ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ψευδής Καταμήνυση : Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου (εγκαλουμένου).
Δεν μπορεί να ευσταθήσει κατηγορία για ψευδή καταμήνυση, μόνο αν από το περιεχόμενο αυτών που εκτίθενται στη μήνυση ή την έγκληση προκύπτει το ακαταδίωκτο της καταμαρτυρούμενης πράξης για οποιαδήποτε λόγο και κατά τρόπον ώστε να μη παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί με οποιαδήποτε ανακριτική έρευνα, ούτε και με την, κατά το άρθρο 43 παρ. 2 Κ ΠΔ, προκαταρκτική εξέταση,
(ΑΠ 43/2010 εφόσον δεν προέκυπτε από την ίδια την έγκληση ότι η πράξη δεν στηριζόταν στο νόμο και μάλιστα στο σύνολό της, αλλά παρέστη ανάγκη να διενεργηθεί προηγουμένως προκαταρκτική εξέταση, το έγκλημα της ψευδούς αυτής καταμήνυσης υπήρξε τετελεσμένο μόλις υποβλήθηκε η έγκληση, ανεξαρτήτως του ότι δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των εγκαλουμένων αλλά έκδόθηκε διάταξη )
Απόφαση 876 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 876/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου-Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1.Μ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 2.Φ. Δ. του Η., κατοίκου ... και 3.Α. Δ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Βουλβουκέλη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 184/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Π. του Π., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλλιόπη Μαμακάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμούς 8,9 και 10/10-4-2018 αίτησή τους αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 508/2018.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμούς 8, 9 και 10/10-4-2018 έκθεση - αίτηση αναιρέσεως των 1) Μ. Δ., 2) Φ. Δ. και 3) Α. Δ., που κατατέθηκε στον γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 13-04-2018, ζητείται κατά της υπ' αριθμ. 184/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, καταχωρισθείσας στο ειδικό βιβλίο την 2-4-2018, με την οποία κρίθηκαν ένοχες οι κατηγορούμενες για τις αξιόποινες πράξεις: η πρώτη κατηγορουμένη της ψευδούς καταμηνύσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως, της ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή, και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και κάθε μια από τις δεύτερη και τρίτη των κατηγορουμένων, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, και καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλακίσεως η πρώτη δεκαοκτώ (18) μηνών και κάθε μία από τη δεύτερη και τρίτη δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε δε νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ερευνηθεί για τη βασιμότητα των λόγων της. Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, κατά την οποία, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για την πράξη ή την παράβαση αυτή, τιμωρείται με τη διαλαμβανόμενη στη συγκεκριμένη διάταξη στερητική της ελευθερίας ποινή. Για τη στοιχειοθέτηση της νομοτυπικής υπόστασης του τυποποιούμενου με τη συγκεκριμένη διάταξη εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται όπως η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με την ενέργειά του αυτή στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή (ΑΠ 445/2016). Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου (εγκαλουμένου). Δεν μπορεί να ευσταθήσει κατηγορία για ψευδή καταμήνυση, μόνο αν από το περιεχόμενο αυτών που εκτίθενται στη μήνυση ή την έγκληση και κατά τρόπον ώστε να μη παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί με οποιαδήποτε ανακριτική έρευνα, ούτε και με την, κατά το άρθρο 43 παρ. 2 ΚΠΔ, προκαταρκτική εξέταση, προκύπτει το ακαταδίωκτο της καταμαρτυρούμενης πράξης για οποιαδήποτε λόγο (ΑΠ 43/2010). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 362 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, ενώ κατά τις προβλέψεις του άρθρου 363 του ίδιου Κώδικα, αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: 1) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, 2) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη και 3) το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται, ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται σε άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία, θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη. Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο, ως αντιτιθέμενο στην ηθική και την ευπρέπεια, να προσβάλει είτε την τιμή κάποιου είτε την υπόληψή του. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των στοιχείων που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης και την γνώση ότι το γεγονός που διαδόθηκε είναι ψευδές (ΑΠ 509/2017 - ΑΠ 125/2016). Όπως προαναφέρθηκε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, ως προς τα αντικειμενικά του στοιχεία, θα πρέπει η διάδοση ή ο ισχυρισμός του ψευδούς γεγονότος αφενός να επισυμβεί ενώπιον τρίτου προσώπου, αφετέρου να είναι πρόσφορος να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις ("τρίτος" και "δυνατότητα βλάβης της τιμής και υπόληψης") μπορεί να συνδέονται υπό την έννοια ότι ένα γεγονός, που αντικειμενικά μπορεί να βλάψει την τιμή και υπόληψη του παθόντος, να μην είναι δυνατόν να προκαλέσει τη βλαπτική του ενέργεια όταν ανακοινώνεται ενώπιον προσώπων που έχουν κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα ή όταν η ανακοίνωση γίνεται υπό ορισμένες περιστάσεις. Η προσφορότητα κρίνεται από τον τόπο, χρόνο, το είδος του γεγονότος, από τον τρίτο ή τρίτους ενώπιον των οποίων διαδίδεται και γενικά από τις περιστάσεις. Έτσι τα δικαστικά πρόσωπα (δικαστές, εισαγγελείς) που λαμβάνουν υποχρεωτικά γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως όταν καλούνται να αποφανθούν σχετικά με αυτό το ίδιο το δυσφημιστικό γεγονός , δεν είναι εξ αυτού και μόνο του λόγου τρίτοι, ούτε εξ αυτού και μόνο μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη η προσφορότητα του γεγονότος για προσβολή της τιμής. Τα δικαστικά πρόσωπα διατυπώνουν μόνο τη δικανική τους κρίση ως προς τη βασιμότητα των ερευνητέων γεγονότων, ακολουθώντας τους κανόνες απόδειξης είτε της πολιτικής είτε της ποινικής δικονομίας. Η διατύπωση της κρίσης τους είναι το αποτέλεσμα της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και είναι υποχρεωτική εκ του καθήκοντός τους, αφού καλούνται να διαμορφώσουν μια έννομη σχέση ή να αποδώσουν ποινική ευθύνη, ως όργανα πολιτείας και στο όνομα του ελληνικού λαού και η όποια κρίση τους δεν μπορεί να περιέχει προσωπικές κρίσεις ή εκτιμήσεις για την τιμή και υπόληψη κάποιου προσώπου. Το αυτό ισχύει αναλογικά και για τα λοιπά πρόσωπα που συμπράττουν στην ποινική δίκη, όπως ο δικαστικός γραμματέας , ο οποίος συμπράττει στη διαδικασία καταχώρησης της μήνυσης ή της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, χωρίς επιπλέον να προκύπτει ότι τα πρόσωπα αυτά λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των δικογράφων πλην των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον ορθό δικονομικά χειρισμό της υπόθεσης. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όπως η παρ. 1 αντικ. με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Η ψευδής κατάθεση πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία ανεξαρτήτως αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, έχουν σχέση με την υπόθεση και να αναφέρεται, προκειμένου μεν για αστική διαφορά, στο αποδεικτέο θέμα, προκειμένου δε για ποινική δίκη, στα στοιχεία του εγκλήματος που αποτελεί το αντικείμενο αυτής ή σε άλλα περιστατικά που συνδέονται αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικά ανακριβή (και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που αυτός κατέθεσε), θεωρείται δε αντικειμενικά ψευδές το περιστατικό, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε (ΑΠ 1068/2017 - ΑΠ 450/2016). Σύμφωνα δε με τις προβλέψεις του άρθρου 46 παρ. 1 ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικά, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση ή παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ, φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με τον φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ως ηθικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 203/2017). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα (ΑΠ 453/2016). Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 319/2015). Η συνδρομή του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και καταδεικνύεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως), όπως επί των κρισιολογούμενων εν προκειμένω εγκλημάτων, ειδικής αιτιολογίας (ΑΠ 130/2017). Υπάρχει όμως, αιτιολογία του δόλου, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών (ΑΠ 1182/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεώς της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008 - ΑΠ 88/2013). Εξάλλου για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για αδίκημα, για το οποίο η ποινική δίωξη ασκείται μόνο κατόπιν εγκλήσεως, όπως εις την περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμησης πρέπει να αναφέρεται ο χρόνος της γνώσεως της πράξεως και του δράστου από τον παθόντα ως και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την γνώση αυτή, όταν η έγκληση υπεβλήθη μετά τη πάροδο του τριμήνου από της γνώσεως ή εάν προβάλλεται ένσταση απαραδέκτου της ποινικής διώξεως λόγω μη εμπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως. Αρκεί βέβαια η άνω αιτιολόγηση, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του χρόνου γνώσεως είναι αναιρετικώς ανεξέλεγκτη (ΑΠ 1044/2010 - ΑΠ 512/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής:
"Η πρώτη κατηγορουμένη Δ. Μ., εν διαστάσει σύζυγος του Α. Π., με τον οποίο απέκτησε ένα τέκνο, την γεννηθείσα στις 11/3/2011 Δ. - Φ. υπέβαλε την από 21/02/2013 έγκλησή της σε βάρος του Π. Α., καταγγέλλοντάς τον ότι σε μη προσδιορισθείσα ημέρα του Ιουνίου του 2011, στις 7/3/2012 και στις 30/5/2012 κατέλαβε τόσο η ίδια όσο και η μητέρα της, δεύτερη κατηγορουμένη Δ. Φ. τον κατηγορούμενο, να γλύφει τα αυτιά και τον λαιμό της ανήλικης, στις 10/10/2012 ότι ο ανωτέρω τοποθέτησε το πόδι του ανάμεσα από τα πόδια της ανήλικης στην ηβική περιοχή, κουνώντας το επίμονα δεξιά και αριστερά, ενώ στις 6/2/2013 έβαλε το χέρι του στα οπίσθια της ανήλικης. Ο Α. Π., ο οποίος αρνήθηκε τότε τις αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες ισχυρίστηκε τότε και σήμερα ότι παντρεύτηκαν με την πρώτη κατηγορουμένη στις 14/10/2010, οι δε σχέσεις τους διαταράχθηκαν αμέσως μετά τη γέννηση της κόρης τους, στις 11/03/2011, με αποτέλεσμα από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011 να βρίσκονται σε οριστική διάσταση. Στις 19/12/2011 η ανωτέρω κατηγορουμένη κατέθεσε την με αριθμό 49195/2011 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ζητούσε την προσωρινή ανάθεση της επιμέλειας και της γονικής μέριμνας της ανήλικης κόρης τους σε εκείνην, καθώς και τη μετοίκηση του εγκαλούντος από τη συζυγική τους στέγη. Η αίτηση συζητήθηκε την 15/5/2012 και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 14077/2012 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε τη γενομένη προ της ενάρξεως της συζητήσεως συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς τους, αναθέτοντας προσωρινά την επιμέλεια στην μητέρα - πρώτη κατηγορουμένη, τη δε γονική μέριμνα σε αμφότερους τους γονείς από κοινού, εφόσον και η αιτούσα μητέρα παραιτήθηκε με δήλωση της πληρεξούσιας της δικηγόρου, από το αίτημά της για αποκλειστική ανάθεση σε αυτήν της γονικής μέριμνας της ανήλικης. Στη συνέχεια, λόγω προβλημάτων που εμφανίσθηκαν στην άσκηση του δικαιώματος της επικοινωνίας, ο πολιτικώς ενάγων κατέθεσε την από 22/6/2012 με αριθμό κατάθ. 20115/2012 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ζητούσε την προσωρινή ρύθμιση του δικαιώματος της επικοινωνίας. Η αίτηση συζητήθηκε στις 8/2/2013, ο δε ισχυρισμός περί ερωτικού ενδιαφέροντος του πολιτικώς ενάγοντος για την ανήλικη κόρη του, ουδόλως προβλήθηκε στο ακροατήριο, αλλά το πρώτον με την κατάθεση σημειώματος. Στη δίκη αυτή η τότε καθ' ης η αίτηση, νυν πρώτη κατηγορουμένη, συναίνεσε στην επικοινωνία του πατέρα με το ανήλικο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα λαμβάνει χώρα στην κατοικία της και με τη συνεχή παρουσία της, αλλά αντέλεξε επί του αιτήματος του συζύγου της για διανυκτέρευση του βρέφους τους στη δική του κατοικία, επικαλούμενη όμως ότι θηλάζει το βρέφος τους και όχι τον ως άνω μεταγενέστερα προβαλλόμενο ισχυρισμό της. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η με αριθμό 9486/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας ορίστηκε προσωρινά το δικαίωμα και ο τρόπος της επικοινωνίας του αιτούντος με την ανήλικη θυγατέρα του, προβλέποντας και διανυκτέρευση του ανηλίκου κατά το διήμερο της επικοινωνίας του με τον πατέρα του, απορρίπτοντας έτσι το αίτημα της καθ' ης μητέρας. Όταν λοιπόν στις 8-2-2013 ετέθη το πρώτον θέμα διανυκτέρευσης του τέκνου με τον πατέρα του και ενημερώθηκε η πρώτη κατηγορουμένη από την πρόεδρο του Δικαστηρίου ότι πρέπει και να διανυκτερεύει το παιδί με τον πατέρα του, τότε στις 12/2/2013 υπέβαλε σε βάρος του νυν εγκαλούντος -πολιτικώς ενάγοντος έγκληση. Ακολούθως ασκήθηκε σε βάρος του τελευταίου ποινική δίωξη για το