ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Κατά το άρθρο 211Α του ΚΠοινΔ, όπως αυτό ίσχυε μέχρι τις 30.6.2019, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ιδία πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με αυτή εισάγεται απαγόρευση αποδεικτικής αξιοποίησης για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Το ανωτέρω άρθρο 211Α του ΚΠοινΔ, δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα είναι κανόνας αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων, ο οποίος λειτουργεί διευκρινιστικά και συμπληρωματικά στη βασική αρχή του άρθρου 177 του ΚΠοινΔ, την οποία δεν καταλύει, ούτε, άλλωστε, απαγορεύει την αξιοποίηση της μαρτυρικής κατάθεσης του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο, απλώς παρέχεται οδηγία στο δικαστήριο να μην αρκείται στη μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την αναζήτηση της αλήθειας, αλλά να επεκτείνει την αναζήτησή του και σε άλλα στοιχεία και να προσπαθεί να τεκμηριώσει όσο το δυνατόν καλύτερα τη δικανική του πεποίθηση (ΑΠ 193/2020,ΑΠ 1337/2017, ΑΠ 1039/2017).
Όταν η περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται, εκτός από τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία, και σε άλλες αποδείξεις, η συνεκτίμηση απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν δημιουργεί την ως άνω έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 1460/2019)
Αριθμός 1363/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Φραγκάκη – Εισηγήτρια, Πηνελόπη Παρτσαλίδου – Κομνηνού, Ελένη Κατσούλη και Δημήτριο Τράγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Αθανασίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου D Κ του P, κατοίκου Θεσσαλονίκης και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ράπτη, για αναίρεση της υπ΄αριθ.35/2021 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ΄αριθμ. πρωτ. 9765/29-10-2021 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1108/21.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 14.10. 2021 και αριθμό πρωτ.ΕισΑΠ 9765/29.10.2021 αίτηση, του D K του P, κατοίκου Άδενδρου Χαλκηδόνας Ν. Θεσσαλονίκης και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, για αναίρεση της με αριθμό 35/2021 καταδικαστικής απόφασης του, δικάσαντος Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ’ του ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της οργάνωσης και διεύθυνσης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κάνναβης) καθ΄υποτροπή και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (473§§2,3 474§4 ΚΠοινΔ), περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ (απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, έλλειψη της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων) και συνεπώς είναι παραδεκτή.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 4139/2013, «1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη, με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών, η καλλιέργεια ή η συγκομιδή οποιουδήποτε φυτού του γένους της κάνναβης, του φυτού της μήκωνος της υπνοφόρου, οποιουδήποτε είδους φυτού του γένους ερυθρόξυλου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου φυτού από το οποίο παράγονται ναρκωτικές ουσίες, η παραγωγή και η εκχύλιση ναρκωτικών ουσιών, η χορήγηση ουσιών για υποκατάσταση της εξάρτησης κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, η διεύθυνση καταστήματος στο οποίο γίνεται εν γνώσει του δράστη συστηματική διακίνηση ναρκωτικών, η χρηματοδότηση, η οργάνωση ή η διεύθυνση δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, η νόθευση ή η κατάρτιση ή η χρησιμοποίηση πλαστής ιατρικής συνταγής για τη χορήγηση ναρκωτικών με σκοπό τη διακίνησή τους, καθώς και η μεσολάβηση σε κάποια από τις πράξεις αυτές». Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου αυτό να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία (παραβίαση) υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και έλλειψης νόμιμης βάσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 211Α του ΚΠοινΔ, όπως αυτό ίσχυε μέχρι τις 30.6.2019, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ιδία πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με αυτή εισάγεται απαγόρευση αποδεικτικής αξιοποίησης για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Το ανωτέρω άρθρο 211Α του ΚΠοινΔ, δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα είναι κανόνας αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων, ο οποίος λειτουργεί διευκρινιστικά και συμπληρωματικά στη βασική αρχή του άρθρου 177 του ΚΠοινΔ, την οποία δεν καταλύει, ούτε, άλλωστε, απαγορεύει την αξιοποίηση της μαρτυρικής κατάθεσης του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο, απλώς παρέχεται οδηγία στο δικαστήριο