ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ- ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΣΕ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ- ΑΠ 105-2015

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Εκτέλεση του εντάλματος με τον όρο της επαναμεταγωγής του στην Ελλάδα για την έκτιση της ποινής . Μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική από το κράτος εκτέλεσης .

Η ποινή, όπως αυτή απαγγέλθηκε από τις δικαστικές αρχές του εκδόσαντος το ένταλμα κράτους, εκτίεται στο κράτος εκτέλεσης αυτής, χωρίς να είναι δυνατή οποιαδήποτε μεταβολή της απόφασης αυτής, συνεπώς και μετατροπή, αφού αυτή συνιστά ουσιώδη μεταβολή της αρχικής απόφασης. Και τούτο διότι το κράτος εκτέλεσης με την ανάληψη της εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στον ημεδαπό, δεν ασκεί ιδία ποινική εξουσία, αλλά διευκολύνει την άσκηση μιας αλλοδαπής δικαιοδοτικής εξουσίας στο πλαίσιο της διακρατικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, χωρίς όμως να είναι δυνατή η μετατροπή της ποινής που επιβλήθηκε στον ημεδαπό στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.

 

Αριθμός 105/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα-Εισηγήτρια και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει: α) την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Α. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαντζουράνη, και β) την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ'αριθ. 5247/2013, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου καθώς και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: α) στην από 10 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Α., και β) στην αριθ. 69/18-12-2013 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1423/2013.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσής του καθώς και η αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση οι υπό κρίση δύο αιτήσεις αναίρεσης: α) η από 18-12-2013 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 5247/5-11-2013 ανέκκλητης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 2-12-2013, με την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 565 ΚΠοινΔ., απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα του καταδικασθέντος Ι. Α. για μετατροπή της συνολικής ποινής φυλακίσεως των πέντε ετών και έξι μηνών, που του επιβλήθηκε για την πράξη της λαθρεμπορίας κατά συρροή με την 2KLS22/13/910ZS1885/2009 απόφαση του 2ου Πενταμελούς Πλημμελειοδικείου του 'Ολντενμπουργκ Γερμανίας, την οποία [ποινή] εκτίει αυτός στις φυλακές Χαλκίδας, μετά τη διαμεταγωγή του στο ελληνικό κράτος και β) η από 10 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση του ως άνω καταδικασθέντος κατά της αυτής ως άνω απόφασης.

Η από 10 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση του αναιρεσείοντος Ι. Α., με την οποία διώκεται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που έκρινε την αίτηση για μετατροπή της επιβληθείσας σ'αυτόν ποινής φυλακίσεως σε χρηματική ως αυτοτελή αίτηση μετατροπής της ποινής είναι απαράδεκτη, διότι η απόφαση με την οποία το δικαστήριο αποφαίνεται για τη μετατροπή ή μη της ποινής που επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα μετά την κήρυξη της ενοχής του, είτε εκδίδεται στην ίδια δίκη ή σε μεταγενέστερη σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 12 του Π.Κ., δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, ούτε υπάγεται σε κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στις παρ.2 και 3 του άρθρου 504 του ΚΠοινΔ ή σε άλλη διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναίρεση και συνεπώς, πρέπει κατά το μέρος αυτό να απορριφθεί η αναίρεση ως απαράδεκτη. Κατά το μέρος, όμως, που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την αίτηση για μετατροπή της ποινής υπό την μορφή αντιρρήσεων του άρθρου 565 ΚΠοινΔ, η κατ'αυτής αναίρεση είναι παραδεκτή. Ομοίως, παραδεκτή είναι και η από 18-12-2013 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την οποία ασκεί κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την αίτηση του καταδικασθέντος υπό την μορφή των αντιρρήσεων του άρθρου 565 το ΚΠοινΔ .Πρέπει, επομένως, οι αναιρέσεις, κατά το μέρος που κρίθηκαν παραδεκτές να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συναφείας και να ερευνηθούν περαιτέρω.

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 82 ΠΚ (όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με την υποπαράγραφο (1Γ1 εδ. 1 άρθρου πρώτου Ν4093/2012 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την προκειμένη υπόθεση χρόνο) "η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή εκτός αν το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται, η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων", ενώ κατά την παρ. 12 του ιδίου ως άνω άρθρου "αν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί περί μετατροπής ποινής στερητικής της ελευθερίας, αυτός που καταδικάστηκε, με αίτησή του στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, μπορεί να ζητήσει τη μετατροπή".

