ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Από τη διάταξη του άρθρου 364§2 ΚΠΔ προκύπτει μεν σαφώς ότι για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη πολιτική ή ποινική δίκη θα πρέπει να συντρέξουν δύο προϋποθέσεις και συγκεκριμένα: α)να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, που να αφορά άλλη ποινική ή πολιτική δίκη και β) το Δικαστήριο να κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη , πλην όμως, επειδή η ως άνω διάταξη δεν απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα για την παραβίασή της, ούτε επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171§1 ΚΠΔ, ακόμη και αν δεν συντρέχουν οι δύο ως άνω προϋποθέσεις, για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, θα πρέπει να μην εναντιωθεί κάποιος από τους διαδίκους. Έτσι, το Δικαστήριο που επιτρέπει την ανάγνωση δεν υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του, αλλά ενεργώντας σύμφωνα με την αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου, προβαίνει στην ανάγνωση και ουσιαστική αξιολόγηση οποιουδήποτε χρήσιμου εγγράφου, αποδεικτικού ή διαδικαστικού, έστω και αν το έγγραφο προέρχεται από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή πρόκειται για απόφαση που δεν είναι αμετάκλητη, εφόσον δεν αμφιβάλλει για τη γνησιότητα του, ή δεν έχει προβληθεί σχετικά εναντίωση κάποιου από τους διαδίκους.
Απόφαση 1572 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1572/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 9 Απριλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάπη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3589/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την A. T. του A., κατοίκου ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 12944/21.11.2018 αίτησή του, καθώς και στους από 22.3.2019 προσθέτους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1592/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ειδικότερα ως προς τον υπό στοιχ. Β' λόγο αναιρέσεως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η ως άνω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ.12944/2018 από 21-11-2018 αίτηση αναίρεσης του Γ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., (οδός ...), καθώς και οι από 22-3-2019 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 22-3-2019, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 3589/2018 απόφασης του Γ'Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473§§1 και 3 εδ.α του ΚΠΔ, βιβλίο, στις 1-11-2018, έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 473 §§1 και 3 και 509§2 του ΚΠΔ και επομένως πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των προβαλλόμενων αναιρετικών λόγων. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 §1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη της αιτιολογίας αυτής είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά και από ποιο συγκεκριμένα προέκυψε η κάθε παραδοχή.Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.Σε κάθε όμως περίπτωση, δηλαδή, είτε πρόκειται για καταδικαστική, είτε για αθωωτική απόφαση, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, κατ' επιλογήν. Η ειδική αυτή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή, που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 και 333§2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί έλλειψης ικανότητας καταλογισμού κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, λόγω υπαίτιας μέθης, ο οποίος θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 34, 36 και 193 του ΠΚ (η τελευταία των οποίων καταργήθηκε με το Ν.4519/2019- νέος Ποινικός Κώδικας), διότι ασκεί επιρροή στην ποινική μεταχείριση του δράστη, καθώς σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του, έχει ως συνέπεια την επιβολή μειωμένης ποινής, κατά τα οριζόμενα στη συγκεκριμένη διάταξη "'Οποιος εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 35 με πρόθεση ή από αμέλεια, περιάγει τον εαυτό του σε κατάσταση μέθης που αποκλείει κατά το άρθρο 34 την ικανότητα για καταλογισμό και σ`αυτή την κατάσταση γίνεται υπαίτιος πράξης, η οποία αλλιώς θα του είχε καταλογιστεί ως κακούργημα ή πλημμέλημα, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών αν η πράξη είναι πλημμέλημα και με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη είναι κακούργημα". Ομοίως, αυτοτελής υπό την έννοια που προαναφέρθηκε και περί του οποίου απαιτείται η κατά τα ως άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης, κατά τη διάταξη του άρθρου 84§2 του ΠΚ, που ισχύει από 1-7-2019, σύμφωνα με το Ν.4619/2019, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα υπό την προϋπόθεση της προβολής του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ως ελαφρυντική δε περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων και η προβλεπόμενη από την §2 στοιχείο α' του άρθρου 84 του νέου ΠΚ, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της παρούσας απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 του ΠΚ και 589§3 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το Ν.4620/2019 και συγκεκριμένα ότι ο δράστης έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίπτωση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα. Τέλος, λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 510§1στοιχ.Ε' του ΚΠΔ, ιδρύει η περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που αυτή πράγματι έχει, όπως και η εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης που ιδρύει τον κατά το ίδιο ως άνω άρθρο λόγο αναίρεσης, η οποία συντρέχει όταν το Δικαστήριο ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, ή όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Γ'Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμόν 3589/2018 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις της διακεκριμένης ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης και της ενδοοικογενειακής απειλής (άρθρα 6§1, 7§2 του Ν.3500/2006) και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των ενσωματωμένων στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών, ο εκκαλών-κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ενώπιον του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, υπέβαλε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου του εγγράφως, αλλά και προφορικά, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί έλλειψης ικανότητας καταλογισμού, λόγω υπαίτιας πλήρους μέθης και περί αναγνώρισης της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, οι οποίοι έχουν, κατά λέξη, ως ακολούθως: ΕΛΛΕΙΨΗ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ ΛΟΓΩ ΥΠΑΙΤΙΑΣ ΜΕΘΗΣ -ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΡΘΡΩΝ 193 σε συνδ. με 34&1 Π.Κ.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 ΠΚ: "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό.
Περαιτέρω: Κατά τις διατάξει του άρθρου 193: "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 35, με πρόθεση ή από αμέλεια, περιάγει τον εαυτό του σε κατάσταση μέθης που αποκλείει κατά το άρθρο 34 την ικανότητα για καταλογισμό και σ" αυτήν την κατάσταση γίνεται υπαίτιος πράξης, η οποία αλλιώς θα του είχε καταλογιστεί σαν κακούργημα ή πλημμέλημα, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών αν η πράξη είναι πλημμέλημα, και με φυλάκιση μέχρι δύο ετών αν η πράξη είναι κακούργημα. 2. Αν η πράξη διώκεται μόνον ύστερα από έγκληση, η ποινική δίωξη ασκείται μόνο μετά την υποβολή της. Μέθη είναι η παροδική διατάραξη των ψυχικών λειτουργιών, που οφείλεται στη χρήση οινοπνευματωδών ποτών ή άλλων διεγερτικών ή ναρκωτικών ουσιών.