να μην αρκείται στη μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την αναζήτηση της αλήθειας, αλλά να επεκτείνει την αναζήτησή του και σε άλλα στοιχεία και να προσπαθεί να τεκμηριώσει όσο το δυνατόν καλύτερα τη δικανική του πεποίθηση (ΑΠ 193/2020,ΑΠ 1337/2017, ΑΠ 1039/2017).. Η κατά παραβίαση της άνω διάταξης του άρθρου 211Α του ΚΠοινΔ, κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται σε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο και οδηγεί στην αναφερθείσα παραπάνω απόλυτη ακυρότητα λόγω προσβολής του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ1699/2019), αλλά και σε ελλιπή αιτιολογία της απόφασης και την ίδρυση λόγου αναίρεσης και από τη διάταξη του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθ’ όσον με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχεται αναιρετικά το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Αντίθετα, όταν η περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται, εκτός από τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία, και σε άλλες αποδείξεις, η συνεκτίμηση απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν δημιουργεί την ως άνω έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 1460/2019)
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του 35/2021, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται ειδικώς σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: «Μετά την αξιοποίηση των πληροφοριών που είχαν περιέλθει στο Τμήμα Ασφαλείας Γρεβενών σχετικά με τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ακατέργαστης κάνναβης (χασίς), αστυνομικοί της εν λόγω υπηρεσίας και του Α.Τ.Θ Ζιάκα ενέδρευσαν σε κατάλληλα σημεία επί της Επαρχιακής οδού Γρεβενών – Σαμαρίνας, με αποτέλεσμα περί ώρα 16.00 της 24-7-2018 να εντοπίσουν στα Αναβρυτά το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ΚΙΒ 9989 ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας BMW, χρώματος μπλε, ιδιοκτησίας του υπηκόου Αλβανίας T S (του δευτέρου κατηγορουμένου), κινούμενο προς Γρεβενά οδηγούμενο από τον Α Ν του Κ (πρώτο κατηγορούμενο). Άμεσα οι αστυνομικοί ακολούθησαν το όχημα και με ηχητικά και φωτεινά σήματα κάλεσαν τον οδηγό να σταματήσει, ενώ παράλληλα ενημέρωσαν το κέντρο R/T να συνδράμει και με άλλους σταθμούς. Εντός του χωριού Μαυραναίοι και ενώ ο οδηγός του οχήματος Α Ν του Κ ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα, προ αριστερής στροφής, οι αστυνομικοί έχασαν την οπτική επαφή μαζί του. Κατόπιν αναζητήσεων και με τη συνδρομή των αστυνομικών του Α.Τ. Γρεβενών, του Τ.Τ. Γρεβενών, της Ομάδας ΔΙ.ΑΣ και του Α.Τ. Πολυνερίου, μετά από λίγη ώρα οι αστυνομικοί εντόπισαν το όχημα, εγκαταλελειμμένο και ακινητοποιημένο σε αγροτικό δρόμο (χωματόδρομο), που οδηγεί σε παρακείμενο φράγμα Μαυραναίων. Το όχημα δεν έφερε ίχνη διάρρηξης ή παραβίασης και δεν έφερε το κλειδί εκκίνησης. Τελικά, περί ώρα 17.00, οι αστυνομικοί εντόπισαν πεζό και κάθιδρο εντός του χωριού Μαυραναίοι τον άνω οδηγό Α Ν του Κ (πρώτο κατηγορούμενο) ενώ σε παρακείμενο κατάστημα – ψησταριά ανευρέθη ένα σακίδιο πλάτης μαύρου χρώματος, το οποίο ο οδηγός είχε εγκαταλείψει εκεί και εντός αυτού βρέθηκε η μπλούζα χρώματος μπλε που φορούσε κατά την οδήγηση. Στις επίμονες ερωτήσεις των αστυνομικών, για ποιο λόγο ήταν ιδρωμένος και τα παπούτσια του λερωμένα, ομολόγησε ότι είναι ο οδηγός του άνω έμφορτου οχήματος και υπέδειξε σ’ αυτούς το σημείο που είχε αφήσει το κλειδί εκκίνησης του οχήματος, ήτοι σε κολώνα φωτισμού, προ του χωματόδρομου που εγκατέλειψε το όχημα, στο τέλος του ασφαλτοστρωμένου δρόμου. Το κλειδί εντοπίστηκε ακριβώς στο σημείο που υπέδειξε ο οδηγός. Σε γενόμενο έλεγχο στην κατοχή του τελευταίου ανευρέθη ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης (χασίς), μικτού βάρους 19,5 γραμμαρίων, επιμελώς κρυμμένη εντός του εσώρουχού του. Στο όχημα που οδηγούσε ανευρέθησαν στα πίσω καθίσματα και στο χώρο αποσκευών (πορτπαγκάζ) και τρείς (3) μεγάλοι ταξιδιωτικοί σάκοι μαύρου χρώματος, εντός των οποίων υπήρχαν συνολικά εβδομήντα τρείς (73) νάιλον συσκευασίες περιέχουσες ακατέργαστη κάνναβη (χασίς) συνολικού μικτού βάρους εβδομήντα πέντε κιλών και εννιακοσίων πενήντα εντός γραμμαρίων (75.951 γραμ). Ο εν λόγω συλληφθείς ανέφερε ότι παρέλαβε το όχημα από Αλβανό υπήκοο ονόματι «Δημήτρη», στο οποίο θα παρέδιδε τα ναρκωτικά που παρέλαβε, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ. Ότι τα ναρκωτικά τα παρέλαβε από δασώδη περιοχή, πλησίον του χωριού Φιλιππαίοι Γρεβενών, από δύο άτομα αλβανικής καταγωγής. Μάλιστα, όπως ανέφερε ο ανωτέρω συλληφθείς, τα άτομα που του χορήγησαν το όχημα, του είπαν ότι, σε περίπτωση σύλληψής του, θα εμφανιζόταν στην αστυνομία δηλώνοντας κλοπή του οχήματος που του χορήγησαν, ώστε να αποσείσουν τυχόν ευθύνες από πάνω τους. Σημειωτέον ότι κατά την παραμονή του στο αστυνομικό τμήμα η τηλεφωνική συσκευή του συλληφθέντος Α Ν του Κ δεχόταν επανειλημμένα κλήσεις από την υπ’ αριθμ. 