Οι ως άνω περί μετατροπής της ποινής σε χρηματική διατάξεις του άρθρου 82 του ΠΚ, ως διατάξεις που έχουν τεθεί στον Ποινικό Κώδικα, είναι ουσιαστικού δικαίου, αποδίδουν το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο και δεν αφορούν την εκτέλεση της απόφασης, δηλαδή δεν είναι δικονομικές. Από την αντιπαραβολή των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, αν επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή υποκείμενη κατά νόμο σε μετατροπή αποφαίνεται συγχρόνως με την απόφασή του επί της ενοχής και περί της μετατροπής της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική. Και τούτο, διότι, έχει, από την αποδεικτική διαδικασία, νωπή την εικόνα των απαραίτητων για τη μόρφωση της κρίσεως του περιστατικών, που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου και τις εν γένει περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική με μεταγενέστερη απόφαση είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση του άρθρου 82 παρ12 ΠΚ. Από την τελευταία αυτή διάταξη [παρ.12], η οποία προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.2 του ν. 2479/1997 προς ρύθμιση του θέματος ενόψει της αντίθετης μέχρι το χρονικό αυτό σημείο νομολογιακής άποψης(σχετική η Ολ.ΑΠ4/1994) προκύπτει ότι είναι δυνατή η υποβολή αυτοτελούς αιτήματος μετατροπής από τον καταδικασθέντα ενώπιον του καταγνώσαντος την ποινή δικαστηρίου μόνον στην περίπτωση που αυτό παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά, αν και όφειλε να το πράξει. Τέτοια δικαιοδοσία έχει μόνο το δικάσαν δικαστήριο και όχι το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης. Τούτο διότι η μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ανάγεται στην ποινή, η οποία συνδέεται με την ουσία της υποθέσεως, την οποία μόνο το δικάσαν δικαστήριο δύναται προσηκόντως να εκτιμήσει και ουδόλως αφορά την εκτέλεση της καταγνωσθείσης ποινής, περί της οποίας πραγματεύονται τα άρθρα 565 επ. του ΚΠοινΔ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 565 του ΚΠοινΔ. κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το πλημμελειοδικείο του τόπου εκτέλεσης της ποινής, το οποίο επιλαμβάνεται της εκδικάσεως των αντιρρήσεων του καταδικασμένου, περιορίζεται μόνον στην εξέταση ζητημάτων που ανέκυψαν κατά την εκτέλεση καταδικαστικής ποινικής απόφασης και μετά το αμετάκλητο της εκτελούμενης απόφασης και συγκεκριμένα ζητημάτων που αναφέρονται: α)στην εκτελεστότητα της απόφασης, όταν προβάλλεται ότι αυτή δεν έχει καταστεί αμετάκλητη β) στο είδος της ποινής, όταν ο καταδικασμένος ισχυρίζεται ότι ο χαρακτηρισμός εκ μέρους του εισαγγελέα της ποινής που έχει επιβληθεί δεν είναι σύμφωνος με τις διατάξεις του ΠΚ (άρθρα 51-55) και γ) στη διάρκεια της ποινής όταν ο καταδικασμένος επικαλείται εσφαλμένο προσδιορισμό του χρόνου λήξης κ.λ.π. Επομένως, το δικαστήριο, με βάση τη διάταξη αυτή στο πλαίσιο των αντιρρήσεων περί την εκτέλεση δεν μπορεί να ερευνήσει τα εσωτερικά στοιχεία της απόφασης, διότι σε μια τέτοια περίπτωση ελέγχει την ορθότητα της εκτελούμενης απόφασης. Έτσι δεν μπορεί να ερευνήσει, εκτός των άλλων, την αιτιολογία της απόφασης, την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, την νομιμότητα της απόφασης και το αν παραλείφθηκαν οι διατάξεις περί μετατροπής της ποινής, διότι η μετατροπή συνιστά, κατά τα προαναφερόμενα, ουσιώδη μεταβολή της αρχικής απόφασης μη αναγόμενη στον τρόπο εκτέλεσης της ποινής και είναι θεσμός ριζικά διαφορετικός των αντιρρήσεων του άρθρου 565 ΚποινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 στοιχ. η του ν. 3251/2004 με τίτλο "πότε απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης" "η δικαστική αρχή αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις...α]...β]... αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόαση του θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό κράτος, ώστε να εκτίσει σ'αυτό τη στερητική της ελευθερίας ποινή που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος". Σκοπός της διάταξης αυτής είναι, η διευκόλυνση της κοινωνικής επανένταξης του καταδικασθέντος, εφόσον ο ίδιος θεωρεί το κράτος εκτέλεσης ως έδρα των οικογενειακών, κοινωνικών, γλωσσικών, οικονομικών ή άλλων δεσμών. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η ποινή, όπως αυτή απαγγέλθηκε από τις δικαστικές αρχές του εκδόσαντος το ένταλμα κράτους, εκτίεται στο κράτος εκτέλεσης αυτής, χωρίς να είναι δυνατή οποιαδήποτε μεταβολή της απόφασης αυτής, συνεπώς και μετατροπή, αφού αυτή συνιστά ουσιώδη μεταβολή της αρχικής απόφασης. Και τούτο διότι το κράτος εκτέλεσης με την ανάληψη της εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στον ημεδαπό, δεν ασκεί ιδία ποινική εξουσία, αλλά διευκολύνει την άσκηση μιας αλλοδαπής δικαιοδοτικής εξουσίας στο πλαίσιο της διακρατικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, χωρίς όμως να είναι δυνατή η μετατροπή της ποινής που επιβλήθηκε στον ημεδαπό στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, όπως ρητά έκρινε περί αυτού η επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (βλ. 'Εκθεση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 34 της απόφασης - πλαισίου του Συμβουλίου της 13 Ιουνίου 2002 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, COM (2005) 63, τελικό, Βρυξέλλες, 23-2-2005. Έτσι, σε περίπτωση που ημεδαπός, ο οποίος εκδόθηκε σε άλλη χώρα με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης υπό τον όρον της διαμεταγωγής του στην Ελλάδα προς έκτιση της ποινής που θα του επιβληθεί, καταδικασθεί από τις δικαστικές αρχές του κράτους έκδοσης σε ποινή στερητική της ελευθερίας, η οποία δεν έχει μετατραπεί, και εν συνεχεία διαμεταχθεί στο ελληνικό κράτος προς έκτιση της ποινής του, δεν μπορεί να ζητήσει από τις δικαστικές αρχές του τόπου εκτέλεσης, τη μετατροπή της ποινής φυλάκισης σε χρηματική, διότι το ανωτέρω δικαστήριο δεν έχει, κατά τα προαναφερόμενα, τέτοια δικαιοδοσία. Ούτε υπό την μορφή αντιρρήσεων του άρθρου 565 ΚΠοινΔ δύναται να ερευνήσει τις προϋποθέσεις μετατροπής της ποινής, αφού το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης περιορίζεται μόνο στην εξέταση ζητημάτων σχετικών με την εκτελεστότητα της απόφασης που προέκυψαν κατά την εκτέλεση αυτής, τέτοιο ζήτημα δε, δεν αποτελεί η μετατροπή, η οποία αφορά στην επιβολή της ποινής και όχι στην εκτέλεση. Εξάλλου και ο νεώτερος νόμος 4307/2014 ο οποίος δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου ενάρξεως της ισχύος του [15-11-2014], που ρυθμίζει την αναγνώριση και την εκτέλεση από την Ελλάδα μιας απόφασης που εκδόθηκε σε ένα άλλο κράτος - μέλος της ευρωπαϊκής ένωσης και επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή καθώς και την εκτέλεση ποινών βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος [αρθρο19] δεν προβλέπει μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής, τουναντίον ρητώς αποκλείει αυτήν (άρθρο 9 περ.7) Ενόψει των ανωτέρω οι προαναφερόμενες διατάξεις που αποκλείουν στο δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης τη δυνατότητα μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε με απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου και εκτελείται στην Ελλάδα βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητος των ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου [άρθρο 4 του συντάγματος], αφού η έκτιση της ποινής για όλους όσους εκτίουν την ποινή τους στο Ελληνικό κράτος, είτε αυτή επιβλήθηκε από τις δικαστικές Ελληνικές αρχές είτε από τις δικαστικές αρχές του κράτους έκδοσης, γίνεται σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του κώδικα ποινικής δικονομίας λόγο αναίρεσης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει .Κατά δε το άρθρο 510παρ.1 στοιχ.Η του ιδίου ως άνω κώδικος, λόγο αναίρεσης συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας η οποία εμφανίζεται υπό θετική και αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5247/2013 απόφαση του αυτόφωρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας απορρίφθηκε η από 01/11/2013 αίτηση του αναιρεσείοντος για μετατροπή της συνολικής ποινής φυλακίσεως των πέντε ετών και έξι μηνών σε χρηματική, η οποία (ποινή), του επιβλήθηκε με την υπ'αριθμ. 2ΚLS22/13/910zsl8851/09 απόφαση του 2ου Πενταμελούς Πλημμελειοδικείου του Όλντενμπουργκ Γερμανίας μετά την εκτέλεση του υπ' αριθμ. Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, του οποίου η εκτέλεση διετάχθη με την υπ' αριθμ. 22/21-2-2013 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών υπό τον όρον της διαμεταγωγής του εκζητουμένου στο ελληνικό κράτος για να εκτίσει σε αυτό τη στερητική της ελευθερίας ποινή που θα επιβληθεί και τη διαμεταγωγή του στο ελληνικό κράτος, όπου εκτίεται η ανωτέρω ποινή στις δικαστικές φυλακές Χαλκίδας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αίτηση κριθείσα ως αυτοτελής αίτηση του άρθρου 82ΠΚ και ως αίτηση μετατροπής υπό την μορφή αντιρρήσεων του άρθρου 565Κποιν.Δ απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με το εξής σκεπτικό:

