ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΜΕΣΑ - ΥΠΟΒΛΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ - ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗΣ-ΑΠ 365-23

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Άρθρο 362 ΚΠΔ (Ανάγνωση υποβλητικών αναφορών, εκθέσεων απομαγνητοφώνησης). Η ανάγνωση των αναφερομένων από τον Εισαγγελέα στο κατηγορητήριο  διαβιβαστικών εγγράφων της αστυνομίας και των εκθέσεων απομαγνητοφώνησης, ως αποδεικτικών της νομιμότητας και της ορθής κατά νόμο αλληλουχίας των ενεργειών, στις οποίες προέβησαν κατόπιν των συναφών εισαγγελικών παραγγελιών οι προανακριτικοί υπάλληλοι προς ανακάλυψη των εγκληματικών ενεργειών του εκκαλούντος αναιρεσείοντος, εξυπηρετεί και δεν παρεμποδίζει την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου εφόσον ο τελευταίος δεν στερήθηκε της δυνατότητας του κατ άρθρο 358 Κ.Π.Δ σχολιασμού αυτών.

Αριθμός 365/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 42/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Πηνελόπη Παρτσαλίδου – Κομνηνού – Εισηγήτρια, Ελένη Κατσούλη, Ελένη Μπερτσιά και Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1. ,2. .. , κατοίκων Κολωνού Αττικής, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαδάκη, 3.  , κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταματία Μάρκου και 4.  ….., κατοίκου Θεσσαλονίκης, η οποία δεν εμφανίστηκε, για αναίρεση της υπ΄αριθ. 597, 831/2021 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις: α)από 8-11-2021 δύο αιτήσεις αναιρέσεως και τους από 24-3-2022 πρόσθετους λόγους αυτών των 1ου και 2ου αναιρεσειόντων  …. και  ……, αντίστοιχα, β)την από 29-7-2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 5-1-2021 πρόσθετους λόγους αυτής του 3ου αναιρεσείοντος  ….. και γ)την από 8-10-2021 αίτηση αναιρέσεως της 4ης αναιρεσείουσας  …….., τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1014/21.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: Α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 8-10-2021 αίτηση αναίρεσης της 4ης αναιρεσείουσας  ….., Β) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του 1ου αναιρεσείοντος  …….. και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, Γ) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της 2ης αναιρεσείουσας  …….. να γίνει δεκτός όμως ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για μετατροπή της επιβληθείσας σ' αυτήν ποινής φυλάκισης σε χρηματική και να αναιρεθεί ως προς αυτήν η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση μόνον ως προς το σκέλος περί μετατροπής ή μη της ποινής της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης και Δ) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του 3ου αναιρεσείοντος  ….. και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ.1 εδ. γ΄ του Κ.Π.Δ., όπως ο τελευταίος ισχύει από 1-7-2019 μετά την κύρωση του νέου Κ.Π.Δ. με τον ν.4620/2019, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 Κ.Π.Δ. και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 Κ.Π.Δ., ενώ, κατά την παρ.3 εδ. α΄ του ιδίου άρθρου, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 Κ.Π.Δ., αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ’ αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 514 Κ.Π.Δ., αν ο αναιρεσείων δεν εμφανιστεί με συνήγορο ή δεν εκπροσωπηθεί από νόμιμα διορισμένο συνήγορο κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και αυτός καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 578 παρ.1 Κ.Π.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, από το περιεχόμενο των από 25 Φεβρουαρίου 2022 αποδεικτικών επίδοσης του Ξ   Ν  , Επιμελητή Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και από 15-2-2022 του Σ   Γ , Αστυφύλακα του Α.Τ. Δημοτικού Θεάτρου, προκύπτει, ότι επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα,  ……, με θυροκόλληση, καθώς και στον ορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο της, Φίλιππο Φίλια, δικηγόρο Πειραιά, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 155 παρ.2 και 166 παρ.1 Κ.Π.Δ., η υπ’ αρ.1014/14-2-2022 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να παραστεί η αναιρεσείουσα μετά ή δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο της 12ης Απριλίου 2022, προκειμένου να υποστηρίξει την από 8-10-2021 αίτησή της περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 597, 831/2021 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την επισήμανση ότι, αν ο αναιρεσείων δεν παραστεί στη δίκη ή στη μετ’ αναβολή αυτής με συνήγορό του, η αναίρεσή της θα απορριφθεί ως ανυποστήρικτη. Πλην, όμως, η ως άνω αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν εκφωνήθηκε το ονοματεπώνυμό της, κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της  ……, πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, σύμφωνα με την παρατεθείσα στην αρχή διάταξη του άρθρου 514 εδ. α΄ του Κ.Π.Δ., και, επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474, 476 παρ.1 και 510 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ’ ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, αξίωση που εξυπηρετεί τη δυνατότητα προσδιορισμού της έκτασης του μεταβιβαστικού αποτελέσματος. Αν δεν περιέχεται σ’ αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορρίπτεται (άρθρο 512 παρ.1 εδ. α΄ Κ.Π.Δ.). Εάν η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη διότι είναι αόριστοι και ασαφείς οι λόγοι της, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και δεν επιτρέπεται με αυτούς ούτε ακόμη και διασαφήνιση, ανάπτυξη ή συμπλήρωση των αορίστων και ασαφών λόγων της αίτησης αναίρεσης, αν δε, δεν υπάρχει έστω και ένας ορισμένος λόγος αναίρεσης, δεν ερευνώνται οι πρόσθετοι λόγοι, ακόμη και αν είναι από εκείνους που κατά το άρθρο 511 λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει καν αναίρεση ( Ολ. Α.Π.2/2002, Α.