Τα είδη της μέθης, όπως προκύπτουν από τον Ποινικό Κώδικα, είναι 1) αναίτια μέθη, 2) υπαίτια μέθη (που διακρίνεται στην απλή υπαίτια μέθη και στη μέθη που πραγματοποιείται με σκοπό να τελέσει κάποιος έγκλημα, άρθρο 35 ΠΚ, 3) πλήρης μέθη (άρθρο 34 ΠΚ), 4) μη πλήρης μέθη (36 παρ. 1,2 ΠΚ), 5) επιβλαβής μέθη του άρθρου 193 ΠΚ, 6) επικίνδυνη μέθη του άρθρου 440 ΠΚ (Εφ Θες 88/75 Ποιν. Χρον. 1976.76). Υπαίτια μέθη είναι η οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια του δράστη. Εάν είναι πλήρης, αντιμετωπίζεται κατά περίπτωση με το άρθρο 3^5 παρ. 3 ΠΚ ή το άρθρο 193 ΠΚ. Η εφαρμογή του όρθρου 193 ΠΚ προϋποθέτει πλήρη μέθη, δηλαδή μέθη που έχει φτάσει σε σημείο άρσεως του καταλογισμού. Στην υπό κρίση περίπτωση:
- Με την εγκαλούσα τελέσαμε νόμιμο πολιτικό γάμο στις 26.2.2007 ενώπιον της αρμόδιας Αντιδημάρχου Δράμας. Από τον γάμο μας αυτό, αποκτήσαμε την 26.7.2008 την ανήλικη κόρη μας Μ. Λ., ηλικίας σήμερα 9 ετών. Ο γάμος μου με την εγκαλούσα προέκυψε κατόπιν σύντομης γνωριμία μας το έτος 2006, μέσω του διαδικτύου, και με την συμφωνία να ζήσουμε στην Ελλάδα. Κατά το πρώτο διάστημα της έγγαμης συμβίωσής μας, όλα κυλούσαν σχετικά ομαλά μεταξύ μας, πέραν βέβαια του γεγονότος ότι η εγκαλούσα είχε έντονη νωχελικότητα και απέφευγε κάθε κοινωνικοποίησή της και συναναστροφή με άλλους ανθρώπους, γεγονός που θεωρούσα φυσιολογικό και απέδιδα στην μεγάλη αλλαγή ζωής που είχε πραγματοποιήσει και στην άγνοια της ελληνικής γλώσσας. Θεωρούσα όμως ότι ήταν θέμα χρόνου η ένταξή της στην ελληνική πραγματικότητα και προς τούτο φρόντισα να την γνωρίσω στο οικογενειακό και φιλικό μου περιβάλλον, για να μη νιώθει μοναξιά. Επιπλέον προσέλαβα καθηγήτρια ελληνικών για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας σε μια προσπάθεια να την βοηθήσω να προσαρμοσθεί ευκολότερα στο νέο της περιβάλλον, πιστεύοντας ότι ίσως για το λόγο αυτό ήταν απόμακρη. Περαιτέρω, της είχα προτείνει να εγγράφει σε κάποιο I.E.Κ. προκειμένου να δραστηριοποιηθεί κοινωνικά, να ενισχύσει τη μόρφωσή της και να μπορέσει να εργασθεί ως λογίστρια στην Ελλάδα, Σημειωτέον και ο ίδιος είμαι Έλληνας ποντιακής καταγωγής, ήρθα με την οικογένειά μου στην Ελλάδα στην ηλικία των 14 ετών περίπου, εργαζόμουν από μαθητής, ενώ στη συνέχεια αναγκάσθηκα να εγκαταλείψω τις σπουδές μου στην Ιατρική για να εργασθώ. Προς τούτο μπορούσα να αντιληφθώ τις δυσκολίες της ως και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε και προσπαθούσα να την υποστηρίξω στη διαδικασία ένταξής και προσαρμογής της στη νέα της ζωή, γεγονός το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της έγγαμης ζωής μας, λόγω της απροθυμίας της εγκαλούσας προς τούτο.
Το έτος 2007, η εγκαλούσα έμεινε έγκυος για πρώτη φορά, λόγω δε των προβλημάτων υγείας που είχε από το παρελθόν, προσέλαβα οικιακή βοηθό για να την διευκολύνει στις οικιακές εργασίες, 3 φορές την εβδομάδα, ενώ η ίδια έμοιαζε πλήρως "παραιτημένη" από τα πάντα, αδιαφορώντας για εμένα, το σπίτι μας, για κοινωνικές συναναστροφές, ακόμη και για τον ίδιο της τον εαυτό. Η περιγραφόμενη κατάσταση και η προσπάθειά μου να την στηρίξω μου προκάλεσε επιπτώσεις στην υγεία μου, με συνέπεια να νοσηλευτώ επί μία εβδομάδα στο ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ, λόγω οισοφαγίτιδας δευτέρου βαθμού, η δε εγκυμοσύνη διακόπηκε λόγω αποβολής.
Η μετέπειτα δεύτερη εγκυμοσύνη της εγκαλούσας και η γέννηση της κόρης μας όμως, αντί να επιφέρει ηρεμία και ενότητα στην οικογένειά μας, προκάλεσε σειρά καθημερινών προβλημάτων, τα οποία απεδείκνυαν την πλήρη διάσταση που είχαμε για τον τρόπο ανατροφής της κόρης μας, τις υποχρεώσεις μας και την εν γένει αντιμετώπιση της οικογενειακής μας ζωής Παρά ταύτα αγωνιζόμουν να κρατήσω το γάμο και την οικογένειά μας και να στηρίξω την εγκαλούσα, η οποία αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Προς τούτο, κατά το έτος 2009 και για χρονικό διάστημα 2 ετών, προσέλαβα μόνιμα οικιακή βοηθό, η οποία ερχόταν κάθε μέρα πλέον στο σπίτι μας και η οποία ανέλαβε τη φροντίδα του τέκνου μας και τις οικιακές εργασίες μέχρι την επιστροφή μου από την εργασία μου.
Η θλιβερή αυτή κατάσταση που αντιμετώπιζα στο σπίτι μου αλλά και τα οικονομικά προβλήματα στην εργασία μου, αφού η οικονομική κρίση στη χώρα μας είχε πλήξει και την επιχείρησή μου, με στεναχωρούσαν ιδιαίτερα, με άγχωναν και με αναστάτωναν. Η αποστασιοποιημένη και αδιάφορη συμπεριφορά της εγκαλούσας, η οποία ουδεμία ηθική ή άλλη στήριξη, μου προσέφερε, μου είχε προκαλέσει μεγάλη. Έχοντας εσωτερικεύσει την κατάσταση αυτή, ξεκίνησα να κάνω περιστασιακά χρήση αλκοόλ, το οποίο έως τότε δεν είχα βάλει ποτέ στο στόμα μου (πλην ελάχιστων περιπτώσεων σε κοινωνικές εκδηλώσεις).
Στις 7.12.2011, ατυχώς, έχοντας καταναλώσει πολύ μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και ευρισκόμενος σε κατάσταση βαθιάς μέθης, χωρίς να αντιλαμβάνομαι την κατάσταση μου και να έχω συνείδηση των πράξεων μου, του αδίκου χαρακτήρα τους και χωρίς να έχω την ικανότητα να ενεργήσω σύμφωνα με την περί δικαίου έννοια, ενεπλόκην με την εγκαλούσα στο επίδικο επεισόδιο.
Η πλήρης διατάραξη της συνείδησης μου λόγω της καταναλωσης αλκοόλ, συνεπεία της οποίας δεν μπορούσα να αντιληφθώ το άδικο της πράξης μου και να συμμορφωθώ προς αυτό, ήταν η αιτία που με ώθησε στην πράξη μου, συνεπεία της οποίας προκλήθηκαν οι συγκεκριμένες σωματικές βλάβες στην εγκαλούσα και ουδέν ενθυμούμαι από τη συμπεριφορά μου.