"Από τη θέση στην οποία ευρίσκεται το άρθρο 82 του ΠΚ, ήτοι στο γενικό μέρος του ως άνω Κώδικος, και όχι στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προκύπτει ότι οι διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν τη μετατροπή των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών, είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Απόρροια αυτού, αποτελεί το νομολογιακό πόρισμα ότι εφαρμόζονται αναδρομικώς, αν είναι επιεικέστερες για τον καταδικασθέντα (ΑΠ 205/1986 ΠοινΧρ ΛΣΤ.515). Περαιτέρω, στην παράγραφο 12 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "Αν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί περί μετατροπής ποινής στερητικής της ελευθερίας, αυτός που καταδικάστηκε, με αίτηση του στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, μπορεί να ζητήσει τη μετατροπή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αρμοδιότητα να αποφανθεί περί μετατροπής ή μη της επιβληθείσης ποινής έχει το δικάσαν Δικαστήριο, ακόμα και σε περίπτωση παραλείψεως κάτι τέτοιου, αιτήσει του καταδικασθέντος. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί προσθήκη στο εν λόγω άρθρο, η οποία έγινε με το άρθρο 2 παρ.2 του 2479/1997, ο νομοθέτης παρενέβη προς ρύθμιση του θέματος, παρά τα αντιθέτως δεχθέντα μέχρι του χρονικού αυτού σημείου από τη νομολογία (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 4/1994 ΠοινΧρ ΜΔ.597). Συνακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 565 του ΚΠΔ "Κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από το Δικαστήριο των Πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή". Ως αμφιβολία για το είδος της ποινής νοείται το αν είναι κάθειρξη ή φυλάκιση, γεγονός το οποίο επιδρά επί της παραγραφής και στον τρόπο αποτίσεώς της (βλ. Μαργαρίτη ΕρμΠΚ άρθρο 51-55). Επομένως, το Δικαστήριο, με βάση τη διάταξη αυτή, στο πλαίσιο αντιρρήσεων περί την εκτέλεση, δεν μπορεί να ερευνήσει τα εσωτερικά στοιχεία της αποφάσεως, όπως την αιτιολογία αυτής, την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, τη λανθασμένη εφαρμογή του νόμου, το αν παραλείφθηκαν διατάξεις, λ.χ. περί αναστολής ή μετατροπής της επιβληθείσης ποινής. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 11 στοιχείο η του ν. 3251/2004, με παράτιτλο "Πότε απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης", "Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:...η) αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σ' αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος". Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι σκοπός της διαμεταγωγής στην Ελλάδα του ημεδαπού συλληφθέντος με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι η έκτιση της ποινής, η οποία απαγγέλθηκε από τις δικαστικές αρχές του εκδόσαντος το ένταλμα κράτους, η οποία δεν επιδέχεται οιασδήποτε μορφής μεταβολή κατά το ουσιαστικό περιεχόμενο της.