Π. 667/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση δήλωση αναίρεσης του κατηγορουμένου   ….., που καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ασκήθηκε στις 29-7-2021 ενώπιον της Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση και συντάχθηκε η υπ’ αριθμ.47/2021 σχετική έκθεση αναίρεσης, πλήττεται η υπ’ αριθμ.831/2021 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 19-10-2021, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις και του επιβλήθηκαν αντίστοιχες ποινές φυλάκισης. Στην ως άνω δήλωση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε πριν την καθαρογραφή και την καταχώριση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο, δεν διαλαμβάνεται κάποιος ορισμένος λόγος αναίρεσης. Πιο συγκεκριμένα, στην έκθεση αναίρεσης αναφέρονται τα εξής : «Ασκώ αναίρεση κατά της υπ’ αριθμ.831/22-7-2021 απόφασης του Β΄ Πενταμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών για τους ακόλουθους νομίμους και βάσιμους λόγους, ρητά επιφυλασσόμενος να υποβάλω περαιτέρω λόγους μετά την καθαρογραφή της ως άνω τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης. 1) Διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση του αρ.510 παρ.1 εδ. δ΄ ΚΠΔ, στερείται της ειδικής αιτιολογίας την οποία επιβάλλει το Σύνταγμα και έτσι εσφαλμένως δέχθηκε ότι είμαι ένοχος για τις πράξεις της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ’ εξακολούθηση, της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου και της παθητικής δωροδοκίας κατ’ εξακολούθηση. 2) Διότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρ.216 ΠΚ, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τελέστηκε η πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ’ εξακολούθηση, ενώ δεν συντρέχουν οι αντικειμενικοί και υποκειμενικοί όροι για την στοιχειοθέτηση της πράξης αυτής. 3) Διότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 87 παρ.5 Ν.3386/2005, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τελέστηκε η πράξη της διευκόλυνσης παράνομης εξόδου υπηκόων τρίτης χώρας από το ελληνικό έδαφος κατ’ εξακολούθηση, ενώ δεν συντρέχουν, σε ό,τι με αφορά, οι αντικειμενικοί και υποκειμενικοί όροι για την στοιχειοθέτηση της πράξης αυτής. 4) Διότι το Δικαστήριο, χωρίς την κατά νόμο ειδική αιτιολογία, απέρριψε το αίτημά μου να αναγνωριστεί στο πρόσωπό μου η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη. 5) Διότι το Δικαστήριο, χωρίς την κατά νόμο ειδική αιτιολογία, απέρριψε το αίτημά μου για μετατροπή της επιβληθείσας ποινής σε χρηματική ποινή, κατ’ άρθρο 82 ΠΚ». Η δήλωση αυτή αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης είναι παντελώς αόριστη διότι δεν περιέχεται σ’ αυτή ούτε ένας λόγος από το άρθρο 510 Κ.Π.Δ., κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, όπως απαιτείται, ώστε, από τα πραγματικά περιστατικά, των οποίων λείπει η έκθεση, να μπορούν να συγκροτηθούν οι συγκεκριμένοι λόγοι, που αναφέρονται, εν προκειμένω, αορίστως στην κύρια δήλωση αναίρεσης ότι εμπίπτουν στις περιπτώσεις της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων ως προς την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση. Κατ’ ακολουθία αυτών, η υπό κρίση δήλωση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ισίδωρου Μανούσου του Ιωάννη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ενόψει του απαραδέκτου αυτού της δήλωσης αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι κατά τις προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίοι ασκήθηκαν με κατάθεση εγγράφου στον Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 5-1-2022 . Μετά την απόρριψη της δήλωσης αναίρεσης και του δικογράφου πρόσθετων λόγων του αναιρεσείοντος  …….., πρέπει να επιβληθούν σ’ αυτόν τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρα 476 παρ.1 και 578 παρ.1 Κ.Π.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

Περαιτέρω, οι υπό κρίση δύο από 8-11-2011 δηλώσεις αναίρεσης των συγκατηγορουμένων 1.   και 2.   που επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αρ.πρωτ.10120/21 και 10119/21, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ’ αριθμ.597, 831/22-7-2021 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα ως περιέχουσες σαφείς και ορισμένους λόγους την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, την έλλειψη ακροάσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σύμφωνα με το Σύνταγμα και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (βλ. άρθρα 473 παρ.2, 3 , 474 παρ.4 και 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ , Δ΄ , Ε΄ Κ.Π.Δ.). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσία, συνεκδικαζόμενες και με τα από 24-3-2022 δύο δικόγραφα πρόσθετων λόγων των αντιστοίχων αναιρεσειόντων που παραδεκτά αυτοί άσκησαν, κατ’ άρθρο 509 Κ.Π.Δ.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Π.Δ., όταν εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν χρήζει, κατ’ αρχάς, ιδιαιτέρας αιτιολογίας, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη βούληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός εάν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Για την πληρότητα της αιτιολογίας, επίσης, αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Επιπλέον, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά κατ’ επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του Κ.Π.Δ., αφού η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ’ αυτήν διότι τότε δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία πάσχει και δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης δεν αφορά μόνο την κύρια απόφαση, αλλά απαιτείται για όλες τις αποφάσεις που λαμβάνει το δικαστήριο, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατ’ άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Π.Δ. από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου της πράξης, της ικανότητας προς καταλογισμό, στη μείωση της ποινής ή στην άρση του αξιοποίνου της πράξης, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών που μπορούν να προβληθούν, είναι και οι ισχυρισμοί περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 84 παρ.2 και παρ.3 Π.Κ. Επιπλέον, η απόφαση χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία συνάπτεται με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας αυτού, κατά το άρθρο 6 παρ.1, 2 και 3 περ. δ΄ της ΕΣΔΑ και 14 παρ.2 του ΔΣΑΠΔ, επιφέρει δε, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ΄ του Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του Κ.Π.Δ. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 362 παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ που εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, λόγω του χρόνου εκδικάσεως της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, (και είναι όμοιο κατά περιεχόμενο με το άρθρο 364 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ) «Στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Η ανάγνωση των εγγράφων αυτών στο ακροατήριο γίνεται ως προς τα ουσιώδη και σημαντικά, κατά την κρίση των διαδίκων, σημεία τους. Αν κατά την κρίση του διευθύνοντος τη συζήτηση τα σημεία των εγγράφων, η ανάγνωση των οποίων ζητείται από τους διαδίκους, δεν είναι ουσιώδη ή σημαντικά, μπορεί να ασκηθεί αμέσως προσφυγή σε όλο το δικαστήριο. Αν χρειάζεται κάποιος από τους μάρτυρες ή τους κατηγορουμένους να αναγνωρίσει ένα έγγραφο ή πειστήριο, ο διευθύνων τη συζήτηση το επιδεικνύει σε αυτόν». Με τη διάταξη του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται η αρχή της προφορικότητας στη χρησιμοποίηση των εγγράφων ως αποδεικτικών στοιχείων στην ποινική δίκη και επιβάλλεται η υποχρεωτική ανάγνωσή τους στο ακροατήριο, για να μπορούν αυτά να αξιοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα και να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο κατά την έκδοση σχετικής απόφασης, η οποία επιτρέπεται να στηριχθεί μόνο σε όσα αναπτύχθηκαν και συζητήθηκαν προφορικά στο ακροατήριο και όχι σε έγγραφα που δεν αναγνώσθηκε το περιεχόμενο τους ενώπιον των παραγόντων της δίκης. Κατ'αυτόν τον τρόπο το περιεχόμενο των κάθε είδους εγγράφων τίθεται υπό τον έλεγχο όλων των συμμετασχόντων στη δίκη και κυρίως του κατηγορουμένου, με συνέπεια να ικανοποιείται κατ' επέκταση και το γενικότερο δικαίωμα του σε δικαστική ακρόαση και προστασία (άρθρο 20 Συντ.), καθώς και σε μια δίκαιη ποινική δίκη (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ). Ομοίως η εν λόγω διάταξη εξυπηρετεί και την αρχή της δημοσιότητας στην ποινική δίκη και μάλιστα υπό την ειδικότερη μορφή της «δημοσιότητας των μερών» και περισσότερο του κατηγορουμένου ως προς τη δυνατότητά του να έχει σαφή επίγνωση των εις βάρος του αποδεικτικών στοιχείων, για να μπορεί να διαμορφώσει κατάλληλα την υπεράσπισή του. Αυτό συμβαίνει, εφόσον στην ποινική δίκη μπορούν τα έγγραφα να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα και να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο για την έκδοση απόφασης, μόνον όταν υποβληθούν στον έλεγχο της δημόσιας συζήτησης, για να μπορέσουν οι παράγοντες της ποινικής δίκης να υποβάλουν τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους επ' αυτών. Έγγραφο δε σύμφωνα με το άρθρο 13 γ' ΠΚ, είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Έγγραφο είναι και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή αναπαραγωγή στοιχείων που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία. Όλα τα παραπάνω έγγραφα «διαβάζονται» στην αποδεικτική διαδικασία, κατά τον τεχνικά πρόσφορο τρόπο για έκαστο από αυτά, ήτοι οι φωτογραφίες επισκοπούνται, βιντεοδίσκοι προβάλλονται κ.ο.κ. Εξάλλου, αναγνωστέα έγγραφα είναι τα έγγραφα, τα οποία, είτε έχει συμπεριλάβει ο εισαγγελέας που συνέταξε το κατηγορητήριο ή επιμελήθηκε την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο, είτε υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, από τους διαδίκους, τον εισαγγελέα ή και από κάποιον μάρτυρα. Τέλος, κατά το άρθρο $lj) παρ.1 ΚΠΔ «Ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθούν μόνο: Α) η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171), Β) η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, καθώς και η κατά το άρθρο 172 παρ. 2 έλλειψη ακρόασης,..». Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.1 περ.δ' και 2, όπως ισχύουν από 1-7-2019 και εφαρμόζονται λόγω του χρόνου εκδίκασης της ένδικης υπόθεσης, «Απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α)..., β)..., γ)..., δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε. 2. Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση» (ΑΠ 809/2022 ).Τέλος, κατά το άρθρο 174 παρ.1 εδ. β' ΚΠοινΔ (173 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ), οι απόλυτες ακυρότητες του άρθρου 171 του ίδιου κώδικα, που αναφέρονται στην προδικασία (άρθρα 239 έως 319 ΚΠοινΔ), πρέπει να προτείνονται μέχρι να γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, κατά δε το επόμενο άρθρο 175 παρ. 1 ΚΠοινΔ (174 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ), ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, ενώ κατά το άρθρο 176 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, των δε πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο (κύριας και προπαρασκευαστικής), το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία για την υπόθεση (ΑΠ 450/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ.597, 831/2021 απόφασή του, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες ως εξής : 1.   ….. για τις πράξεις της συγκρότησης, ένταξης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, χρήσης πλαστών εγγράφων κατ’ εξακολούθηση, διευκόλυνσης παράνομης εξόδου υπηκόου τρίτης χώρας από το Ελληνικό έδαφος από κοινού, κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία, σε τετελεσμένη μορφή και σε απόπειρα κατ’ εξακολούθηση, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ενεργητική δωροδοκία κατ’ εξακολούθηση, υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση και παράνομης οπλοκατοχής, σε συνολική ποινή κάθειρξης τριάντα ένα (31) ετών και έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 360.300 ευρώ. 2.Την  …….. για τις πράξεις της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, χρήσης πλαστών εγγράφων κατ’ εξακολούθηση και διευκόλυνσης παράνομης εξόδου υπηκόου τρίτης χώρας από το Ελληνικό έδαφος από κοινού, κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία, σε τετελεσμένη μορφή και σε απόπειρα κατ’ εξακολούθηση, σε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) ετών. Με τον πρώτο λόγο της δήλωσης αναίρεσής του, αλλά και με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους του ο αναιρεσείων   …. αιτιάται ότι πρόταξε ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου σαφή και ορισμένη ένστασή του για τη μη αποδεικτική αξιοποίηση των διαβιβαστικών εγγράφων της Αστυνομίας, με ακριβή προσδιορισμό αυτών καθώς και των εκθέσεων ανάλυσης που αναφέρονται σε αυτά τα έγγραφα, με βάση τα δια της αστυνομικής προανάκρισης συλλεγέντα στοιχεία, επειδή με αυτά τα έγγραφα αλλοιώνεται η αλήθεια και η αντικειμενική πραγματικότητα, καταργείται η προφορικότητα και η αμεσότητα της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και παραβιάζεται η συνταγματική διάταξη του άρθρου 26 Σ περί της διάκρισης των εξουσιών. Επίσης, εναντιώθηκε με την ίδια ένστασή του στην αποδεικτική αξιοποίηση των εκθέσεων απομαγνητοφώνησης του υποκλαπέντος λόγου των συνδιαλέξεων με άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών αυτών συνομιλιών, καθώς η απομαγνητοφώνηση αυτή διενεργήθηκε μετά από επιλογή δύο αναρμοδίως επιληφθέντων αστυνομικών και οι εκθέσεις αυτές δεν καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 148 επ. Κ.