέσεων κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 120.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την υπ' αριθ. 341/11-11-2020 έφεσή του, επί της οποίας ορίστηκε δικάσιμος ενώπιον του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η 13-10-2021 και μετά από διακοπή η 18-10-2021, για την οποία είχε κληθεί αυτός να εμφανιστεί, προκειμένου να υποστηρίξει την παραπάνω έφεση του, με βάση το από 23-11-2020 αποδεικτικό επίδοσης κλήσης του Ε. Μ., αστυφύλακα του AT Χαλανδρίου, στον ίδιο, με θυροκόλληση, και το από 19-11-2020 αποδεικτικό επίδοσης κλήσης της Γ. Β., επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, στην αντίκλητό του Μαρίνα Τούντα, με την αναγραφή στις κλήσεις που επιδόθηκαν σε αμφοτέρους ότι αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπηθεί νομίμως από συνήγορο θα δικαστεί ερήμην σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 4 ΚΠΔ και η έφεση θα απορριφθεί ως ανυποστήρικτη κατ' άρθρο 501 ΚΠΔ. Κατά την παραπάνω δικάσιμο της 18-10-2021 (μετά από διακοπή από τη συνεδρίαση της 13-10-2021) η υπόθεση αναβλήθηκε απόντος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, για λόγους ανωτέρας βίας που ανάγοντο στο πρόσωπο της συνηγόρου υπεράσπισής του Μαρίνας Τούντα, κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε από τον Ν. Μ., που ως άγγελος ανακοίνωσε το κώλυμα της ανωτέρω συνηγόρου και αιτήθηκε για λογαριασμό της την αναβολή. Το εν λόγω αίτημα έγινε δεκτό και η υπόθεση με την υπ' αριθ. 1106/18-10-2021 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών αναβλήθηκε για τη ρητή δικάσιμο της 03-06-2022 ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία ανακοινώθηκε στον προαναφερόμενο άγγελο Ν. Μ. και στους παρόντες μάρτυρες και σε όλους αυτούς (κατηγορούμενο και μάρτυρες), ανακοινώθηκε επίσης από το Δικαστήριο ότι οφείλουν να προσέλθουν στην ορισθείσα δικάσιμο της 3-6-2022 χωρίς κλήτευσή τους. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τη δικάσιμο αυτή, της 3-6-2022, η συνεδρίαση διακόπηκε για τις 18-7-2022, όταν δε η Πρόεδρος εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αυτός δεν εμφανίστηκε, ενώ δεν εμφανίστηκε επίσης ούτε η συνήγορος υπεράσπισής του Μαρίνα Τούντα την οποία είχε διορίσει για να τον εκπροσωπήσει κατά τη δικάσιμο της 13-10-2021 και σε κάθε μετ' αναβολή δικάσιμο, σύμφωνα με την από 5-10-2021 εξουσιοδότησή του. Στη συνέχεια, αναγνώστηκε από την Πρόεδρο η ως άνω εξουσιοδότηση και το απόσπασμα της παραπάνω αναβλητικής υπ' αριθ. 1106/2021 απόφασης του Δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί στις 18-10-2021 μετά από διακοπή από τις 13-10-2021 για την οποία είχε νόμιμα κλητευθεί ο κατηγορούμενος κατά τα προαναφερόμενα. Ακολούθως εμφανίστηκε η δικηγόρος Αθηνών Ζωή Κουγιουτζόγλου και δήλωσε ότι η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ... νομίμως εκπροσωπούμενη από την ίδια παρίσταται προς υποστήριξη της κατηγορίας και προσκόμισε την από 16-9-2021 εξουσιοδότηση της εν λόγω εταιρίας η οποία αναγνώστηκε και το υπ' αριθ ... γραμμάτιο για τα τέλη παράστασης πολιτικής αγωγής. Κατόπιν ο Εισαγγελέας δήλωσε ότι η υπόθεση εισάγεται μετά από έφεση του κατηγορούμενου κατά της με αριθμό 1143/26-2-2020 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ανέπτυξε την έφεση και πρότεινε να απορριφθεί η έφεση ως ανυποστήρικτη, η δε πληρεξούσια δικηγόρος της παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας δήλωσε ότι συντάσσεται με την εισαγγελική πρόταση. Ακολούθως, το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο στις 03-6-2022 ούτε και κατά την μετά διακοπή στις 18-7-2022, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο υπεράσπισής του, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1375/18-7-2022 απόφασή του, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 341/2020 έφεση αυτού, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, σκεπτικό: "Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος με την υπ' αριθμ. 1143/26-2-2020 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καταδικάστηκε για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 120.000 ευρώ, που τελέστηκε στην Αθήνα, κατ' εξακολούθηση, κατά τα χρονικά διαστήματα από το Μάιο 2008 έως το Νοέμβριο του ιδίου έτους και από Σεπτέμβριο του 2009 έως Ιούνιο του έτους 2010, σε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την με αριθμό 341/11- 11-2020 έφεσή του, επί της οποίας ορίστηκε δικάσιμος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η 13-10-2021, και μετά από διακοπή της συνεδρίασης, η 18-10-2021, για την οποία είχε κλητευθεί ο εκκαλών- κατηγορούμενος, με βάση το από 23-11-2020 αποδεικτικό επιδόσεως κλήσης του Μ. Ε., αστυφύλακα AT Χαλανδρίου, στον ίδιο με θυροκόλληση και το από 19-11-2020 αποδεικτικό επιδόσεως-κλήσης της Γ. Β., επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, στην αντίκλητό του Μαρίνα Τούντα, με την αναγραφή στις κλήσεις που επιδόθηκαν σε αμφότερους, ότι αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπηθεί νομίμως από συνήγορο θα δικαστεί ερήμην σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ.4 ΚΠΔ και η έφεση θα απορριφθεί ως ανυποστήρικτη κατ' άρθρο 501 παρ.1 ΚΠΔ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1106/18-10-2021 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 18-10-2021 - (αρχική δικάσιμος της εφέσεως μετά από διακοπή από τη συνεδρίαση στις 13-10-2021) - η υπόθεση αναβλήθηκε απόντος του κατηγορουμένου, κατ' άρθρον 349 ΚΠΔ, για λόγους ανωτέρας βίας που ανάγονται στο πρόσωπο της συνηγόρου υπεράσπισής