Εν προκειμένω, ο αιτών - αντιλέγων, με την υπό κρίση αίτηση του, εκθέτει ότι ασκήθηκε εις βάρος του, από τον Εισαγγελέα του Όλντενμπουρκ (Oldenburg) Γερμανίας, ποινική δίωξη, για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας εξέδωσε το από 03-08-2011 και με αριθμό 910AR40456/2011 ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, δυνάμει του 28 Gs 2614/2011 εντάλματος του Ειρηνοδικείου του Όλντενμπουρκ (Oldenburg) Γερμανίας, ότι, μέσω των πληρεξουσίων δικηγόρων του, προσήλθε σε συμφωνία, βάσει των άρθρων 154 και επ. του ισχύοντος γερμανικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τον ανωτέρω Εισαγγελέα, ότι, μεταξύ αυτών, υπεγράφη η από 06-12-2012 έγγραφη συμφωνία, κατά την οποία αποδέχθηκε τις αποδιδόμενες σε αυτόν, σύμφωνα με το προαναφερόμενο ένταλμα, 64 πράξεις λαθρεμπορίας και ο ως άνω Εισαγγελέας δεσμεύθηκε να προτείνει συνολική ποινή φυλακίσεως όχι μεγαλύτερη από πέντε (5) έτη και δέκα (10) μήνες, με ελάχιστη ποινή φυλακίσεως για κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας αυτή των έξι (6) μηνών, ότι εξεδόθη η 22/2013 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, υπό τον όρο της διαμεταγωγής του αιτούντος - αντιλέγοντας από τη Γερμανία στην Ελλάδα, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την εκεί δίκη του, προκειμένου να εκτίσει την ποινή του στη Ελλάδα, ότι ο αιτών - αντιλέγων μετήχθη στη Γερμανία, ότι στις 23-04-2013 εκδικάσθηκε, ενώπιον του 2ου Πενταμελούς Πλημμελειοδικείου του Όλντενμπουργκ, η εις βάρος του ποινική υπόθεση, ότι, βάσει της προαναφερομένης συμφωνίας, εξεδόθη η 2KLs 22/13/910 Js 18851/09 απόφαση του προαναφερομένου γερμανικού Δικαστηρίου, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για 59 πράξεις λαθρεμπορίας σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών με ποινή βάσης τριών (3) ετών, ότι στις 23-05-2013 εκδικάσθηκε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου του Όλντενμπουργκ, η υπόθεση της επαναμεταγωγής του στη Ελλάδα προς έκτιση της ανωτέρω εις βάρος του καθορισθείσης συνολικής ποινής, ότι εκδόθηκε η 22 AR 25/13 απόφαση του προαναφερομένου Δικαστηρίου, κατά την οποία διατάχθηκε η επαναμεταγωγή του στη Ελλάδα, ενώ ενημερώθηκε ότι η εκτέλεση αυτής, μετά την επαναμεταγωγή, θα ακολουθήσει σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία, ότι στις 04-09- 2013 επαναμετήχθη στη Ελλάδα και έκτοτε κρατείται στο Κατάστημα Κρατήσεως Χαλκίδος. Κατόπιν αυτών, αιτείται την μετατροπή της ως άνω εις βάρος του καθορισθείσης συνολικής ποινής σε χρηματική, προς τρία (3) ευρώ ημερησίως, και την καταβολή του ποσού της μετατροπής εντός τριών (3) ετών σε δόσεις. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αίτηση επιχειρείται να θεμελιωθεί, νομικώς, στις διατάξεις του άρθρου 82 του ΠΚ και στο άρθρο 565 του ΚΠΔ., πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, κατ' αμφότερες τις βάσεις της. Τούτο διότι, αναφορικώς με την πρώτη βάση και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, το παρόν Δικαστήριο δεν παρέλειψε να αποφανθεί περί της μετατροπής, γεγονός το οποίο αποτελεί προϋπόθεση, για να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 82 του ΠΚ. Άλλωστε, δια της υπό κρίση αιτήσεως, ζητείται η μετατροπή ποινής, την οποία δεν επέβαλε το παρόν Δικαστήριο, με απόφασή του, στοιχείο το οποίο, επίσης, αποτελεί όρο για την εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως, αλλά γερμανικό Δικαστήριο, το οποίο, εφαρμόζοντας το γερμανικό δίκαιο, εν γνώσει του δεν μετέτρεψε τη συνολική καθορισθείσα από αυτό ποινή. Όσον αφορά τη δεύτερη βάση της, αυτή η οποία θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 565 του ΚΠΔ, οι κρινόμενες αντιρρήσεις είναι