ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΜΕΣΑ - ΑΡΝΗΣΗ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΟΥ - 362 ΠΚ - ΑΠ 536-2023

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :

Ανάγνωση εγγράφων. Η κατά παράβαση του άρθρου 362 ΚΠΔ παράλειψη ή άρνηση της ανάγνωσης εγγράφου που προσκόμισε ο κατηγορούμενος και ζήτησε την ανάγνωσή του συνιστούσε κατά το άρθρο 170 παρ 2 του προισχύσαντος ΚΠΔ σχετική ακυρότητα και τώρα με το άρθρο 171 παρ.2 του ισχύοντος ΚΠΔ συνιστά απόλυτη ακυρότητα λόγω έλλειψης ακρόασης. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει ν` αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακρόασης. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο (κατά το άρθρο 335 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.) και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του ν` αποφανθεί. Η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα (βλ. άρθρο 141 παρ. 1 και 3 του Κ.Ποιν.Δ.) ή διόρθωση και συμπλήρωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του Κ.Ποιν.Δ. (Α.Π.455/2022 ΑΠ 1120/2018). 

Αριθμός 536/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 42/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα και Ελένη Μπερτσιά – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σκιαδαρέση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου  …., κατοίκου Αιγίου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της υπ΄αριθ. 856α, 877/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την  ….., κάτοικο Νέας Περάμου, που δεν εμφανίστηκε. 

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27-12-2021 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 11-2-2022 προσθέτους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 47/22.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν ο κύριος λόγος αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, ως απαράδεκτοι, άλλως και επικουρικώς όλοι ως αβάσιμοι και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 27-12-2021, με αριθμό 416/2021 αίτηση του  ….. κατοίκου Αιγίου Αχαΐας (οδός  …..) (ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 27-12-2021), για αναίρεση της υπ’ αριθμ 856α, 877/15-7-2021 απόφασης του δικάσαντος Α Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το από 9-7-2021 πρακτικό διαπραγμάτευσης που συντάχθηκε μεταξύ του Εισαγγελέα Εφετών και του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, με βάση το οποίο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις α)της ηθικής από κοινού αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση κατ΄ εξακολούθηση και κατά συρροή σε βάρος ιδιώτη και του δημοσίου με όφελος άνω των 120.000 και των 150.000 ευρώ και β)απάτης κατά συναυτουργία και κατ΄ εξακολούθηση με όφελος άνω των 120.000 ευρώ  και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 20 μηνών για την πρώτη πράξη και 18 μηνών για τη δεύτερη πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης 29 μηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε ορισμένο λόγο αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτόν της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδ. με άρθρο 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ). και, συνεπώς, είναι παραδεκτή. Με την ως άνω αίτηση αναίρεσης συνεκδικάζονται, ως συναφείς, και οι επ' αυτών από 11-2-2022 πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος, κατατεθέντες νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 509 εδ. α' του ΚΠοινΔ). Σημειωτέον ότι δεν παραστάθηκε  ….. η οποία είχε παρασταθεί στο Α Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς υποστήριξη της κατηγορίας, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί όπως προκύπτει από το από 1-2-2022 αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα Ιωάννη Μουμούρη του Α.Σ Νέας Περάμου Αττικής, με το οποίο επιδόθηκε η κλήση 47/31-1-2022 του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτή να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην προαναφερόμενη δικάσιμο.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 εδ. α' και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθία, το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' απόφασης πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναίρεσης, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια, απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα, εκτός της έκθεσης αναίρεσης, έγγραφα ή με το υποβαλλόμενο μετά τη συζήτηση αυτής υπόμνημα, ούτε ακόμη και με την άσκηση πρόσθετων λόγων, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του άνω Κώδικα, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης, έστω και αν πρόκειται για λόγους που λαμβάνονται και αυτεπαγγέλτως υπόψη κατά το άρθρο 511 ΚΠοινΔ. Σε περίπτωση απόλυτης ή σχετικής ακυρότητας πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται  η ακυρότητα αυτή, από ποια αιτία εχώρησε, αν αυτή αφορά συγκεκριμένα την τήρηση κάποιας από τις διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται  στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (ΑΠ 382/2019,ΑΠ 1137/2017). Περαιτέρω, η κατά παράβαση του άρθρου 362 ΚΠΔ παράλειψη ή άρνηση της ανάγνωσης εγγράφου που προσκόμισε ο κατηγορούμενος και ζήτησε την ανάγνωσή του συνιστούσε κατά το άρθρο 170παρ2 του προισχύσαντος ΚΠΔ σχετική ακυρότητα και τώρα με το άρθρο 171 παρ.2 του ισχύοντος ΚΠΔ συνιστά απόλυτη ακυρότητα λόγω έλλειψης ακρόασης. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει ν` αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακρόασης. