ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ως ειδικές, οι ρυθμίσεις του Ν. 4489/2017 κατισχύουν των ρυθμίσεων των γενικών διατάξεων των άρθρων 458 επ. του Κ.Ποιν.Δ., οι οποίες, επί διαδικασίας που αφορά σε εκτέλεση ΕΕΕ στην Ελλάδα ως Κράτος Εκτέλεσης του "ερευνητικού μέτρου" (...), μόνον κατ' αναλογίαν μπορούν να εφαρμοσθούν, για ζητήματα ως προς τα οποία διαπιστούται η ύπαρξη νομοθετικού κενού, και μόνον στο μέτρο που δεν αντίκεινται στις ειδικές ρυθμίσεις του Ν.4489/2017 και της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, ως προς τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις εκδόσεως και εκτελέσεως μιας ΕΕΕ. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, επί ΕΕΕ, εκ των διατάξεων του άρθρου 459 Κ.Ποιν.Δ. εφαρμοστέα, κατ' αναλογίαν, τυγχάνει μόνον και αυτοτελώς η διάταξη της 4ης παραγράφου αυτού, δια της οποίας καθιερούται η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών, ως προς την επίλυση και απόφανση επί των αυτόθι ζητημάτων, ως και η δυνατότητα ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών.
Απόφαση 777 / 2021 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 777/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 18/2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Γεώργιο Κόκκορη, Μαριάνθη Παγουτέλη και Αναστασία Μουζάκη (η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 31/2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 14 Απριλίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κ. Γεράκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, Σπυρίδωνα Μουζακίτη και Βασίλειο Τσιότσικα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 51/2021 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2021 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 15.02.2021 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../2021 και στους από 29.03.2021 πρόσθετους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στο σχετικό δικόγραφο, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 238/2021.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, στον οποίο δόθηκε ο λόγος από τον Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 15.2.2021 αίτηση-δήλωση του Χ. Π. του Π., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αρ. πρωτ. .../15.2.2021), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 51/2021 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης (σε τριμελή σύνθεση), η οποία ασκήθηκε νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά, καθόσον περιέχει ως λόγους αναιρέσεως την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Ε' και Α' Κ.Ποιν.Δ.). Νόμιμα επίσης και εμπρόθεσμα ασκήθηκαν και οι από 29.3.2021 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, αναφερόμενοι σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ', Α' και Θ' Κ.Ποιν.Δ.). Επομένως, τόσο η αίτηση όσο και οι πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν.
ΙΙ. Ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας στις ποινικές υποθέσεις (στο εξής:ΕΕΕ) διέπεται από τον Νόμο 4489/2017, δια του οποίου εναρμονίσθηκε η Ελληνική νομοθεσία με την Οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η Οδηγία αυτή αποσκοπούσε στην αντικατάσταση του κατακερματισμένου θεσμικού πλαισίου και στη δημιουργία ενός ενιαίου, αποτελεσματικού και ευέλικτου νομικού μέσου για την κτήση αποδείξεων ευρισκόμενων σε ένα άλλο κράτος-μέλος με αφορμή ορισμένη ποινική διαδικασία και ο ψηφισθείς νόμος 4489/2017 στο μεγαλύτερο μέρος του υιοθέτησε σχεδόν αυτολεξεί τις διατάξεις της Οδηγίας. Το νομικό μέσο αυτό, όπως και το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Συλλήψεως, υλοποιεί τη μετάβαση από το μηχανισμό της αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής (κατά τον οποίο το κράτος από το οποίο ζητείται η συνδρομή είχε ευρεία διακριτική ευχέρεια να συμμορφωθεί ή μη με την αίτηση του εκζητούντος κράτους), σε εκείνον της αμοιβαίας αναγνώρισης (κατά τον οποίο το κράτος εκτέλεσης αντιμετωπίζει την εντολή έρευνας που προέρχεται από άλλο κράτος, όπως ακριβώς και μια αντίστοιχη εντολή προερχόμενη από αρμόδιες εσωτερικές αρχές) και συμβάλλει στην ταχεία ανάληψη ερευνητικών μέσων, μερικά από τα οποία μπορούν να αφορούν στην παραγωγή, συγκέντρωση και διαβίβαση αποδεικτικών μέσων από το ένα κράτος-μέλος στο άλλο. Αναγνωρίζεται, δηλαδή, στα κράτη-μέλη η ΕΕΕ και παράγει νομικά αποτελέσματα χωρίς περαιτέρω ουσιαστική έρευνα ή έλεγχο (ΑΠ 319/2021). Ως ειδικές, οι ρυθμίσεις του παραπάνω Νόμου κατισχύουν των ρυθμίσεων των γενικών διατάξεων των άρθρων 458 επ. του Κ.Ποιν.Δ., οι οποίες, επί διαδικασίας που αφορά σε εκτέλεση ΕΕΕ στην Ελλάδα ως Κράτος Εκτέλεσης του "ερευνητικού μέτρου" (...), μόνον κατ' αναλογίαν μπορούν να εφαρμοσθούν, για ζητήματα ως προς τα οποία διαπιστούται η ύπαρξη νομοθετικού κενού, και μόνον στο μέτρο που δεν αντίκεινται στις ειδικές ρυθμίσεις του Ν.4489/2017 και της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ, ως προς τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις εκδόσεως και εκτελέσεως μιας ΕΕΕ. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, επί ΕΕΕ, εκ των διατάξεων του άρθρου 459 Κ.Ποιν.Δ. εφαρμοστέα, κατ' αναλογίαν, τυγχάνει μόνον και αυτοτελώς η διάταξη της 4ης παραγράφου αυτού, δια της οποίας καθιερούται η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών, ως προς την επίλυση και απόφανση επί των αυτόθι ζητημάτων, ως και η δυνατότητα ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών. Η κατ' αναλογίαν εφαρμογή του άρθρου 459 § 4 Κ.Ποιν.Δ. επιβάλλεται εν προκειμένω, επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 16 § 1 Ν.4489/2017, "Για ερευνητικά μέτρα για τα οποία εκδίδεται ΕΕΕ, μπορούν να ασκηθούν ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ελληνική νομοθεσία και εντός των προθεσμιών που αντίστοιχα τάσσονται". Σημειωτέον ότι κατά την § 2 του ίδιου άρθρου "Η έκδοση της ΕΕΕ μπορεί να προσβληθεί για ουσιαστικούς λόγους μόνον ενώπιον αρμοδίων αρχών του κράτους έκδοσης, υπό τον όρο τήρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ελλάδα".