μη νόμιμες και ως εκ τούτου απορριπτέες, διότι δεν ανακύπτει αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της ανωτέρω αλλοδαπής αποφάσεως, το είδος ή τη διάρκεια της ποινής. Αντιθέτως, με την η 2KLs 22/13/910 Js 18851/09 απόφαση του προαναφερομένου γερμανικού Δικαστηρίου, σαφώς προκύπτει ότι η καθορισθείσα από αυτό ποινή είναι ποινή φυλακίσεως, διαρκείας πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών, με ποινή βάσης τριών (3) ετών, αμέσως εκτελεστή, καθώς, εκουσίως, δεν την ανέστειλε ούτε τη μετέτρεψε. Αν γινόταν δεκτό αντίθετο και το παρόν Δικαστήριο διέτασσε το πρώτον μετατροπή της ως άνω καθορισθείσης από το γερμανικό Δικαστήριο ποινής, αυτό θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση στο ουσιαστικό περιεχόμενο αποφάσεως, το οποίο δεν επιτρέπει η προρρηθείσα διάταξη (565 του ΚΠΔ) για ημεδαπές, πολλώ δε μάλλον για αλλοδαπές αποφάσεις. Το γεγονός, εξάλλου, ότι οι περί μετατροπής διατάξεις είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, δεν αμφισβητείται τόσο από τη νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων, όσο και από τη θεωρία. Κατά συνέπεια, δεν άπτονται της διαδικασίας εκτελέσεως των ποινών, όπως νομικώς εσφαλμένως υποστηρίζει ο αιτών - προσφεύγων. Επιπροσθέτως, αν υπήρχε δυνατότητα επεμβάσεως από τις Ελληνικές Δικαστικές Αρχές στο ουσιαστικό περιεχόμενο αποφάσεων άλλων Κοινοτικών Δικαστικών Αρχών, μετατρέποντας μη μετατραπείσες ποινές, κάτι τέτοιο θα είχε προβλεφθεί σε κάποια διάταξη του ν. 3251/2004 ή το Ελληνικό Κράτος θα είχε προβάλει σχετική επιφύλαξη πριν την κύρωση και τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της σχετικής Κοινοτικής νομοθεσίας. Τέλος, σκοπός της διαμεταγωγής στην Ελλάδα του ημεδαπού συλληφθέντος με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι η έκτιση της ποινής στη χώρα προελεύσεώς του, για να μην αποκοπεί από τον κοινωνικό ιστό της και την οικογένεια του, η οποία ευχερώς θα μπορεί να τον επισκέπτεται εκεί όπου κρατείται ή ο τελευταίος θα μπορεί να λαμβάνει άδειες απουσίας από τις Φυλακές. Σε καμία όμως περίπτωση δεν επιδιώκεται, με τη διαμεταγωγή ημεδαπού συλληφθέντος με ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως στην Ελλάδα και- την εδώ έκτιση της ποινής του, την οποία του επέβαλε Δικαστήριο άλλης χώρας Κράτους - μέλους, η οιαδήποτε μεταβολή στο ουσιαστικό περιεχόμενο της αποφάσεως, διότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση στη δικαιοδοτική κρίση αλλοδαπών Δικαστικών Αρχών.

Κατόπιν, αυτών η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσία αβάσιμη". Έτσι, όπως αποφάνθηκε το δικάσαν δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ήτοι ότι οι διατάξεις περί μετατροπής του άρθρου 82ΠΚ αφορούν την ποινή και όχι την εκτέλεση της απόφασης και ότι το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης της ποινής δεν είχε δικαιοδοσία να ερευνήσει τις προϋποθέσεις της μετατροπής της ποινής και κατόπιν τούτου απέρριψε την αίτηση του καταδικασθέντος αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 82ΠΚ περί μετατροπής και δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Η λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Ι. Α.ς στα δικαστικά έξοδα [άρθρο 585 ΚΠοινΔ].

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει 1) την από 18 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και 2) την από 10 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση του αναιρεσείοντος Ι. Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ 5247/5-11-2013 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Ι. Α. στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2015.

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Login