69… τηλεφωνική σύνδεση, ο δε πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε ότι πρόκειται για το άτομο που το καθοδήγησε, ώστε να μεταβεί στο σημείο από το οποίο παρέλαβε τις ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Ακολούθως, περί ώρα 20.15 της 24-7-2017 μετέβη στο Τ Α. Χαλκηδόνας ο ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος T S (δεύτερος κατηγορούμενος), προκειμένου να δηλώσει την κλοπή του οχήματος του. Το τμήμα Ασφαλείας Γρεβενών ενημερώθηκε άμεσα και αστυνομικοί μετέβησαν στο οικείο τμήμα και συνέλαβαν αυτόν. Αμφότεροι οι ανωτέρω συλληφθέντες, εξεταζόμενοι, υπέδειξαν ως οργανωτή – συντονιστή της μεταφοράς και τελικό παραλήπτη της ποσότητα ναρκωτικών τον Αλβανό υπήκοο ονόματι «Δημήτρη». Ακολούθησε έρευνα της αστυνομίας. Από αυτή εξακριβώθηκε ότι ο μνημονευόμενος «Δημήτρης» είναι ο τρίτος κατηγορούμενος Κ D του P. Στους συλληφθέντες επεδείχθη φωτογραφία του ήδη σεσημασμένου κατηγορούμενου Κ D του P και αμφότεροι αναγνώρισαν στο πρόσωπό του τον «Δημήτρη». Οι ανωτέρω συλληφθέντες δεν είχαν κανέναν απολύτως λόγο να κατονομάσουν ως οργανωτή και συντονιστή της διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών τον τρίτο κατηγορούμενο Κ D του P, ο οποίος, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής του οχήματος, παρείχε στον οδηγό Α Ν οδηγίες σχετικά με τον τόπο παραλαβής και της εν γένει μεταφοράς και παράδοσης των ναρκωτικών και όταν ο τελευταίος τελικά συνελήφθη από τους αστυνομικούς, καλούσε επανειλημμένα στο κινητό τηλέφωνο του πρώτου κατηγορουμένου, προφανώς για να ενημερωθεί για την πορεία και εξέλιξη της επιχείρησης μεταφοράς των ναρκωτικών , ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε στους αστυνομικούς ότι το άτομο που τον καλούσε ήταν εκείνο που τον καθοδηγούσε ώστε να μεταβεί στο σημείο, από το οποίο παρέλαβε τις ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών. Με όσα αναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, κάτοικος Θεσσαλονίκης, μετέβη από το Άδενδρο Θεσσαλονίκης, στην περιοχή Φιλιππαίων Γρεβενών και από εκεί, αφού παρέλαβε από άγνωστους δράστες, την άνω ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, ναρκωτικής ουσίας κατά την έννοια του νόμου (αρθρ. 1 παρ. 1, 2 Πιν Β, αριθμ. 4 του ν. 3459/2006 και 1 του ν. 4139/2013), μετέφερε αυτή (την ποσότητα ναρκωτικών) με το άνω αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου κατηγορουμένου, με προορισμό την περιοχή της Θεσσαλονίκης, όπου θα διέθετε περαιτέρω παράνομα σε τρίτους. Τη μεταφορά αυτή οργάνωσε ο τρίτος κατηγορούμενος. Αυτός τον ενημέρωσε και αυτός του έδωσε τις οδηγίες για τον τρόπο παραλαβής και μεταφοράς των ναρκωτικών. Οι οδηγίες δόθηκαν και μετά από συναντήσεις τους, αλλά και τηλεφωνικά και κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Μάλιστα αυτός (ο τρίτος κατηγορούμενος) του τηλεφωνούσε, κατά τα άνω (κατά τη διάρκεια που ο πρώτος κατηγορούμενος είχε συλληφθεί) από την υπ’ αριθμ. 69…… τηλεφωνική σύνδεση. Και αν ακόμη η σύνδεση δεν είναι στο όνομά του (προς αποφυγή του εντοπισμού του), αυτό δεν αποκλείει το γεγονός ότι εκείνος τηλεφωνούσε στον πρώτο κατηγορούμενο, σύμφωνα με όσα ο τελευταίος από την αρχή (της συλλήψεώς του) αναφέρει. Ακόμη και ο τρίτος κατηγορούμενος, όντας γνωστός με το δεύτερο κατηγορούμενο (εργαζόταν τότε μαζί στην ίδια περιοχή, στον ίδιο εργοδότη), ζήτησε από το δεύτερο κατηγορούμενο να παραχωρήσει το αυτοκίνητό του στον πρώτο κατηγορούμενο για να κάνει την άνω διακίνηση των ναρκωτικών. Και μάλιστα αυτός, έστω και μέσω τρίτου προσώπου (άγνωστου), είπε στο δεύτερο κατηγορούμενο να δηλώσει την άνω κλοπή του αυτοκινήτου του, αμέσως μετά τη σύλληψη του πρώτου κατηγορουμένου. Αλλά και ο δεύτερος κατηγορούμενος γνώριζε για την άνω μεταφορά των ναρκωτικών από τον πρώτο, στον οποίο και παρέδωσε το αυτοκίνητο, μετά από συνεννοήσεις του και οδηγίες του από τον τρίτο κατηγορούμενο. Γνωρίζοντας για την άνω μεταφορά των ναρκωτικών από τον πρώτο κατηγορούμενο, παραχώρησε το αυτοκίνητό του, ενεργώντας με πρόθεση να συμβάλλει με τη συνδρομή του στη διακίνηση των ναρκωτικών αυτών. Ο πρώτος κατηγορούμενος ομολογεί (από την αρχή της συλλήψεώς του) την πράξη του, περιορίζοντας αυτή μόνο σε εκείνη της μεταφοράς (χωρίς μάλιστα γνώση της συνολικής ποσότητας), ενώ επί πλέον αναφέρει ότι ενήργησε μετά από συνεννόηση με τον τρίτο κατηγορούμενο (τον γνώριζε από προηγούμενη συναλλαγή του για ναρκωτικές ουσίες) και κατόπιν οδηγιών του (γνώριζε για 30 χιλιόγραμμα), από τον οποίο θα λάμβανε 3000 ευρώ. Ο δεύτερος κατηγορούμενος αρνείται οποιαδήποτε συμμετοχή του στη