του Μαρίνας Τούντα, κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε από τον Ν. Μ., που ως άγγελος ανακοίνωσε το κώλυμα της ανωτέρω συνηγόρου. Το αίτημα αυτό έγινε δεκτό και αναβλήθηκε η υπόθεση για τη δικάσιμο της 3-6-2022, η οποία ανακοινώθηκε από το Δικαστήριο στον προαναφερόμενο άγγελο Ν. Μ. και στους παρόντες μάρτυρες και σε όλους αυτούς (κατηγορούμενο και μάρτυρες) ανακοινώθηκε επίσης από το Δικαστήριο ότι οφείλουν να προσέλθουν στη ορισθείσα δικάσιμο (3-6-2022) χωρίς κλήτευσή τους. Η ανακοίνωση από το Δικαστήριό, της δικασίμου της 3-6-2022 (αρχική συνεδρίαση του παρόντος Δικαστηρίου) επείχε θέση κλητεύσεως του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο κατά την δικάσιμο αυτή, και επομένως έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί για να εμφανιστεί σήμερα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξει την με αριθμό 341/11-6-2020 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 1143/26-2-2020 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Επομένως, αφού ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο υπεράσπισης, ούτε κατά την αρχική δικάσιμο της εφέσεως, ούτε κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 501 παρ.1 εδ. α' σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, και 340 του Κ.Π.Δ. και να καταδικασθεί αυτός στα έξοδα της δίκης, ανερχόμενα στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠΔ".

Από την κατά τα άνω παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στις 18.7.2022, ενώπιον του δικάσαντος Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών δεν εμφανίστηκε ως άγγελος ο ασκούμενος δικηγόρος Αθηνών Μ. Ν., ούτε υπέβαλε αυτός αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ.3 ΚΠΔ, λόγω ανυπερβλήτου κωλύματος στο πρόσωπο της συνηγόρου του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Μαρίνας Τούντα, ούτε το δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημα αναβολής της υπόθεσης και κατόπιν αυτού τον δίκασε απόντα, απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη και διέταξε την εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Συνεπώς, αφού δεν υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα, ουδεμία διάταξη που αφορά την εμφάνιση, εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος παραβίασε το δικαστήριο, ούτε του στέρησε την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα που επήλθε στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο δεν τήρησε τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ για την εμφάνιση και την εκπροσώπησή του κατά την εκδίκαση της έφεσής του και στέρησε αυτόν του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋπόθεσης. Αβάσιμη επίσης ως ερειδόμενη επί εσφαλμένης προϋπόθεσης είναι και η εμπεριεχόμενη τον ίδιο λόγο αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1375/2022 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καταδικάστηκε για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών χωρίς έρευνα της προσωπικότητάς του, καθόσον η προσβαλλόμενη, η οποία απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, δεν είναι καταδικαστική απόφαση, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης (Ολ.ΑΠ 5/2000, ΑΠ 124/2022, ΑΠ 1083/2019, ΑΠ 66/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή που καθιερώνεται με τη ρητή διάταξη του άρθρου 464 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναίρεσης (άρθρο 462β ΚΠΔ), μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητά παρέχεται από το νόμο και ο οποίος έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ένδικου μέσου. Έτσι, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά το νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1203/2019). Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ), αιτιώμενος αυτό, ότι εσφαλμένα δεν απέβαλε την παρισταμένη προς υποστήριξη της κατηγορίας σε βάρος του, εταιρεία ..., αν και είχε παραγραφεί το σχετικό δικαίωμά της, αφού δήλωσε ενώπιον του δικαστηρίου παράσταση και εγχείρισε το πρώτον παράβολο παράστασης κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό, δεδομένου ότι δεν το είχε προσκομίσει ούτε κατά την κατάθεση της μήνυσης, ούτε κατά την λοιπή προδικασία και εντός πενταετίας και ενώ επίσης δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά, καθόσον η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος διαπράχθηκε κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 2008 έως και τον Νοέμβριο του ίδιου έτους και από τον Σεπτέμβριο του έτους 2009 έως και τον Ιούνιο 2010 σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ..., η οποία από τις 8.6.2011 τροποποιήθηκε σε ..., γεγονός που αποτελεί οιονεί καθολική διαδοχή και δεν δίνει τη δυνατότητα στην ... να παραστεί προς υποστήριξη της κατηγορίας διότι δεν είχε ασκηθεί έγκληση από το νομικό πρόσωπο που δικαιούταν εξ αρχής να παρασταθεί εντός προθεσμίας προς υποστήριξη της κατηγορίας σε βάρος του. Ο λόγος αυτός, με τις αναφερόμενες αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, ως προς την προβολή του, αφού είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά, κατά το νόμο, στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη (ΑΠ 1203/2019).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.9.2022 και με αριθμό 59/2022 αίτηση του Δ. Β.... του Σ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1375/2022 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2023.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2024.

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Login