Π.Δ. αφού σε αυτές δεν περιγράφονται οι πιστοποιούμενες πράξεις ακριβώς. Πέραν αυτών, δεν χρησιμοποιήθηκε πραγματογνώμων για τη διενέργεια αυτών των απομαγνητοφωνήσεων, κατά τα άρθρα 183 επ. Κ.Π.Δ., τον οποίο επιβάλλεται να διορίσει ο ανακριτικός υπάλληλος. Ακόμη, με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους υποστηρίζει ότι έχει γίνει επιλεκτική απομαγνητοφώνηση των καταγεγραμμένων τηλεφωνικών συνομιλιών, όπως η επιλογή έγινε από αναρμόδιους αστυνομικούς υπαλλήλους. Ότι η από το Δικαστήριο αποδεικτική αξιοποίηση των ως άνω εγγράφων στοιχείων προξενεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο, παρά ταύτα το δικαστήριο απέρριψε την ένστασή του αυτή χωρίς την παράθεση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται για την απόρριψη υπερασπιστικού ισχυρισμού. Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την ένσταση του πιο πάνω αναιρεσείοντος περί μη ανάγνωσης των διαβιβαστικών εγγράφων και των εκθέσεων αναλύσεων και τα ανέγνωσε μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα που αναφέρονται στο οικείο τμήμα των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ως εξής : «….το προαναφερθέν αίτημα με το προπεριγραφόμενο περιεχόμενο είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, καθόσον αρχικά μεν η άρση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και η απομαγνητοφώνηση αυτών διατάχθηκε νόμιμα με σειρά βουλευμάτων κατόπιν αιτήσεων των αρμοδίων αστυνομικών αρχών και είναι σύννομες ως έγγραφα των οποίων η ανάγνωση είναι επιτρεπτή. Πέραν τούτου η γνωστοποίηση πέρατος της ανάκρισης υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του 1ου κατηγορουμένου, ο οποίος έλαβε γνώση του συνόλου της ανακριτικής διαδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και οι υλικοί φορείς ήχου και εικόνας, ψηφιακοί δίσκοι κ.λ.π. με τα δεδομένα που περιέχουν και άσκησε όλα τα δικαιώματά του. Εξάλλου από το περιεχόμενο των συνομιλιών κατά τα ποινικώς ενδιαφέροντα μέρη τους που έχουν καταγραφεί στις αναγνωσθείσες εκθέσεις απομαγνητοφώνησης, την καταγραφή των οποίων όφειλαν να διαπιστώσουν οι δύο αστυνομικοί που έχουν συντάξει αυτές (εκθέσεις), προκύπτει ότι η ανάγνωση και λήψη υπόψη των από 11-4-2014, 15-4-2014, 28-4-2014, 29-4-2014 και 3-5-2014 εκθέσεων απομαγνητοφώνησης ψηφιακών δίσκων που περιέχουν απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες των μελών της επιδίκου εγκληματικής οργάνωσης, είναι αναγκαία και απαραίτητη διότι από την αξιοποίηση αυτών (εκθέσεων) αποκαλύφθηκε ένα δαιδαλώδες εγκληματικό δίκτυο και συνελήφθησαν τα περισσότερα μέλη της εν λόγω οργάνωσης και συνεπώς παρέχουν πλήρη απόδειξη, στην ανταπόδειξη δε κατ’ αυτών δεν προέβη ο 1ος κατηγορούμενος. Για τους ίδιους παραπάνω λόγους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και το έτερο σκέλος του αιτήματος του 1ου κατηγορουμένου και να αναγνωστούν και ληφθούν υπόψη τα με αρ. πρωτ. 1047/131-σνκ΄, από 14-11-2014 εγγράφου της Υποδιεύθυνσης Οργανωμένου Εγκλήματος και εμπορίας Ανθρώπων της ΔΑΑ με συνημμένο αριθμό πρωτοκόλλου 182930/26-11-2014 διαβιβαστικόν της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών προς το Τμήμα Δίωξης Αυτοφώρων Εγκλημάτων και του με αρ.πρωτ.1047/3/131-σνι΄ , από 14-11-2014, εγγράφου της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και Εμπορίας Ανθρώπων της ΔΑΑ με συνημμένο αριθμό πρωτοκόλλου 18282/1-12-2014 διαβιβαστικού της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών προς το Τμήμα Δίωξης Αυτοφώρων Εγκλημάτων». Το Δικαστήριο, μετά από αυτά, με πλήρη αιτιολογία και νομική θεμελίωση απέρριψε των ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο οποίος προβλήθηκε παραδεκτά κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία. Ειδικότερα, η ανάγνωση των αναφερομένων από τον Εισαγγελέα στο κατηγορητήριο ως άνω διαβιβαστικών εγγράφων ως αποδεικτικών της νομιμότητας και της ορθής κατά νόμο αλληλουχίας των ενεργειών, στις οποίες προέβησαν κατόπιν των συναφών εισαγγελικών παραγγελιών οι προανακριτικοί υπάλληλοι προς ανακάλυψη των εγκληματικών ενεργειών του εκκαλούντος αναιρεσείοντος, εξυπηρετεί και δεν παρεμποδίζει την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου εφόσον ο τελευταίος δεν στερήθηκε της δυνατότητας του κατ'αρθρο 358 Κ.Π.Δ σχολιασμού αυτών. Η επίκληση ότι τα έγγραφα αυτά περιέχουν δικαιοδοτικές κρίσεις από αναρμόδιους ανακριτικούς υπαλλήλους προβάλλεται αορίστως, καθώς για την έρευνα από τον Άρειο Πάγο της σχετικής με την αιτίαση αυτή , από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Α Κ.Π.Δ προβαλλόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, ήταν αναγκαίο να εξειδικεύονται τα σημεία των εγγράφων, τα οποία, συνδεόμενα λειτουργικά με την ενοχή, οδήγησαν ανεπιτρέπτως κατά τον αναιρεσείοντα το Δικαστήριο της ουσίας σε καταδικαστική κρίση. Εξάλλου και η αναφερόμενη στην ίδια αναιρετική πλημμέλεια αιτίαση, κατά το μέρος που αναφέρεται στην, από το Δικαστήριο της ουσίας ανάγνωση και την, ως εκ τούτου, ανεπίτρεπτη κατά τον αναιρεσείοντα αποδεικτική αξιοποίηση, των εκθέσεων απομαγνητοφώνησης του υποκλαπέντος λόγου των συνδιαλέξεων με άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών αυτών συνομιλιών είναι αβάσιμη Τούτο δε, διότι η μη τήρηση της διαδικασίας κατ'αρθρο 148 επ. Κ.Π.Δ για την κατάρτιση των εκθέσεων απομαγνητοφώνησης και η διενέργεια τους από αναρμοδίους προς τούτο αστυνομικούς και όχι από ειδικό προς τούτο κατά τα άρθρα 183 επ. Κ.Π.Δ πραγματογνώμονα, διορισμένο από τον ανακριτικό υπάλληλο, όπως και η επιλεκτική απομαγνητοφώνηση των καταγεγραμμένων τηλεφωνικών συνομιλιών από τους ίδιους, αφορούν απόλυτες ακυρότητες του άρθρου 171 του ίδιου κώδικα, που αναφέρονται στην προδικασία, οι οποίες, εφόσον δεν προτάθηκαν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο έχουν καλυφθεί, και, η ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας προβολή τους είναι απαράδεκτη. Συνεπώς, ουδεμία ακυρότητα προκλήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία του Δικαστηρίου της ουσίας και ουδέν δικαίωμα του αναιρεσείοντα ως κατηγορουμένου εθίγη, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντα  …….., από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ & Δ΄ Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι.

Όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στο προοίμιο του σκεπτικού του αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα περιστατικά :   

..............................

Με τις ως άνω παραδοχές του το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και θεμελίωσε την καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του, παραθέτοντας με πληρότητα, σαφήνεια και επάρκεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων, για τα οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, ως ένοχοι αυτών, ενεργώντας στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης με διεθνή αντίκτυπο, ο πρώτος ως διευθύνων την οργάνωση αυτή και η δεύτερη ως μέλος αυτής μαζί με άλλα πρόσωπα με συγκεκριμένο ρόλο, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των συγκεκριμένων εγκλημάτων, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που με βεβαιότητα έλαβε υπόψη του και από τα οποία συνήγαγε αυτά, καθώς και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στ΄,α΄, ε΄, 16, 17, 18, 26 παρ.1α , 27 παρ.1, 42 παρ.1, 45, 47, 50, 51, 52, 53, 57, 79, 80, 83, 98, 187 παρ.1, 2, 216 παρ. 1, 2, 3, 224, 235, 236 παρ.1, 83 παρ.1 εδ.α΄, 87 παρ.5 εδ.β΄, α΄ Ν.3386/2005 και ήδη ισχύοντος άρθρου 29 παρ.5 Ν.4251/2014, αρ.2 περ.γ΄ , δ΄, 3 περ.α΄, ιγ΄, κ, 45 παρ.1 στοιχ. Γ΄ , α΄ Ν.3691/2008, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 39 παρ.1α , γ΄ Ν. 4557/2018 και στη συνέχεια από το άρθρο 6 Ν.4816/9-7-2021, άρθρο 1 παρ. 1, στοιχ. α΄, δ΄, 7 παρ.1, 8 στοιχ. α΄ Ν.2168/1993, 22 παρ.1 Ν.1566/1986. Το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως, αλλά ούτε και με πλάγιο τρόπο και επομένως, στήριξε την απόφασή του σε νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, εκτίθενται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν και στα οποία στοιχειοθετούνται οι προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις για τις οποίες οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν. Ήτοι, περιγράφεται με λεπτομέρεια η συγκρότηση και η διάρθρωση της δομημένης με διαρκή δράση ένδικης εγκληματικής οργάνωσης, την οποία διηύθυνε ο πρώτος αναιρεσείων και ενεργό μέλος της υπήρξε η δεύτερη αναιρεσείουσα, η οποία μαζί με άλλα μέλη της οργάνωσης συμμετείχε σε τουλάχιστον 54 περιπτώσεις διευκόλυνσης παράνομης εξόδου αλλοδαπών υπηκόων Αλβανίας με σκοπό πορισμού εισοδήματος αφού για κάθε περίπτωση διευκόλυνσης αλλοδαπού καθορίστηκε από τον διευθύνοντα την οργάνωση σχετικό αντίτιμο, το οποίο καταβάλετο από τον ενδιαφερόμενο. Προσδιορίζονται τα συμμετέχοντα μέλη της οργάνωσης και ο εκάστοτε ρόλος καθένα, που συνίστατο ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, στη συμμετοχή διεκπεραίωσης των τουλάχιστον 54 περιπτώσεων εξόδου αλλοδαπών με το να συνοδεύει αυτούς σε αστυνομικές υπηρεσίες και αεροδρόμια, να παρίσταται ως μάρτυρας για την υφαρπαγή των δελτίων ταυτότητας και να συνταξιδεύει με αυτούς, διευκολύνοντας έτσι την παράνομη έξοδό τους από τη χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 16-2-2011 έως 1-5-2014 (βλ. πρακτικά προσβαλλόμενης σελ.237-238 γΒβ) . Αναφέρεται ο εγκληματικός σκοπός της οργάνωσης αυτής που συνίστατο στην παράνομη διακίνηση αλλοδαπών υπηκόων, κυρίως Αλβανικής υπηκοότητας από την Ελλάδα προς τις ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο και Αυστραλία. Η οργάνωση διευκόλυνε την παράνομη έξοδο αυτών από τη χώρα με τη μέθοδο της χρήσης γνησίων ελληνικών διαβατηρίων, τα οποία όμως ήταν προϊόντα υφαρπαγής, την οποία (υφαρπαγή) επετύγχαναν παραπλανώντας τις αστυνομικές αρχές και με τη χρήση νοθευμένων γνησίων δημοσίων εγγράφων ελληνικών αρχών, ο τρόπος επίτευξης των οποίων και η μέθοδος που ακολουθούσε η προκείμενη εγκληματική οργάνωση περιγράφεται απολύτως. Προσδιορίζεται η δομή της οργάνωσης, με διευθύνοντα τον  ….. όπως προεκτέθηκε, καθώς και η σύμπραξη των συγκεκριμένων προσώπων συγκατηγορουμένων που είχαν διακριτούς ρόλους και ενεργούσαν σύμφωνα με αυτούς. Επίσης, οι αναιρεσείοντες έκαναν χρήση νοθευμένων εγγράφων κατά εξακολουθητικό τρόπο, με την αντικατάσταση της φωτογραφίας του νομίμου κατόχου, εν γνώσει τους, με σκοπό να προσπορίσουν στους εαυτούς τους και τα άλλα μέλη της οργάνωσης περιουσιακό όφελος, το οποίο υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, αφού για κάθε πλαστό έγγραφο αποκόμιζαν τουλάχιστον 4.000 ευρώ (βλ. 76 περιπτώσεις αντικατάστασης και άλλες 5 περιπτώσεις χρήσης πλαστών εγγράφων, σελ.239 δτ). Έτσι, εκτός των άλλων εγκλημάτων, για τα οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν, αυτοί κρίθηκαν ένοχοι και για την αξιόποινη πράξη που καθιερώνεται αυτοτελώς με το άρθρο 87 παρ.5 ν.3386/2005, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρου 48 ν.3772/2009 (διευκόλυνση παράνομης εξόδου υπηκόων τρίτης χώρας από το ελληνικό έδαφος από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία- τετελεσμένη και σε απόπειρα), η διάταξη δε αυτή είναι ταυτόσημη με την ήδη ισχύουσα του άρθρου 29 παρ.5 ν.4251/2014, συνεπώς, ορθώς το Δικαστήριο εφάρμοσε την πρώτη που ανταποκρίνεται στους χρόνους τέλεσης της εν λόγω εξακολουθητικής πράξης, μνημονεύοντας και τη δεύτερη (Α.Π.915/2020). Κατόπιν αυτών, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ & Ε΄ Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης των αναιρεσειόντων (τρίτος πρόσθετος λόγος του  …….. και πρώτος από το κύριο δικόγραφο αναίρεσης και δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι της ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικών ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές δε αιτιάσεις, περιεχόμενες στις δηλώσεις αναίρεσης και δικόγραφα πρόσθετων λόγων των αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθούν, επειδή με αυτές πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου και η εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτες.

Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ.2 περ. α΄ του ήδη ισχύοντος νέου Π.Κ., θεωρείται ότι ‘’ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα’’. Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστηρίου δυναμένου να κρίνει στο πλαίσιο του άρθρου 178 Κ.Π.Δ. Το κριτήριο της ‘’νόμιμης ζωής’’ είναι δεικτικό βεβαίωσης έναντι του προηγουμένως ισχύοντος της ‘’έντιμης ζωής’’ και έτσι τώρα διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η ασφαλής διαπίστωση ότι συντρέχει το νομικώς κρίσιμο στο κράτος δικαίου ότι ο πολίτης που κρίνεται συμμορφώνεται στο νόμο. Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ.1 εδ. β΄) ‘’απαραβίαστη’’ προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή. Η σύννομη ζωή δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με τον πραγματικό σεβασμό των εννόμων αγαθών στον καθημερινό βίο. Περαιτέρω, για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 δ΄ Π.Κ., ήτοι για το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης ή η μετά τη σύλληψη του υπαιτίου ομολογία της πράξης του, έστω και αν έγινε αυθόρμητα. Περαιτέρω, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται και η προβλεπόμενη από το στοιχείο ε΄ της παρ.2 του άρθρου 84 Π.Κ., δηλαδή ‘’το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμη και κατά την κράτησή του ‘’. Για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση, υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, πρέπει η συμπεριφορά του να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, χωρίς να αρκεί η απλή, καλή και συνήθης συμπεριφορά, όπως η εργασία και η ομαλή οικογενειακή ζωή χωρίς παραβατικότητα και μόνο, διότι η καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση της προκείμενης ελαφρυντικής περίστασης, συγκεκριμένη θετική, μετά την πράξη, προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, που υποδηλώνει ότι το άτομο αποτίναξε το παρελθόν και άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν εξακολουθεί να ζει όπως πριν με εξαίρεση την παραβίαση νόμων. Εξάλλου, υπό καθεστώς κράτησης εντός σωφρονιστικού καταστήματος, το άτομο πρέπει να επιδεικνύει διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς κρατουμένου, η οποία οπωσδήποτε συνέχεται με την εξαιρετική βελτίωσή του, σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν είναι αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού (Α.Π.49/2022, Α.Π.518/2020, Α.Π.130/2020). Τέλος, στην παρ.3 του άρθρου 84 Π.Κ. προβλέπεται, ότι ως ελαφρυντική περίσταση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Με τη ρύθμιση αυτή εναρμονίζεται η νομοθεσία προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ, σε σχέση με τα πρόσφορα μέσα θεραπείας της παραβίασης του από το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ θεμελιώδους δικαιώματος του κατηγορουμένου να δικάζεται η υπόθεσή του εντός λογικής προθεσμίας. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 ν. 4239/2014 ‘’το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συνεκτιμώντας ιδίως : α) την καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για τη διάρκεια της οποίας διατυπώνεται παράπονο ότι υπερέβη την εύλογη διάρκεια, β) την πολυπλοκότητα των τιθεμένων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμοδίων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα. Τα οριζόμενα παραπάνω εφαρμόζονται αναλόγως και στις διαδικασίες ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων (βλ. άρθρο 7 παρ.1 αυτού ως άνω νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προέβαλαν παραδεκτά κατά την ποινική διαδικασία του ακροατηρίου οι αναιρεσείοντες  ….. και  ….. ως εξής(σελ. 430στ-430ιβ): «Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήγορος τους 1ου κατηγορουμένου – εκκαλούντος ζήτησε να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις της διάταξης του άρθρου 84 παρ.2 περ.α΄και ε΄ του ΠΚ καθώς και 84 παρ.3 ΠΚ τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς ανάπτυξε προφορικά στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά και εγγράφως, ισχυριζόμενος για την περίπτωση α΄ ότι: διατηρούσε επιχείρηση παραγωγής και πώλησης προϊόντων άρτου από το έτος 2008, ενώ από το 2012 ξεκίνησε η λειτουργία της επιχείρησής του σχετικό με την παροχή υπηρεσιών διαδικτύου, ότι παραλλήλως ασχολήθηκε με την εισαγωγή αυτοκινήτων από το εξωτερικό, ότι δραστηριοποιήθηκε στην αγοραπωλησία ακινήτων ως μεσίτης αστικών συμβάσεων, προκειμένου όλες τις ανωτέρω δραστηριότητες να στηρίξει οικονομικά και να πλαισιώσει – φροντίσει την οικογένειά του, ιδιαιτέρως τα τρία τέκνα του, γεννηθέντα τα έτη 1997, 2007 και 2001, αντίστοιχα ότι ουδέποτε κατά το χρονικό διάστημα από το 2010 μέχρι το 2014 διέπραξε κάποιο αδίκημα, για την περίπτωση δ΄ ότι: από την προδικασία ήδη αποδέχτηκε ορισμένες από τις σε βάρος του κατηγορίες και συνέτεινε με την άμεση σύμπραξή του στη διάγνωση σε βάθος της υπόθεσης για την περίπτωση ε΄ ότι: από της συλλήψεώς του Μάϊο του 2014 μέχρι σήμερα, δηλαδή για χρονικό διάστημα 7ετών η συμπεριφορά του ήτο ανεπίληπτη ως ενταγμένο και σωφρονιστικό μέλος της κοινωνίας, ότι πάσχει, από σοβαρά προβλήματα υγείας όπως επιληπτικές κρίσεις από εγκεφαλική επιληψία, ημιπληγία, δυσαρθρία, αριστερή