αδίκημα της αποπλάνησης παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη κατ' εξακολούθηση και ασέλγεια μεταξύ των συγγενών κατ' εξακολούθηση. Επί της εγκλήσεως αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθ. 238/2014 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο έχει ήδη καταστεί αμετάκλητο (βλ. το υπ' αριθ. 1251/2014 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Παράλληλα στην από 29/6/2012 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για την οριστική ανάθεση της επιμέλειας της ανήλικης και τον προσδιορισμό διατροφής που άσκησε η πρώτη κατηγορουμένη, ουδέν αναφέρθηκε περί τέλεσης ασελγών πράξεων σε βάρος της κόρης τους από τον πολιτικώς ενάγοντα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη από τον Ιούνιο 2011, όταν φέρεται ότι το πρώτον διαπίστωσε την δήθεν παράνομη συμπεριφορά του πολιτικώς ενάγοντος δεν απευθύνθηκε στις αρμόδιες αστυνομικές ή εισαγγελικές αρχές, αλλά παρακολουθούσε άπραγη την εξέλιξη μιας σειράς περιστατικών μέχρι και τις 6/2/2013. Η πρώτη κατηγορουμένη στις πρώτες δίκες που έλαβαν χώρα μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους ουδόλως ανέφερε στα δικόγραφα που κατατέθηκαν τα ουσιώδη αυτά περιστατικά, εάν ήταν πράγματι αληθή, και συγκεκριμένα στις 15/5/2012, κατά τη συζήτηση αίτησής της με την οποία ζητούσε την προσωρινή ανάθεση της επιμέλειας και της γονικής μέριμνας, δεν επικαλέσθηκε κάποιο από τα αναφερόμενα από αυτήν περιστατικά, αλλά αντιθέτως συνήνεσε στην από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας. Επίσης στις 8/2/2013 κατά τη διάρκεια της συζήτησης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του εγκαλούντος με το τέκνο δεν επικαλέσθηκε την διάπραξη ασελγών πράξεων εκ μέρους του εγκαλούντος σε βάρος του τέκνου τους, τα επικαλέσθηκε μετά την ακροαματική διαδικασία δια του σημειώματος της. Τούτο δε επισημάνθηκε από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου στην υπ' αριθ. 9486/2013 αναφέροντας ότι "...τα όσα αναφέρει η καθ' ης στο σημείωμα που κατέθεσε εντός της νόμιμης προθεσμίας που της χορήγησε το Δικαστήριο, περί ερωτικού ενδιαφέροντος του αιτούντος προς το τέκνο τους από ηλικίας τεσσάρων μηνών, πιθανολογούνται ως προσχηματικώς προβαλλόμενα, καθόσον σε αντίθετη περίπτωση αφενός θα είχε κάνει μνεία κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο είτε η ίδια, είτε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, κάτι το οποίο ουδέποτε συνέβη, αφετέρου τη σχετική μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης θα την είχε υποβάλει νωρίτερα από τη συζήτηση της υπόθεσης και όχι τρεις μέρες μετά από αυτήν...". Τα όσα εκτίθενται στην υποβληθείσα εκ μέρους της πρώτης κατηγορουμένης έγκλησή της εναντίον του νυν εγκαλούντος περί διάπραξης ασελγών πράξεων εκ μέρους του σε βάρος του τέκνου τους, είναι πρόδηλο ότι αποσκοπούσαν στο να αποκλεισθεί ο εγκαλών από την επικοινωνία με την ανήλικη κόρη του, και να τον απομακρύνει από το παιδί του. Επιπλέον η μητέρα της πρώτης κατηγορουμένης - νυν β' κατηγορουμένη κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι ο νυν εγκαλών, στις 7-3-2012 και περί ώρα 18.30 - 19.00, "...εκμεταλλευόμενος την απουσία της κόρης της εισήλθε στην κρεβατοκάμαρα με την ανήλικη, ηλικίας τότε 12 μηνών, όπου η μάρτυρας αυτή τον είδε "να βρίσκεται σκυμμένος στα τέσσερα πάνω από την ανήλικη και με τη γλώσσα του να γλύφει το πρόσωπο και το λαιμό της, ευρισκόμενος σε προφανή κατάσταση διέγερσης (στύση)". Ειδικότερα αναφέρει, όπως και σήμερα "είδα τον εναγόμενο κατακόκκινο και αφού είχε βάλει το χέρι του στα γεννητικά του όργανα έσφιγγε τα πόδια του". Τον ρώτησα "τι κάνεις στο παιδί;" και απάντησε "τίποτα της αρέσει". Το παραπάνω γεγονός ανέφερε στην θυγατέρα της, η οποία όμως δεν έδειξε καμία έκπληξη - όπως άλλωστε επανέλαβε και απολογούμενη ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Αντίθετα η πρώτη κατηγορουμένη της ανέφερε ότι ο εγκαλών είχε επανειλημμένα επιδείξει παρόμοια συμπεριφορά απέναντι στην ανήλικη από την ηλικία των 3,5 μηνών αυτής και συγκεκριμένα ότι της έγλυφε τα αυτιά, ότι όταν της έκανε μπάνιο έβαζε το χέρι του στα γεννητικά της όργανα, προφασιζόμενος την καθαριότητα του βρέφους και ότι, όταν της άλλαζε πάνες άνοιγε με το χέρι του το αιδοίο της, για να δει, εάν ήταν καθαρό. Ότι μετά το ανωτέρω περιστατικό η μάρτυρας παρατήρησε ότι τα παιχνίδια του ενάγοντος με την ανήλικη επικεντρώνονταν πάντοτε στο σώμα