ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ- ΠΑΡΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗ ΠΡΑΞΗ - ΑΠ 1470-2024

ΠΕΡΙΛΗΨΗ - Έννομο συμφέρον άσκησης αναίρεσης – ΑΠ  1470/2024

Η ύπαρξη έννομου συμφέροντος προς άσκηση ένδικου μέσου αποκλείεται όταν το δικαστήριο που θα κρίνει επ' αυτού δεν δύναται εκ του νόμου να εκδώσει διάφορη από την προσβαλλόμενη απόφαση ή εφόσον δεν διαφοροποιείται η ποινική του μεταχείριση. Δηλαδή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον όταν δεν προσδοκάται όφελος από την παραδοχή του ενδίκου μέσου ή όταν το προσδοκώμενο όφελος είναι εξίσου επιβλαβές ή επιβλαβέστερο του επελθόντος (ΑΠ 874/2002). Έτσι στερείται εννόμου συμφέροντος ο ασκών αναίρεση κατά αποφάσεως με την οποία κρίθηκε παραγεγραμμένη η πράξη, αφού ακόμη και σε περίπτωση παραδοχής των λόγων αναίρεσης, λόγω της εξάρτησης της παραγραφής από μόνη την πάροδο του προβλεπόμενου από το νόμο χρόνου, στην ίδια απόφαση θα κατέληγε, χωρίς οποιαδήποτε έρευνα της ουσίας της κατηγορίας (ΑΠ 13/2005, ΑΠ 1475/2001).

 

 

 

ΜΕΙΖΟΝΑ

Κατά τα άρθρα 505 παρ. 2 και 507 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται, προς το σκοπό επανόρθωσης τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης, που θα εκδοθεί από οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης καθώς και η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. στοιχ. Ε' και Θ' του ΚΠοινΔ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 462 παρ.1 του ισχύοντος Κ.Π.Δ., στα τακτικά ένδικα μέσα κατά αποφάσεων είναι και η αίτηση για αναίρεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 464 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. α' του ιδίου Κ.Π.Δ. "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνον κατά της απόφασης, που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 368)". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι προσβάλλεται με αναίρεση η ανέκκλητη όπως απαγγέλθηκε απόφαση, καθώς και η τελεσίδικη απόφαση, όταν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, έπαυσε οριστικά (όχι προσωρινά) την ποινική δίωξη, κατ' άρθρο 368 περ. β' Κ.Π.Δ., ήτοι, όταν έχει γίνει παραίτηση από το δικαίωμα της έγκλησης ή όταν έχει γίνει ανάκλησή της ή όταν έχει αμνηστευθεί η πράξη ή έχει παραγραφεί το αξιόποινό της ή όταν ο κατηγορούμενος έχει αποβιώσει (ΑΠ 1144/2022).

Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης και συγκεκριμένα: α) η από 29-9-2023 με αριθμό .../2023 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της με αριθμό ...-2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, και β) η από ...-2023 αίτηση του Κ. Φ. του Μ. για αναίρεση, της ίδιας ως άνω με αριθμό ...-2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη, στις 5-9-2023 με αριθμό 3383 στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, κατά τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση, και με την οποία, μετά την μεταβολή της αρχικής κακουργηματικής κατηγορίας σε πλημμεληματική έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων Χ. Α. του Δ. και Ι. Δ. του Ν. και Κ. Φ. του Μ., πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, μετά τη γενόμενη μεταβολή της κατηγορίας για την οποία παραπέμφθηκαν να δικαστούν ενώπιόν του,

 α) από κακουργηματική παθητική δωροδοκία-δωροληψία υπαλλήλου, για ενέργεια, σχετική με τα καθήκοντα τους και αντικείμενη, σ' αυτά, άπαξ και κατ' εξακολούθηση (παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 13 στοιχ. α', 26 παρ.1α', 27, 98, 235 παρ.2 εδ. α'-1 του ΠΚ), για τους κατηγορουμένους Χ. Α. του Δ. και Ι. Δ. του Ν., σε πλημμεληματική παθητική δωροδοκία-δωροληψία υπαλλήλου, για ενέργεια, σχετική με τα καθήκοντά τους (παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 13 στοιχ. α', 235 παρ.1 του ΠΚ), φερόμενη, ως τελεσθείσα, από την πρώτη, εξ αυτών, στις 9-4-2014 και 19-6-2014 και από τον δεύτερο, εξ αυτών, στις 17-7-2014 και 18-9-2014, και

