ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ - ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΗ ΣΥΡΡΟΗ ΜΕ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ- ΑΠ 725-2019

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Στην περίπτωση εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή, που χρησιμοποιήθηκαν για την συντέλεση παραβάσεων φοροδιαφυγής, ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία, ως αυτουργός ή συμμέτοχος, απορροφωμένης, συνεπώς, από εκείνη (φοροδιαφυγή) της πράξεως της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθιερουμένης, με τη νέα ως άνω ρύθμιση, φαινομένης κατ' ιδέαν συρροής μεταξύ των δύο αυτών αδικημάτων . Προκειμένου να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 66 § 5 εδ. γ' του Ν. 4174/2013 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ. γ' και 514 εδ. γ' του ΚΠΔ, πρέπει τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, να χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των §§ 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013 και να υπάρχει περί τούτου σχετική παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση (όμοια ΑΠ 1302/2019)

Απόφαση 725 / 2019   (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 725/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πρατικάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1267/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1136/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. 65/2018 και από 13-7-2018 αίτηση του Π. Μ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1267/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 465§ 2α και 474§1ΚΠΔ, πριν την καταχώρηση της απόφασης στο κατ' άρθρο 473§3ΚΠΔ βιβλίο (5-9-2018).Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή αναιρετικών λόγων. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 § § 1 και 4 του Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 40§1 Ν.3220/ 2004 και 2 §2 Ν.3943/2011, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3)μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β)"με κάθειρξη", εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000)ευρώ. Κατά την §2 του ως άνω άρθρου (19 Ν.2523/1997, όπως διαμορφώθηκε και ισχύει), το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου, ενώ κατά την §3, θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση αυτού. Θεωρείται, επίσης, ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό κατά την §4 είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Ακόμη, τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε, για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Περαιτέρω, με το νόμο 4174/2013 θεσπίστηκε Κώδικας Φορολογικών Στοιχείων και στη συνέχεια με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, υπό τον τίτλο Εγκλήματα φοροδιαφυγής-Ποινικές Κυρώσεις τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α' του ως άνω νόμου 4174/2013 αναριθμήθηκαν σε 72 και 73, το Δωδέκατο Κεφάλαιο αναριθμήθηκε σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69,70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμήθηκαν σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστέθηκε νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο, υπό τον τίτλο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ, ενώ με το άρθρο 66 καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 17, 18 και 19§1 εδ. α,20 και 21 του Ν.2523/1997 και ειδικότερα ορίζονται στις §§ 1 έως και 5 του ως άνω άρθρου 66 του αρθρ. 8 του Ν. 4337/2015, τα εξής: "1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση:α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, β)προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο το φόρο αυτόν. 2.Παρακρατούμενοι φόροι, τέλη και εισφορές είναι εκείνοι που ρητά ορίζονται σε επί μέρους διατάξεις ότι παρακρατούνται και τελικά αποδίδονται στο Δημόσιο ή άλλο φορέα από πρόσωπο διάφορο του πραγματικού φορολογούμενου.3.Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στη παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος:αα)τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. 4.Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς. 5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται:α)με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι στην περίπτωση εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή, που χρησιμοποιήθηκαν για την συντέλεση παραβάσεων φοροδιαφυγής, ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία, ως αυτουργός ή συμμέτοχος, απορροφωμένης, συνεπώς, από εκείνη (φοροδιαφυγή) της πράξεως της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθιερουμένης, με τη νέα ως άνω ρύθμιση, φαινομένης κατ' ιδέαν συρροής μεταξύ των δύο αυτών αδικημάτων, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 94 ΠΚ, αφού πρόκειται πλέον για πράξεις οι οποίες δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυτοτελώς κολάσιμες, αλλά συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος, με