ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Η συνομιλία της εκκαλούσας με τον κατηγορούμενο σε ανοικτή ακρόαση από το τηλέφωνο της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων , χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, δεν συνιστά παράνομο αποδεικτικό μέσο, αφού δεν αποτυπώθηκε σε υλικό φορέα ή δεν έγινε αθέμιτη χρήση της πληροφορίας (ΑΠ 835/2021)
Απόφαση 835 / 2021 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 835/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Κουβίδου, 'Αννα Φωτοπούλου-Ιωάννου-Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μωυσίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Χ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Λαμπίρη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 390/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 18 Ιουνίου 2021 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18.06.2021 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../2021, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 390/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 720/2021.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση, να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 18.6.2021 αίτηση-δήλωση του Ι. Χ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ.390/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης: την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και την έλλειψη αιτιολογίας [άρθρ.510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ του ΚΠοινΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 30 παρ. 2 ΚΠοινΔ, καμία απόφαση ή ποινική διαταγή ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμιά διάταξη ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας. Περαιτέρω, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 138 ΚΠοινΔ, πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο Εισαγγελέας καθώς και οι παρόντες διάδικοι, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η παράβαση της προηγούμενης παραγράφου συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος και της διάταξης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. β' ΚποινΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την υποχρεωτική συμμετοχή του Εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠοινΔ ως λόγος αναίρεσης απόφασης ποινικού δικαστηρίου μπορεί να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι, αν στον Εισαγγελέα δεν δοθεί ο λόγος και ως εκ τούτου δεν διατυπώσει αυτός πρόταση πριν από την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται, υποβληθέν κατά τρόπο ορισμένο, συγκεκριμένο νόμιμο αίτημα του κατηγορουμένου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Α' και 171 παρ. 1 εδ. β' ΚΠοινΔ. Όμως, από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας της έδρας, όταν λαμβάνει το λόγο και αναπτύσσει την κατηγορία και προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου, σιωπηρώς, προτείνει και την απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του κατηγορουμένου, επί των οποίων είχε επιφυλαχθεί προηγουμένως και, κατά συνέπεια, ουδεμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο δημιουργείται (ΑΠ795/2019, ΑΠ106/2019, ΑΠ464/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1γ'ΚΠοινΔ, όταν εμφανίζεται ο εκκαλών στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο "σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 363 και τα έγγραφα υπό τους όρους του άρθρου 362. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329 έως 338, 340, 346 έως 349, 352, 357 έως 361,364 έως 373". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ανάγνωση στην κατ' έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχόμενων σ' αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική και καμία ακυρότητα δεν επάγεται η ανάγνωση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των εμπεριεχομένων, στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καταθέσεων των μαρτύρων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της δωροληψίας υπαλλήλου με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Όπως προκύπτει από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα πρακτικά συνεδρίασης της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ανέπτυξε προφορικά και παρέδωσε εγγράφως τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, αιτούμενος την απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης και λήψης υπ' όψιν της κατάθεσης της δημοσιογράφου Ε. Κ., όπως αυτή εμπεριέχεται στην έκθεση πρακτικών και απόφασης της εκκαλούμενης υπ' αριθμ. 