Α) Από το περιστατικό ουδέν ενθυμούμαι. Εκείνη την ημέρα, είχα ξεκινήσει από νωρίς το απόγευμα να καταναλώνω ουίσκι στο κατάστημά μου-έδρα της επιχείρησής μου, που ευρισκόταν επί της οδού ..., δηλαδή δίπλα από την οικία μου, που βρίσκεται επί της οδού .... Όλα τα μεταγενέστερα γεγονότα είναι θολά και συγκεχυμένα έως και σήμερα και συνειδητοποίησα τα γεγονότα αργά την επόμενη ημέρα, όταν είχα αρχίσει να συνέρχομαι, δια μέσω των λόγων της εγκαλούσας και των εκδορών και εκχυμώσεων που έβλεπα να έχει.
Β) Το γεγονός της πλήρους έλλειψης συνείδησης των πραττομένων μου κατά το συμβάν της 7/12/2011 ρητά έχει συνομολογήσει και η εγκαλούσα στο από 6/2/2012 ιδιωτικά Συμφωνητικό που υπογράψαμε, το οποίο επιβεβαιώνει στα από 24/6/2015 και 12/2/2016 επόμενα υπογραφέντα μεταξύ μας Ιδιωτικά Συμφωνητικά, με το περιεχόμενο των οποίων εμμένει στην αρχική της δήλωση.
Γ) Ομοίως η εγκαλούσα, στο σύνολο των εναντίον μου μεταγενεστέρων δικογράφων της όπου επικαλείται το συμβάν της 7/12/2011, αναφέρεται διαρκώς στην άνευ ελέγχου του εαυτού μου μέθη μου, την οποία βεβαίως, για τους δικούς της λόγους σκοπιμότητας ανάγει στον επικαλούμενο χρόνιο αλκοολισμό μου, (χαρακτηριζόμενη ούτω ως ανυπαίτια ΑΠ 1732/2009).
Δ) Ομοίως, ο μάρτυρας της Γ. Χ., δικηγόρος, εις την υπ.αριθμ....13/16.11.2015 ένορκη βεβαίωση που χορήγησης ενόψει της εκδικάσεως των αντίθετων και συνεκδικαζόμενων αγωγών μας περί επιμέλειας-δίατροφής και επικοινωνίας, κατέθεσε με σαφήνεια ότι η εγκαλούσα, ευρισκόμενη στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), ενόψει του επίδικου συμβάντος, του είχε δηλώσει ότι, εξαιτίας της κατάστασης στην οποία περιερχόμουν λόγω του ποτού δεν μπορύσα να ελέγξω τον εαυτό μου. Ειδικότερα κατέθεσε επί λέξει: "Γνωρίστηκα με την Α. Τ. το Δεκέμβριο 2011 όταν φιλοξενείτο στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ)....
Μου εξήγησε ότι είχε σοβαρό πρόβλημα με τον σύζυγο της, Γ. Λ., ο οποίος έπινε και εξαιτίας της κατάστασης στην οποία περιήρχετο δεν μπορούσε εν συνεχεία να ελέγξει τον εαυτό του".
Ε) Περαιτέρω, ανεξαρτήτως του τρόπου που περιγράφει η εγκαλούσα το περιστατικό, αποδεικνύεται από την Ιατροδικαστική Έκθεση ότι οι προκληθείσες σωματικές βλάβες είναι απλές και περιορίζονται σε εκχυμώσεις και εκδορές, στοιχείο που υποδεικνύει ότι, λόγω της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ τελούσα σε πλήρη σωματική ανικανότητα και αδυναμία, η οποία συνδέεται άρρηκτα με την πλήρη έλλειψη καταλογισμού, κατ' άρθρο 34 ΠΚ. Άλλως, όπως η νομολογία έχει αποφανθεί, εάν λόγω της μέθης μου είχε μειωθεί σημαντικά και δεν είχε εκλείψει ο καταλογισμός μου, θα υπήρχε ένταση και επίταση στη συμπεριφορά μου, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σοβαρών σωματικών κακώσεων ή βλαβών στην εγκαλούσα, λόγω της σωματικής υπεροχής μου, της ηλικίας και της ψυχικής μου έντασης.
Προς τούτο, οι αποδιδόμενες πράξεις μου τελέσθηκαν ενώ ευρισκόμουν σε υπαίτιας μέθης, συνεπεία της οποίας είχε αποκλεισθεί η ικανότητα μου προς καταλογισμό, εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 193 και 34 ΠΚ.
ΣΤ) Επιπροσθέτως, από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ο τρόπος δράσης μου πριν, κατά και μετά την πράξη μου, η οποία, ως καθοριστικό διαγνωστικό "εργαλείο" της γενικότερης εικόνας μου, αποδεικνύει ότι η κατανάλωση από εμένα αλκοόλ με είχε οδηγήσει σε κατάσταση πλήρους μέθης και συνακόλουθης μη αντίληψης του άδικου χαρακτήρα της πράξης μου. Όπως κατέθεσε:
α) ήλθα με τα πόδια από την εργασία μου, ήμουν μεθυσμένος, κάθε βράδυ γυρνούσα μεθυσμένος.
β) όπως η ίδια περιέγραψε την εικόνα μου επί λέξει:" ήταν μεθυσμένος γιατί μύριζε και οι κινήσεις του ήταν τέτοιες".
γ) αμέσως ξάπλωσα στον καναπέ και δεν έφαγα, όπως έκανα άλλες φορές, δ) νόμιζε ότι κοιμόμουν, γεγονός που δεν ίσχυε. Όμως, η εικόνα μου αυτή, ενός ανθρώπου δηλ. που φαινόταν ότι ευρισκόταν σε καταστολή λόγω ύπνου, οφειλόταν στην πλήρη μέθη μου, συνεπεία της οποίας είχα ζάλη, αδυναμία να παραμείνω όρθιος και να συμπεριφερθώ ως φυσιολογικός άνθρωπος. ε) αιφνίδια και χωρίς να προηγηθεί κάποια αφορμή, σηκώθηκα από τον καναπέ και άρχιζα να την βρίζω και να την κατηγορώ για τη ζωή μου.
στ) κατά τη διάρκεια του επεισοδίου τα μάτια μου ήσαν κόκκινα, έβγαζα αφρούς και έτρεχα από το ένα δωμάτιο στο άλλο.
ζ) αιφνίδια σταμάτησα και πήγα στον καναπέ και κοιμήθηκα.
η) το πρωϊ της επομένης ημέρα την είδα πως ήταν και της είπα αν μιλήσουμε για το συμβάν.