ΙΙΙ. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 §§ 1 και 2 Ν.4489/17), "1. Η Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας (ΕΕΕ) είναι δικαστική απόφαση ή απόφαση την οποία εκδίδει ή επικυρώνει δικαστική αρχή κράτους-μέλους της ΕΕ ("κράτος έκδοσης") με σκοπό την εκτέλεση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ερευνητικών μέτρων σε άλλο κράτος-μέλος ("κράτος εκτέλεσης") για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων. 2. Οι ΕΕΕ εκτελούνται από τις ελληνικές αρχές με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Υπό τις συνθήκες αυτές, η αρχή εκτελέσεως, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δ, της εν λόγω Οδηγίας, η οποία προβαίνει στην αναγνώριση και την εκτέλεση ευρωπαϊκής εντολής έρευνας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιφορτισμένη με την "έκδοση δικαστικής αποφάσεως", κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Συναφώς, εναπόκειται αποκλειστικώς στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως της ΕΕΕ να αποφανθούν οριστικώς επί των επίμαχων αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο της κινηθείσης στο κράτος αυτό ποινικής διαδικασίας (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 2-9-2021 [C-66/2020] σκ. 42). Σύμφωνα με το άρθρο 3 περιπτ. γ' και δ' του ως άνω Ν.4489/2017, ως "αρχή έκδοσης της ΕΕΕ" νοείται:... "γβ) κάθε άλλη αρμόδια αρχή που έχει ορισθεί από το κράτος έκδοσης για να ενεργεί ως ανακριτική αρχή σε ποινικές διαδικασίες στη συγκεκριμένη περίπτωση, αρμόδια σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο να διατάσσει τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων...", ενώ ως "αρχή εκτέλεσης" νοείται "κάθε αρχή αρμόδια να αναγνωρίζει ΕΕΕ και να εξασφαλίζει την εκτέλεσή τους. Αρμόδια δικαστική αρχή για την εκτέλεση ΕΕΕ στην Ελλάδα ορίζεται η αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 11 [σημ. ο αρμόδιος εισαγγελέας εφετών], η οποία εξασφαλίζει την εκτέλεση της ΕΕΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και τις ισχύουσες διαδικασίες σε παρόμοια εσωτερική υπόθεση". Εξάλλου κατά το άρθρο 11 § 2 του ίδιου νόμου "Η αρχή εκτέλεσης αναγνωρίζει κάθε ΕΕΕ που της διαβιβάζεται και μεριμνά για την εκτέλεσή της σαν να πρόκειται για ερευνητικό μέτρο που διατάχθηκε, όπως προελέχθη, από ελληνική αρμόδια αρχή, εκτός αν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, συντρέχει λόγος μη αναγνώρισης, μη εκτέλεσης ή αναβολής", ενώ, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, "Η αρχή εκτέλεσης τηρεί τις διατυπώσεις και τις διαδικασίες που ρητά ορίζονται από την αρχή έκδοσης, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, και υπό την προϋπόθεση, ότι οι σχετικές διατυπώσεις και διαδικασίες δεν αντιβαίνουν στο ελληνικό δίκαιο". Προβλέπεται δηλ. από τις διατάξεις του Ν.4489/2017, ότι ως Κράτος εκτέλεσης η Ελλάδα οφείλει να εκτελέσει την ΕΕΕ χωρίς διατυπώσεις, αλλά σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες (locus regit actum), ως αν επρόκειτο δηλ. για πράξεις ελληνικής διωκτικής Αρχής. Οι λόγοι μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης ΕΕΕ καθορίζονται στο άρθρο 13 § 1 Ν.4489/2017, κατά το οποίο "1. Η αναγνώριση ή η εκτέλεση ΕΕΕ απορρίπτεται από την αρχή εκτέλεσης όταν: α) προβλέπεται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία ασυλία, προνόμιο ή εξαίρεση δικαιοδοσίας ή εκτέλεσης που εμποδίζει την εκτέλεση της ΕΕΕ ή υπάρχουν διατάξεις που ορίζουν ή περιορίζουν την ποινική ευθύνη σχετικά με την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα ενημέρωσης που εμποδίζουν την εκτέλεση της ΕΕΕ, β) στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εκτέλεση της ΕΕΕ θα έβλαπτε ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφάλειας ή την πηγή των πληροφοριών ή θα απαιτούσε τη χρήση διαβαθμισμένων πληροφοριών που σχετίζονται με συγκεκριμένες δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών, γ) η ΕΕΕ έχει εκδοθεί στο πλαίσιο διαδικασιών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' του άρθρου 5 και το ερευνητικό μέτρο δεν θα επιτρεπόταν σε παρόμοια εσωτερική υπόθεση, δ) η εκτέλεση της ΕΕΕ αντίκειται στην αρχή της απαγόρευσης δίωξης ή ποινικής τιμωρίας δύο (2) φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη (ne bis in idem), ε) η ΕΕΕ αφορά έγκλημα για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι τελέσθηκε εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης και εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας, η δε πράξη για την οποία εκδόθηκε η ΕΕΕ δεν συνιστά έγκλημα στην Ελλάδα, στ) υφίστανται σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του ερευνητικού μέτρου που αναφέρεται στην ΕΕΕ θα ήταν ασύμβατη με τις υποχρεώσεις της Ελλάδας σύμφωνα με το άρθρο 6 ΣΕΕ και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ζ) η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί η ΕΕΕ δεν συνιστά έγκλημα κατά την εσωτερική νομοθεσία, εκτός αν η αρχή έκδοσης αναφέρει στην ΕΕΕ ότι πρόκειται για έγκλημα του Παραρτήματος Δ' για το οποίο απειλείται στο κράτος έκδοσης στερητική της ελευθερίας ποινή με ανώτατο όριο τουλάχιστον τα τρία (3) έτη ή η) η χρήση του ερευνητικού μέτρου περιορίζεται, κατά την εσωτερική νομοθεσία, σε εγκλήματα που τιμωρούνται με ποινή που υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο κατώτατο όριο, στα οποία δεν περιλαμβάνεται το έγκλημα που αφορά η ΕΕΕ". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 § 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον Άρειο Πάγο ακόμη, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε. Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 253 ΚΠοινΔ, που προβλέπει την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής στη διενεργούμενη σε κατοικία κάποιου προσώπου έρευνα, όταν διεξάγεται ανακριτική διαδικασία για κακούργημα ή πλημμέλημα. Παραβίαση εξάλλου του δικαιώματος κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως, δικαιώματος που θεσπίζεται με τις ως άνω διεθνείς συμβάσεις, δημιουργεί επίσης την ακυρότητα που αναφέρθηκε, η οποία είναι απόλυτη και ελέγχεται με τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. IV. Στην προκείμενη περίπτωση, ο προσφεύγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 1-12-2020 προσφυγή (που κατέθεσε ενώπιον της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης στις 2-12-2020) ζητώντας να ακυρωθεί η 63/2020 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, να μην αναγνωριστεί και να μην εκτελεστεί στην Ελλάδα η με αριθμό φακέλου ... και από 6-10-2020 (υπ' αριθμ. 65/2020) Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας της Εισαγγελίας της Δημοκρατίας παρά τη Δικαστική Αρχή Νάπολης Ιταλίας, να ακυρωθεί, ως μεταγενέστερη και ερειδόμενη στις ανωτέρω Διάταξη και ΕΕΕ, η με αριθμό ...6-11-2020 παραγγελία Ανακριτή του 3ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, να αρθούν όλες οι προαναφερθείσες κατασχέσεις και να επιστραφούν στον ίδιο, ως ιδιοκτήμονα, όσα από τα κατασχεθέντα αναφέρονται ότι αφορούν αυτόν, καθώς και να αποδοθούν τα κατασχεθέντα οχήματα στον ίδιο ως εκπρόσωπο της ιδιοκτήτριας εταιρείας "...". Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος στην προσβαλλόμενη με αριθμό 51/2021 απόφασή του, απέρριψε την προσφυγή αυτή. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεώς του αυτής, το Συμβούλιο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Με τη με αριθμό φακέλου ... και από 6-10-2020 (υπ' αριθμ. 55/2020) Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας της Εισαγγελίας της Δημοκρατίας παρά τη Δικαστική Αρχή Νάπολης Ιταλίας, ζητήθηκε από τις ελληνικές δικαστικές αρχές να ληφθούν ερευνητικά και προσωρινά μέτρα σε σχέση με τον προσφεύγοντα, Χ. Π. του Π. και Θ., κάτοικο ..., στα πλαίσια έρευνας για αξιόποινες πράξεις που αποτελούν αντικείμενο προκαταρκτικής έρευνας που διεξάγει ο Δικαστής Προκαταρτικής Εξέτασης του Δικαστηρίου της Νάπολης Ιταλίας. Στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης - έρευνας που διενεργείται από τον ανωτέρω Δικαστή διερευνάται η ύπαρξη εγκληματικής κερδοσκοπικής οργάνωσης με διεθνή χαρακτήρα, η οποία φέρεται να δρα ως ακολούθως: μη έχοντας άδεια, επιδίδεται στην άσκηση παράνομης δραστηριότητας μετάδοσης σήματος ...), η οποία είναι μία νέα μορφή οπτικοακουστικής πειρατείας που πραγματοποιείται μέσω της μη εξουσιοδοτημένης μετάδοσης περιεχομένων συνδρομητικής τηλεόρασης, που διαχειρίζονται διάφορες σχετικές πλατφόρμες όπως οι ... κ.λ.π., και μετάδοσης (διάθεσης) κινηματογραφικών έργων που προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα και μέσω προβολής του περιεχομένου τους on demand (κατ' απαίτηση). Αυτή η μη εξουσιοδοτημένη μετάδοση πραγματοποι είται δια μέσου της πλατφόρμας ...), που είναι εξέλιξη της cardsharing (κοινής χρήσης καρτών), με την εισαγωγή τους σε ένα σύστημα τηλεματικών δικτύων, με τη χρήση εξοπλισμού πληροφορικής. Κατά τις ιταλικές δικαστικές αρχές: 1)η έρευνα καταδεικνύει την ύπαρξη μίας οργάνωσης υπό την ονομασία "ομάδα (team) DVS", που λειτουργεί σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων και η Ιταλία, εξαιρετικά δομημένης, που χαρακτηρίζεται από πολύ συγκεκριμένους κανόνες, που αποσκοπούν στην υλοποίηση, την αναμετάδοση και την επακόλουθη μεταγενέστερη μεταπώληση μίας υπηρεσίας ... (πληρωμή ανά προβολή), παράλληλης με την αντίστοιχη νόμιμη υπηρεσία που προσφέρουν οι κύριοι τηλεοπτικοί σταθμοί, όπως η ... το οποίο αναφέρεται ότι είδε τα περιεχόμενά του να αναμεταδίδονται μέσω παράνομων προγραμμάτων, 2) εντοπίστηκαν χιλιάδες διακομιστές (server) με μοναδικές διευθύνσεις IP, που χρησιμοποιούνται για η μετάδοση των πειραματικών σημάτων ..., δηλαδή για τη μη εξουσιοδοτημένη αναπαραγωγή, με τη χρήση της τεχνολογίας ..., ροών ήχου - εικόνας που αναπαράγουν ολόκληρα προγράμματα ιδιοκτησίας των παραπάνω εταιρειών, και καταμετρήθηκαν εκατοντάδες λογαριασμοί PayPal, που χρησιμοποιήθηκαν για τη συλλογή πληρωμών για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, 3) η ερευνώμενη οργάνωση για τη διάδοση του σήματος ... δραστηριοποιείται όχι μόνο μέσων των σελίδων συνομιλίας Skype, Facebook, αλλά και μέσω των καναλιών Telegram, που χρησιμοποιούνται ως εφαλτήριο διαφήμισης για την απόκτηση νέων πελατών και για την ταχεία αντιμετώπιση των προβλημάτων της μετάδοσης του παράνομου σήματος, ενώ τα έσοδα της παράνομης δραστηριότητας εισπράττονται διαμέσου καρτών πληρωμής, προπληρωμένων καρτών πληρωμής ή λογαριασμών Pay Pal, 4) η τηλεματική διάδοση του παράνομου σήματος γίνεται μέσω διαδικτυακών πόρων (...) που ανήκουν σε εταιρείες εγκατεστημένες σε διάφορες χώρες (όπως Ιταλία, Ελβετία, Ελλάδα, Γαλλία, Ολλανδία, Βουλγαρία, Μάλτα, Γερμανία), με τη χρήση της πλατφόρμας λογισμικού που έχει αναπτυχθεί από την εταιρεία με την επωνυμία "..." με έδρα στην πόλη ..., που ανήκει στον προσφεύγοντα και στον συνέταιρο του Θ. Λ., με νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή και τον προσφεύγοντα. Επίσης, πάντα κατά την εκτίμηση των Ιταλικών δικαστικών αρχών, προέκυψε ότι το σύστημα ... διανέμεται από τη σύζευξη σε διάφορες τοποθεσίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση και δη στα κράτη που προαναφέρθηκαν, σε συνεργασία με άλλα συσχετισμένα με την οργάνωση άτομα, όπου υπάρχουν σταθμοί (κέντρα) αναμετάδοσης δεδομένων ροής, που εντέχνως αποκωδικοποιούνται, εν συνεχεία κωδικοποιούνται εκ νέου και στη συνέχεια αποστέλλονται στους διακομιστές (server) που είναι υπεύθυνοι για αναμετάδοση στους τελικούς χρήστες. Περαιτέρω, ο Δικαστής Προκαταρτικής Έρευνας του Δικαστηρίου της Νάπολης Ιταλίας ζήτησε και διέταξε την κατάσχεση πολυάριθμων διαδικτυακών πόρων (...), καθώς και την κατάσχεση των χρηματικών ποσών που μεταφέρθηκαν σε 50 προπληρωμένες κάρτες Postpay και σε 145 λογαριασμούς Pay Pal. Στα πλαίσια της ίδιας έρευνας οι Ιταλικές δικαστικές αρχές θεωρούν ότι η εταιρεία "...", του προσφεύγοντος και του έτερου μέλους της, Θ. Λ., έχει αναπτύξει την πλατφόρμα λογισμικού (πρόγραμμα) "..." και έχει διαθέσει