τη μορφή να αποτελεί κατά νόμο η μία συστατικό στοιχείο της άλλης, ή να χρησιμεύει κατά νόμο η μία ως αναγκαίο μέσο για την τέλεση της άλλης, από την οποία και απορροφάται. Έτσι, η νέα ως άνω ρύθμιση είναι επιεικέστερη, κατά την έννοια του άρθρου 2§1 ΠΚ, της προϊσχύσασας των άρθρων 19§§1 και 4 του Ν. 2523/1997, αφού πλέον ή έκδοση ή η αποδοχή εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων απορροφάται (φαινομενικώς κατ' ιδέαν) από την πράξη της φοροδιαφυγής και δεν τιμωρείται αυτοτελώς. Εξάλλου από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής με έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων, απαιτείται αντικειμενικά έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και σε περίπτωση νόθευσης της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στην οποίαν στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της απόφασης με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα καθενός, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ως προς τη συνδρομή δε του στοιχείου του δόλου δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και καταφάσκεται αποδεικτικά από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με το δόλο αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής όμοια και μόνον όταν για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία και συγκεκριμένα η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου. Η ειδική δε αυτή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης δεν αφορά μόνον την κυρία απόφαση, δηλαδή, την περί της ενοχής δικαιοδοτική κρίση του Δικαστηρίου, αλλά εκτείνεται ανεξαιρέτως σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική ευχέρεια ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Η εσφαλμένη όμως εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, από το Δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, διότι στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμόν 1267/2018 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Π. Μ. του Κ. της αξιόποινης πράξης της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, ανερχόμενο στο ποσό των 1.041.210,70 ευρώ, πλέον ΦΠΑ και του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών. Ειδικότερα, στην ως άνω κρίση του κατέληξε το Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων σ' αυτή, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα κατηγορίας, των εγγράφων τα οποία αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, δεχόμενο ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά από το σκεπτικό, τα ακόλουθα:
"Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, με περισσότερες μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση, ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", (με έδρα αρμοδιότητας της Δ.Ο.Υ. ...), της οποίας αντικείμενο εργασίας ήταν οι διαφημίσεις πάσης φύσεως και παντός μέσου, η εμπορία πάσης φύσεως διαφημιστικού υλικού, οι εισαγωγές και εξαγωγές παντός είδους καλλυντικών και οι εκδόσεις πάσης φύσεως μη υπαγόμενες στις ειδικές περί τύπου απαγορευτικές διατάξεις, εξέδωσε, στο όνομά της, τα αναφερόμενα στο διατακτικό φορολογικά στοιχεία. Πιο συγκεκριμένα, στις 7.9.2005 διενεργήθηκε έλεγχος από υπαλλήλους της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠΕΕ) του Υπουργείου Οικονομικών στον κατηγορούμενο με ΑΦΜ ...623 στη διεύθυνση ... και .... Εκτός του χώρου στην παραπάνω διεύθυνση βρέθηκαν και κατασχέθηκαν από τους διενεργούντες τον έλεγχο υπαλλήλους ανεπίσημα φορολογικά στοιχεία, στα οποία αναγράφονταν συναλλαγές με την επιχείρηση "... Α.Ε." με ΑΦΜ ...120, διεύθυνση στη ..., ..., αρμοδιότητας ΔΟΥ ... και "... Α.Ε." (...)" με ΑΦΜ ...120. Με βάση τα παραπάνω κατασχεθέντα φορολογικά στοιχεία διενεργήθηκε έλεγχος στη δηλωμένη διεύθυνση της Α.Ε. "... Α.Ε.", στη ... και διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση αυτή δεν λειτουργούσε στη συγκεκριμένη διεύθυνση απ' όπου είχε αποχωρήσει πριν από δέκα έτη, το 1996, δηλ. ένα έτος μετά την έναρξη της δραστηριότητάς της, ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπός της (Γ. Δ.) αν και αναζητήθηκε, στη δηλωθείσα διεύθυνσή του δεν ανευρέθη. Περαιτέρω, έλεγχος στη ΔΟΥ ..., όπου υπαγόταν η "... Α.Ε." με ΑΦΜ ...120, ανέδειξε ότι τα κατασχεθέντα φορολογικά στοιχεία της δεν έχουν θεωρηθεί στην άνω αρμόδια ΔΟΥ, διότι η διάτρηση τους φέρεται ότι έγινε το Νοέμβριο 2011, ενώ η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν έχει θεωρήσει στην άνω αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογικά στοιχεία μετά από το έτος 1995.