θ) όπως κατέθεσε, τόσο άσχημο επεισόδιο πρώτη φορά έγινε και δεν ξέρει για ποιο λόγο ξεκίνησε, χωρίς λόγο, ούτε πως σταμάτησε, ια) Η πολιτικώς ενάγουσα περιέγραψε μία ιδιαίτερα βίαιη συμπεριφορά εκ μέρους μου (κτυπήματα, κλωτσιές κ.λ,.π.), τα οποία όμως, εάν δεν ευρισκόμουν σε πλήρη έκπτωση των σωματικών μου δυνάμεων, συνεπεία της πλήρους μέθης μου, θα έπρεπε να της προκαλέσουν άλλου είδους σωματικές βλάβες και όχι τις εκδορές και εκχυμώσεις που αναφέρονται στην από 12/12/2011 Ιατροδικαστική Έκθεση, οι οποίες μάλιστα, πέντε ημέρες μετά το συμβάν της 5/12 ευρίσκοντο σε "φάση απορροφήσεως". Βεβαίως, ψευδής είναι η κατάθεσή της ως προς το σημείο που ισχυρίζεται ότι την τράβηξα από τα μαλλιά και την πέταξα στον καναπέ και εκ τούτου κτύπησε στην μέση και την πλάτη της, αφού, όπως προκύπτει από την Ιατροδικαστική Έκθεση, δεν φέρει κακώσεις στην μέση και την πλάτη της. Επομένως, από την όλη αναλυτική περιγραφή της προκύπτει ότι τη συγκεκριμένη ημέρα η μέθη μου ήταν πρωτοφανής, εξ αποστάσεως ορατή με τις αισθήσεις (όραση και οσμή), ότι ενεργούσα εκτός ελέγχου, σε πλήρη αδυναμία και έκπτωση των σωματικών μου δυνάμεων, χωρίς δυνατότητα αντίληψης των πραττομένων, ήτοι σε πλήρη μέθη. Ενώ, όταν ξύπνησα την επόμενη ημέρα, δεν είχα μνήμη του γεγονότος, αλλά από την εικόνα της αντιλήφθηκα ότι είχα φερθεί με τον ανωτέρω τρόπο.
Από την πρώτη στιγμή που κατάλαβα τι είχε συμβεί, μετανόησα για την πράξη μου αυτή, στην οποία προέβηκα λόγω της κατανάλωσης πολύ μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ, συνεπεία της οποίας δεν είχα συνείδηση των πράξεών μου, του άδικου γαρακτήοα αυτών, ούτε ικανότητα να αντισταθώ και η οποία δεν με χαρακτηρίζει ως προσωπικότητα.
Αμέσως αποδέχθηκα την προβλεπόμενη από το νόμο ποινική διαμεσολάβηση (άρθρο 11 ν.3500/2006), και παρακολούθησα ειδικό συμβουλευτικό πρόγραμμα. Επεδίωξα δε να αποκαταστήσω τις συνέπειες αυτής και να διατηρήσω μια οικογένεια ενωμένη και αγαπημένη χωρίς αποτέλεσμα όμως αφού είχε δημιουργηθεί πλέον οριστικό ρήγμα στη σχέση μας, καθόσον η εγκαλούσα δεν μου συγχώρεσε την μία και μοναδική ποινικά κολάσιμη παρεκτροπή της συμπεριφοράς μου, εγώ δε βίωνα μία άσχημη καθημερινότητα καθόσον προσπαθούσα να αντιμετωπίζω τα θέματα καθημερινής διαβίωσης και κυρίως ανατροφής της κόρης μας, επί των οποίων υπήρχε αγεφύρωτη διάσταση απόψεων.
Όμως, η ως άνω παραβατική συμπεριφορά μου, στην οποία όμως οδηγήθηκα ευρισκόμενος σε πλήρη απώλεια της συνείδησής μου, σε καθεστώς βαθιάς μέθης, απετέλεσε την αρχή του προσωπικού μου γολγοθό και της σφοδρής καταδίωξής μου από την εγκαλούσα, η οποία συνεχίζεται με μεγαλύτερη επίταση έως και σήμερα, καίτοι πλέον δεν έχομε την παραμικρή επικοινωνία και επαφή.
Β. ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΑ ΑΡΘΡΟΥ 84 παρ.2 περ.α'.
Γεννήθηκα το 1974 από προσφυγική οικογένεια στη Γ. Α. και παρέμεινα εκεί έως την ηλικία των 14 ετών. Προέρχομαι από οικογένεια μουσικών και ο ίδιος, αποφοίτησα από τη 2η Σχολή Μουσικής της ….με άριστα, ενώ, έως την ηλικία των 14 ετών, είχα βραβευθεί 3 φορές για τις επιδόσεις μου ως σολίστ, κατόπιν διαγωνισμών παγκοσμίου επιπέδου. - Σε ηλικία 14 ετών ήλθαμε οικογενειακώς στην Ελλάδα ως παλιννοστούντες ομογενείς και εγκατασταθήκαμε στη ….., όπου ολοκλήρωσα τη φοίτησή μου στο γυμνάσιο-Λύκειο. Υπήρξα πολύ καλός μαθητής, αλλά και άριστος χαρακτήρας και ουδέν πρόβλημα είχα δημιουργήσει, αντιθέτως η προσαρμογή μου την ελληνική κοινωνία ήταν εύκολη και χωρίς προβλήματα.
Μετά την αποφοίτησή μου μετέβηκα στη …. όπου έγινα δεκτός στην Οδοντιατρική Σχολή της Ε.Σ.Σ.Δ στην οποία φοιτούσα, ενώ από το έτος 1995 φοιτούσα παράλληλα και στο Παν/μιο Οικονομικής και Οικονομικών της …... Προσκομίζω σχετικά έγγραφα (Α-Δ).
Λόγω των δύσκολων οικονομικών συνθηκών της οικογενείας μου αναγκάσθηκα να διακόψω τις σπουδές μου για να εργασθώ και να συντηρήσω τη γονεϊκή μου οικογένεια, μετέβηκα στη …. όπου εργάσθηκα στην B.M.W και επέστρεψα στην Ελλάδα, όπου ξεκίνησα ατομική επιχείρηση στη …. με αντικείμενο την εμπορία ειδών νεωτερισμού, υδασμότων κ.λ.π. Εν συνεχεία, εγκαταστάθηκα στην Αθήνα, όπου ζω και εργάζομαι αδιαλείπτως, ασκώντας από το έτος 2003 επιχειρηματική δραστηριότητα με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία ενδυμάτων, υποδημάτων και λοιπών ειδών. Αρχικά ίδρυσα την μονοπρόσωπη εταιρεία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", το 2012 προέβηκα σε διαδοχικές αυξήσεις του μετοχικού της κεφαλαίου και εν συνεχεία μετέτρεψα σε ΕΠΕ. Υποβάλλω φορολογικές δηλώσεις και εκπληρώνω όλες τις υποχρεώσεις μου έναντι του κράτους. Δεν έχω δημιουργήσει χρέη εις τρίτους, δεν έχω ακάλυπτες επιταγές, όλες οι συναλλαγές μου ήσαν τοις μετρητοίς και το όνομά μου στον επαγγελματικό μου χώρο συνδέεται με εντιμότητα, αξιοπιστία και φερεγγυότητα. Έχω αποκτήσει στην κυριότητά μου ένα διαμέρισμα, εις το οποίο ζούσαμε ως οικογένεια και το οποίο προτίθεμαι να μεταβιβάσω στην κόρη μου, όπως ήδη έχω δηλώσει στην εγκαλούσα.