διακίνηση των ναρκωτικών, υποστηρίζοντας ότι ο τρίτος κατηγορούμενος του είπε να παραχωρήσει το αυτοκίνητό του χωρίς να γνωρίζει ότι με αυτό θα μεταφέρονταν ναρκωτικά, υποστηρίζοντας ότι γι΄ αυτή την παραχώρηση θα του έδινε ο τρίτος κατηγορούμενος 1000 ευρώ. Ο τρίτος κατηγορούμενος αρνείται οποιαδήποτε γνώση και συμμετοχή στην άνω διακίνηση, υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζε τον πρώτο κατηγορούμενο και ότι ουδέποτε συζήτησε με το δεύτερο, με τον οποίο εργαζόταν μαζί, να παραχωρήσει σε αυτόν ή στον πρώτο ή σε οποιονδήποτε άλλον το όχημά του. Όμως, παρά τα άνω υποστηρίζουν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, αποδείχθηκαν τα παραπάνω, όπως εκτέθηκαν, πραγματικά περιστατικά. Αυτά δε αποδείχθηκαν από τις στηριζόμενες σε άμεση αντίληψη ένορκες καταθέσεις των αστυνομικών μαρτύρων, οι οποίοι περιγράφουν τις άνω κινήσεις του πρώτου κατηγορουμένου, αλλά και όσα αυτός και ο δεύτερος κατηγορούμενος ανέφεραν, σε συνδυασμό με τα ευρήματα (ναρκωτικές ουσίες κ.λ.π.) που περιγράφονται στις εκθέσεις κατασχέσεως και τα υπόλοιπα έγγραφα και τις ομολογίες (μερικότερες) του πρώτο. Η απόδειξη ειδικότερα της τέλεσης της άνω πράξης από τον τρίτο κατηγορούμενο δεν στηρίζεται μόνο στις απολογίες πρώτου κατηγορουμένου ή και του δευτέρου κατηγορουμένου αλλά το Δικαστήριο καταλήγει στην άνω κρίση του μετά από συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων τα οποία συνολικά συναξιολογεί. Πλέον των άλλων (μαρτύρων και εν γένει εγγράφων) είναι χαρακτηριστικό, όντας κρίσιμο στοιχείο, ότι, αν και ο ίδιος απολογούμενος αναφέρει ότι γνωρίζει απλώς το δεύτερο κατηγορούμενο και ότι καμία συνάντηση ή συνεννόηση δεν είχε μαζί του, ούτε του ζήτησε να παραχωρήσει το αυτοκίνητό του στον πρώτο κατηγορούμενο εντούτοις πάνω στο αυτοκίνητο στην εξωτερική (στην εξωτερική επιφάνεια του πάνω μεταλλικού πλαισίου της πίσω δεξιάς πόρτας του) βρέθηκε (βλ. 3008/12/549-στ’ /27-7-2018 έγγραφο του Τ.Α. Γρεβενών) αποτύπωμα της αριστερής παλάμης αυτού του τρίτου κατηγορουμένου. Το κρίσιμο αυτό γεγονός ενισχύει απόλυτα τα όσα ως άνω αναφέρουν οι πρώτοι κατηγορούμενοι για την παραχώρηση του οχήματος στον πρώτο από το δεύτερο. Συνεπώς δεν παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 211 του ΚΠΔ (πρβλ. ΑΠ 718/2020) και ο σχετικός ισχυρισμός του άνω κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί. Με αυτά τα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος μετέφερε την άνω ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, αλλά και κατείχε αυτή έχοντας και αυτός τη φυσική εξουσίασή της έτσι ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει σε τρίτους, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος συνέδραμε τον πρώτο κατηγορούμενο στην άνω διακίνηση των ναρκωτικών, με την παραχώρησή του σ αυτόν του οχήματός του και ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, με συνεννοήσεις και οδηγίες του, οργάνωσε και διηύθυνε την άνω διακίνηση των ναρκωτικών από τον πρώτο. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι αγνοούσε την ακριβή ποσότητα των ναρκωτικών, πιστεύοντας (σύμφωνα με τις οδηγίες) ότι θα μετέφερε μικρότερη ποσότητα (50 χιλιόγραμμα), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Με όσα εκτέθηκαν οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις: 1) ο πρώτος κατηγορούμενος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (ινδικής κάνναβης), υπό τις ειδικότερες μορφές της κατοχής και μεταφοράς αυτών, 2) ο δεύτερος κατηγορούμενος, της, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, όπως βάσιμα ισχυρίζεται (επικουρικά) και ο ίδιος, συνδρομής (απλής) στην άνω διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών από τον πρώτο και 3) ο τρίτος κατηγορούμενος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (της άνω ποσότητας ινδικής κάνναβης), με τις ειδικότερες μορφές της οργάνωσης και διεύθυνσης δραστηριοτήτων διακίνησης. Οι περισσότερες δε αυτές (μερικότερες) μορφές διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών (75,95 χιλιόγραμμα, αφού κατά την μικροποσότητα των 19,5 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης που κατείχε πάνω του ο πρώτος κατηγορούμενος η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο) και έτσι, για τον καθένα κατηγορούμενο συντρέχει μόνο-ένα έγκλημα (παράγραφο 3 του άρθρου 2 του Ν.4139/2013). Και οι τρείς κατηγορούμενοι την άνω διακίνηση των ναρκωτικών, όμως, δεν τέλεσαν κατ’ επάγγελμα, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. ε’ του Π.