τη χρήση της σε πολυάριθμους χρήστες, αντί οικονομικού ανταλλάγματος, ότι μέσω της εταιρείας τους προμήθευαν και διαμόρφωναν την εγκατάσταση της επίμαχης πλατφόρμας λογισμικού στους σχετικούς διακομιστές και αυτή η αναπτυχθείσα από την εταιρεία πλατφόρμα ήταν ένα θεμελιώδες στοιχείο της πληροφορικής υποδομής που χρησιμοποιείται για την παράνομη αναμετάδοση του σήματος ..., αφού αποτελεί την πιο αποτελεσματική έκδοση λογισμικού που υπάρχει στην παράνομη αγορά ..., τόσο από πλευράς απόδοσης όσο και από πλευράς ασφάλειας, αυτά δε τα σημαντικά χαρακτηριστικά καθιστούν το συγκεκριμένο λογισμικό το πιο διαδεδομένο στον παράνομο κόσμο της οπτικοακουστικής πειρατείας, που υλοποιείται μέσω του πρωτοκόλλου .... Εξάλλου, οι ιταλικές δικαστικές αρχές θεωρούν ότι ο προσφεύγων συμμετέχει στην παράνομη (εγκληματική, κατά τους ίδιους) οργάνωση που ερευνούν, παρέχοντας, μέσω της ανωτέρω εταιρείας, αποτελεσματική τεχνική υποστήριξη για τη διαχείριση του φερόμενου ως παράνομου προγράμματος, αλλά και επειδή φέρεται να πραγματοποιούνται χρηματικές συναλλαγές μέσω των προσωπικών λογαριασμών PayPal του ίδιου και του έτερου μέλους της εταιρείας και όχι μέσω των επίσημων λογαριασμών της σχετικής ιστοσελίδας. Την ίδρυση της εν λόγω εταιρείας από κοινού με τον Θ. Λ. το έτος 2015, τη συμμετοχή του σ' αυτήν, την ανάπτυξη του συγκεκριμένου λογισμικού "..." (ή και άλλων προγραμμάτων), τη διάθεσή του έναντι οικονομικού ανταλλάγματος (μηνιαίας συνδρομής) σε πολυάριθμους χρήστες με την παροχή αδειών χρήσης και την παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης δυνάμει των εξ αποστάσεως συναφθεισών αντίστοιχων συμβάσεων, δέχεται ο προσφεύγων, υποστηρίζοντας όμως ότι το εν λόγω λογισμικό που η εταιρεία του ανέπτυξε είναι καθόλα νόμιμο και η τελευταία, αλλά και ο ίδιος, είτε ατομικά, είτε ως διαχειριστής και εκπρόσωπός της, δεν έχουν καμία σχέση με την επικαλούμενη παράνομη χρησιμοποίησή του από τρίτους, στους οποίους αυτοί νομοτύπως παραχώρησαν την χρήση του. Υπό αυτά τα στοιχεία, η ερευνώσα δικαστική αρχή της Νάπολης Ιταλίας διερευνά την τέλεση προβλεπόμενων στον Ιταλικό ποινικό κώδικα αξιόποινων πράξεων και δη της συγκρότησης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση κατά το άρθρο 416 του Ιταλικού ποινικού κώδικα, της παράβασης των άρθρων 615 και 640 του ίδιου κώδικα που αφορά τις παράνομες συμπεριφορές, ποινικά κολάσιμες, της παράνομης πρόσβασης σε πληροφοριακά ή τηλεματικά συστήματα και της παράνομης επέμβασης σε δεδομένα, πληροφορίες ή προγράμματα, ή σε υπολογιστή ή τηλεματικό σύστημα και πληροφορική απάτη, καθώς και της παράβασης του άρθρου 171 β του νόμου 633/1941 για τα πνευματικά δικαιώματα. Στα πλαίσια της έρευνας αυτής, η αυτή δικαστική αρχή της Ιταλίας (Εισαγγελία της Ιταλικής Δημοκρατίας παρά τω Δικαστηρίω της Νάπολης) εξέδωσε την προγενέστερη της επίμαχης, με αριθμό 236/2019 (271/2019) Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας, με αίτημα τη διενέργεια ερευνητικών μέτρων και δη έρευνας και κατάσχεσης στην Ελλάδα ήτοι στη Θεσσαλονίκη, όπου κατοικούσε και κατοικεί ο νυν προσφεύγων Χ. Π., αλλά και στην …, όπου κατοικεί τo έτερο μέλος της εταιρείας "...", με την έρευνα και την κατάσχεση να αποσκοπούν στην εξεύρεση και κατάσχεση μέσων πληρωμής διά μέσω των αναφερόμενων σ' αυτήν τραπεζικών λογαριασμών, τραπεζικών καρτών και λογαριασμών Pay Pal, που κατά τις ιταλικές αρχές ανήκουν και χρησιμοποιούνται από τον προσφεύγοντα (αλλά και άλλων λογαριασμών που φέρεται ότι ανήκουν και χρησιμοποιούνται από τον προαναφερθέντα Θ. Λ.), καθώς και στην κατάσχεση "ψηφιακού εξοπλισμού (υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, αποκωδικοποιητές, ψηφιακές κάρτες, κάθε πρόσθετο ψηφιακό εργαλείο) για τη διάδοση του σήματος ... κατά παράβαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας". Στην έκδοση δε αυτής της προγενέστερης Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας η ανωτέρω δικαστική αρχή (αρχή έκδοσης κατά το άρθρο 2 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ και του άρθρου 3 περ. γ)γα) του Ν. 4489/2017) προχώρησε για τη διερεύνηση των αναφερόμενων και περιγραφόμενων σ' αυτήν (Ενότητα Ζ στοιχείο 1 της ΕΕΕ), κατά τα ιστορικά τους στοιχεία που προαναφέρθηκαν, όπως αξιολογήθηκαν από τις αλλοδαπές δικαστικές αρχές, αξιόποινων πράξεων της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και της παραποίησης και πειρατείας προϊόντων, για τις οποίες στην οικεία θέση της ΕΕΕ, Ενότητα Ζ στοιχεία 2 και 3 αντίστοιχα, αφενός γίνεται αναφορά των αντίστοιχων άρθρων της ιταλικής ποινικής νομοθεσίας που τις προβλέπει και τις τιμωρεί, αφετέρου σημειώνεται ότι περιλαμβάνονται στον παρατιθέμενο σ' αυτήν κατάλογο με την πρόσθετη αναφορά ότι τιμωρούνται στο κράτος έκδοσης, δηλαδή στην Ιταλία, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο στέρησης της ελευθερίας μέγιστης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών κατά τη νομοθεσία του (αναφορά κατά το άρθρο 11 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ και το άρθρο 13 παρ. 1 ζ του Ν 4489/2017) . Η εν λόγω προγενέστερη Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας εκτελέσθηκε στην Ελλάδα στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, μάλιστα με κοινή δράση την ίδια ημέρα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες προς τις οποίες είχαν εκδοθεί άλλες ΕΕΕ, και κατασχέθηκε ο ευρεθείς στην κατοχή του προσφεύγοντος ψηφιακός εξοπλισμός (περισσότερα στοιχεία για την εκτέλεση της εν λόγω ΕΕΕ και τον κατασχεθέντα ψηφιακό εξοπλισμό δεν περιλαμβάνονται στη δικογραφία). Συνεχιζομένης της έρευνας, εκδόθηκε η επίμαχη με αριθμό φακέλου ... και από 6-10-2020 (υπ' αριθμ…./2020) Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας της Εισαγγελίας της Δημοκρατίας παρά τη Δικαστική Αρχή Νάπολης Ιταλίας (που διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, τόσο στην ιταλική γλώσσα, όσο και σε επίσημη μετάφραση, με το από 29-10-2020 έγγραφο του Αναπληρωματικού Εθνικού Μέλους της Ελλάδας στην Eurojust, το οποίο από την ανωτέρω