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο (κατά το άρθρο 335 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.) και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του ν` αποφανθεί. Η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα (βλ. άρθρο 141 παρ. 1 και 3 του Κ.Ποιν.Δ.) ή διόρθωση και συμπλήρωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του Κ.Ποιν.Δ. (Α.Π.455/2022 ΑΠ 1120/2018). Σύμφωνα με την αρχή που καθιερώνεται με τη ρητή διάταξη του άρθρου 464 του ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητά παρέχεται αυτό από το νόμο και ο οποίος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ένδικου μέσου. `Ετσι, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά το νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1568/2018). Περαιτέρω, με το άρθρο 303 του ΚΠΔ, με το οποίο εισάγεται ο θεσμός της Ποινικής Διαπραγμάτευσης, ορίζεται ότι: "1. Στις περιπτώσεις των αυτεπαγγέλτως διωκομένων εγκλημάτων, εξαιρουμένων των κακουργημάτων: α) που απειλούνται και με ποινή ισόβιας κάθειρξης, και β) που προβλέπονται στο άρθρο 187 Α ΠΚ και στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του ΠΚ, ο κατηγορούμενος δικαιούται μέχρι την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης ή της προανάκρισης να ζητήσει εγγράφως ο ίδιος ή δια του συνηγόρου του την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαπραγμάτευσης, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι μόνο η επιβλητέα κύρια ή παρεπόμενη ποινή. 2. Μετά την υποβολή του ανωτέρω αιτήματος η δικογραφία διαβιβάζεται επί μεν των πλημμελημάτων στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, επί δε των κακουργημάτων στον εισαγγελέα εφετών, οι οποίοι οφείλουν να κρίνουν αν η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση είναι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, κατάλληλη προς διαπραγμάτευση. Προς το σκοπό αυτό ο εισαγγελέας καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί ενώπιόν του μετά ή δια συνηγόρου και, αν το κρίνει αναγκαίο, τον παθόντα μετά ή δια συνηγόρου. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο ο εισαγγελέας του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου ... 3. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, η ποινική διαδικασία συνεχίζεται κανονικά ... 4. Αν ο κατηγορούμενος, αφού λάβει γνώση των στοιχείων της δικογραφίας, συμφωνήσει με τον εισαγγελέα την επιβλητέα ποινή, συντάσσεται πρακτικό διαπραγμάτευσης, που υπογράφεται από τον εισαγγελέα και από τον κατηγορούμενο και τον παριστάμενο συνήγορό του. Το πρακτικό διαπραγμάτευσης περιέχει την ομολογία του κατηγορουμένου για την πράξη, για την οποία κατηγορείται, την συμφωνηθείσα ποινή καθώς και τον τρόπο έκτισής της. Η προτεινόμενη ποινή καθορίζεται με βάση την απαξία, τις συνθήκες τέλεσης της πράξης, τον βαθμό της υπαιτιότητας καθώς και την προσωπικότητα και τους οικονομικούς όρους του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε έτη φυλάκισης στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, τα επτά έτη στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη άνω των δέκα ετών και τα δύο έτη στα πλημμελήματα, ούτε μπορεί να είναι κατώτερη των δύο ετών στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη. Για την αναστολή ή μετατροπή της προτεινόμενης ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 99, 100, 104Α και 105 Α ΠΚ ... 5. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί πριν από την απολογία του κατηγορουμένου η ανάκριση θεωρείται περατωμένη ως προς αυτόν, εκτός αν ο εισαγγελέας θεωρεί ότι συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι, οπότε ο ανακριτής λαμβάνει απολογία του κατηγορουμένου, μετά την οποία ο ανακριτής μπορεί να αφήσει τον κατηγορούμενο ελεύθερο ή να εκδώσει διάταξη για την επιβολή περιοριστικών όρων κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 283. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί μετά την απολογία του κατηγορουμένου, ο εισαγγελέας μπορεί με διάταξή του να άρει ή να αντικαταστήσει τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού που τυχόν έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο ... 6. Μέσα σε πέντε ημέρες από τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης, η υπόθεση εισάγεται με απευθείας κλήση στο Μονομελές Εφετείο επί κακουργημάτων και στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο επί πλημμελημάτων. Στον απόντα κατηγορούμενο ορίζεται υποχρεωτικά ως συνήγορος ο αναφερόμενος στο πρακτικό διαπραγμάτευσης και αν αυτός κωλύεται άλλος συνήγορος από τον πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Το δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο βάσει του πρακτικού διαπραγμάτευσης και των στοιχείων της δικογραφίας και επιβάλλει σ' αυτόν εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ ποινή, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη συμφωνηθείσα μεταξύ εισαγγελέα και κατηγορουμένου. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, χωρίς να δεσμεύεται από το πρακτικό διαπραγμάτευσης, τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β' και γ' και δικαιούται να μεταβάλλει το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου. 7. Διαπραγμάτευση μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, με αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, που έχει ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση που καταχωρείται στο ειδικό πρακτικό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 141 παρ. 4. Στην περίπτωση αυτή η διαπραγμάτευση διεξάγεται μεταξύ του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα της έδρας. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο, το δικαστήριο του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Η υποβολή του αιτήματος διαπραγμάτευσης δεν αποτελεί υποχρεωτικό λόγο αναβολής της δίκης, μπορεί όμως το δικαστήριο να διακόψει τη συζήτηση και να τάξει προθεσμία έως δεκαπέντε ημερών για τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης σύμφωνα με την παράγραφο 4. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 302. 8. Σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων η διαπραγμάτευση μπορεί να αφορά ένα ή περισσότερα από αυτά. 9. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου χωρεί μόνο αναίρεση". Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 303 του ΚΠΔ σαφώς συνάγεται, ότι επί του θεσμού της ποινικής διαπραγμάτευσης ουδεμία αποδεικτική διαδικασία λαμβάνει χώρα ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για τη διαπίστωση της ενοχής του κατηγορουμένου, η ομολογία της οποίας από αυτόν αποτελεί προϋπόθεση για τη σύνταξη του πρακτικού της ποινικής διαπραγμάτευσης, η δε δικαιοδοτική εξουσία του δικαστηρίου εξαντλείται στην επικύρωση του πρακτικού διαπραγμάτευσης και δεν δικαιοδοτεί αυτό ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου αλλά ως προς τη διάρκεια της ποινής, για την επιμέτρηση της οποίας εφαρμόζει τα κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ, δυνάμενο να επιβάλει ποινή μικρότερη από τη συμφωνηθείσα μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου και πάντως όχι υπερβαίνουσα αυτήν, καθώς επίσης ερευνά αυτεπαγγέλτως τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β' και γ' του ΚΠΔ και τέλος δικαιούται να μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 9-7-2021 του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προς εκδίκαση της κατά του αναιρεσείοντος (3ου κατηγορουμένου) και των συγκατηγορουμένων ……,.... και  ….. (1ου, 2ου και 4ου αντίστοιχα) ποινικής υπόθεσης για: Α.1)απάτη κατά συναυτουργία κατ΄ εξακολούθηση με επιδιωκόμενο όφελος και αντίστοιχη βλάβη άνω των 120.000 ευρώ, 2)ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση από υπαίτιο που ενεργεί κατ’ επάγγελμα με όφελος και αντίστοιχή βλάβη κατά συρροή και σε βάρος του Δημοσίου για ποσά άνω των 120.000 ευρώ και 150.000 ευρώ (1ος, 2ος, 3ος), Β 1)πλαστογραφία με χρήση κα’ εξακολούθηση με όφελος και βλάβη κατά συρροή που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ αλλά και 150.000 ευρώ σε βάρος του δημοσίου από πρόσωπο που ενεργεί κατ΄ επάγγελμα και 2)απλή συνέργεια στην πράξη της κακουργηματικής απάτης(4ος κατ/νος). Πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο αναιρεσείων, δια των συνηγόρων του, και οι 1ος και 4ος αντίστοιχα των συγκατηγορουμένων του υπέβαλαν αίτημα ποινικής διαπραγμάτευσης κατά το άρθρο 303 παρ. 7 του ΚΠΔ. Ενόψει του αιτήματος αυτού, και της σύνταξης του σχετικού πρακτικού σε περίπτωση ευδοκίμησης του αιτήματος, το ανωτέρω Δικαστήριο διέκοψε τη συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 15-7-2021, κατά την οποία η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου με το συνταχθέν κατά το άρθρο 303 παρ. 7 του ΚΠΔ πρακτικό διαπραγμάτευσης μεταξύ του Εισαγγελέα της έδρας και του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου τους ανωτέρω δύο συγκατηγορουμένους τους και τους συνηγόρους τους που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά. Στη συνέχεια η Πρόεδρος του Δικαστηρίου κήρυξε την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, κατά την οποία αναγνώσθηκε το από 9-7-2021 πρακτικό ποινικής διαπραγμάτευσης υπογεγραμμένο από τον αναιρεσείοντα τους ανωτέρω δύο συγκατηγορουμένους του και τους συνηγόρους τους κατά το οποίο οι κατηγορούμενοι ομολόγησαν κατά τα πραγματικά περιστατικά τις αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις και συμφώνησαν με τον εισαγγελέα της έδρας να επιβληθεί στον καθένα εξ αυτών ποινή φυλάκισης δύο ετών για κάθε μία από τις δύο πράξεις και συνολική τριών ετών και 3ετή αναστολή. Αμέσως μετά την ανάγνωση του πρακτικού οι συνήγοροι του αναιρεσείοντα ανέπτυξαν προφορικά και κατέθεσαν και εγγράφως αυτοτελείς ισχυρισμούς και ζητούσαν συγκεκριμένα την ανάγνωση αφενός μεν της από 24-10-2016 έκθεσης του ορκωτού λογιστή  ….., φωτοαντιγράφου του υπ’ αριθμ Τ-597107 διαβατηρίου του και 21 φωτογραφιών που είχαν προσκομιστεί κατά την κυρία ανάκριση στον ανακριτή. Από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει πως η Προέδρος του δικαστηρίου αντιπαρήλθε σιωπηρά το στάδιο ανάγνωσης των εγγράφων της ουσίας της υπόθεσης και δεν ανέγνωσε κανένα από τα έγγραφα του σχετικού καταλόγου που αφορούσαν την ουσία της υπόθεσης, παρά μόνο, αναγνώστηκαν εκτός από το πρακτικό διαπραγμάτευσης τα υποβληθέντα από τον 4ο κατ/νο έγγραφα και ακολούθως απολογήθηκαν ο αναιρεσείων ο οποίος δήλωσε απερίφραστα πως συμφωνεί με το ανωτέρω πρακτικό ποινικής διαπραγμάτευσης και ο τέταρτος κατηγορούμενος. Ακολούθως το δικαστήριο απέρριψε τους προβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα και των ανωτέρω δύο συγκατηγορουμένων του δεχθέν στο αιτιολογικό του μετά από την παράθεση μείζονος σκέψης τα εξής: «Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν της υποβληθείσας από τους 1°, 3° και 4° κατηγορούμενους αίτησης για ποινική διαπραγμάτευση, συντάχθηκε νομότυπα το από 9-7-2021 πρακτικό ποινικής διαπραγμάτευσης, με το οποίο οι άνω κατηγορούμενοι ομολόγησαν κατά τα πραγματικά περιστατικά τις αποδιδόμενες σ' αυτούς με το 2163/2018 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών πράξεις και συμφωνήθηκε, μεταξύ αυτών και του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, να επιβληθεί στον καθένα εξ αυτών ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών στον καθένα, με τριετή αναστολή.