Καταβάλλω αδιαμαρτύρητα τα επιδικασθέντα ως διατροφή χρηματικό ποσά για την κόρη μου αλλά και για την εγκαλούσα, ανεξαρτήτως των οικονομικών μου δυσκολιών.
Το 1995 έλαβα επίσημη εξουσιοδότηση από την Κυβέρνηση της Αγίας Πετρούπολης Ρωσίας να διεξάγω για λογαριασμό της κάθε επενδυτικό εγχείρημα και κάθε διαπραγμάτευση συνεργασίας, αναφορικά με την κατασκευή εμπορικών και κρατικών υποδομών στην Ελλάδα. Προσκομίζω σχετικό έγγραφο (Ε).
Είμαι επίτιμος πολίτης της …. από το 2010. Το αυτό έτος (2010) έλαβα προσωπική πρόσκληση από τον Πατριάρχη …, Η. Β', στην επέτειο των 1700 ετών από την ίδρυση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Γεωργίας (ΣΤ).
Προσφέρω αφιλοκερδώς την οικονομική μου βοήθεια και την προσωπική μου εργασία σε δύο συλλόγους, ήτοι στον Σύλλογο Ποντίων Δήμου …. "..." και στον Ελληνογεωργιανό Σύλλογο "...". Πέραν δε της οικονομικής προσφοράς μου, συμμετέχω ενεργά στην προώθηση και υλοποίηση των στόχων των ως άνω συλλόγων, που αφορούν την προώθηση της Ελληνικής και Γεωργιανής γλώσσας και πολιτισμού, της μουσικής και των Καλών τεχνών εν γένει. Επίσης, είμαι μέλος και της χορωδίας του Συλλόγου "...". Προσκομίζω σχετικές βεβαιώσεις (Ζ-Η).
Έχω λευκό ποινικό μητρώο και ουδέποτε στο παρελθόν έχω απασχολήσει την ελληνική δικαιοσύνη, έστω και για πταισματική παράβαση.
Ήτοι, πέραν της μεμονωμένης αυτής συμπεριφορές μου, η οποία δεν με χαρακτηρίζει ως άνθρωπο και προσωπικότητα, αλλά αποτελεί εκδήλωση εις την οποία προέβηκα .με πλήρη έλλειψη συνείδησης, έχω διάγει έως σήμερα απολύτως έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, ενώ επιπλέον δεν υπάρχουν αρνητικά περιστατικά περί του αντιθέτου. ΑΠ 439/2017.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΙΤΟΥΜΑΙ Να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί μου. Να καταχωρηθούν στα πρακτικά του παρόντος Δικαστηρίου, κατ' άρθρον 140§2 του Κ.Π.Δ.".
Στη συνέχεια, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων (ανωμοτί καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας, ένορκη κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης, έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά, στα οποία περιλαμβάνονται η απόφαση και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορούμενου και από όλη την αποδεικτική διαδικασία), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά από το αιτιολογικό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:" Ο κατηγορούμενος, σύζυγος της εγκαλούσας, μετά της οποίας είχε τελέσει νόμιμο γάμο και είχε αποκτήσει ένα θήλυ τέκνο, τη Μ. Λ., που γεννήθηκε στις 26-7-2008, κατά το χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό, επιστρέφοντας από την εργασία του κατά τις βραδυνές ώρες, εισήλθε στη συζυγική οικία, στην οποία βρισκόταν η εγκαλούσα και η ανωτέρω ανήλικη. Ακολούθως, χωρίς οποιαδήποτε αφορμή, επιτέθηκε στην εγκαλούσα σύζυγο του ενώπιον της ανήλικης, πιάνοντάς τη από το λαιμό και πετώντας τη στο πάτωμα της κουζίνας, ενώ στη συνέχεια την χτύπησε με γροθιά στο κεφάλι και, τραβώντας τη, την πέταξε στον καναπέ με την πλάτη, όταν δε η εγκαλούσα προσπάθησε να πλησιάσει την πόρτα για να ζητήσει βοήθεια, εκείνος την εμπόδισε λέγοντάς της ότι "θέλει να τον ντροπιάσει στους γείτονες" και στη συνέχεια την τράβηξε από τα πόδια και την πήγε κλωτσώντας τη στο μπάνιο. Παράλληλα, την εξύβριζε και την απειλούσε μπροστά στο παιδί, το οποίο έκλαιγε και φώναζε, και. μεταξύ άλλων απηύθυνε στο τελευταίο τη φράση "θα σκοτώσω τη μάνα σου και δεν θα την ξαναδείς ποτέ", προξενώντας στην εγκαλούσα, αλλά και στο πανικοβλημένο τέκνο τους, τρόμο και ανησυχία. Κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος εισήλθε στο σπίτι, είχε πράγματι καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, όπως συνήθως έπραττε. "Όμως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτός κατά το χρόνο τέλεσης των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, τελούσε σε πλήρη μέθη, ώστε να μη μπορεί να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα των εν λόγω πράξεών του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του αυτή. Αντιθέτως, όπως αποδείχθηκε, ο κατηγορούμενος, ο οποίος, μετά την είσοδο του στην οικία τους ξάπλωσε στον καναπέ και απάντησε στην εγκαλούσα (σε ερώτησή της) ότι δεν επιθυμεί να φάει, ενοχλήθηκε από τη χαμηλόφωνη συζήτηση της εγκαλούσας και του παιδιού στο παρακείμενο τραπέζι, και ακολούθως σηκώθηκε και με πλήρη επίγνωση του τι έπραττε, προέβη στην πιο πάνω επίθεση κατά της συζύγου του, κατά τη διάρκεια της οποίας, ακούγοντας τις φωνές του παιδιού, ζητούσε από την εγκαλούσα να το ηρεμήσει, άλλως απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει, ενώ, όταν η εγκαλούσα προσπάθησε να πλησιάσει την πόρτα για να ζητήσει βοήθεια, εκείνος, όπως προελέχθη, αντιλαμβανόμενος την πρόθεσή της, την εμπόδισε και της είπε ότι "θέλει να τον ντροπιάσει στους γείτονες". Τέλος, την επομένη ημέρα το πρωί, πριν την αναχώρησή του για τη δουλειά, ενθυμούμενος καλώς τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ, είπε στην σύζυγο του ότι θέλει να μιλήσουν και στη συνέχεια έστειλε έναν φίλο του για να την ηρεμήσει. Από τα παραπάνω περιστατικά, προκύπτει η ικανότητα του κατηγορουμένου, κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεών του, να σκέπτεται και να αποφασίζει με γνώμονα τη λογική, έχοντας τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που ωθούν στην πράξη ή συγκρατούν από την τέλεση αυτής.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί άρσεως του καταλογισμού του κατ' άρθρο 34 Π.Κ. Ούτε, εξάλλου, προβάλλεται ότι λόγω της χρήσης οινοπνευματωδών ποτών είχε μειωθεί, και μάλιστα σημαντικά η παραπάνω ικανότητά του, ώστε να κριθεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν κατά το χρόνο εκείνο ελαττωμένου καταλογισμού, ανεξαρτήτως του ότι, σε τέτοια περίπτωση, θα έδει να προβληθεί και ότι η μέθη του ήταν ανυπαίτια, ότι δηλαδή δεν οφείλεται σε πρόθεση ή αμέλειά του αλλά σε τυχερό γεγονός ή ανώτερη βία και με προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται η παραπάνω έλλειψη υπαιτιότητας αυτού (ΟλΑΠ 1198/1990, ΑΠ 173/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, προέκυψε, ότι ο κατηγορούμενος, κατά την τέλεση των παραπάνω πράξεών του, ήταν σε κατάσταση, η οποία του επέτρεπε, να κρίνει και να αποφασίζει με γνώμονα τη λογική και γενικώς είχε πλήρη ικανότητα, να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του γι αυτό. Επομένως θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται. Αναφορικά, τέλος, με τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ.84 παρ.2α Π.Κ.), αυτός θα πρέπει να απορριφθεί, καθ' όσον, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε επιτυχή πορεία στον επαγγελματικό του βίο και έτυχε μόρφωσης και καλλιέργειας, η οποία αναγνωρίστηκε στη ….., όπου γεννήθηκε, ενώ φέρεται να έχει και κοινωνική προσφορά, ωστόσο αυτός ουδόλως διεξήγαγε έντιμο οικογενειακό βίο, αφού οι εκδηλώσεις ανάρμοστης και ενίοτε αξιόποινης συμπεριφοράς απέναντι στην οικογένειά του αποτελούσαν συχνό φαινόμενο, μάλιστα δε, σε επεισόδια που επισυνέβησαν κατά τα έτη 2011 και 2014, ξυλοκόπησε τη σύζυγο του, η οποία προσέφυγε μαζί το παιδί τους στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), όπου φιλοξενήθηκε δύο φορές επί ένα μήνα περίπου κάθε φορά, λόγω της κακοποίησής της από τον κατηγορούμενο".