β) από κακουργηματική νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, επί της οποίας η περιουσία, που είναι αντικείμενο νομιμοποίησης, προέρχεται από κακούργημα της περίπτωσης γ' του άρθρου 4 Ν. 4557/2018 (παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 26 εδ.α', 27, 45, 98, 39 παρ.1 περ. β' υποπερ. γγ', σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 περ. γ' και 2 παρ.1 περ. β' και δ' του Ν. 4557/2018), για τον κατηγορούμενο και ήδη και αναιρεσείοντα Κ. Φ. του Μ., σε πλημμεληματική νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, από κοινού και κατ' εξακολούθηση-επί της οποίας το βασικό αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας-δωροληψίας υπαλλήλου, για ενέργεια, σχετική με τα καθήκοντα του δράστη (παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 13 στοιχ. α', 235 παρ.1 του ΠΚ) τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 26 εδ.α', 27, 45, 98, 39 παρ.1 περ. δ', σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 περ. γ' και 2 παρ.1 περ. β' και δ' του Ν. 4557/2018), φερόμενη, ως τελεσθείσα, από αυτόν, κατά το χρονικό διάστημα, μεταξύ 8-4-2014 έως και τον μήνα Δεκέμβριο 2014, έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε, κατά τα ανωτέρω, σε βάρος όλων των ανωτέρω κατηγορουμένων, για όλες τις προαναφερόμενες - κριθείσες, κατά μεταβολή της κατηγορίας, ως πλημμεληματικές - αξιόποινες πράξεις.