Εισαγγελική αρχή έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../29-10-2020), με την οποία ζητήθηκε η λήψη ερευνητικών μέτρων στην Ελλάδα κατά του προσφεύγοντος. Στην επίμαχη ΕΕΕ, στην ενότητα Ζ αυτής, αφού αναφέρονται τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά που θεωρούν οι ιταλικές δικαστικές αρχές ότι προέκυψαν από την έρευνα που διεξάγουν, διατυπώνεται περαιτέρω η θέση τους ότι παρά την λαβούσα χώρα, την 18-9-2019 και στα πλαίσια εκτέλεσης της προηγούμενης Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας, κατάσχεση των διακομιστών (server) που καταλογίστηκαν στην πλατφόρμα λογισμικού που πρόσφερε η ανωτέρω εταιρεία "...", "αυτή η υποδομή έχει αποκατασταθεί ξανά με το όνομα X. U.I., που σαφέστατα οδηγεί στα ίδια πρόσωπα", εννοώντας τον προσφεύγοντα και το έτερο μέλος της εταιρείας "...", καθώς και ότι "από την τεκμηριωμένη ανάλυση των δεδομένων και των συσκευών, τα οποία είχαν κατασχεθεί στις 18.09.2019, δόθηκε η δυνατότητα ποσοτικοποίησης του κέρδους, προϊόντος συνεργασίας, που ανέρχεται στο ποσό των 10.619.122,22 ευρώ", ενώ, τέλος, αναφέρεται ότι ο ίδιος Δικαστής Προκαταρκτικής Εξέτασης του Δικαστηρίου της Νάπολης διέταξε προληπτικά μέτρα και δη τη δήμευση ενός ποσού ισοδύναμου με το προαναφερθέν. Περαιτέρω, στην ίδια Ενότητα Ζ, στον αριθμό 2, της επίμαχης ΕΕΕ αναφέρονται οι διατάξεις της ιταλικής ποινικής νομοθεσίας που προβλέπει και τιμωρεί τις αξιόποινες πράξεις που θεωρούν οι ιταλικές δικαστικές αρχές ότι έχουν τελεστεί και προαναφέρθηκαν και δη της συγκρότησης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση κατά το άρθρο 416 του ιταλικού ποινικού κώδικα, της παράβασης των άρθρων 615 και 640 του ίδιου κώδικα για παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακά ή τηλεματικά συστήματα και την παράνομη επέμβαση σε δεδομένα, πληροφορίες ή προγράμματα, ή σε υπολογιστή ή τηλεματικό σύστημα και πληροφορική απάτη, υπό τον γενικότερο τίτλο "εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο", καθώς και της παράβασης του άρθρου 171β του νόμου 633/1941 για τα πνευματικά δικαιώματα, ενώ, όπως και στην προγενέστερη ΕΕΕ, κατά της οποίας δεν άσκησε προσφυγή ο νυν προσφεύγων, γίνεται η πρόσθετη αναφορά ότι οι ανωτέρω πράξεις τιμωρούνται στο κράτος έκδοσης [δηλαδή στην Ιταλία], με στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο στέρησης της ελευθερίας μέγιστης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών κατά τη νομοθεσία του, αναφορά κατά το άρθρο 11 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ και το άρθρο 13 παρ. 1 ζ του Ν. 4489/2017, η οποία (...) καθιστά αδιάφορο αν οι ίδιες πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται και από την ελληνική ποινική νομοθεσία, οπότε, ακόμα και αν αυτό συνέβαινε, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει λόγο άρνησης της αναγνώρισης και εκτέλεσης στην Ελλάδα, από τον Εισαγγελέα Εφετών, της συγκεκριμένης ΕΕΕ. Περαιτέρω, στο προοίμιο της ΕΕΕ υφίσταται η βεβαίωση της αρχής έκδοσης ότι η έκδοση της είναι απαραίτητη και αναλογική για τους σκοπούς της διαδικασίας που προσδιορίζεται σ' αυτή, λαμβανομένων υπόψη των δικαιωμάτων του υπόπτου ή του κατηγορούμενου, ότι τα ζητούμενα ερευνητικά μέτρα θα μπορούσαν να είχαν διαταχθεί υπό τις ίδιες προϋποθέσεις σε παρόμοια εγχώρια (στην Ιταλία) υπόθεση και, τέλος, ζητείται η εκτέλεση των στη συνέχεια παρατιθέμενων ερευνητικών μέτρων, λαμβανομένης υπόψη της εμπιστευτικότητας της έρευνας, και η διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων που θα προκύψουν από την εκτέλεση της ΕΕΕ. Ακολούθως, στην Ενότητα Α της ΕΕΕ αναφέρεται το κράτος έκδοσης - Ιταλία- και το κράτος εκτέλεσης -Ελλάδα-, στην Ενότητα Β αναφέρεται ότι έχει εκδοθεί η συγκεκριμένη ΕΕΕ επειδή υπάρχει θέμα επείγοντος για την απόκρυψη ή καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων, ενώ στην επόμενη Ενότητα Γ αναφέρονται τα μέτρα που ζητείται να ληφθούν και ειδικότερα α) η εκτέλεση επιτόπιας έρευνας στην κατοικία του προσφεύγοντος και η κατάσχεση, μετά την αναζήτηση, "οποιουδήποτε τύπου εξοπλισμού πληροφορικής (PC, smartphone, αποκωδικοποιητή, smart card και επιπλέον κάθε εντοπισμένο ψηφιακό εξοπλισμό) που χρησιμοποιείται για τη μετάδοση του σήματος ... κατά παράβαση πνευματικών δικαιωμάτων", β) η αναζήτηση και κατάσχεση μέσων πληρωμής (κάρτες πληρωμών, τρεχούμενοι λογαριασμοί, πιστωτικές κάρτες κ.λ.π) καθώς επίσης και κάθε, οιασδήποτε μορφής, κινητού ή ακινήτου περιουσιακού στοιχείου που κατέχει ο προσφεύγων ως εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας "..." (καθώς και στην κατοχή του άλλου μέλους της). Η κατάσχεση ζητήθηκε προκειμένου να εκτελεστεί η απόφαση "της εν πράγματι κατάσχεσης" ή άλλου ισοδύναμου μέτρου, που εκδόθηκε από τον ήδη αναφερθέντα Δικαστή Προκαταρκτικής Εξέτασης του Δικαστηρίου της Νάπολης Ιταλίας στις 8-9-2020 και αφορά το "άμεσο κέρδος", που κατά τις αλλοδαπές δικαστικές αρχές φέρεται να προήλθε από τις αξιόποινες πράξεις (από το "αδίκημα"), ύψους 10.619.122,22 ευρώ, με κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών και των σε αυτούς κατατεθειμένων ποσών, και κατάσχεση κάθε κινητής ή ακίνητης περιουσίας, με σκοπό να αναζητηθεί, κατά την εκτέλεση της απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί σε βάρος του προσφεύγοντος και των άλλων φερόμενων ως συμμέτοχων, και να καλυφθεί το παραπάνω ποσό που φέρεται να αποτελεί το παράνομο κέρδος, από δεσμευόμενα - κατασχεθέντα περιουσιακά στοιχεία ("κινητά, καταχωρημένα ή μη ακίνητα, μετοχές εταιρειών, χρεόγραφα, βάρκες, διάφορες εν γένει αξίες"). Γενικότερα δε αναφέρεται ότι τα αιτούμενα ερευνητικά μέτρα αποσκοπούν για να αντληθούν πληροφορίες σχετικά με τραπεζικούς ή άλλους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς, δυνάμενες να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, καθώς και να ληφθούν τα προβλεπόμενα από το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης (Ελλάδα) μέτρα έτσι ώστε "να εμποδιστεί η καταστροφή, μετατροπή, μετατόπιση, μεταφορά ή διάθεση αντικειμένου