3155/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ο εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, επιφυλάχθηκε να προτείνει επί του ανωτέρω ισχυρισμού διαρκούσης της διαδικασίας και το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της μάρτυρος Ε. Κ., του μάρτυρα Θ. Π., ανέγνωσε τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είναι ενσωματωμένα στην υπ' αριθμό 3155/2018 εκκαλουμένη απόφαση, τα λοιπά έγγραφα που ήταν αναγνωστέα ως και τα προσκομισθέντα από τον συνήγορο του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, στη συνέχεια εξέτασε τους προταθέντες μάρτυρες υπερασπίσεως, κατόπιν απολογήθηκε ο κατηγορούμενος και τέλος ο Εισαγγελέας πρότεινε την απαλλαγή του. Ακολούθως, μετά από το λεπτομερές σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι "Στην Αθήνα στις 9.8.2014, όντας υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ποινικού κώδικα, κατά παράβαση των καθηκόντων του ζήτησε και έλαβε άμεσα για τον εαυτό του, οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα, για ενέργεια του μελλοντική, που ανάγεται στα καθήκοντά του. Συγκεκριμένα, όντας αστυνομικός, υπηρετών στην Υποδιεύθυνση Κρατικής Ασφαλείας/Τμήμα Προστασίας Προσώπων Ειδικών Κατηγοριών που είχε αναλάβει τη φρούρηση (συνοδευτική ασφάλεια) και φύλαξη της δημοσιογράφου Ε. Κ., η οποία είχε στοχοποιηθεί από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο και αποτελούσε ευπαθή στόχο, στις 25.07.2014 απαίτησε από αυτήν την καταβολή του χρηματικού ποσού των εκατό έως διακοσίων (100-200) ευρώ μηνιαίως, προκειμένου να αναλάβει τη συνοδευτική ασφάλεια και φύλαξη αυτής, επικαλούμενος αυθαίρετα ότι τα ποσά αυτά θα καλύπτουν τα οδοιπορικά του έξοδα, ενώ στις 09.08.2014, ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε η διάθεση αυτού για την ανωτέρω υπηρεσία, έλαβε από αυτήν το χρηματικό ποσό των εκατόν πενήντα (150) ευρώ για τις υπηρεσίες που θα της προσέφερε, λαμβάνοντας με τον τρόπο αυτόν αθέμιτο ωφέλημα, κατά παράβαση των καθηκόντων του, για ενέργεια του μελλοντική που ανάγεται σε αυτά, καθόσον, τα έξοδα συντήρησης της υπηρεσιακής μοτοσυκλέτα που του είχε διατεθεί και τα οδοιπορικά του έξοδα καλύπτονται από την Υπηρεσία του" και αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Το Δικαστήριο με την εμπεριστατωμένη παρεμπίπτουσα συμπροσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντα για μη λήψη υπ' όψιν της κατάθεσης της ως άνω μάρτυρος, με την εξής αιτιολογία: { καθόσον δε αφορά την ανάγνωση των πρακτικών της δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είναι ενσωματωμένα στην υπ' αριθμ.ΔΤ 3155/29.10.2018 εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, στην κατ' έφεση δίκη "...Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 363 και τα έγγραφα υπό τους όρους του άρθρου 362. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329 έως 338, 340, 346 έως 349, 352, 357 έως 361, 364 έως 373". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ.2 ΚΠΔ "αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στη ποινική διαδικασία", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 370 παρ.2 ΠΚ, "όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγουμένου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώνει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου", κατά δε την παρ.3 του ιδίου άρθρου "όποιος αθέμιτα κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή". Στην προκειμένη περίπτωση, η κατάθεση της μάρτυρα Ε. Κ., η οποία περιέχεται στα ενσωματωμένα στην εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στην οποία περιγράφεται η συνομιλία αυτής με τον κατηγορούμενο, που έγινε σε ανοικτή ακρόαση, από το τηλέφωνο της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της Αστυνομίας, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, δεν συνιστά αποδεικτικό μέσο που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του εκκαλούντος κατηγορουμένου, αφού τέτοιο μέσο θα μπορούσε να συνιστά, υπό όρους, ο υλικός φορέας που περιέχει τέτοια συνομιλία, ο οποίος, σημειωτέο, δεν αποτελεί αναγνωστέο έγγραφο στην παρούσα δίκη, επιπροσθέτως δε, στην ως άνω κατάθεση η εν λόγω μάρτυρας δεν έκανε αθέμιτη χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα όπου έχει αποτυπωθεί συνομιλία, αλλά περιέγραψε τηλεφωνική συνομιλία που είχε η ίδια με τον κατηγορούμενο}. Ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για τον λόγο ότι το Δικαστήριο με την ανάγνωση της κατάθεσης της μάρτυρος Ε. Κ., αξιοποίησε αποδεικτικό μέσο κατά παράβαση των άρθρων 19 παρ.1, 3 του συντάγματος και 177 παρ.2 ΚΠΔ, που συνιστούν παραβίαση του δικαιώματός του για δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον το Δικαστήριο ανέγνωσε τη επίμαχη μαρτυρική κατάθεση με την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης κατ' εφαρμογή του άρθρου 502 ΚΠοινΔ. Ούτε όμως υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ.1,2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα), συνδυαστικά με πρόκληση απόλυτης ακυρότητας, αφορώσης την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου (άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ). Η αιτιολογία δε της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ επαρκής, ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι ως ορθώς έγινε δεκτό στην προκειμένη υπόθεση ουδεμία χρήση παράνομου αποδεικτικού μέσου έγινε από το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεν υπήρξε υλικός φορέας που να αποτελεί αναγνωστέο έγγραφο και δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα στο ακροατήριο. Περαιτέρω, ο εισαγγελέας, όταν του δόθηκε ο λόγος μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ανάπτυξε την κατηγορία και πρότεινε την απαλλαγή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, οπότε η πρότασή του αυτή εμπεριέχει οπωσδήποτε και την πρότασή του για την απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος (περί μη λήψης υπ' όψιν της κατάθεσης της μάρτυρος Ε. Κ.) επί του οποίου είχε επιφυλαχθεί. Έτσι ουδεμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο προκλήθηκε και για το λόγο αυτό πρέπει, να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο σχετικός πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναιρέσεως. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠοιν.Δ., προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τη διακοπή ή την αναβολή της δίκης, με σκοπό να προσαχθεί μάρτυρας, η μαρτυρία του οποίου κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο κατά τα άνω αίτημα και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ., λόγος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, επιφέρει n μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Τέτοιο δικαίωμα του κατηγορουμένου είναι και το παραδεκτώς υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις (ΑΠ 598/2018, ΑΠ 379/2018).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, εκτός άλλων, δήλωσε ότι είναι αναγκαία και επιβεβλημένη η παρουσία του απόντα μάρτυρα, Α. Π., διότι ήταν αυτήκοος μάρτυρας στην συνακρόαση που έγινε.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, είπε ότι η συνακρόαση δεν μπορεί να εισάγεται ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται η παρουσία του μάρτυρα. Το Δικαστήριο της ουσίας αρχικά επιφυλάχθηκε να αποφασίσει και στη συνέχεια, αφού εξέτασε έξι μάρτυρες (δύο κατηγορίας και τέσσερις υπερασπίσεως) και ανέγνωσε πλειάδα εγγράφων, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, απέρριψε το ανωτέρω αίτημα, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Το Δικαστήριο, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση και ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος κλήτευσης του απολειπόμενου μάρτυρα κατηγορίας, Α. Π., απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος του εκκαλούντος κατηγορουμένου". Με την προπαρατεθείσα αιτιολογία, ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη και τις ως άνω παραδοχές δεν κρίνεται απαραίτητη για την ανακάλυψη της αλήθειας η κλήση εκ νέου του κλητευθέντος και μη εμφανισθέντος μάρτυρος, με την έννοια ότι το Δικαστήριο σχημάτισε από αυτά πλήρη δικανική πεποίθηση, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την απόρριψη του άνω αιτήματος.
Συνεπώς, η απορριπτική του ανωτέρω αιτήματος ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση δεν πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ουδεμία δε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο δημιουργήθηκε εξ αυτού του λόγου και ως εκ τούτου ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' ΚΠΔ, τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 578 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.6.2021 αίτηση-δήλωση του αναιρεσείοντος, Ι. Χ. του Κ. και της Ελένης για αναίρεση της με αριθμό 390/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2021.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Οκτωβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