Με την αιτιολογία αυτή το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε τους προβληθέντες από τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, κήρυξε αυτόν ένοχο των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, κατά τα αναγραφόμενα στο διατακτικό αυτής, του ότι: "Στις ..., στις 7.12.2011 1) με πρόθεση προξένησε σε μέλος της οικογένειας του σωματική κάκωση, δηλαδή επιτέθηκε με γροθιές και κλωτσιές στην εγκαλούσα σύζυγο του A. T. και ενώπιον της ανήλικης ηλικίας τριών ετών κόρης τους τη χτύπησε σε διάφορα σημεία του σώματος της, με αποτέλεσμα να την τραυματίσει, προξενώντας της εκχυμώσεις στο πρόσωπο (κροτάφους, ζυγωματικά), εκδορές και εκχυμώσεις στην τραχηλική χώρα και το θώρακα, στους βραχίονες και εκδορές στην κνήμη.
2) με πρόθεση προκάλεσε τρόμο και ανησυχία σε μέλος της οικογένειας του, απειλώντας το με βία και ειδικότερα απείλησε την εγκαλούσα σύζυγο του A. T. με τη φράση που απηύθυνε γι' αυτήν στην ανήλικη κόρη τους [θα σκοτώσω τη μητέρα σου".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με όσα αναγράφονται στο διατακτικό αυτής, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, ενόψει όσων εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τις αναγραφόμενες στην ίδια θέση διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπε¬ριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του, αρκούσης της αναφοράς των αποδεικτικών μέσων γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 6§3β και 7§2 του Ν.3500/2006, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 463§1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του ειδικού νόμου 3500/2006, οι οποίες δεν παραπέμπουν σε διατάξεις του καταργηθέντος ΠΚ. Περαιτέρω, ως προς την απόρριψη ως αβασίμου του πρώτου των νομίμως προβληθέντων από τον αναιρεσείοντα αυτοτελών ισχυρισμών περί ελλείψεως καταλογισμού κατά το χρόνο τέλεσης των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, λόγω υπαίτιας πλήρους μέθης, το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με πλήρη και επαρκή αιτιολογία έκρινε ότι δεν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση στο πρόσωπό του. Συγκεκριμένα, με την παράθεση στο σκεπτικό της απόφασης των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν από τα οποία προέκυψαν οι συνθήκες τέλεσης των ως άνω πράξεων και ειδικότερα ότι κατά την συγκεκριμένη ημέρα(7-12-2011) ο κατηγορούμενος ''μετά την είσοδό του στην οικία του ξάπλωσε στον καναπέ και απάντησε σε ερώτηση της εγκαλούσας ότι δεν επιθυμεί να φάει, ενοχλήθηκε από τη χαμηλόφωνη συζήτηση της εγκαλούσας και του παιδιού του στο παρακείμενο τραπέζι και ακολούθως σηκώθηκε και με πλήρη επίγνωση του τι έπραττε προέβη στην επίθεση κατά της συζύγου του, κατά τη διάρκεια της οποίας, ακούγοντας τις φωνές του παιδιού, ζητούσε από την εγκαλούσα να το ηρεμήσει, άλλως απειλούσε ότι θα την σκοτώσει, ενώ όταν η εγκαλούσα προσπάθησε να πλησιάσει την πόρτα για να ζητήσει βοήθεια, εκείνος, αντιλαμβανόμενος την πρόθεσή της, την εμπόδισε και της είπε ότι θέλει να τον ντροπιάσει στους γείτονες'' και ακόμη ότι ''...την επομένη ημέρα, ενθυμούμενος καλώς τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ, είπε στη σύζυγό του ότι θέλει να μιλήσουν και στη συνέχεια έστειλε έναν φίλο του για να την ηρεμήσει'' από τις οποίες έκρινε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο αναιρεσείων ''κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεών του είχε την ικανότητα να σκέπτεται και να αποφασίζει με γνώμονα τη λογική, έχοντας τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που ωθούν στην πράξη ή συγκρατούν από την τέλεση αυτής''. Και ακόμη περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προέβη στην επάλληλη σκέψη ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε κατάσταση η οποία του επέτρεπε να κρίνει και να αποφασίζει με γνώμονα τη λογική και γενικώς είχε πλήρη ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του γι' αυτό'', αιτιολογώντας πληρέστατα και με περισσή σαφήνεια την κρίση του για απόρριψη του συγκεκριμένου αυτοτελούς ισχυρισμού και την μη συνδρομή περίπτωσης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 193 ΠΚ. Η περιλαμβανόμενη δε στον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο οδηγήθηκε στην παραπάνω κρίση του χωρίς να λάβει υπόψη του συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυπτε ότι αυτός κατά το χρόνο του επιδίκου συμβάντος ήταν μεθυσμένος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη διότι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας, για την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο αιτιολογία της απόφασης ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν ήταν αναγκαία η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, εφόσον, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναγράφονται αναλυτικά κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε την απορριπτική του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού κρίση του, στα οποία περιλαμβάνονται τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα, ενώ από την όλη διατύπωση της αιτιολογίας προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Τούτων παρέπεται ότι με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε ούτε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, διότι δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 193 ΠΚ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, καθόσον απορρίπτοντας κατ' ουσίαν τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του περί υπαίτιας μέθης δεν όφειλε να εφαρμόσει την παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη. Όσο δε αφορά τις λοιπές σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, τις οποίες, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, προβάλλει επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση και πλημμελή αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο και τον έτερο παραδεκτά προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84§2 α' του ΠΚ) με την ακόλουθη αιτιολογία: ''καθόσον, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε επιτυχή πορεία στον επαγγελματικό του βίο και έτυχε μόρφωσης και καλλιέργειας, η οποία αναγνωρίστηκε στη …, όπου γεννήθηκε, ενώ φέρεται να έχει και κοινωνική προσφορά, ωστόσο αυτός ουδόλως διεξήγαγε έντιμο οικογενειακό βίο, αφού οι εκδηλώσεις ανάρμοστης και ενίοτε αξιόποινης συμπεριφοράς απέναντι στην οικογένειά του αποτελούσαν συχνό φαινόμενο, μάλιστα δε σε επεισόδια που επισυνέβησαν κατά