πυραδική συνδρομή, παθήσεις των αγγείων του εγκεφάλου και αριστερή ημιπάρεση ότι κατά τη διάρκεια της κράτησης απέκτησε σημαντική μόρφωση με την από 29-6-2015 βεβαίωση του Σχολείου ΣΔΕ του Κορυδαλλού επιβραβεύτηκε ως εκπαιδευόμενος «…για την ανελλιπή και ουσιαστική φοίτησή του…» ότι εντάχτηκε στο σχολείο για τη σχολική χρονιά 2014-2015 στον Α΄κύκλο σπουδών, ότι παρακολούθησε τα μαθήματα ολοκληρώνοντας τον Α΄Κύκλο Σπουδών και προήχθη στον Β΄Κύκλο για τη σχολική χρονιά 2015-2016, δείχνοντας μεγάλο ενδιαφέρον για τη μάθηση, ότι πραγματοποίησε συνολικά 609 ¼ ενεργητικά ημερομίσθια για την περίπτωση του άρθρου 84 παρ.3 ΠΚ ότι η διάρκεια της προκειμένης ποινικής διαδικασίας δεν υπήρξε εύλογη, καθόσον ξεκίνησε τον Μάϊο του 2014 και δεν έχει σήμερα εισέτι ολοκληρωθεί δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον των 7 ετών, ότι δεν ανεστάλη η ποινική διαδικασία εξαιτίας των εκτάκτων μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας – Covid 19, ότι είχαν ήδη αποτελέσει στοιχεία εν λόγω υπόθεσης η έκθεση ανάλυσης συλλεχθεί προανακριτικού υλικού, καθώς οι απομαγνητοφωνήσεις των υποκλαπεισών τηλεφωνικών συνομιλιών και συνδιαλέξεων μου, ότι δεν πρόβαλε κανένα εμπόδιο ή κώλυμα στην ομαλή και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος εξέλιξη και ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας και ότι τέλος δεν υπήρξε πρόξενος αναβολής ή διακοπής της ποινικής διαδικασίας και η εκτενής υποδικία του αποτελεί ταλαιπωρία για τον ίδιο και την οικογένειά του, να αναγνωρισθεί ως πρόσθετη ελαφρυντική περίσταση. Οι ανωτέρω υποβληθέντες από τον συνήγορο του 1ου κατηγορουμένου αυτοτελείς ισχυρισμοί περί αναγνωρίσεως των ανωτέρω ελαφρυντικών περιστάσεων κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον για την περίπτωση α΄ δεν προέκυψε ότι η σύννομη ζωή κατά την διάρκεια των παραπάνω ετών (2014 μέχρι σήμερα) απέδειξε ότι σέβεται τα έννομα αγαθά και συμπεριφέρεται κατά τις επιταγές του νόμου, ώστε τα επίδικά εγκλήματα που έχει τελέσει και για τα οποία καταδικάστηκε να εμφανίζονται ως μοναδική παραφωνία, δηλαδή κάτι που κανένας δεν περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Συγκεκριμένα εκ των προαναφερθέντων επικαλουμένων πραγματικών γεγονότων δεν υποδηλώνεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του δεν παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής του προδιάθεσης. Για την περίπτωση δ΄ δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να εκδηλώνεται η ειλικρινής έμπρακτη, μεταμέλεια του 1ου κατηγορουμένου που να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά που να δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, χωρίς να αρκεί η απλή αναφορά ότι αποδέχτηκε ορισμένες από τις βάρος του κατηγορίες ήδη από την προδικασία, δεδομένου ότι εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσε να αρνηθεί ορισμένες αξιόποινες πράξεις του που προέκυπταν από τις απομαγνητοφωνήσεις των τηλεφωνικών συνομιλιών του. Για την περίπτωση ε΄δεν επικαλείται ούτε απέδειξε ο 1ος κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση δηλαδή στοιχείων που να δείχνουν σαφή μεταστροφή του χαρακτήρα του, καθόσον τα επικαλούμενα γεγονότα, της καλής διαγωγής, της έλλειψης πειθαρχικής καταδίκης της εργασίας, της επιμόρφωσης και γενικά της τυπικής και συνήθους συμμόρφωσης του καταδίκου – 1ου κατηγορουμένου στο εξαναγκαστικό και ρυθμιστικό πλαίσιο των σωφρονιστικών καταστημάτων αξιολογούνται και αξιοποιούνται, καταρχήν, για την παροχή των ευεργετημάτων που προβλέπει ρητά και ειδικά ο νόμος (συνυπολογισμός χρόνου εργασίας κατά την έκτιση της ποινής, λήψη αδειών κλπ) στην απόλαυση των οποίων προδήλως και ευλόγως αποσκοπεί κάθε κρατούμενος και δεν αρκούν για την χορήγηση του σχετικού ελαφρυντικού. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν προέκυψαν για τον 1ο κατηγορούμενο εξαιρετικές και διακριτές περιπτώσεις από τις οποίες η στάση και συμπεριφορά του υπερβαίνει κατά πολύ τη συνήθη στάση και συμπεριφορά συμμόρφωσης του μέσου κρατούμενου για την εξασφάλιση των προβλεπόμενων σωφρονιστικών ευεργετημάτων και αντανακλά, με διαπιστωμένη βεβαιότητα, την ειλικρινή ψυχοβουλητική μεταστροφή αυτού, τη σταθερή εναρμόνισή του προς τις επιταγές της έννομης τάξης και την ουσιαστική σωφρονιστική βελτίωση της προσωπικότητάς του.

Για την περίπτωση του 84 παρ.3 ΠΚ η εκδίκαση της προκειμένης ποινικής διαδικασίας δεν υπερέβη την εύλογη διάρκεια και συγκεκριμένα η σύλληψη ορισμένων εκ των μελών της εγκληματικής οργάνωσης ή και μη μελών αυτής, έλαβε χώρα αρχές του έτους 2014, ακολούθως επακολούθηση ανάκριση, εκδοθέντος του με αρ. 2133/2017 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για 56 κατηγορούμενους δηλαδή μεγάλο αριθμό κατηγορουμένων με πολλες κατηγορίες και με πολυπλοκότητα των τιθεμένων πραγματικών νομικών ζητημάτων όπως νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, εγκληματική οργάνωση, ενεργητική και παθητική δωροδοκία, διευκόλυνση παράνομης εξόδου από το ελληνικό έδαφος υπηκόων τρίτης χώρας από κοινού και από κερδοσκοπία, πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ΄εξακολούθηση άνω των 120.000 ευρώ, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης κλπ.