της και ειδικότερα ότι όταν έπαιζε μαζί της έβαζε κάτω από τα ρούχα της τα χέρια του, και τη γαργαλούσε. Περιστατικά τα οποία υπερβαίνουν την πατρική στοργή και τρυφερότητα και διολισθαίνουν στο χώρο της νοσηρής ερωτικής εκδήλωσης προς την ανήλικη κατέθεσε προανακριτικά και επανέλαβε ενώπιον και του παρόντος δικαστηρίου και η αδερφή της εναγομένης - νυν γ' κατηγορουμένη. Ειδικότερα είχε καταθέσει ότι το καλοκαίρι του 2011 που φιλοξενούσε τους διαδίκους με την ανήλικη θυγατέρα τους, είχε προσέξει ότι ο εναγόμενος κάνοντας μπάνιο στην ανήλικη καθάριζε με ιδιαίτερη και αφύσικη επιμονή και χάδι τη γεννητική της περιοχή, συμπεριφορά που ανέφερε στην αδελφή της-πρώτη κατηγορουμένη, η οποία και πάλι δεν έδειξε να εκπλήσσεται και της απάντησε ότι, επανειλημμένως του είχε κάνει και η ίδια συστάσεις και παρατηρήσεις για το θέμα αυτό και ότι έτυχε πολλές φορές η ίδια (μάρτυρας - γ' κατηγορούμενη) να δει τον εναγόμενο να φιλά το ανήλικο κάνοντας χρήση της γλώσσας του. Η ποινική όμως δίωξη εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος κατέληξε, όπως ήδη αναφέρθηκε, σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για τους λόγους ότι δεν υφίστανται σε βάρος του επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο, καθώς οι μαρτυρικές καταθέσεις προέρχονται από την μητέρα και το συγγενικό της περιβάλλον, το οποίο πρόδηλα ήθελαν να υποστηρίξουν την πρώτη κατηγορουμένη στην σκοπούμενη από αυτήν απομάκρυνση του εγκαλούντος από το τέκνο του. Μάλιστα μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 7540/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εξαφανίστηκε με την υπ' αριθ. 933/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που ρύθμισε διαφορετικά και χωρίς δικαίωμα διανυκτέρευσης με την ανήλικη, τον τρόπο επικοινωνίας του πατέρα, αλλά εντός της κατοικίας της μητέρας και παρουσία της, και μετά την έκδοση του βουλεύματος, η πρώτη κατηγορουμένη, η οποία εργαζόταν στον ΟΤΕ, μετακόμισε και εγκαταστάθηκε στην Κρήτη, προκειμένου να αποφύγει εντελώς την επικοινωνία του τέκνου με τον πολιτικώς ενάγοντα, επιμένοντας στους ισχυρισμούς της για την παραπάνω επιλήψιμη συμπεριφορά του. Με βάση τα παραπάνω και λόγω του άρθρου 366 παρ.2 του ΠΚ, που εισάγει νόμιμο αμάχητο τεκμήριο (αφού απαλλάχθηκε ο εγκαλών) από το οποίο συνάγεται ότι αν στην περίπτωση του άρθρου 363 ΠΚ το γεγονός που ισχυρίστηκε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για την οποία ασκήθηκε Ποινική δίωξη, θεωρείται αποδεδειγμένο ότι το γεγονός που αφορά η δυσφήμηση είναι αληθινό, αν η απόφαση είναι καταδικαστική και ψευδές αν η απόφαση είναι αθωωτική και στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχθηκε ότι το πρόσωπο που είχε δυσφημισθεί τέλεσε την αξιόποινη πράξη.
Εν προκειμένω πρόκειται βέβαια για αμετάκλητο βούλευμα και όχι για αμετάκλητη απόφαση, αλλά πράγματι θεωρούνται ψευδή τα κατατεθέντα από τις κατηγορούμενες ως γεγονότα, εφόσον κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγοντος (που δυσφημίστηκε) τέλεσε τις αποδιδόμενες σε βάρος του αξιόποινες πράξεις (εφόσον δεν υπήρξε καν παραπομπή του σε δίκη). Εν γνώσει της και με άμεσο δόλο (άρθ. 27 παρ.2 εδ. α' ΠΚ) μάλιστα η πρώτη κατηγορουμένη τον κατεμήνυσε ψευδώς ότι τέλεσε τις ως άνω αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτές, προκειμένου να μην επικοινωνεί και ειδικότερα να μην απομακρύνεται το παιδί από κοντά της. Τα όσα δε ψευδή ισχυρίστηκε σε βάρος του εγκαλούντος και ενώπιον τρίτων και περιγράφονται αναλυτικά κατωτέρω στο διατακτικό ήταν ικανά και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Ταυτόχρονα χρησιμοποιώντας πειθώ και φορτικότητα καθώς και την στενή συγγενική σχέση που είχε με τις παρούσες συγκατηγορούμενες της (μητέρα και αδελφή), τις κατέπεισε να καταθέσουν ψευδώς, όσα ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρονται που ήταν παράλληλα ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ενώπιον των τρίτων που έλαβαν κατ' αυτόν τον τρόπο γνώση όλων όσων περιλαμβάνονταν στην έγκλησή της. Ακόμη, με βάση τα ως άνω αναφερόμενα αποδείχθηκε ότι και οι άλλες δύο συγκατηγορούμενες της, μητέρα και αδερφή της, πειθαρχώντας στην δική της βούληση, τέλεσαν με άμεσο δόλο τις αποδιδόμενες κατά το κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή, όπως ειδικότερα αναφέρονται αυτές στο διατακτικό της παρούσας; Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν ένοχες των αποδιδόμενων