τα έτη 2011 και 2014, ξυλοκόπησε τη σύζυγό του η οποία προσέφυγε μαζί με το παιδί τους στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), όπου φιλοξενήθηκε δύο φορές επί ένα μήνα περίπου, κάθε φορά, λόγω της κακοποίησής της από τον κατηγορούμενο''. Από την ως άνω αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε και τον δεύτερο αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορούμενου ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεχόμενο, ότι αυτός δεν έζησε μέχρι το χρόνο που τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε έντιμη οικογενειακή ζωή, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 84§2α ΠΚ, η οποία περιλαμβάνεται και στην έννοια της σύννομης ζωής που απαιτείται από την αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος πλέον, από 1-7-2019 νέου ΠΚ, αλλά αντίθετα, με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, είχε εκδηλώσεις ανάρμοστης και ενίοτε αξιόποινης συμπεριφοράς απέναντι στην οικογένειά του, οι οποίες αποτελούσαν συχνό φαινόμενο. Η αναφορά δε της προσβαλλόμενης απόφασης σε επεισόδια ανάρμοστης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος που συνέβησαν το έτος 2014, δηλαδή, μετά το χρόνο τέλεσης των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, (7-12-2011), γίνεται μη νόμιμα, πλην όμως, ως προς τούτο ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής ενόψει της αναφοράς όμοιων επεισοδίων σε βάρος της οικογένειάς του, τα οποία όπως αποδείχτηκε με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που αναλυτικά αναγράφονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης επισυνέβησαν το έτος 2011. Ως εκ τούτου ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός για τη χορήγηση των ελαφρυντικών του άρθρου 84§2α ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν και οι σχετικοί με την απόρριψη αμφότερων των προαναφερθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος λόγοι αναίρεσης, κύριοι και πρόσθετοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 590§1 του νέου ΚΠΔ(Ν.4620/2019), υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος ΚΠΔ, οι δε πράξεις που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους. Επίσης, κατά το άρθρο 589§3 του ίδιου ως άνω νέου ΚΠΔ, αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος ΚΠΔ και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα. Από τις ως άνω μεταβατικές διατάξεις σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, κατά το οποίον ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ, συνάγεται η γενική δικαιϊκή αρχή, ότι οι δικονομικοί νόμοι, που αποσκοπούν στην ορθή απονομή του δικαίου, έχουν αναδρομική ισχύ και καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις (μόνο) ως προς το ατέλεστο μέρος τους, εκτός αν αυτοί ορίζουν διαφορετικά. Έτσι, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σ' αυτόν, ο νέος δικονομικός νόμος διέπει το διαδικαστικό μέρος της ποινικής δίκης, που συντελείται μετά τη θέσπισή του και όχι και τις διαδικαστικές πράξεις που είχαν ήδη συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, οι οποίες διατηρούν το κύρος τους. Από αυτά παρέπεται ότι το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου και οι σχετικές πλημμέλειες της απόφασης ή του βουλεύματος, για τις οποίες παρέχεται η άσκησή του, κρίνονται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης ή έκδοσης του βουλεύματος, το δε παραδεκτό του ενδίκου μέσου, δηλαδή, η συνδρομή των όρων νομότυπης και εμπρόθεσμης άσκησής του, κρίνεται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση περί θετικής υπέρβασης εξουσίας, κατά παραβίαση της διάταξης του άρθρου 510§1 στοιχ. Η'του ΚΠΔ, συνιστάμενης στο γεγονός ότι το δικάσαν Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε αν και δεν είχε την προς τούτο δικαιοδοσία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 364§2 ΚΠΔ προσκομισθέντα από την πολιτικώς ενάγουσα έγγραφα τα οποία αφορούσαν άλλες δίκες για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Η ως άνω όμως αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον σύμφωνα με την ισχύουσα, κατά τα αναγραφόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δικονομική διάταξη του άρθρου 364§2 του καταργηθέντος ΚΠοινΔ, στην οποίαν ορίζεται ότι: "Διαβάζονται επίσης τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Επίσης τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη", προκύπτει μεν σαφώς ότι για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη πολιτική ή ποινική δίκη θα πρέπει να συντρέξουν δύο προϋποθέσεις και συγκεκριμένα: α)να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, που να αφορά άλλη ποινική ή πολιτική δίκη και β) το Δικαστήριο να κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη , πλην όμως, επειδή η ως άνω διάταξη δεν απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα για την παραβίασή της, ούτε επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171§1 ΚΠΔ, ακόμη και αν δεν συντρέχουν οι δύο ως άνω προϋποθέσεις, για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, θα πρέπει να μην εναντιωθεί κάποιος από τους διαδίκους. Έτσι, το Δικαστήριο που επιτρέπει την ανάγνωση δεν υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του, αλλά ενεργώντας σύμφωνα με την αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου, προβαίνει στην ανάγνωση και ουσιαστική αξιολόγηση οποιουδήποτε χρησίμου εγγράφου, αποδεικτικού ή διαδικαστικού, έστω και αν το έγγραφο προέρχεται από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή πρόκειται για απόφαση που δεν είναι αμετάκλητη, εφόσον δεν αμφιβάλλει για τη γνησιότητα του, ή δεν έχει προβληθεί σχετικά εναντίωση κάποιου από τους διαδίκους. Στην κρινόμενη όμως, περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν προσεβλήθησαν ως πλαστά (άρθρα 140 εδ.γ και 141§3 του ΚΠΔ) ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα και την παριστάμενη στο ακροατήριο συνήγορο υπεράσπισής του, σχετικά με την ανάγνωση των ως άνω προσκομισθέντων από την πολιτικώς ενάγουσα εγγράφων και συνεπώς το Δικαστήριο που επέτρεψε την ανάγνωσή τους δεν υπερέβη την εξουσία του, ούτε προκλήθηκε ακυρότητα από την ανάγνωση αυτών και συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 §1 του Ν. 4043/ 2012, η ισχύς του οποίου άρχισε την 13-2-2012 "ποινές διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφ' όσον οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει σαφώς ότι τίθεται χρονικός περιορισμός για την εφαρμογή της και ειδικότερα ο χρόνος δημοσίευσης του Ν. 4043/2012, δηλαδή, η 13-2-2012, ενώ απαραίτητη προϋπόθεση είναι η επιβληθείσα και μη εκτιθείσα ποινή να μην υπερβαίνει τους έξη (6) μήνες. Εάν δε το Δικαστήριο προχωρήσει στην παύση υφ' όρο της εκτέλεσης ποινής που επιβλήθηκε μετά την 13-2-2012, κατ' εφαρμογή της διάταξης του ανωτέρω νόμου παραβιάζει ευθέως τις διατάξεις αυτές που είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αφού αφορούν την παραγραφή ποινών. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω Ν. 4043/2012, ορίζεται ότι :1.Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι 31-12-2011: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμόν 3589/2018 απόφαση του Γ'Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε μετά από έφεση κατά της υπ' αριθμ. 39020/2017 καταδικαστικής απόφασης του Θ'Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κηρύχθηκε ένοχος για τις πράξεις της διακεκριμένης ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης και της ενδοοικογενειακής απειλής (άρθρα 6§1, 7§2 του Ν.3500/2006) και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για την πρώτη πράξη και δέκα (10) μηνών για τη δεύτερη. Ενόψει τούτων, δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 2§1 του Ν. 4043/2012, αφενός μεν διότι η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση εκδόθηκε στις 30-11-2017, δηλαδή, πολύ μετά την κατά τα προαναφερόμενα ημεροχρονολογία δημοσίευσης και θέσης σε ισχύ του ως άνω νόμου (13-2-2012), αφετέρου δε διότι η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο για τη δεύτερη πράξη ποινή των δέκα (10) μηνών είναι ανώτερη του ταχθέντος από την ίδια παραπάνω διάταξη ορίου των έξη (6) μηνών. Ούτε όμως, και η διάταξη του άρθρου 4 του ως άνω Ν.4043/2011 τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση του αναιρεσείοντος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε για την εφαρμογή της απαιτείται να πρόκειται για πράξη για την οποία ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές, ενώ στην προκειμένη περίπτωση για την πράξη της ενδοοικογενειακής απειλής (άρθρο 7§2 του Ν.3500/2006)απειλείται ποινή τουλάχιστον ενός έτους. Επομένως, ως αβάσιμος και απορριπτέος κρίνεται και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, ισχυριζόμενος ότι το εκδώσαν αυτή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις του ως άνω Ν. 4043/2012. Κατόπιν όλων των προαναφερομένων κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι θεμελιούμενοι στη διάταξη του άρθρου 510§1 στοιχ. Α, Δ', Ε'και Η'του ΚΠΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για ακυρότητα της διαδικασίας, έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπέρβασης εξουσίας και παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρο 6§2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2§1 του ΠΚ, με την οποία ορίζεται ότι "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις", προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτήν η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, προδήλως δε είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, ο οποίος με την εφαρμογή του, δηλαδή, με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ.γ', 514 εδ.δ' περ. β και 518§1 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης τεθεί σε ισχύ νέος νόμος ο οποίος απειλεί μικρότερη ποινή για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τότε ο Άρειος Πάγος, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νέο επιεικέστερο νόμο. Τέλος, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463§2 του νέου Ποινικού Κώδικα που τέθηκε, όπως προαναφέρθηκε σε ισχύ από 1-7-2019 με το Ν.4619/ 2019,''όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης, προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του παρόντος Κώδικα''.Στην κρινόμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, καταδικάστηκε από το ως άνω ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμόν 3589/2018 απόφασή του για τις αξιόποινες πράξεις της διακεκριμένης ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης και της ενδοοικογενειακής απειλής, που προβλέπονται από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 6§3β και 7§2 του Ν.3500/2006 και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στις προαναφερθείσες αυτές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του ειδικού ποινικού νόμου 3500/2006, ορίζεται στην μεν διάταξη του άρθρου 6§1 ότι "Το μέλος της οικογένειας το οποίο προκαλεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδ. α`της § 1 του άρθρου 308 ΠΚ, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδ.β`της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους" στη διάταξη της §3 του ίδιου άρθρου ότι "αν η πράξη της πρώτης παραγράφου τελέσθηκε σε βάρος εγκύου ή σε βάρος μέλους της οικογένειας το οποίο, από οποιαδήποτε αιτία, είναι ανίκανο να αντισταθεί, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, δύο ετών και αν η πράξη τελέσθηκε ενώπιον ανήλικου μέλους της οικογένειας, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους", στη δε διάταξη του άρθρου 7§2 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι:"Το μέλος της οικογένειας, το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση." Από αυτά συνάγεται ότι μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (25-5-2018), τέθηκε σε ισχύ (από 1-7-2019) ο Νόμος 4619/ 2019, ο οποίος, σύμφωνα με όσα αναγράφονται παραπάνω, είναι ευμενέστερος για τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο αφού, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 463§2, αυτού τα εγκλήματα των άρθρων 6§3β και 7§2 του Ν.3500/2006, για τα οποία αυτός καταδικάστηκε τιμωρούνται πλέον με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους η πρώτη τούτων και φυλάκισης η δεύτερη και διαζευκτικά με "χρηματική ποινή". Κατόπιν τούτων, κρίνεται αυτεπαγγέλτως ότι συντρέχει περίπτωση νεώτερου επιεικέστερου νόμου, κατ' εφαρμογή του οποίου είναι δυνατόν μετά από τυχόν νέα επιμέτρηση να επιβληθούν στον κατηγορούμενο αντί των ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκαν, χρηματικές ποινές και αντίστοιχη συνολική χρηματική ποινή, που συνιστά ασφαλώς, με βάση τις αξιολογήσεις του Ποινικού Κώδικα επιεικέστερη ποινική μεταχείριση, έναντι της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και συγκεκριμένα μόνο ως προς τις διατάξεις της, περί επιμέτρησης των ποινών και τυχόν καθορισμού νέας συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές, εάν αυτό είναι δυνατόν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠΔ), απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ.3589/2018 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά τις διατάξεις της περί επιμέτρησης των ποινών και καθορισμού συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της για νέα συζήτηση για τυχόν νέα επιμέτρηση ποινών και συνολικής ποινής στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο αν είναι δυνατόν από τους ίδιους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αριθμ.12944/2018 και από 21-11-2018 αίτηση αναίρεσης του Γ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., (οδός ...), καθώς και τους από 22-3-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης αυτού κατά της αμέσως παραπάνω αναγραφόμενης απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