που μπορεί να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο". Η κατάσχεση για την οποία γίνεται λόγος στην επίμαχη Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας καταγράφεται στο εκδοθέν κατά το άρθρο 9 της απόφασης - πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 22-7-2003, από 4-11-2020 πιστοποιητικό που εξέδωσε ο ανωτέρω Δικαστής Προκαταρκτικής Εξέτασης του Δικαστηρίου της Νάπολης Ιταλίας (το οποίο διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης με το από 4-11-2020 έγγραφο του Αναπληρωματικού Εθνικού Μέλους της Ελλάδας στην Eurojust, το οποίο από την ανωτέρω Εισαγγελική αρχή έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../5-11-2020), όπου αναφέρεται η έχουσα το περιεχόμενο που αναφέρθηκε απόφαση κατάσχεσης, τα στοιχεία του προσφεύγοντος ως καθ' ου η κατάσχεση, τα πραγματικά περιστατικά που κατά τις ιταλικές δικαστικές αρχές συγκροτούν τις υπό διερεύνηση αξιόποινες πράξεις με την αναφορά των άρθρων της ιταλικής ποινικής νομοθεσίας που τις προβλέπει και τιμωρεί, καθώς και ότι τα κατασχεθέντα είτε θα παραμείνουν στο κράτος εκτέλεσης με σκοπό την μεταγενέστερη δήμευσή τους (προδήλως σε περίπτωση που θα υπάρξει ποινική δίκη για την ερευνώμενη υπόθεση και καταδικαστική απόφαση με σχετική διάταξη) είτε θα μεταφερθούν στο κράτος έκδοσης, έτσι ώστε να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό στοιχείο. Τέλος, στην Ενότητα Δ αναφέρεται ότι η επίμαχη ΕΕΕ συμπληρώνει προηγούμενες ΕΕΕ, στην Ενότητα Ε καταγράφονται τα στοιχεία του καθ' ου η ΕΕΕ, δηλαδή του προσφεύγοντος, ως ακολούθως: Π. Χ., φύλο ΑΡΡΕΝ, εθνικότητα ΙΤΑΛΙΚΗ, αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης, ..., ημερομηνία γέννησης 18.12.1998, ως τόπος γέννησης η Ελλάδα και ως κατοικία του η οδός ... στον ..., στην Ενότητα Στ το είδος της διαδικασίας για την οποία εκδόθηκε η ΕΕΕ και δη ότι είναι ποινική διαδικασία που κινείται από δικαστική αρχή ή μπορεί να αχθεί ενώπιόν της για ποινικό αδίκημα βάσει της νομοθεσίας του κράτους έκδοσης, στην Ενότητα Θ οι διατυπώσεις και διαδικασίες που ζητούνται από το κράτος έκδοσης (ζητείται η εξουσιοδότηση για πιθανή μεταφορά εκπροσώπων των ιταλικών δικαστικών αρχών στην Ελλάδα, ζητείται όπως η εκτέλεση λάβει χώρα κατά το προτεινόμενο διάστημα από 28-10-2020 έως 1-11-2020, ζητείται να επιτραπεί η παρουσία των αναφερόμενων υπαλλήλων του κράτους έκδοσης προς στήριξη των αρχών του κράτους εκτέλεσης και αναφέρεται ότι οι γλώσσες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν είναι η ιταλική και η ελληνική), στην Ενότητα I γίνεται αναφορά στα ένδικα μέσα που μπορούν να ασκηθούν κατά της ΕΕΕ ενώπιον των αναφερόμενων αρχών του κράτους έκδοσης και, τέλος, στην ενότητα Κ αναφέρονται τα στοιχεία της δικαστικής αρχής που εξέδωσε την επίμαχη Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας. Την επίμαχη ΕΕΕ αναγνώρισε την Ελλάδα (κράτος εκτέλεσης) ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, αρμόδια προς τούτο αρχή (άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 4489/2017), και διέταξε την εκτέλεση αιτούμενων ερευνητικών μέτρων με την 63/30-10-2020 διάταξη της Αντιεισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, με τη κατάσχεση, κατόπιν κατ' οίκον έρευνας, κάθε μέσου - εξοπλισμού που χρησιμοποιείται για την εκ νέου μετάδοση του θεωρούμενου από τις ιταλικές δικαστικές αρχές παράνομου σήματος (...) και τη δέσμευση κάθε περιουσιακού στοιχείου και την απαγόρευση εκποίησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 42 του Ν. 4557/2018, αφού έκρινε ότι υφίστανται όλες οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης της ΕΕΕ και δη ότι εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή της Ιταλίας και περιέχει όλα τα απαιτούμενα για το κύρος και τη νομιμότητα της στοιχεία, καθώς και ότι δεν υφίστανται κανένας λόγος από τους αναφερόμενους στα άρθρα 13 και 17 του Ν. 4489/2017 για τη μη εκτέλεση της ΕΕΕ ή της αναβολής εκτέλεσης της αντίστοιχα. Μετά την έκδοση της διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και αφού προηγήθηκε η διαβίβαση στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης του από 4-11-2020 εγγράφου του Αναπληρωματικού Εθνικού Μέλους της Ελλάδας στην Eurojust (το οποίο από την ανωτέρω Εισαγγελική αρχή έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../4-111-2020), με το οποίο γνωστοποιούνταν ότι είχε οριστεί ως κοινή ημέρα δράσης τόσο στην Ελλάδα όσο και στις λοιπές Ευρωπαϊκές χώρες για τη διενέργεια των ερευνών η 10η Νοεμβρίου 2020, καθώς και του από 6-11-2020 εγγράφου του Αναπληρωματικού Εθνικού Μέλους της Ελλάδας στην Eurojust (το οποίο από την ανωτέρω Εισαγγελική αρχή έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../6-11-2020), με το οποίο γνωστοποιούνταν ότι στα πλαίσια της ορισθείσας κοινής ημέρας δράσης, τις ελληνικές αρχές θα συνδράμουν τα αναφερόμενα πρόσωπα των ιταλικών αρχών, ακολουθήθηκε η διαδικασία έρευνας και κατάσχεσης κατά τον ΚΠΔ, κατά το ελληνικό δικονομικό καθεστώς, όπως επιβάλλεται από την Οδηγία 2014/41/ΕΕ και το άρθρο 11 § 2 του Ν 4489/2017. Έτσι, ο ορισθείς, κατά την παρ. 1 του άρθρου 459 του ΚΠΔ, Ανακριτής του 3ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την ....11.2020 παραγγελία του προς την Υποδιεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Βορείου Ελλάδας, ζήτησε τα μέλη αυτής να προβούν σε κατ' οίκον έρευνα στην οικία του προσφεύγοντος και σε σωματική έρευνα του ίδιου και οποιουδήποτε άλλου ατόμου κατοικεί στην εν λόγω κατοικία του, με την παρουσία δικαστικού λειτουργού, και να προβούν σε κατάσχεση οποιουδήποτε τύπου εξοπλισμού πληροφορικής (PC, smartphone, αποκωδικοποιητή, smart card και επιπλέον κάθε εντοπισμένο ψηφιακό εξοπλισμό) που χρησιμοποιείται για τη μετάδοση του σήματος ... κατά παράβαση πνευματικών δικαιωμάτων, μέσων πληρωμής (κάρτες πληρωμών, τρεχούμενοι λογαριασμοί, πιστωτικές κάρτες κ.λ.