Κ., όπως βάσιμα υποστηρίζουν και οι ίδιοι, και τούτο γιατί μπορεί το προσδοκώμενο όφελος να υπερβαίνει το ποσό των 75.000 € (2.000 € τουλάχιστον ανά κιλό ινδικής κάνναβης), πλην όμως δεν αποδείχθηκε με πλήρη δικανική πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι είχαν διαμορφώσει και υποδομή από την οποία, από την άνω διακίνηση, να προκύπτει σκοπός τους για το πορισμό εισοδήματος. Δεν αποδείχθηκε ιδιαίτερος σχεδιασμός της άνω διακίνησης, με οργάνωση της μεταφοράς μετά από διασυνδέσεις και συνεννοήσεις με άλλους (ή άλλον), τέτοιες που να αποδεικνύει υποδομή και οργανωμένη ετοιμότητά τους για επανειλημμένη τέλεση. Η δράση των κατηγορουμένων περιορίστηκε στις άνω συνεννοήσεις του πρώτου των κατ/νων με τον τρίτο, ο οποίος και οργάνωσε τη διακίνηση και του άνω τρίτου με το δεύτερο κατ/νο για να συνδράμει τον πρώτο παραχωρώντας το όχημά του, η δε μεταφορά των ναρκωτικών από τον πρώτο, έγινε με το άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, του τρίτου, κινούμενος σε οδό που παρουσιάζει κίνηση, χωρίς να επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια για την απόκρυψη των ουσών, τοποθετώντας σε σάκους μέσα στο χώρο αποσκευών του οχήματος, άμεσα, έτσι αντιληπτές και χωρίς τη διενέργεια ειδικότερου ελέγχου. Ο τρόπος αυτός δράσης τους δεν αποδεικνύει, με όσα εκτέθηκαν οργανωμένη ετοιμότητά τους να τελέσουν τη διακίνηση με μέθοδο και αποτελεσματικότητα, κατά σύστημα και όχι ευκαιριακά, με γνώσεις και εφόδια που να παραπέμπουν σε εξειδίκευσή τους, αλλά και ούτε αποδεικνύει σκοπό αυτών, οι οποίοι διαμένουν στην Θες/νίκη (ο πρώτος) και στο Άδενδρο (οι δύο υπόλοιποι) όπου και εργάζονται (βλ. καταθέσεις μαρτύρων υπεράσπισης), να αποκτήσουν μια διαρκή, σταθερή και μόνιμη πηγή εισοδήματος για βιοπορισμό τους και τη διαρκή ικανοποίηση των αναγκών τους σε χρήμα .Δεν αρκεί για τη θεμελίωση της υποδομής, όπως αναφέρεται στο άρθρ. 13 περ. ε’ του Π.Κ., μόνο η διακίνηση έστω και μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών. Ούτε αρκούν απλώς εκείνες οι ενέργειες που είναι απαραίτητες για την τέλεση της διακίνησης (μετάβαση στην Ελληνοαλβανική μεθόριο, με όχημα, φόρτωση της ποσότητας και απόκρυψή της, μέσα σε σάκους, εντός του οχήματος), όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, η οποία (πράξη της διακίνησης) δεν θα μπορούσε να τελεστεί χωρίς αυτές (πρβλ. ΑΠ 1018/2011). Απαιτείται, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδίδεται (και δεν αποδείχθηκε) επανειλημμένη τέλεση, η διαμόρφωση από τους κατηγορούμενους τέτοιας υποδομής ώστε η τέλεση της πράξης να εκτείνεται σε βάθος χρόνου με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεώς της (πρβλ ΑΠ 1968/2010, ΑΠ 389/2009). Και τέτοια υποδομή, με οργάνωση, προπαρασκευή, ετοιμότητα και απόκρυψη της ποσότητας, πέραν αυτών που εκτέθηκαν, που να δεικνύει ότι έγινε βάσει σχεδίου και όχι ευκαιριακά (πρβλ. ΑΠ 7/2017,1031/2011, ΑΠ 342/2010), με τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, και οι τρείς κατηγορούμενοι τέλεσαν τις άνω πράξεις τους χωρίς να είναι τοξικομανείς, κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ. 1-3 του ν. 4139/2013……………Ακόμη, ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο, αποδείχθηκε ότι αυτός με την υπ’ αριθμ. 885/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε αμετάκλητα για το κακούργημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Συνεπώς ο άνω (τρίτος) κατηγορούμενος την παραπάνω πράξη της διακίνησης των ναρκωτικών τέλεσε ως υπότροπος, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 , 2 περ. γ’ του ν. 4139/2013, που έχει εφαρμογή παρά την κατάργηση στο νέο Π.Κ., με το άρθρο 463 παρ. 5 αυτού, των διατάξεων που αναφέρονται στους υπότροπους εγκληματίες (βλ.ΑΠ521/2020 αντίθετα ΑΠ 808/2020 κατά- την οποία καταργήθηκε το επιβαρυντικό στοιχείο της υποτροπής και όπου, όπως στο ν. 4139/2013, προβλέπεται η υποτροπή), απορριπτομένου ως αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού του εν λόγω κατηγορουμένου. Μετά τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι: α) ο πρώτος κατηγορούμενος της πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατοχής και μεταφοράς αυτών), χωρίς να είναι τοξικομανής, β) ο δεύτερος κατηγορούμενος της πράξης της συνδρομής (απλής) στην άνω διακίνηση ναρκωτικών ουσιών από τον πρώτο, χωρίς να είναι τοξικομανής και γ) ο τρίτος κατηγορούμενος της πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (οργάνωση και διεύθυνση), ως υπότροπος, χωρίς να είναι τοξικομανής (αρθρ. 47 του Π.