σ' αυτές με το κατηγορητήριο αξιοποίνων πράξεων". Στη συνέχεια κήρυξε τις αναιρεσείουσες ένοχες του ότι: "Η πρώτη των κατηγορουμένων Μ. Δ. στη Θεσσαλονίκη, 1) Την 12.2.13 εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της Αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο κατέθεσε την με ΑΒΜ ... έγκληση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης εις βάρος του νυν εγκαλούντος εν διαστάσει συζύγου της Α. Π. στην οποία ανέφερε ψευδώς ότι εκείνος στη Θεσσαλονίκη, κατά το έτος 2012 τέλεσε σε βάρος της γεννηθείσας το έτος 2011 ανήλικης κόρης τους Δ. - Φ. τα αδικήματα της αποπλάνησης παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη κατ' εξακολούθηση και της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατ' εξακολούθηση καθώς τον καταμήνυσε ψευδώς ότι "... πως κάθε φορά που την έκανε μπάνιο και ενώ η μικρή βρισκόταν στην μπανιέρα της αυτός επέμενε να της τρίβει έντονα, κάνοντας μαλάξεις στα γεννητικά της όργανα με τα δάχτυλα του, πράγμα που κάνει ακόμα και σήμερα....κατά την αλλαγή της πάνας του βρέφους μας, να "ανοίγει" τα γεννητικά της όργανα και να τα παρατηρεί έντονα...της γλείφει επίμονα τα αυτιά και το λαιμό γιατί κατά την άποψη του "της αρέσει πολύ".... στις 7-3-2012 ανοίγοντας λοιπόν την πόρτα της κρεβατοκάμαρας η μητέρα μου, τον αντίκρισε σκυμμένο στα τέσσερα πάνω από το μωρό, κατακόκκινο και ευρισκόμενο σε κατάσταση στύσης ενώ την έγλειφε στο πρόσωπο και στον λαιμό....στις 30-5-2012 γλείφει επίμονα τα αυτάκια της μικρής....στις 18-6-2012 την φίλησε στο στόμα....την 1-8-2012 έπαιζε με το μωρό ένα παιχνίδι που περιελάμβανε μία μικρή μπαλίτσα την οποία της έβαζε μέσα στο παντελόνι της και σε δεύτερο χρόνο και ενώ το μωρό καθόταν σε μία καρέκλα σκηνοθέτη στην αυλή (η οποία έχει λεπτό και διχτυωτό ύφασμα), την έτριβε κυκλικά από κάτω, στο ύψος των γεννητικών της οργάνων, λέγοντας της "που είναι η μπάλα, είναι στον κώλο σου;;;" ...στις 5-9-2012 έπαιζε μαζί ένα παιχνίδι λέγοντας της "που είναι τα βυζάκια σου; έχεις βυζάκια;....στις 10-10-2012 τέντωσε το πόδι του και το έβαλε ανάμεσα στα ποδαράκια της (δηλαδή στην ηβική περιοχή) το κουνούσε επίμονα και για αρκετή ώρα δεξιά και αριστερά....βάζει το ένα του χέρι πίσω στην πλάτη του μωρού και το άλλο κάτω από τον ποπό της έχοντας όμως "καρφωμένος εκεί το δάχτυλο του....στις 12-12-2012 της είχε αφήσει ένα σημάδι (ρούφηγμα) στο λαιμό....όταν το μωρό κάθεται πάνω του, αυτός την σφίγγει έντονα σα να παθιάζεται και πολλές φορές βρίσκεται ακόμα και σε στύση.", ενώ όλα τα ανωτέρω ήταν εν γνώσει της κατηγορουμένης ψευδή και η αλήθεια είναι ότι ο νυν εγκαλών ουδέποτε προέβη στις πράξεις αυτές, προέβη δε η κατηγορούμενη στην υποβολή της πιο πάνω έγκλησης με σκοπό να προκαλέσει την σε βάρος του νυν εγκαλούντος ποινική δίωξη για τις ως άνω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις. 3) Την 12.2.13 ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων και διέδωσε για κάποιον άλλο ψευδή γεγονότα που θα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, γνώριζε δε ότι αυτά είναι ψευδή και ειδικότερα, κατά τον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα Α. Π. τα υπό στοιχείο Α1) αναφερόμενα ψευδή γεγονότα ενώ η αλήθεια είναι αυτή που αναφέρεται επίσης στο στοιχ. Α1) του παρόντος, αυτά δε περιήλθαν σε γνώση τουλάχιστον του Εισαγγελέα Πλημ/κων Θεσσαλονίκης, των υπαλλήλων της Εισαγγελίας Πλημ/κων Θεσσαλονίκης, των προανακριτικών υπαλλήλων κ.ά. όπου ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη τα ανωτέρω γνωρίζοντας ότι τα παραπάνω είναι ψευδή, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. 4) Την 10.4.13 και την 5.3.13 προκάλεσε με πρόθεση στους δεύτερη και τρίτη των κατηγορουμένων Φ. Δ. και Α. Δ., μητέρα και αδελφή της αντίστοιχα την απόφαση να εκτελέσουν τις παρακάτω υπό στοιχ. Β) και Γ) του παρόντος αναφερόμενες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης που αυτές διέπραξαν. Συγκεκριμένα, με πειθώ και φορτικότητα τις έπεισε να καταθέσουν ενόρκως εξεταζόμενες ως μάρτυρες ενώπιον της Α1 Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης και της Πταισματοδίκη Καβάλας αντίστοιχα, στα πλαίσια της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης για τη διερεύνηση των καταγγελλομένων με την προαναφερόμενη με ΑΒΜ ... έγκληση της τα παρακάτω υπό στοιχ. Β) και Γ) του παρόντος αντίστοιχα ψευδή περιστατικά, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας αυτών.