Περαιτέρω, με βάση τα διαλαμβανόμενα στο ως άνω βούλευμα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ομολογούν κατά τα ανωτέρω, οι παραπάνω κατηγορούμενοι, στοιχειοθετούνται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις, της κατ' εξακολούθηση απάτης, κατά συναυτουργία, σε βάρος της εγκαλούσας, με επιδιωκόμενο όφελος και αντίστοιχη βλάβη της τελευταίας άνω των 120.000 ευρώ (1ος και 3ος), της (απλής) συνέργειας στην αμέσως παραπάνω πράξη (4ος), της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που ενεργεί κατ' επάγγελμα, με όφελος και αντίστοιχη βλάβη τόσο του Δημοσίου, όσο και της εγκαλούσας ποσού άνω των 150.000 ευρώ και 120.000 ευρώ αντίστοιχα (4ος) και της ηθικής αυτουργίας στην τελευταίας αυτή πράξη (1ος και 3ος). Οι πράξεις αυτές προβλέπονταν και τιμωρούνταν από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων αρθ. 1, 2, 12, 13 εδ. γ΄ και στ΄, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1α, 27, 46 παρ.1α, 47, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.3 εδ. α΄, 1, 386 παρ. 3β΄- 1 σε συνδ. με το άρθρο 1 παρ.1 ν.1608/1950, όπως ίσχυε. Υπό την ισχύ του νέου Π.Κ. και την κατάργηση, με το άρθρο 462 αυτού, του ν. 1608/1950, καθώς και κάθε διάταξης που τροποποιούσε το νόμο αυτό, λαμβανομένων υπόψη και των ευμενέστερων, κατά περίπτωση, διατάξεων, σύμφωνα με τα προεκτεθεντα οι ως άνω αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους αξιόποινες πράξεις τυποποιούνται πλέον στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 12, 13 εδ. γ', 14, 16, 17, 18, 26 § 1α, 27, 45, 46 παρ. 1α, 47 παρ. 1α 94, 98, 216  παρ. 1 και 4 νέου Π.Κ. και 386 παρ. 3β'- 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ., ως ευμενέστερης, λόγω της προβλεπόμενης ποινής, διάταξης.

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί: α) Του τρίτου των κατηγορουμένων, ότι δεν στοιχειοθετείται η πράξη της απάτης διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στην κατηγορία πραγματικά περιστατικά, δεν υφίσταται υλική αντιστοιχία-ταυτότητα μεταξύ του σκοπούμενου οφέλους και της φερόμενης ζημίας της εγκαλούσας, λόγω της μη ύπαρξης περιουσιακής μετάθεσης από την περιουσία της τελευταίας προς την «  … Α.Ε.», καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στο παραπεμπτικό βούλευμα, υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και της πλάνης, που προκλήθηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους της αναφερόμενης Δ. Ο.Υ. από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης της εγκαλούσας, β) Του 1ου κατηγορουμένου, περί φαινομένης συρροής των πράξεων της πλαστογραφίας και της φοροδιαφυγής, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αν η ποινικά αξιολογούμενη συμπεριφορά κατατείνει όχι μόνο στη φοροδιαφυγή, αλλά και στην παράνομη ωφέλεια ή βλάβη τρίτων, όπως εν προκειμένω κατά την κατηγορία, τότε η ειδική διάταξη περί αξιόποινης φοροδιαφυγής δεν εκτοπίζει εξ ολοκλήρου την εφαρμογή των γενικών περί πλαστογραφίας διατάξεων του Π.Κ., αφού τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της φοροδιαφυγής δεν συμπίπτουν με εκείνα της πλαστογραφίας, που πέραν των στοιχείων της φοροδιαφυγής περιέχει και άλλη ποινικώς κολάσιμη εγκληματική δραστηριότητα, γ) Των 1ου, 3ου και 4ου κατηγορουμένων, ότι μετά την κατάργηση του ν. 1608/1950 εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του Π.Κ., και (ότι) επομένως, οι επί μέρους πράξεις της πλαστογραφίας που υπολείπονται του ποσού των 120.000 ευρώ έχουν, ως πλημμελήματα, παραγραφεί, καθόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μετά την κατάργηση, από 1-7-2019, του άνω νόμου, εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 216 παρ. 4 του νέου Π.Κ. κατά την οποία εάν η πράξη της πλαστογραφίας στρέφεται άμεσα κατά του Δημοσίου, για τον κακούργηματικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη, επί μερικότερων πράξεων κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, το σύνολο της ζημίας ή του οφέλους, όπως γινόταν δεκτό και υπό το καθεστώς του ν. 1608/1950, το οποίο κατά την ως άνω διάταξη απαιτείται να υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Συνεπώς επί πράξεων κατ' εξακολούθηση δεν παραγράφεται η κάθε πράξη αυτοτελώς, αλλά υπόκειται σε παραγραφή το ενιαίο κακούργημα ως σύνολο.

Επιπλέον, οι άνω κατηγορούμενοι αμφισβητούν το ύψος του ποσού, στο οποίο, κατά την κατηγορία, ανέρχεται το συνολικό σκοπούμενο παράνομο όφελος και η αντίστοιχη συνολική βλάβη, ισχυριζόμενοι ότι υπολείπεται του ποσού των 120.000 ευρώ και επομένως οι άνω αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος και έχουν παραγραφεί, λόγω της παρέλευσης πενταετίας από την τέλεσή τους. Ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διαδικασία της ποινικής διαπραγμάτευσης δεν ερευνάται η ουσία της υπόθεσης, παρά μόνο, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 303 παρ.6 του νέου Κ.Π.Δ., εξετάζεται, με βάση, όμως, τα διαλαμβανόμενα στην κατηγορία πραγματικά περιστατικά, η νομική βασιμότητα της κατηγορίας και η τυχόν συνδρομή των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β και γ' του ίδιου κώδικα.