Κ., 20 παρ. 1-3, 22 παρ. 1, 2 περ. γ’ του ν. 4139/2013), κατά τα ειδικότερα και συμπληρωματικά στο διατακτικό» Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον τότε τρίτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ’ του ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της οργάνωσης και διεύθυνσης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κάνναβης) καθ΄ υποτροπή για την οποία του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό: «ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχους τους κατηγορούμενους, του ότι: A) Ο πρώτος κατηγορούμενος…… B) ο δεύτερος κατηγορούμενος……… και Γ) Ο τρίτος κατηγορούμενος Κ D, σε μη επακριβώς εξακριβωθέντα χρόνο, αλλά πάντως κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα της 24-7-2018 και στις 24-7-2018 , ενεργώντας από πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής κατά την έννοια του νόμου, τέλεσε το έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, ήτοι τέλεσε πράξη (οργάνωση και διεύθυνση δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών), με την οποία συντελείται η κυκλοφορία απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή ουσιών που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από-πρόθεση, αφού οργάνωσε ώστε άγνωστοι δράστες στην περιοχή Φιλιππαίων Γρεβενών να έχουν σε μη επακριβή τοποθεσία την άνω ποσότητα ναρκωτικών ουσιών (75.951 γραμμάρια ινδικής κάνναβης), υπέδειξε στον πρώτο κατηγορούμενο το σημείο όπου θα συναντήσει αυτούς για να παραλάβει και να μεταφέρει αυτή, κατά τα άνω συνεννοήθηκε με το δεύτερο κατηγορούμενο και του παραχώρησε το άνω αυτοκίνητο του και του έδινε οδηγίες τηλεφωνικά κατά την οδήγηση του οχήματος έτσι ώστε να διακινήσει κατά τα άνω την παραπάνω ποσότητα. Τέλεσε δε την παραπάνω πράξη όντας υπότροπος, καθώς, χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος, καταδικάστηκε αμετάκλητα, μέσα στην προηγούμενη δεκαετία, για κακούργημα διακίνησης ναρκωτικών με την υπ’ αριθμ. 885/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης».
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά στον αναιρεσείοντα, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το εν λόγω Δικαστήριο στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του βασικού εγκλήματος της κατ΄αρθρο 20 του Ν.4139/2013 απλής διακίνησης ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της οργάνωσης και διεύθυνσης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κάνναβης),για την οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα με την επιβαρυντική περίσταση της καθ υποτροπήν τέλεσης, τις αποδείξεις που το θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 98 του ΠΚ, 1 παρ. 1-2 Πιν. Α’ στοιχ. 6 του Ν. 3459/2006, 1 παρ. 1 και 2, 20, του Ν. 4139/2013,τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν οργάνωση στη διακίνηση ποσότητας 75.951 γραμμάριων ινδικής κάνναβης η οποία ανευρέθη στην κατοχή του πρώτου και μη διαδίκου στην δίκη αυτή κατηγορουμένου Ειδικότερα, διαλαμβάνονται οι από μέρους του αναιρεσείοντα πράξεις σχεδιασμού και προγραμματισμού των ενεργειών διακίνησης της ως άνω ναρκωτικής ουσίας από τους πρώτο και δεύτερο, μη διαδίκους εν προκειμένω, συγκατηγορουμένους του και συγκεκριμένα: α) ζήτησε από τον δεύτερο κατηγορούμενο να παραχωρήσει το αυτοκίνητό του για τη φόρτωση και μεταφορά από τον πρώτο κατηγορούμενο της ως άνω ναρκωτικής ουσίας με αντάλλαγμα την καταβολή του ποσού των 1000 ευρώ, β) καθ΄ υπόδειξη αυτού (αναιρεσείοντος), έγινε η παράδοση του αυτοκινήτου στον πρώτο κατηγορούμενο, στον οποίο (ο αναιρεσείων) ανέθεσε, υποσχόμενος σ΄αυτόν την καταβολή ποσού 3.000 ευρώ, την παραλαβή της ως άνω ποσότητας από τρίτους άγνωστους δράστες, τη φόρτωση και τη μεταφορά της στη Θεσσαλονίκη με σκοπό την παραδοσή της σ΄αυτόν, γ) προσδιόρισε τον τόπο και το χρόνο της παραλαβής, αλλά και παρείχε στον πρώτο κατηγορούμενο, οδηγίες και υποδείξεις φόρτωσης, μεταφοράς και παράδοσης της παραπάνω ποσότητας ναρκωτικής ουσίας. Ακόμη, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης με βεβαιότητα προκύπτει, ότι το Δικαστήριο έλαβε όλα τα αποδεικτικά μέσα υπόψη και δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση αυτών, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, υποχρέωση να παραθέσει τα αποδεικτικά μέσα αναλυτικά, να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ΄ αυτά, ούτε να αιτιολογήσει ποιό βάρυνε περισσότερο την κρίση του. Εξάλλου, η μνεία στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης, ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, προδήλως περιλαμβάνει και την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης E K, την οποία δεν παρέλειψε το Δικαστήριο της ουσίας να εκτιμήσει, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά το σκέλος που με αυτούς συνδυαστικά αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την κύρια, επί της ενοχής του αναιρεσείοντος για το έγκλημα της απλής διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Δικαστήριο για να οδηγηθεί στην περί ενοχής του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος κρίση του, δεν στηρίχθηκε μόνο στα αναφερόμενα στις απολογίες των συγκατηγορουμένων του, αλλά συνδύασε και συνεκτίμησε την κατάθεση αυτή