Α) Η υπό στοιχείο α' από 29-09-2023, αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ασκήθηκε νομότυπα από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου με δήλωσή του στη Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 508 ΚΠΔ), συνταχθείσης της σχετικής με αριθμό ...-2023 έκθεσης, εμπρόθεσμα, στις 29-9-2023, εντός της προβλεπόμενης τριακονθήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη, στις 5-9-2023, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, και παραδεκτά κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο, αφού η προσβαλλομένη απόφαση ήταν ανέκκλητη όπως απαγγέλθηκε, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, από πρόσωπο που έχει προς τούτο έννομο συμφέρον (άρθρα 473 παρ.3, 474, 504 παρ.1, 505 παρ.2, 507, 508 του ΚΠΔ). Επιπλέον δε είναι παραδεκτή, διότι περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' και Θ' για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση (αρνητική) εξουσίας (άρθρα 474 παρ.4, 505 παρ.2 εδ. α' και 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Θ' ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Β) Η υπό στοιχείο β' από 25-09-2023, αίτηση αναίρεσης του Κ. Φ. του Μ., ασκήθηκε νομότυπα, από τον εν λόγω κατηγορούμενο, δια του αντιπροσώπου του ειδικά εξουσιοδοτηθέντος προς τούτο με την από 22-09-2023 εξουσιοδότησή του με νόμιμη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του, πληρεξουσίου του Θεοδώρου Παναγόπουλου, Δικηγόρου Αθηνών (ΑΜ-ΔΣΑ 10425), με την από ...-2023 δήλωση του τελευταίου, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 25-09-2023, και εμπρόθεσμα εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη, στις 5-9-2023, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο, αφού η προσβαλλομένη απόφαση ήταν ανέκκλητη όπως απαγγέλθηκε, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, υποκείμενη μόνο σε αναίρεση (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ.1, 2, 3, 474 παρ.2 Α και 4, 505 παρ.1 περ. α', του ΚΠΔ), με προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης την εκ του άρθρου 501 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ πλημμέλεια, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την τέλεση εκ μέρους του, του αδικήματος της πλημμεληματικής νομιμοποίησης εσόδων από κοινού και κατ' εξακολούθηση, μετά τη μετατροπή του αποδιδόμενου σε αυτόν, αρχικά σε βαθμό κακουργήματος, αδικήματος αυτού, μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων για τα γενόμενα δεκτά στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης πραγματικά περιστατικά. Σύμφωνα με την αρχή που καθιερώνεται με τη ρητή διάταξη του άρθρου 464 του ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητά παρέχεται αυτό από το νόμο και ο οποίος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ.ΑΠ 1244/1986). Κρίσιμο δε για την ύπαρξη ή μη σχετικού έννομου συμφέροντος είναι το διατακτικό της απόφασης και όχι η αιτιολογία αυτής (ΑΠ 1153/2022, ΑΠ 591/2022). 'Ετσι, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως, όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά, κατά το νόμο, στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1203/2019). Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι ατομικό, δηλαδή, να αναφέρεται στον δικαιούμενο στην άσκηση του ενδίκου μέσου και όχι σε άλλο διάδικο (ΑΠ 502/2019, ΑΠ 103/2018, ΑΠ 998/2016, ΑΠ 849/2013, ΑΠ 1721/2010) και πρέπει να είναι ενεργό και κατά τον χρόνο της κρίσης του ένδικου μέσου της αναίρεσης, γιατί, διαφορετικά, στερείται νοήματος η ανατροπή της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 788/2012, ΑΠ 1364/2005, ΑΠ 1/2005, ΑΠ 1908/2003, ΑΠ 802/2003, ΑΠ 297/2003). Η ύπαρξη έννομου συμφέροντος προς άσκηση ένδικου μέσου αποκλείεται όταν το δικαστήριο που θα κρίνει επ' αυτού δεν δύναται εκ του νόμου να εκδώσει διάφορη από την προσβαλλόμενη απόφαση ή εφόσον δεν διαφοροποιείται η ποινική του μεταχείριση. Δηλαδή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον όταν δεν προσδοκάται όφελος από την παραδοχή του ενδίκου μέσου ή όταν το προσδοκώμενο όφελος είναι εξίσου επιβλαβές ή επιβλαβέστερο του επελθόντος (ΑΠ 874/2002). Η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης, δρα αντικειμενικώς και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, προηγείται δε χρονικώς σε σχέση με την έρευνα της ουσίας της κατηγορίας, και οδηγεί, εφόσον διαπιστωθεί, στο τέλος της δίκης και στην οριστική παύση της ποινικής δίωξης (ΟλΑΠ 11/2011, ΑΠ 591/2022, ΑΠ 1063/2012), χωρίς να μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε ουσιαστική έρευνα της κατηγορίας πέρα από το μέτρο που είναι αναγκαίο να κριθεί αν επήλθε η παραγραφή. Σε περίπτωση δε, ουσιαστικής έρευνας της υπόθεσης, παρότι έχει παραγραφεί, το Δικαστήριο υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΑΠ 591/2022, ΑΠ 1383/2007, ΑΠ 1/2012). Έτσι στερείται εννόμου συμφέροντος ο ασκών αναίρεση κατά αποφάσεως με την οποία κρίθηκε παραγεγραμμένη η πράξη, αφού ακόμη και σε περίπτωση παραδοχής των λόγων αναίρεσης, λόγω της εξάρτησης της παραγραφής από μόνη την πάροδο του προβλεπόμενου από το νόμο χρόνου, στην ίδια απόφαση θα κατέληγε, χωρίς οποιαδήποτε έρευνα της ουσίας της κατηγορίας (ΑΠ 13/2005, ΑΠ 1475/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, η από ...