Κατόπιν αυτών, οι 1ος, 3ος και 4ος κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων που τους αποδίδονται, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Στη συνέχεια το Α΄ Τριμελές Εφετείο Κακ/των Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφαση κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για το ότι: II) Οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων  ….. και  …..:

1) Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού με την ιδιότητα τους ως νομίμων εκπροσώπων της ανώνυμης εταιρείας «…. ΑΕ», με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και συμβουλές στον συγκατηγορούμενό τους  …., προκάλεσαν σ' αυτόν, ως άμεσα επωφελούμενοι, την απόφαση να καταρτίσει με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ακολούθως να κάνει χρήση των εγγράφων αυτών, με σκοπό να προσπορίσει στους ίδιους παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία από την τέλεση της εν λόγω πράξης υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, αλλά και των 150.000 ευρώ και επιπλέον στρέφεται κατά του Δημοσίου. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα, σε μη επακριβώς καθορισμένο χρόνο, πάντως τουλάχιστον από την 14-4-2003 μέχρι και την 30-8-2004 με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και συμβουλές στον  ……, ενεργώντας από κοινού προκάλεσαν σ' αυτόν την απόφαση να καταρτίσει εξ υπαρχής πλαστά έγγραφα και δη τις κάτωθι αναφερόμενες τραπεζικές επιταγές της Λαϊκής Τράπεζας, έκδοσης της εταιρείας «…. ΑΕ» εις διαταγήν της  …., καθώς έχοντας στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του ως λογιστής της τελευταίας, τα στοιχεία της ατομικής της επιχείρησης και πλαστογραφώντας την εταιρική της σφραγίδα, έθεσε αυτήν κατ' απομίμηση την υπογραφή της στη θέση του πρώτου οπισθογράφου και αναλυτικά: 1) την 26009597-4 επιταγή με ημερομηνία 6-8-2004, ποσού 14-500 €, που εισέπραξε ο …, 2) την 26009632-6 επιταγή με ημερομηνία 20-7-2004 ποσού 4.000 6, που εισέπραξε ο ….., 3) την 26009633-4 επιταγή με ημερομηνία 22-7-2004 ποσού 4.000 €, που εισέπραξε  …., 4) την 26009634-2 επιταγή με ημερομηνία 21-7-2004 ποσού 2.000 €, που εισέπραξε  ., 5) την 26009594-0 επιταγή με ημερομηνία 6-8-2004, ποσού 13.200 €, που εισέπραξε  …., 6) την 26009595-8 επιταγή με ημερομηνία 6-8-2004 ποσού 14.500 ευρώ, που εισέπραξε ο  …., 7) την 26009596-6 επιταγή με ημερομηνία 6-8-2004, ποσού 14.500 ευρώ, που εισέπραξε ο  …., 8) την 26009598-2 επιταγή με ημερομηνία 6-8-2004, ποσού 14.500 που εισέπραξε ο  ……., 9) την 26009636-9 επιταγή με ημερομηνία 23-7-2004, ποσού 1.125 ευρώ, που εισέπραξε ο  …., 10) την 26009637-7 επιταγή με ημερομηνία 26-7-2004 ποσού 6.000 ευρώ, που εισέπραξε ο  ….., 11)την 26009593-1 επιταγή με ημερομηνία 9-7-2004, ποσού 14.800 ευρώ, που εισέπραξε ο  …., 12) την 26009592-3 επιταγή με ημερομηνία 9-7-2004, ποσού 14.500 ευρώ, που εισέπραξε ο  …., 13) την 26009591-5 επιταγή με ημερομηνία 9-7-2004, ποσού 13.500 ευρώ, που εισέπραξε ο  …., 14) την 26009589-3 επιταγή με ημερομηνία 9-7-2004, ποσού 14.000 ευρώ, που εισέπραξε ο  …., 15) την 26009571-1 επιταγή με ημερομηνία 24-8-2004, ποσού 13.000 ευρώ, που εισέπραξε ο  …., 16) την 26009572-9 επιταγή με ημερομηνία 24-8-2004, ποσού 10.000 ευρώ, που εισέπραξε ο  ….., 17) την 26009599-1 επιταγή με ημερομηνία 24-8-2004, ποσού 12.000 ευρώ, που εισέπραξε ο  ….., 18) την 26009638-5 επιταγή με ημερομηνία 24-8-2004, ποσού 10.000 ευρώ, που εισέπραξε ο  …., 19) την 26009600-8 επιταγή με ημερομηνία 24-8-2004, ποσού 12.000 ευρώ, που εισέπραξε ο ….., 20) την 26009640-7 επιταγή με ημερομηνία 24-8-2004, ποσού 13.000 ευρώ, που εισέπραξε ο Ευάγγελος Δαρζέντας, 21) την 26009639-3 επιταγή με ημερομηνία 24-8- 2004 ποσού 13.000 ευρώ, που εισέπραξε ο  ………….22,… και 33) την 26009635-1 επιταγή με ημερομηνία 2-8-2004, ποσού 6.375 €, που εισέπραξε  . Οι ανωτέρω όμως