Β) Η δεύτερη των κατηγορουμένων Φ. Δ., στη Θεσσαλονίκη, την 10.4.2013, 1) ενώ εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή γεγονότα αποκρύπτοντας τα αληθή. Ειδικότερα, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον της Α' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξέτασης για τη διερεύνηση της με αριθμ. ΒΜ ... έγκλησης της νυν πρώτης των κατηγορουμένων κατά του νυν εγκαλούντος Α. Π., κατέθεσε ως μάρτυρας σε βάρος του τα ίδια ως άνω υπό στοιχ. Α1) αναφερόμενα ψευδή περιστατικά επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο της έγκλησης της κόρης της και πρώτης των κατηγορουμένων Μ. Δ., ενώ γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή και η αλήθεια είναι ότι ο νυν εγκαλών ουδέποτε προέβη στις πράξεις αυτές. 2) Ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων και διέδωσε για κάποιον άλλο ψευδή γεγονότα που θα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, γνώριζε δε ότι αυτά είναι ψευδή και ειδικότερα, κατά τον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, κατά την ίδια ως άνω ένορκη εξέταση της ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα Α. Π. τα υπό στοιχείο Α1) αναφερόμενα ψευδή γεγονότα, ενώ η αλήθεια είναι αυτή που αναφέρεται επίσης στο στοιχ. Α1) του παρόντος, αυτά δε περιήλθαν σε γνώση τουλάχιστον του Εισαγγελέα Πλημ/κων Θεσσαλονίκης, των υπαλλήλων της Εισαγγελίας Πλημ/κων Θεσσαλονίκης, των προανακριτικών υπαλλήλων κ.ά, όπου ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη τα ανωτέρω γνωρίζοντας ότι τα παραπάνω είναι ψευδή, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος.
Γ) Η τρίτη των κατηγορουμένων Α. Δ., στην Καβάλα, την 5.3.2013 εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή γεγονότα αποκρύπτοντας τα αληθή. Ειδικότερα, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον της Πταισματοδίκη Καβάλας στα πλαίσια της διενεργηθείσης προκαταρτικής εξέτασης για τη διερεύνηση της με αριθμ. ΒΜ ... έγκλησης της νυν πρώτης των κατηγορουμένων και αδελφής της Μ. Δ. κατά του νυν εγκαλούντος Α. Π. κατέθεσε ως μάρτυρας ότι ο νυν εγκαλών έκανε στο ως άνω αναφερόμενο τέκνο του μπάνιο "καθαρίζοντας" με ιδιαίτερη επιμονή την γεννητική περιοχή του, γεγονός που της προκάλεσε έντονη ανησυχία, ότι φιλάει το τέκνο του στην περιοχή του αιδοίου του κάνοντας χρήση της γλώσσας του και ότι η αδελφή της φοβάται μήπως κάποια στιγμή ο νυν εγκαλών βρεθεί μόνος του με το βρέφος και προβεί σε ενέργειες που θα έχουν τεράστιο ψυχικό κόστος στην παιδική ψυχή της μικρής, ενώ γνώριζε η κατηγορούμενη ότι τα ανωτέρω είναι ψευδή και η αλήθεια είναι ότι ο νυν εγκαλών ουδέποτε προέβη στις πράξεις αυτές. 2) Ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων και διέδωσε για κάποιον άλλο ψευδή γεγονότα που θα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, γνώριζε δε ότι αυτά είναι ψευδή και ειδικότερα, κατά τον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, κατά την ίδια ως άνω ένορκη εξέταση της ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα Α. Π. τα υπό στοιχείο Γ1) αναφερόμενα ψευδή γεγονότα, ενώ η αλήθεια είναι αυτή που αναφέρεται επίσης στο στοιχ. Γ1) του παρόντος, αυτά δε περιήλθαν σε γνώση τουλάχιστον του Εισαγγελέα Πλημ/κων Θεσσαλονίκης, των υπαλλήλων της Εισαγγελίας Πλημ/κων Θεσσαλονίκης, των προανακριτικών υπαλλήλων κ.ά όπου ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη τα ανωτέρω γνωρίζοντας ότι τα παραπάνω είναι ψευδή, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος." και δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενες έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή ζωή (84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ). Με αυτές τις, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές, το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και της ηθικής αυτουργίας στα εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείουσες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18 β, 26 παρ. 1 α', 27, 46 παρ. 1α, 51, 53, 61, 63, 68, 79, 83, 84 παρ. 2 α, 94, 224 παρ. 1 και 2, 227 παρ 1, 229 παρ.1 και 363 σε συνδ. 362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την νομοτυπική υπόσταση των εν λόγω εγκλημάτων και παρατίθενται εκτενώς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατά τα άνω ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειουσών, δηλαδή, προσδιορίζεται με ακρίβεια, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, το περιεχόμενο της ψευδούς κατά περιεχόμενο έγκλησης που κατέθεσε η πρώτη από τις αναιρεσείουσες στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης κατά του εγκαλούντος, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του τελευταίου και ταυτόχρονα να βλάψει την τιμή και υπόληψή του, καταμαρτυρώντας εναντίων του ότι προέβη εξακολουθητικά στην τέλεση των εγκλημάτων της αποπλάνησης παιδιού και της ασέλγειας μεταξύ συγγενών με παθόν πρόσωπο την ανήλικη θυγατέρα τους, αναφέρεται δε και το αναληθές περιεχόμενο των