-2023 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Κ. Φ. του Μ. στρέφεται, όπως προαναφέρθηκε, κατά της υπ' αριθμ. ...-2023 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία, μετά την μεταβολή της αρχικά αποδοθείσας, σ' αυτόν, κατηγορίας, από κακουργηματική νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας, όσον αφορά τη φύση, την προέλευση, τη διάθεση, τη διακίνηση ή τη χρήση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή βρίσκεται ή την κυριότητα επ' αυτής, ή τα σχετικά με αυτή δικαιώματα, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα και χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, με την τοποθέτηση, σε αυτόν ή τη διακίνηση, μέσω αυτού, εσόδων, που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα), από κοινού και κατ' εξακολούθηση, επί της οποίας η περιουσία, που είναι αντικείμενο νομιμοποίησης, προέρχεται από κακούργημα (παθητική δωροδοκία-δωροληψία υπαλλήλου για ενέργεια σχετική με τα καθήκοντά του και αντικείμενα σε αυτά, αρθ.235 παρ.2 ΠΚ) της περίπτωσης γ' του άρθρου 4 Ν. 4557/2018 (παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 26 εδ.α', 27, 45, 98 ΠΚ, 39 παρ.1 περ. β' υποπερ. γγ', σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 περ. γ' και 2 παρ.1 περ. β' και δ' του Ν. 4557/2018), σε πλημμεληματική νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας, όσον αφορά τη φύση, την προέλευση, τη διάθεση, τη διακίνηση ή τη χρήση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή βρίσκεται ή την κυριότητα επ' αυτής, ή τα σχετικά με αυτή δικαιώματα, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα και χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, με την τοποθέτηση, σε αυτόν ή τη διακίνηση, μέσω αυτού, εσόδων, που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα), από κοινού και κατ' εξακολούθηση, επί της οποίας το βασικό αδίκημα (της παθητικής δωροδοκίας-δωροληψίας υπαλλήλου για ενέργεια σχετική με τα καθήκοντά του, αρθ.235 παρ.1 ΠΚ) τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (παράβαση διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 26 εδ.α', 27, 45, 98 ΠΚ, 39 παρ.1 περ. δ', σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 περ. γ' και 2 παρ.1 περ. β' και δ' του Ν. 4557/2018), φερόμενη, ως τελεσθείσα, από αυτόν, κατά το χρονικό διάστημα, μεταξύ 8-4-2014 έως και τον μήνα Δεκέμβριο 2014, έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής (άρθρο 368 περ. β' ΚΠΔ), την ποινική δίωξη, για την ανωτέρω, κριθείσα, ως πλημμεληματική, αξιόποινη πράξη. Αυτή η δικαιοδοτική κρίση, ακόμη και στην περίπτωση τυχόν παραδοχής του προβαλλόμενου ως άνω λόγου αναίρεσης και συναφώς της αναίρεσης, δεν μπορεί να αλλάξει, αφού το Δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 ΚΠΔ, μη δυνάμενο να καταστήσει χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως δεσμευόμενο από την απαγόρευση του άρθρου 470 ΚΠΔ, θα καταλήξει στην ίδια με την ανωτέρω δικαιοδοτική κρίση, διότι η κρίση αυτή προηγείται χρονικώς σε σχέση με την έρευνα της ουσίας της κατηγορίας. Ειδικότερα το δικάσαν Δικαστήριο μετά από ουσιαστική έρευνα της κατηγορίας μόνο στο μέτρο που ήταν αναγκαίο να κριθεί αν επήλθε παραγραφή, δηλαδή μετά από ουσιαστική έρευνα της κατηγορίας μόνο για τη συνδρομή των όρων που είναι αναγκαία στοιχεία για τον χαρακτηρισμό της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης ως κακουργηματικής και αφού έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι όροι της κακουργηματικής μορφής της πράξης αυτής, διότι το βασικό αδίκημα χαρακτηρίσθηκε ως πλημμέλημα λόγω μη συνδρομής των όρων της κακουργηματικής μορφής αυτού και δη ότι δεν τελέστηκε παθητική δωροδοκία-δωροληψία υπαλλήλου για ενέργεια αντικείμενη στα καθήκοντά του, μετέβαλε την κατηγορία σε πλημμεληματική παθητική δωροδοκία-δωροληψία υπαλλήλου για ενέργεια σχετική με τα καθήκοντά του (όχι όμως αντικείμενη σε αυτά) και μετά ταύτα έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής εξαιτίας παρόδου του προβλεπομένου για τα πλημμελήματα χρόνου παραγραφής, κρίση η οποία προηγείται χρονικώς σε σχέση με την έρευνα της ουσίας της κατηγορίας, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω. Επομένως, ο αναιρεσείων στερείται εννόμου συμφέροντος προβολής του ανωτέρω λόγου αναίρεσης και συνακόλουθα άσκησης της υπό κρίση αναίρεσης κατά της προαναφερόμενης προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία, όπως προεκτέθηκε, μετά από την μεταβολή σε πλημμεληματική, της αρχικά αποδιδόμενης σε αυτόν κακουργηματικής κατηγορίας, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, λόγω παραγραφής. Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Κ. Φ. κατά της προσβαλλομένης με αριθμό .../2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος για την άσκησή της, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν.5095/2024 (ΦΕΚ Α'40/15-3-2024), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

 

 

 

 

 

 

Login