επιταγές, όμως, φέρουν καταφανώς πλαστή υπογραφή της λήπτριας και πρώτης οπισθογράφου - εγκαλούσας, καθώς έχουν υπογράφει και σφραγισθεί άνευ της συναίνεσης της. Ακολούθως ο …. έκανε χρήση αυτών μεταβιβάζοντάς αυτές σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία είτε σχετίζονταν μαζί του, είτε με την εκδότρια των επιταγών, τα οποία εμφάνιζαν και εισέπρατταν την αξία αυτών και στην συνέχεια επανακατέθεταν τα ποσά στον υπ' αριθ. 031-026- 0034442- 051 τραπεζικό λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας, από τον οποίο σύρονταν και όλες οι επιταγές. Με τις ανωτέρω ενέργειες σκοπό είχε να προσδώσει νομιμοφάνεια στα κάτωθι τιμολόγια: 1) το υπ' αριθμ. 3/3-3-2003 τιμολόγιο αξίας 31.270 €, 2) το υπ' αριθμ. 4/18-3-2003 τιμολόγιο αξίας 34.810 €, 3) το υπ' αριθμ. 25/30-6-2003 ΤΠΥ αξίας 14.610 6, 4) το υπ' αριθμ. 26/30-6-2003 ΤΠΥ αξίας 9.440 €, 5) το υπ' αριθμ. 27/30-6-2003 ΤΠΥ αξίας 8.850 €, 6) το υπ' αριθμ. 28/30-6-2003 ΤΠΥ αξίας 14.750 €, 7) το υπ' αριθμ. 29/30-6-2003 ΤΠΥ αξίας 10.620 €, 8) το υπ' αριθμ. 30/30-6-2003 ΤΠΥ αξίας 10.620 €, 9) το υπ' αριθμ. 31130-6-2003 ΤΠΥ αξίας 14.868 €, 10) το υπ' αριθμ. 32/30-6-2003 ΤΠΥ αξίας 14.632 €, 11) το υπ' αριθμ. 33/30-6-2003 ΤΠΥ αξίας 14.610 €, 12) το υπ' αριθμ. 5/26-3-2004 τιμολόγιο αξίας 14.750 €, 13) το υπ' αριθμ. 61/29-6-2004 τιμολόγιο αξίας 14.750 €, 14) το υπ' αριθμ. 7/31-3-2004 τιμολόγιο αξίας 11.800 €, 15) το υπ' αριθμ. 8/11-4-2004 τιμολόγιο αξίας 12.980 €, 16) το υπ' αριθμ. 9/11-4-2004 τιμολόγιο αξίας 12.980 €, 17) το υπ' αριθμ. 15/12-5-2004 τιμολόγιο αξίας 11.505 €, 18) το υπ' αριθμ. 16/3-5-2004 τιμολόγιο αξίας 11.505 €, 19) το υπ' αριθμ. 22/21-5-2004 τιμολόγιο αξίας 11.585 €, 20) το υπ' αριθμ. 23/24-5-2004 τιμολόγιο αξίας 11.505 €, 21) το υπ' αριθμ. 24/25-5-2004 τιμολόγιο αξίας 11.505 € 22) το υπ' αριθμ. 25/26-5-2004 τιμολόγιο αξίας 11.505 €, 23) το υπ' αριθμ. 26/27-5-2004 τιμολόγιο αξίας 6, 24) το υπ' αριθμ. 27/25-5-2004·τιμολόγιο αξίας 11.505 €, 25) το υπ' αριθμ. 28/1-6-2004 τιμολόγιο αξίας 12.390 €, 26) το υπ' αριθμ. 29/3-6-2004 τιμολόγιο αξίας €, 27) το υπ' αριθμ. 30/7-6-2004 τιμολόγιο αξίας 12.390 €, 28) το υπ' αριθμ. 31/17-6-2004 τιμολόγιο αξίας 12.390 €, 29) το υπ' αριθμ. 32/17-6-2084 τιμολόγιο αξίας 14.632 6, 30) του υπ' αριθμ. 33/23-6-2004 τιμολογίου αξίας 14.610 €, 31) του υπ' αριθμ. 34/12-7-2004 τιμολογίου αξίας 14.750 €, 32) του υπ' αριθμ. 35/5-7-2004 τιμολογίου αξίας 14.750 €, 33) του υπ' αριθμ. 36/17-7-2004 τιμολογίου αξίας 14.750 €, 34) το υπ' αριθμ. 37/19-7-2004 τιμολόγιο αξίας 14,750 €, 35) το υπ' αριθμ. 38/12-7-2004 τιμολόγιο αξίας 14.750 € και 36) το υπ' αριθμ. 39/16-7-2004 τιμολόγιο αξίας 14.750 €, που φέρονται ότι εκδόθηκαν από την ατομική επιχείρηση της  …. προς την ανώνυμη εταιρεία «… ΑΕ», ότι δηλαδή αφορούσαν πραγματικές συναλλαγές και να προσπορίσουν στην ανωτέρω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται: ι) στο ποσό του ΦΠΑ των ως άνω εικονικών τιμολογίων, ύψους 17.104 € για τη χρήση 2003 και 49.392 € για τη χρήση 2004, ήτοι συνολικά 66.492 €, ο οποίος θα καταλογιζόταν ως φόρος εισροών (δαπανών) της λήπτριας εταιρείας «… ΑΕ» και θα συμψηφιζόταν με τον αντίστοιχο ΦΠΑ των εκροών (πωλήσεων), οδηγώντας σε ανάλογη μείωση του φόρου που θα έπρεπε να καταβάλει η λήπτρια στα Δημόσιο και ιι) στον φόρο εισοδήματος που αντιστοιχούσε στη συνολική καθαρή αξία των τιμολογίων με βάση τον ισχύοντα τότε φορολογικό συντελεστή (35%), το ύψος του οποίου προσδιορίστηκε στο ποσό των 33.250 € για τη χρήση 2003 και ποσό 96.040 € για τη χρήση 2004, ήτοι συνολικά 129.290. ευρώ, δηλαδή να προσπορίσει παράνομο όφελος στη λήπτρια των τιμολογίων εταιρεία ποσού (66.492 + 129.290) = 195.782 € με ισόποση ζημία αφενός του Δημοσίου, καθώς εάν δεν είχαν καταχωρηθεί στα φορολογικά βιβλία της εταιρείας τα εικονικά τιμολόγια, το Δημόσιο θα διατηρούσε αξίωση σε βάρος της για την