ενόρκων καταθέσεων της δεύτερης και τρίτης από τις αναιρεσείουσες, οι οποίες εξεταζόμενες ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον των Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης και Καβάλας, αντίστοιχα, επανέλαβαν και ουσιαστικά επιβεβαίωσαν τους ψευδείς και βλαπτικούς της τιμής και της υπόληψης του εγκαλούντος ισχυρισμούς της πρώτης, γνωρίζοντας και οι ίδιες ότι τα γεγονότα που είχαν περιληφθεί στην εν λόγω έγκληση δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ωσαύτως, ρητά και με σαφήνεια σημειώνεται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης, ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα ήταν πρόσφορα, ως αντιτιθέμενα στην ηθική και την ευπρέπεια, να προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλουμένου, ότι περιήλθαν σε γνώση τρίτων επισημαίνεται δε, ότι οι κατηγορούμενες και ήδη αναιρεσείουσες γνώριζαν την αναλήθεια των όσων διέλαβαν στην έγκληση και στις επίμαχες καταθέσεις τους, η γνώση δε αυτή θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψή τους, ενώ παρατίθεται, ότι σκοπός τους ήταν να αποκλεισθεί η επικοινωνία του εγκαλούντος με την ανήλικη θυγατέρα του. Προσέτι, τονίζεται ότι η αναιρεσείουσα Μ. Δ., με πειθώ και φορτικότητα, εκμεταλλευόμενη τη στενή συγγενική σχέση της με τις Φ. και Α. Δ. (μητέρα και αδελφή, αντίστοιχα), έπεισε αυτές να διαλάβουν στις καταθέσεις τους τα, ως άνω, ψευδή γεγονότα, που παράλληλα ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Τέλος, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες κατηγορίας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του, περιορίστηκε, επιλεκτικά, σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Οι περί του αντιθέτου μερικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν όλες ανεξαιρέτως οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, ότι δεν προσδιορίζεται ο χρόνος που ο εγκαλών έλαβε γνώση των σε βάρος του πράξεων, ότι δεν αιτιολογείται με επάρκεια ο άμεσος δόλος των αναιρεσειόντων και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την υπ' αριθμ. 933/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε ότι από τη συμπεριφορά του εγκαλούντος υπάρχει άμεσος κίνδυνος για την υγεία και την ασφάλεια του ανήλικου τέκνου, ότι με την προσβαλλομένη παραβιάστηκε το δεδικασμένο που απορρέει από την διάταξη του υπ' αριθμ. 238/2014 βουλεύματος περί μη επιβολής σε βάρος της μηνύτριας δικαστικών εξόδων διότι η μήνυσή της δεν ήταν εντελώς ψευδής και δεν έγινε από δόλο, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Και αυτό, διότι δε δημιουργείται δεδικασμένο για την ποινική δίωξη της ψευδούς καταμήνυσης από την απαλλακτική απόφαση για την καταβολή δικαστικών εξόδων από το μηνυτή (ΑΠ 1500/1991), η αναγραφή στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως της φράσης "από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ...", αντί της χρήσης πληθυντικού αριθμού για τον καθορισμό των μαρτύρων που πράγματι εξετάσθηκαν, οφείλεται σε προφανή παραδρομή και εξ αυτού δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για τον σχηματισμό της περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίσης του δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε όλες, ανεξαιρέτως, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου και δη ως προς τη βασιμότητα του κρισιολογούμενου αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας, η έγκληση, καθόσον αφορά στην αξιόποινη πράξη της απολύτως κατ' έγκληση διωκόμενης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, υποβλήθηκε από τον προς τούτο δικαιούμενο στις 23-4-2013, δηλαδή εντός τριών μηνών από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη αυτή, η οποία τελέστηκε σε βάρος του την 12-2-2013, 5-3-2013 και 10-4-2013, καθώς και των προσώπων που την τέλεσαν και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ιδιαίτερη αιτιολογία, για το εμπρόθεσμο της υποβολής της έγκλησης, όπως αυτό απαιτείται σε κάθε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής αυτής. Τέλος, με ιδιαίτερες σκέψεις θεμελιώνεται ο άμεσος δόλος των αναιρεσειόντων, το δε Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως ποινικό δικαστήριο, δε δεσμεύεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Πολιτικό Τμήμα) που επιλήφθηκε της εκδίκασης άλλης, αστικής φύσης, υπόθεσης μεταξύ των διαδίκων, έστω και συναφούς με την προκείμενη.
Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ προσβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, είναι αβάσιμοι και συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί καθεμία από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμόν 8,9 και 10/10-4-2018 έκθεση - αίτηση αναιρέσεως των 1) Μ. Δ., 2) Φ. Δ. και 3) Α. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 184/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ δι' εκάστη και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ 500 ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