Περαιτέρω συνήγορος της 2ης κατηγορουμένης ζήτησε την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ. ε΄του ΠΚ που ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, αλλά και γραπτά, ισχυριζομένη ότι καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα από την τέλεση της πράξης δηλαδή από το 2010 μέχρι τον Μάϊο του 2014, αλλά και έως σήμερα εργάστηκε ως σερβιτόρα σε καφέ, ακολούθως πουλούσε λουλούδια σε νυχτερινά κέντρα προκειμένου να συνδράμει στη συντήρηση της οικογένειάς της και ότι φρόντιζε ως κύριο μέλημά της για την ανατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων της,  ….., γεννηθέντα το 2007 και 2011, αντίστοιχα που απέκτησε από την έγγαμη συμβίωσή της με τον 1ο κατηγορούμενο. Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά θετικής και επωφελούς συμπεριφοράς της για μεγάλο χρονικό διάστημα, δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής της συμβίωσης και από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα της, μη αρκούσης της απλής καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής, χωρίς παραβατικότητα και μόνον, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητική καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας, κατά τα προαναφερθέντα».

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες για την αναγνώριση στο πρόσωπό τους τις προεκτεθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις, με τις παραπάνω παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος, αλλά κατά τον νόμο συνεκτιμώνται η ιδιαιτερότητα της εξέλιξης της ποινικής διαδικασίας σε αναφορά με τις δυνατότητες των ανακριτικών ή άλλων κρατικών αρχών, καθώς και η πολυπλοκότητα της φύσης της συγκεκριμένης υπόθεσης σε αναφορά με τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που απασχολούν. Με βάση την ποινική εξέλιξη της παρούσης υπόθεσης και τις δυσκολίες που συνάντησαν οι ανακριτικές αρχές, το Δικαστήριο έκρινε με αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών ότι η εκδίκαση της προκείμενης υπόθεσης δεν υπερέβη την εύλογη διάρκεια της δίκης. Εξάλλου, για τη μεταγενέστερη συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, ο οποίος από τον Μάιο του 2014 κρατήθηκε στις φυλακές, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε με συγκεκριμένα περιστατικά η πραγματική μεταστροφή στο χαρακτήρα του, καθόσον τα επικαλούμενα από αυτόν γεγονότα της καλής διαγωγής, της έλλειψης πειθαρχικής καταδίκης και της παρακολούθησης μαθημάτων και της εκτέλεσης 609 ευεργετικώς υπολογισθέντων ημερομισθίων μέσα στο σωφρονιστικό κατάστημα αξιολογήθηκαν ότι έγιναν με το σκοπό και μόνο της εξασφάλισης των προβλεπόμενων σωφρονιστικών ευεργετημάτων. Για την αναιρεσείουσα το Δικαστήριο με επαρκή αιτιολογία απέρριψε το προβληθέν από την υπεράσπισή της ελαφρυντικό της καλής μεταγενέστερης συμπεριφοράς αφού δέχθηκε ότι τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν αποδεικνύουν μεταστροφή του χαρακτήρα της, ενόψει του ότι δεν αρκεί η συνήθης, καλή και ομαλή οικογενειακή και εργασιακή ζωή. Μετά από αυτά και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης εκάστης αναίρεσης των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμος. Τέλος, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι, αν και υποβλήθηκε από την υπεράσπιση της αναιρεσείουσας αίτημα περί μετατροπής της επιβληθείσας εις βάρος της ποινής φυλάκισης σε χρηματική, κατ’ άρθρο 82 παρ.1 εδ. γ΄ του προϊσχύσαντος Π.Κ., επειδή συντρέχουν οι όροι του νόμου, εντούτοις, το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφασίσει περί αυτού του συγκεκριμένου αιτήματος της υπεράσπισης της κατηγορουμένης. Κατόπιν των περιστατικών αυτών, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. A΄ Κ.Π.Δ. πρώτος πρόσθετος λόγος που πρόβαλε η αναιρεσείουσα, ότι συνέτρεξε απόλυτη ακυρότητα από την ως άνω παράλειψη όπως εκτιμάται ο σχετικός λόγος (βλ. αθρ.172 παρ.1 ΚΠΔ) της έλλειψης ακρόασης, αλλά και ο με στοιχ. Δ΄ του ιδίου άρθρου συνυποβαλλόμενος λόγος περί της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εξ αιτίας της αναιτιολόγητης απόρριψης αιτήματος της υπεράσπισης, είναι βάσιμος και πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος της αυτό και μόνο, σχετικά με την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας επί του προαναφερομένου αιτήματος της αναιρεσείουσας. Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519, 522 Κ.Π.Δ.). Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση δήλωση αναίρεσης της αναιρεσείουσας  ….. να απορριφθεί, κατά τα λοιπά. Η υπό κρίση δήλωση αναίρεσης του αναιρεσείοντα  ……, πρέπει, κατά τα ανωτέρω, να απορριφθεί στο σύνολό της, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ.1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη την από 8-10-2021 δήλωση αναίρεσης της  …., κατοίκου Θεσσαλονίκης κατά της 597,831/2021 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την υπ’ αρ.47/2021 έκθεσης αναίρεσης, από 29-7-2021 δήλωση αναίρεσης, του  ……, κατοίκου Ιλίου Αττικής και ήδη κρατουμένου στο ΚΚ Λάρισας κατά της υπ’ αριθμ.831/2021 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και το από 5-1-2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων του ιδίου.

Επιβάλλει στους ως άνω αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ στον καθένα.

Απορρίπτει την από 8-11-2021 δήλωση αναίρεσης του  …..

κατοίκου Αθηνών, κατά της υπ’ αριθμ. 597,831/2021 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και το από 24-3-2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων του ιδίου.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 597,831/2021 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το μέρος της περί μετατροπής ή μη σε χρηματική της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης σε βάρος της  …… ή όχι.

Παραπέμπει την υπόθεση αυτή κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 8-11-2021 δήλωση αναίρεσης της  ……, κατοίκου Αθηνών, κατά της υπ’ αριθμ. 597,831/2021 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και το από 24-3-2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων της ιδίας.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ    Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login