καταβολή των αντίστοιχων φορολογικών της υποχρεώσεων, αφετέρου της εκδότριας των ως άνω τιμολογίων ατομικής επιχείρησης της εγκαλούσας, η οποία εμφανίσθηκε να έχει εισπράξει ψευδώς τα ποσό των τιμολογίων και συνεπώς να οφείλει στο Δημόσιο τον αναλογούντα ΦΠΑ ύψους 17.140 € για τη χρήση 2003 και 49.392 € για τη χρήση 2004, ήτοι συνολικά 66.492 €, καθώς επίσης και να έχει φορολογητέα κέρδη κατά το οικονομικό έτος έκδοσης των τιμολογίων, αυξημένα κατά το ποσό της καθαρής αξίας τους, συνολικού ύψους 501.972 €, οφείλοντας συνεπώς τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος, το ύψους τον οποίου προσδιορίστηκε στο ποσό των 33.250 € για τη χρήση 2003 και 96.040 € για τη χρήση 2004, ήτοι συνολικά 129.290 €, δηλαδή να ζημιωθεί, κατά το ποσό των (66.492 + 129.290) = 195.782 €. Το συνολικό δε όφελος από την τέλεση της πράξης, με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου, αλλά και της εγκαλούσας ανέρχεται στο ποσό των 195.782 €.

2) Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε παράλειψη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία από την τέλεση της εν λόγω πράξης υπερβαίνει το ποσό των 120.000 €. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα, σε μη επακριβώς καθορισμένο χρόνο, πάντως τουλάχιστον από την 3-3-2003 έως την 16-7-2004 από κοινού ενεργώντας, με την ιδιότητα τους ως νομίμων εκπροσώπων της ανώνυμης εταιρείας «…. ΑΕ», καταχώρησαν δια των υπαλλήλων του λογιστηρίου στα φορολογικά βιβλία της άνω εταιρείας τα περιγραφόμενα στην υπό στοιχείο 2Α πράξη εικονικά τιμολόγια της ατομικής επιχείρησης της εγκαλούσας, έχοντας επιπλέον εκδώσει τις προαναφερόμενες επιταγές, τις οποίες κατόπιν πλαστογράφησης από το συγκατηγορούμενό τους  ….. της υπογραφής της εγκαλούσας ως οπισθογράφου, μεταβιβάστηκαν σε τρίτα πρόσωπα εμπιστοσύνης τους και επανακατατέθηκαν σε λογαριασμό της εταιρείας σας, προκειμένου να παραστήσουν ψευδώς ότι η ατομική επιχείρηση της εγκαλούσας εκτέλεσε για λογαριασμό της εταιρείας «…. ΑΕ» τις αναφερόμενες σ' αυτά εργασίες και να πείσουν τους αρμόδιους υπάλληλους της ΔΟΥ Αιγίου ότι οι φορολογικές αυτές εγγραφές ήταν αληθινές, να παραλείψουν δε τον καταλογισμό σε βάρος της φορολογικών παραβάσεων. Σκοπό δε είχαν να προσπορίσουν στην εταιρεία αλλά και στους ίδιους παράνομο περιουσιακό όφελος που συνίσταται: α) στο ποσό του ΦΠΑ των ως άνω εικονικών τιμολογίων, ύψους 17.100 € για τη χρήση 2003 και 49- 392 € για τη χρήση 2004, ήτοι συνολικά 66.492 €, ο οποίος θα καταλογιζόταν ως φόρος εισροών (δαπανών) της λήπτριας εταιρείας «…. ΑΕ» και θα συμψηφιζόταν με τον αντίστοιχο ΦΠΑ των εκροών (πωλήσεων), οδηγώντας σε ανάλογη μείωση του φόρου που θα έπρεπε να καταβάλει η λήπτρια στο Δημόσιο και β) του φόρου εισοδήματος που αντιστοιχούσε στη συνολική καθαρή αξία των τιμολογίων με βάση τον ισχύοντα τότε φορολογικό συντελεστή (35%), το ύψος του οποίου προσδιορίστηκε στο ποσό των 33.250 € για τη χρήση 2003 και ποσό 96.040 € για τη χρήση 2004, ήτοι συνολικά 129.290 δηλαδή να προσπορίσουν παράνομο όφελος στη λήπτρια των τιμολογίων εταιρεία συνολικού ποσού (66.492 + 129.290) =195.782 €, με ισόποση ζημία της εκδότριας των ως άνω τιμολογίων ατομικής επιχείρησης της εγκαλούσας, η οποία εμφανίσθηκε να έχει εισπράξει ψευδώς το ποσό των τιμολογίων και συνεπώς να οφείλει στο Δημόσιο τον αναλογούντα ΦΠΑ, ύψους 17.100 € για τη χρήση 2003 και 49.392 € για τη χρήση 2004, ήτοι συνολικά 66.492 €, καθώς επίσης και να έχει φορολογητέα κέρδη κατά το οικονομικό έτος έκδοσης των τιμολογίων, αυξημένα κατά το ποσό της καθαρής αξίας τους, συνολικού ύψους 501.972 €, οφείλοντας συνεπώς τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος, το ύψους του οποίου προσδιορίστηκε στο ποσό των 33.250 € για τη χρήση 2003 και 96.040 € για τη χρήση 2004, ήτοι συνολικά 129.290, δηλαδή να ζημιωθεί κατά το ποσό των (66.492 +129.290) = 195.782 €».