με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, κυρίως δε από την ταυτοποίηση της αριστερής παλάμης του τρίτου κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος με το αποτύπωμα που βρέθηκε στην εξωτερική επιφάνεια του επάνω μεταλλικού πλαισίου της πίσω δεξιάς πόρτας του αυτοκινήτου του δεύτερου κατηγορουμένου T S, με τον οποίο ο αναιρεσείων γνωριζόταν, διότι και οι δυο εργαζόταν στην ίδια περιοχή και στον ίδιο εργοδότη, σε συνδυασμό με όσα εκτενώς στο σκεπτικό αναπτύχθηκαν σχετικά με τη, βάσει σχεδίου του αναιρεσείοντος, παραχώρηση του αυτοκινήτου στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος μέχρι τότε ήταν άγνωστος στον δεύτερο κατηγορούμενο. Έτσι, δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ούτε υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αντίθετα, το δικάσαν Δικαστήριο, στην παραπάνω παρατεθείσα αιτιολογία του, ρητά προσδιορίζει, ότι οι απολογίες των δύο συγκατηγορουμένων του αναιρεσείοντος δεν απετέλεσαν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Επιπλέον, από την παραδεκτή για τις ανάγκες έρευνας της αναίρεσης επισκόπηση των πρακτικών του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει, ότι, στην κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιόν του μάρτυρα αστυνομικού αναφέρεται, ότι η διαπίστωση της εμπλοκής του αναιρεσείοντος στην διακίνηση της ως άνω ναρκωτικής ουσίας αποτελεί προϊόν συλλογής στοιχείων από μέρους της αστυνομικής αρχής που διεξήγε επιχείρηση προς εντοπισμό των δραστών της διακίνησης και ότι οι ως άνω συγκατηγορούμενοί του επιβεβαίωσαν μόνο την ταυτότητά του. Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση δικονομικός λόγος απαγορευτικής αξιοποίησης της κατάθεσης του ως άνω αστυνομικού, που εξετάστηκε ως μάρτυρας, κατάθεση, που νομίμως συνεκτιμήθηκε με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, αφού στο πρόσωπό του δεν συνέτρεχε ιδιότητα εμπίπτουσα στην από το άρθρο 211Α απαγόρευση, όπως αβάσιμα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Δ’ Κ.Ποιν.Δ. οι πρώτος και τρίτος κατά το αντίστοιχο, σχετικό με τις αιτιάσεις αυτές σκέλος, αναιρετικοί λόγοι με τον οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που συνίστανται σε αποσπασματική παράθεση περικοπών του σκεπτικού, από τις οποίες δήθεν συνάγεται ότι η προσβαλλομένη έχει αντιφατικές παραδοχές σχετικά με το πρόσωπο που παρέδωσε το αυτοκίνητο στον πρώτο κατηγορούμενο, όπως και η διακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας του κατόχου του αριθμού του κινητού καρτοτηλεφώνου με το οποίο γινόταν οι συνεννοήσεις του πρώτου κατηγορούμενου Α Ν με τον αναιρεσείοντα δεν αποτελούν περιστατικά ικανά να ανατρέψουν την επί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του Δικαστηρίου, ενώ και οι λοιπές, περιεχόμενες στους ως άνω λόγους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση και εκτίμηση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του ως άνω Δικαστηρίου της ουσίας, προσβάλλουν ανεπιτρέπτως την περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του και είναι απαράδεκτες. Τέλος, η έλλειψη βασιμότητας των ερευνηθέντων λόγων της ένδικης αναίρεσης καθιστά αλυσιτελή την αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το ως άνω Δικαστήριο, με τις αιτιολογίες που παρέθεσε για να καταλήξει στην κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος, παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, διότι, μόνη η επίκληση αυτής, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ,
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του κυρωθέντος με τον ν.4619/2019 (ΦΕΚ Α’95/11.6.2019) και ισχύοντος από 1.7.2019 (άρθρο δεύτερο του νόμου) Ποινικού Κώδικα «αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι’ αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. (ΑΠ 363/2020). Προδήλως δε επιεικέστερος είναι και ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη, (ΑΠ 720/2020). Περαιτέρω, με τον νέο Π.Κ. καταργήθηκαν οι διατάξεις που αναφέρονται στους υπότροπους εγκληματίες για τους οποίους προβλεπόταν βαρύτερη μεταχείριση (βλ. άρθρα 88 – 89 Π.Κ.). Αφενός μεν διότι ελάχιστα εφαρμόσθηκαν στην πράξη, αφετέρου δε διαθέτουν αμφίβολης αξίας νομιμοποιητικό θεμέλιο, με δεδομένο το άτοπο του συνδυασμού ενός χαμηλού βαθμού ενοχής με την υψηλή ειδικοπροληπτική λειτουργία του θεσμού, τη μάλλον σχηματική παρά ρεαλιστική αντίληψη για την προειδοποιητική λειτουργία της προηγούμενης καταδικαστικής απόφασης, την αναποτελεσματικότητα του θεσμού και κυρίως τη μέσω αυτού παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της δίκαιης μεταχείρισης του υπαιτίου, αφού με βάση τις σχετικές διατάξεις, ο υπαίτιος τιμωρείται καθ’ υπέρβαση του βαθμού της ενοχής του για το έγκλημα που έχει τελέσει (βλ. αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου ‘’Κύρωση του Ποινικού Κώδικα’’). Παράλληλα, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ.5 του νέου Π.