π) καθώς και οιασδήποτε άλλης μορφής κινητού ή ακινήτου περιουσιακού στοιχείου (κινητά, καταχωρημένα ή μη ακίνητα, μετοχές εταιρειών, χρεόγραφα, διάφορες εν γένει αξίες) του προσφεύγοντος, διενεργούμενων των ερευνών και συντασσόμενων των σχετικών εκθέσεων όπως προβλέπεται από τις σχετικές του ΚΠΔ που στην Ανακριτική παραγγελία αναφέρονται [256, 257, 258 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 149 επ. του Κώδικα για τη σύνταξη των εκθέσεων (άρθρα 149-153)]. Σε εκτέλεση της παραγγελίας αυτής και της επίμαχης Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας, η Υποδιεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Βορείου Ελλάδας προέβη, στην ορισθείσα από την αρχή έκδοσης κοινή ημέρα δράσης (10-11-2020), παρουσία δικαστικού λειτουργού, σε κατ' οίκον έρευνα στην κατοικία του προσφεύγοντος στο ... στην οδό ..., όπου κατοικεί με τη σύζυγό του Σ. Ν. (...), τόσο στους κύριους χώρους αυτής όσο και στο υπόγειο, σε σωματική έρευνα του ίδιου και της συζύγου (σε αυτήν την έρευνα δεν ανευρέθη τίποτα και δεν κατασχέθηκε τίποτα) και ακολούθως α) σε κατάσχεση των μέσων ψηφιακού εξοπλισμού (ηλεκτρονικοί υπολογιστές, συσκευές κινητής τηλεφωνίας smartphones, αποθηκευτικά μέσα τύπου USB, σκληροί δίσκοι ηλεκτρονικών υπολογιστών) και σε κατάσχεση μέσων πληρωμών και δη μίας τραπεζικής κάρτας και ενός βιβλιαρίου καταθέσεων της Τράπεζας Πειραιώς, που ανευρέθηκαν στους χώρους της οικίας, όπως τα κατασχεθέντα περιγράφονται στην από 10-11-2020 έκθεση έρευνας σε κατοικία και κατάσχεσης κατά την ημέρα (με τη συναίνεση του ενοίκου) που συνέταξε ο Αστυνόμος Β' Κ. Ν. της ανωτέρω Υπηρεσίας, και στην από 10-11-2020 έκθεση κατάσχεσης ψηφιακών δεδομένων, που συνέταξε το ίδιο πρόσωπο, παρουσία και του Αστυνόμου Α' Κ. Α. και β) σε κατάσχεση των ευρεθέντων στο υπόγειο της οικίας δύο αυτοκινήτων, το ένα μάρκας AUDI τύπου Α5 SPORTBACK, εντός του οποίου βρέθηκε και κατασχέθηκε και τραπεζικό έγγραφο ανάληψης της τράπεζας PostBank ποσού 30.000 ευρώ, και το δεύτερο μάρκας JEEP τύπου CHEROKEE, εντός του οποίου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν έγγραφα και αποθηκευτικό μέσο τύπου USB, τόσο δε τα αυτοκίνητα, που ανήκαν στην κυριότητα της ερευνώμενης εταιρείας "...", τα εντός αυτών ανευρεθέντα, οι άδειες κυκλοφορίας τους, τα έγγραφα ασφάλισης και το κλειδί εκάστου, αναφέρονται στις αντίστοιχες, από 10-11-2020, δύο εκθέσεις έρευνας και κατάσχεσης αυτοκινήτου, που συνέταξαν οι αυτοί ως άνω αστυνομικοί υπάλληλοι". V. Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εκδόσεως της επίμαχης ΕΕΕ, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά των αξιόποινων πράξεων επί των οποίων στηρίζεται, οι σχετικές διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας, η βεβαίωση περί αναλογικότητας των ζητούμενων μέτρων, η απαρίθμηση των μέτρων αυτών και τα στοιχεία ταυτότητος του καθ' ου η ΕΕΕ. Όσον αφορά τα τελευταία ο αναιρεσείων είχε προβάλλει την αιτίαση ότι η ΕΕΕ έσφαλε: α) ως προς τον προσδιορισμό του προσώπου που νομίμως εκπροσωπεί την εταιρεία "X. U.I. LTD", αφού νόμιμος εκπρόσωπος αυτής δεν τυγχάνει ο ίδιος αλλά ο βρετανός υπήκοος ... και β) ως προς τον προσδιορισμό της υπηκοότητας του ιδίου, καθώς αναφέρεται ότι φέρει δήθεν την "Ιταλική" ιθαγένεια. Το τελευταίο αυτό εκτιμήθηκε ότι οφείλεται σε προφανή παραδρομή, εφόσον για όλα τα υπόλοιπα στοιχεία ταυτότητος του αναιρεσείοντος δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι αναγράφονται ορθά στην ΕΕΕ, ενώ στοιχείο της υπηκοότητος δεν έχει καμία έννομη επιρροή στο παρόν δικονομικό στάδιο. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την πρώτη αιτίαση με την αιτιολογία ότι αυτή άπτεται των ουσιαστικών λόγων εκδόσεως της ΕΕΕ, αφού κατ' ουσίαν ο ήδη αναιρεσείων αρνείται οποιαδήποτε ανάμειξη στην επικαλούμενη από τις ιταλικές αρχές εκ νέου παράνομη αναμετάδοση του σήματος ..., οι ουσιαστικοί δε αυτοί λόγοι προβάλλονται αποκλειστικά στο κράτος εκδόσεως της ΕΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 16 § 2 του Ν. 4489/2017 που απηχεί τη διάταξη του άρθρου 14 § 2 της Οδηγίας 2014/41/ΕΕ. Επομένως το Συμβούλιο διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη αιτιολογία και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος του κυρίου δικογράφου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος τυγχάνει και ο 3ος λόγος που περιέχεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, με τον οποίο κατ' επίκληση του ως άνω άρθρου ο αναιρεσείων παραπονείται για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του ότι η εν λόγω ΕΕΕ ενέχει αοριστία επειδή δεν προσδιορίζονται στο κείμενο αυτής ποια είναι τα φερόμενα ως παρανόμως αναμεταδιδόμενα οπτικοακουστικά έργα, τα οποία αποτελούν αντικείμενα πνευματικής ιδιοκτησίας και ποιοι είναι οι φορείς προστασίας αυτών, δεδομένου ότι οι αναγραφόμενες αξιόποινες πράξεις περιγράφονται επαρκώς, όπως απαιτεί το άρθρο 8 στοιχ. δ' του Ν.4489/2017 και δεν απαιτείται περαιτέρω περιγραφή. Περαιτέρω ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ), εφόσον το Συμβούλιο απέρριψε τον ισχυρισμό του, ότι η υπ' αριθμ. ....11.2020 παραγγελία του Ανακριτή του 3ου Ανακριτικού Τμήματος προς την προανακριτική αρχή με σκοπό την εκτέλεση της επίμαχης ΕΕΕ παρά το νόμο δεν περιελάμβανε τις διατάξεις του ΚΠΔ που καθορίζουν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου αλλά κι εκείνου στον οποίο αποδίδεται η αξιόποινη πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση, αλλά μόνο εκείνες των άρθρων 255-258 σε συνδ. με 149 επ. ΚΠΔ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Συμβούλιο για να απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό διέλαβε τα εξής: "(...) το ερευνητικό μέτρο που ζητείται από την αρχή έκδοσης της ΕΕΕ να εκτελεστεί, διενεργείται με βάση τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους εκτέλεσης. Εφόσον δε, όπως ο ίδιος ο προσφεύγων παραδέχεται, από τις ιταλικές δικαστικές αρχές διενεργείται μέχρι και τον κρίσιμο χρόνο της έκδοσης της επίμαχης Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας (...) προκαταρκτική έρευνα και δεν του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, συνεπώς οι ανακριτικές πράξεις των οποίων παραγγέλθηκε