Από όσα προεκτέθηκαν, συνάγεται ότι ο μοναδικός λόγος που περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο λόγω μη τήρησης των διατάξεων που αφορούν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, διότι το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματός του για ανάγνωση α)της από 24-10-2016 έκθεσης του ορκωτού λογιστή  ….. και β)φωτοαντιγράφου του διαβατηρίου του και 21 φωτογραφιών που είχε προσκομίσει στον ανακριτή (αρθ. 510 παρ.1Α σε συνδ. με αρθ. 171 παρ.1 εδ.δ ΚΠΔ), προβάλλεται ασαφώς και αορίστως και συνεπώς είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρει την παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 362 ΚΠΔ και δεν διευκρινίζει αν κατά της παράλειψης της προέδρου του δικαστηρίου να αναγνώσει τα ζητηθέντα έγγραφα προσέφυγε κατ’ αρθ. 335 παρ.2 ΚΠΔ σε όλο το δικαστήριο ώστε να υπάρχει υποχρέωση αιτιολόγησης της άρνησης, από τα πρακτικά όμως της προσβαλλομένης απόφασης δεν προκύπτει υποβολή προσφυγής. Δεν προσδιορίζει επίσης όπως απαιτείται σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, ποιο το έννομο συμφέρον του, δηλαδή ποια βλάβη υπέστη από τη μη ανάγνωση των εγγράφων που αφορούσαν την διερεύνηση της ουσίας της υπόθεσης στα πλαίσια όμως της διαγνωστικής ακροαματικής διαδικασίας  και ειδικότερα η έκθεση του ορκωτού λογιστή αν ήθελε επιβεβαιωθεί, ενίσχυε το επιχείρημα του αναιρεσείοντα ότι το σκοπούμενο όφελος υπολειπόταν του ορίου των 120.000 ευρώ και ότι συνεπώς οι πράξεις της κατηγορίας ήταν πλημμεληματικές και ήδη παραγεγραμμένες, ενώ το φωτοαντίγραφο του διαβατηρίου του με τις φωτογραφίες ενίσχυαν το επιχείρημα αυτού, αν επιβεβαιωνόταν, ότι ο ίδιος δεν είχε παρακολουθήσει τις επίμαχες οικοδομικές εργασίες απασχολούμενος στην προώθηση των εξαγωγών της εταιρείας του σε διάφορες αγορές του εξωτερικού, η διαγνωστική διαδικασία όμως είχε παρακαμφθεί από την ειδική διαδικασία της ποινικής διαπραγμάτευσης ενόψει της αβίαστης, εθελουσίας και ανεπιφύλακτης ομολογίας του αναιρεσείοντα επί των πραγματικών περιστατικών του κατηγορητηρίου μεταξύ αυτών και ότι το σκοπούμενο όφελος και η αντίστοιχη ζημία ανερχόταν σε 195.782 ευρώ και ότι ο ίδιος  συμμετείχε στις αποδιδόμενες πράξεις. Η δικαιοδοτική εξουσία του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ως προς το ζήτημα της ενοχής του αναιρεσείοντος εξαντλήθηκε στην επικύρωση του πρακτικού διαπραγμάτευσης, το οποίο περιείχε την ομολογία του τελευταίου ότι τέλεσε τις αποδιδόμενες σ'αυτόν αξιόποινες πράξεις, καθόσον δεν λαμβάνει χώρα αποδεικτική διαδικασία για την διαπίστωση της ενοχής, και, στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν Δικαστήριο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 303 παρ. 6 του ΚΠΔ και, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, βάσει του πρακτικού διαπραγμάτευσης και των στοιχείων της δικογραφίας, στη συνέχεια του επέβαλε την συμφωνηθείσα με τον Εισαγγελέα της έδρας ποινή, εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ. Το δικαστήριο δεν είχε πλέον εξουσία στο στάδιο αυτό να διερευνήσει τα πραγματικά περιστατικά, ήταν εκτός όσων του επέτρεπε η συναινετική διαδικασία ποινικής διαπραγμάτευσής γεγονός που καθιστά τον προβαλλόμενο λόγο πρόδηλα αλυσιτελή, αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν μπορεί να επιδράσει στο διατακτικό της αναιρεσιβάλλομενης απόφασης. Κατόπιν των ανωτέρω εφόσον ο προβαλλόμενος μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατ’ αρθ 512 παρ.1 εδ.α΄  ΚΠΔ και ομοίως πρέπει να απορριφθούν και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως απαράδεκτοι ελλείψει τουλάχιστον ενός παραδεκτού λόγου αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του Κ.ΠοινΔ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-12-2021, με αριθμό 416/2021 αίτηση του  ….. κατοίκου Αιγίου Αχαΐας (οδός 1ης Μαΐου 1886) για αναίρεση της υπ’ αριθμ 856α, 877/2021 απόφασης του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα(250) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ     Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login