Κ. καταργήθηκαν οι διατάξεις των ειδικών νόμων, με τις οποίες καθορίζονται συνέπειες που καταργούνται με αυτόν Επομένως, η κατάργηση των ως άνω διατάξεων επεκτείνεται και στον Ν.4139/2013 περί εξαρτησιογόνων ουσιών (ΑΠ808/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, αν και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του την 14 Μαΐου 2021, ήτοι σε μεταγενέστερο από την έναρξη ισχύος (1.7.2019) του Ν.4619/2019 χρόνο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο εκκαλούντα και νυν αναιρεσείοντα της κατ΄ άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 4139/2013 διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, υπό τη μορφή της οργάνωσης και της διεύθυνσης αυτής με την επιβαρυντική περίσταση της καθ΄ υποτροπήν τέλεσης υπό την έννοια που προσδίδει στον όρο «υποτροπή» το άρθρο 22 παρ. 2 περ. γ΄ του Ν. 4139/2013, λαμβάνοντας υπόψη ότι με τη με αριθμό 885/2015 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, από την έκδοση της οποίας δεν έχει παρέλθει δεκαετία, έχει καταδικαστεί για το κακούργημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος. Ακολούθως καθόρισε για την ένδικη πράξη ως πλαίσιο ποινής την κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και τη χρηματική ποινή από 50.000 μέχρι 500.000 ευρώ, εντός του οποίου στη συνέχεια προέβη στην επιμέτρησή της και αφού έλαβε υπόψη την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου άρθρο 84 παρ. 2δ’ του ΠΚ, του επέβαλε κάθειρξη οκτώ ετών (8) ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Με την κρίση του όμως αυτή, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο στην ένδικη υπόθεση, αντί να κρίνει ένοχο τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα της πράξης του άρθρου 20 του Ν.4139/2013 χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 1 περ. γ του ίδιου νόμου και να καθορίσει ως πλαίσιο ποινής κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ ετών και χρηματική ποινή μέχρι 300.000 ευρώ, εντός του οποίου έδει λαμβάνοντας υπόψη και την, κατά ως άνω, αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ, να επιμετρήσει την ποινή, υπέπεσε, στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Ε ΚΠοινΔ της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων 2 παρ.1 και 463 παρ. 5 του κυρωθέντος με τον Ν.4619/2019 ΠΚ, τις οποίες, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις προπαρατεθείσες μείζονες σκέψεις, παραβίασε ευθέως. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή ως βάσιμου του τέταρτου αναιρετικού λόγου: 1) να αναιρεθεί εν μέρει ως προς τον αναιρσείοντα, η προσβαλλόμενη 35/2021 απόφαση: του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας: α) ως προς τη διάταξή της περί της καθ΄υποτροπή τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της ως άνω πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με την μορφή της οργάνωσης και διεύθυνσης δραστηριοτήτων διακίνησης και β) ως προς τις περί ποινής διατάξεις αυτής που αφορούν τον αναιρεσείοντα, 2)να απαλειφθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η διάταξη περί της καθ΄υποτροπή τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της ως άνω πράξης, αφού δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης κατά τούτο στο Δικαστήριο της ουσίας, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας, 3)να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο δεύτερο μέρος της (περί ποινής διατάξεις που αφορούν τον αναιρεσείοντα) για νέα ως προς αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519, 522 Κ.Π.Δ) και 4)να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει ως προς τον αναιρεσείοντα, την 35/2021 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας: α) ως προς τη διάταξή της περί της καθ΄υποτροπή τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της πράξης της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τη μορφή της οργάνωσης και διεύθυνσης δραστηριοτήτων διακίνησης και β) ως προς τις περί ποινής διατάξεις της, που αφορούν τον αναιρεσείοντα D K του P.
Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση τη διάταξη περί της καθ΄υποτροπή τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της ως άνω πράξης διακίνησης ναρκωτικών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο δεύτερο μέρος της (περί ποινής διατάξεις που αφορούν τον αναιρεσείοντα) για νέα, ως προς αυτό, συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 14.10. 2021 και αριθμό πρωτ.ΕισΑΠ 9765/29.10.2021 αίτηση του D K του P κατοίκου Άδενδρου Χαλκηδόνας Ν. Θεσσαλονίκης για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