η διενέργεια από τον Ανακριτή, στα πλαίσια εκτέλεσης της επίμαχης ΕΕΕ, θα κριθούν ως προς τις διατυπώσεις τους από το εσωτερικό δίκαιο που θα εφαρμόζονταν αν οι ίδιες πράξεις διενεργούνταν για εσωτερική και μη παρουσιάζουσα στοιχεία αλλοδαπότητας υπόθεση στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης. Ο θεσμός της προκαταρκτικής εξέτασης ρυθμίζεται στα άρθρα 243 και 244 του ΚΠΔ, σκοπός της δε είναι η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών μέσων για να αποφασισθεί αν θα κινηθεί ποινική δίωξη (από την αρμόδια εισαγγελική αρχή) και στα πλαίσια αυτής μπορούν να διενεργηθούν κατ' οίκον έρευνες, σωματικές έρευνες, κατασχέσεις, ψηφιακών δεδομένων (άρθρα 253, 255, 256, 259, 264, 265 του ΚΠΔ). Την ιδιότητα του υπόπτου αποκτά, κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης, κάποιο πρόσωπο και όταν του αποδίδεται η τέλεση αξιόποινης πράξης, οπότε πρέπει να καλείται για παροχή εξηγήσεων, εξετάζεται χωρίς όρκο και από εκείνη τη χρονική στιγμή (της κλήσης του δηλαδή) έχει τα δικαιώματα των άρθρων 89, 90, 91, 92 § 1, 95, 96, 99 §§ 1 εδ.α, 2 και 4, 100-104 ΚΠΔ, καθώς και το δικαίωμα να διορίζει τεχνικό σύμβουλο όταν διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη. Τα εν λόγω δικαιώματα ασκεί ο ύποπτος (όπως και ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της ανάκρισης) από το χρονικό σημείο που καλείται προς παροχή εξηγήσεων (ή προς απολογία στην ανάκριση) και εφεξής, πριν δε το χρονικό αυτό σημείο πρόδηλο είναι ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για άσκηση των δικαιωμάτων αυτών και αντίστοιχη υποχρέωση του ενεργούντος την προκαταρκτική εξέταση να του γνωστοποιήσει τα εν λόγω δικαιώματα.
Εν προκειμένω, ουδόλως ο προσφεύγων επικαλείται ούτε προκύπτει από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία ότι έχει κληθεί από τις ιταλικές δικαστικές αρχές να εξεταστεί με την ιδιότητα του υπόπτου (για ιδιότητα κατηγορουμένου δεν μπορεί να γίνει λόγος, αφού δεν ασκήθηκε καν ποινική δίωξη σε βάρος του) πριν την προσβαλλόμενη ΕΕΕ και την σε ακολουθία αυτής και της 63/2020 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών παραγγελία του ανωτέρω Ανακριτή, έτσι ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί βασίμως ότι ο τελευταίος, στο κείμενο, μάλιστα, της προσβαλλόμενης παραγγελίας του προς την αστυνομική αρχή για να διενεργηθούν από αυτήν οι αιτούμενες από την αρχή έκδοσης ερευνητικές πράξεις, όφειλε να παραθέσει τις ανωτέρω διατάξεις για τα δικαιώματα του υπόπτου στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Μόνο εάν ζητούνταν από την αρχή έκδοσης η λήψη έγγραφων εξηγήσεων από τον προσφεύγοντα ως ύποπτο και αυτή η πράξη διενεργούνταν από την αρμόδια ελληνική αρχή, θα υφίστατο υποχρέωση αυτής να του γνωστοποιήσει τα ανωτέρω δικαιώματα του υπόπτου, από το χρονικό δε αυτό σημείο και μετά θα μπορούσε ο προσφεύγων να τα ασκήσει". Ορθώς λοιπόν το Συμβούλιο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, εφόσον ουδεμία ακυρότητα επισυνέβη και είναι αβάσιμος ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος αναιρετικός λόγος του κυρίου δικογράφου. Περαιτέρω το Συμβούλιο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι με την έκδοση της επίμαχης ΕΕΕ προσβάλλεται το τεκμήριο της αθωότητας του ήδη αναιρεσείοντος, διότι δήθεν το κράτος έκδοσης επιχειρεί με κατασκευασμένα στοιχεία να παραθέσει αποχρώσες ενδείξεις συμμετοχής του σε εγκληματική οργάνωση, διαλαμβάνοντας τα εξής: "Οι αιτιάσεις του προσφεύγοντος περί "κατασκευασμένων στοιχείων" από τις ιταλικές δικαστικές αρχές (ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν παρέχεται καμία εξήγηση γιατί οι εν λόγω αρχές ενός ευνομούμενου κράτους, όπως η Ιταλία, επέλεξαν τον ίδιο και την εταιρεία του και επιχειρούν να τους καταστήσουν εμπλεκόμενους στις αξιόποινες πράξεις που ερευνούν) δεν αποδεικνύονται από κανένα στοιχείο, οπότε ουδόλως με την έκδοση της επίμαχης ΕΕΕ προσβάλλεται το προβλεπόμενο στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας". Και αφού συνεχίζει με την ανάλυση του περιεχομένου ορισμένων εκ των προσκομισθέντων από τον προσφεύγοντα εγγράφων, όπως το από 12-1-2021 έγγραφο της Εισαγγελίας των Δικαστηρίων της Νάπολης σε αποσπασματική μετάφραση, το Συμβούλιο κατέληξε: "Οι ανωτέρω αναφορές δεν προκύπτει από ποιόν εκφέρονται, ούτε προς ποιόν απευθύνονται, ενώ είναι πρόδηλο ότι αφορούν εκτιμήσεις και αξιολογήσεις των στοιχείων της προηγούμενης έρευνας από τον συντάκτη του εγγράφου και ουδόλως από το συγκεκριμένο μεταφρασμένο απόσπασμα μπορεί να καταφαθεί ότι οι ιταλικές δικαστικές αρχές ενήργησαν, κατά την έκδοση της επίμαχης Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας, παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητας του προσφεύγοντος ή άλλου δικαιώματός του προστατευόμενου από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων". Όπως ελέχθη ήδη ο αναιρεσείων δεν έχει αποκτήσει ούτε την ιδιότητα του υπόπτου ούτε -πολύ περισσότερο- του κατηγορουμένου, για να μπορεί να επικαλεστεί ακυρότητα λόγω παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας, πέραν του ότι το ως άνω αναφερόμενο έγγραφο περιλαμβάνει απλώς εκτιμήσεις του συντάκτη του και θα περιληφθεί στη σχηματιζόμενη δικογραφία, οπότε ενδεχομένως θα μπορεί να προσβληθεί. Ταυτόχρονα το Συμβούλιο με την πιο πάνω παραδοχή δεν υπερέβη την εξουσία του με το να ερευνήσει και να απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό.
Συνεπώς και οι σχετικοί από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' και Θ' ΚΠΔ περί απόλυτης ακυρότητας και περί υπερβάσεως εξουσίας 4ος και 5ος αναιρετικοί λόγοι του δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμοι. VI. Θα πρέπει λοιπόν, εφόσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15.2.2021 αίτηση-δήλωση του Χ. Π. του Π., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αρ. πρωτ. .../15.2.2021), και τους από 29.3.2021 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 51/2021 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