Συνεπώς τα κατασχεθέντα ΤΠ-ΔΑ με φερόμενο εκδότη την "... Α.Ε." με ΑΦΜ ...120 που ευρέθησαν στο χώρο του γραφείου του κατηγορουμένου, και έχουν διατρηθεί με μη νόμιμο τρόπο είναι πλαστά και εικονικά. Περαιτέρω, έρευνα με βάση τον ΑΦΜ ...120, ανέδειξε ότι με αυτόν τον ίδιο ΑΦΜ και στην ίδια διεύθυνση (...) φέρονται να δραστηριοποιούνται και να εκδίδουν τιμολόγια προς τρίτους, τέσσερις (4) επιχειρήσεις με διάφορες επωνυμίες, δηλ."... Α.Ε. (...), ... Α.Ε.", "... Α.Ε." (...", "... Α.Ε. (...). Κατόπιν, επικοινωνίας που είχαν οι διενεργούντες τον έλεγχο υπάλληλοι της άνω υπηρεσίας (ΥΠΕΕ), με τους εκπροσώπους των εταιρειών που είχαν λάβει φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια αγοράς διαφόρων εμπορευμάτων) από τις ως άνω τέσσερις επιχειρήσεις, διαπιστώθηκε ότι σε όλες τις περιπτώσεις το πρόσωπο με το οποίο είχαν επικοινωνήσει, είχαν δώσει τις παραγγελίες τους για αγορά διαφόρων προϊόντων τους είχε παραδώσει τα προϊόντα και τα αντίστοιχα τιμολόγια και είχε λάβει το τίμημά τους προσωπικά ο ίδιος και σε μετρητά και σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις τους είχε συστηθεί ως
????????? μόνο στην έναρξη εργασιών με σκοπό τη θεώρηση βιβλίων και κυρίως στοιχείων, προκειμένου να τα διοχετεύσει στην αγορά προς όφελος των ληπτών και της ίδιας. Ειδικότερα, αποδείχθηκε: α) ότι η εν λόγω εταιρεία από 30.7.1996 δεν διαθέτει έδρα, αφού τότε αποβλήθηκε από το μίσθιο, που είχε ως έδρα, λόγω μη καταβολής μισθωμάτων, β) ότι την 13.12.2000 καταχωρήθηκε στο Μ.Α.Ε. της Νομαρχίας …. η 12459/2000 απόφαση του Νομάρχη …., με την οποία ανακλήθηκε η άδεια σύστασής της, γ) ότι η εταιρεία αυτή δεν διέθετε προσωπικά για τη διεκπεραίωση των συναλλαγών, που φέρεται ότι πραγματοποίησε, δ) ότι, αν και κλήθηκε, δεν επέδειξε βιβλία και στοιχεία των επίμαχων διαχειριστικών περιόδων και ε) ότι δεν προέκυψαν στοιχεία για πραγματοποιηθείσες από την εν λόγω εταιρεία αγορές, απαραίτητες για τη λειτουργία της και για τη διενέργεια των πωλήσεων διαφημιστικών εντύπων, που φέρεται να έχει πραγματοποιήσει. Τα ανωτέρω, αποδείχθηκαν από την κατάθεση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού Π. Π.) (όσο και στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), εφοριακού που διενήργησε το σχετικό έλεγχο, ο οποίος κατέθεσε με κατηγορηματικότητα ότι ο κατηγορούμενος ήταν υποκρυπτόμενο πρόσωπο, αφού στην οικία του βρέθηκαν "σφραγίδες, βιβλία και επιταγές της εταιρείας", καθώς και από την αναγνωσθείσα με αριθμ. πρωτ. 3952/21.12.2007 "Έκθεση ελέγχου επεξεργασίας", στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται με λεπτομέρεια η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως υποκρυπτόμενου προσώπου της εταιρείας "... Α.Ε.". Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι δεν είναι υποκρυπτόμενο πρόσωπο της εν λόγω εταιρείας, που συνιστά ισχυρισμό αρχητικό της κατηγορίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία με βάση όλα τα προαναφερόμενα. Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων και αφού αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη (κακούργημα) της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, κατ' εξακολούθηση, συνολικής αξίας, υπερβαίνουσας, το ποσό των 200.000 ευρώ, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό".
Στο ….., σε διάφορες ημερομηνίες, που κείνται εντός του χρονικού διαστήματος, μεταξύ 10.3.2003 και 26.9.2006, με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο, εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια, το όνομα των εταιρειών, με την επωνυμία "... Α.Ε." ή "... Α.Ε." ή "... Α.Ε." ή "... Α.Ε.", όλα, με το ίδιο Α.Φ.Μ. "...120" και την ίδια διεύθυνση (...):
Τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά, αφού: α) δεν έχουν διατρηθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ..., αλλά με άλλο μη νόμιμο τρόπο και β) οι φερόμενες ως εκδότριες εταιρείες ήταν ανύπαρκτες, τα εξέδωσε δε, ο κατηγορούμενος, ως υποκρυπτόμενο πρόσωπο, ο οποίος ήταν, πρόσωπο άγνωστο, φορολογικώς, με την έννοια, ότι δεν είχε δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε είχε θεωρήσει στοιχεία, στην κατά τόπο αρμόδια Δ.Ο.Υ. Η αξία, δε, των ανωτέρω φορολογικών στοιχείων: ανέρχεται σε 1.041.210,70 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., ενώ η διάκριση, που αυτά φέρουν, δεν αντιστοιχεί στην αρμόδια, Δ.Ο.Υ. ..., αλλά είχαν διατρηθεί, με μη νόμιμο τρόπο. Εξάλλου, η σχετική έκθεση ελέγχου θεωρήθηκε την 16.7.2008, οπότε αρχίζει και ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, κατά τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού: α) διαλαμβάνονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η δικαστική κρίση για τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της φοροδιαφυγής, με την ειδικότερη μορφή της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, β) λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αναγραφόμενα και παραπάνω αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και στα οποία στήριξε τη δικανική του πεποίθηση και γ) περιέχονται οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1, 27 §1 και 98 του ΠΚ και 19§1 εδ. β, περ. β', 3 και 4 του Ν.2523/1997 όπως το εδ. β της § 41 προστέθηκε με το άρθρο 40§1 του Ν.3220/2004, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το εκδώσαν αυτή Δικαστήριο κατέληξε στη καταδικαστική σε βάρος του κρίση, ως υποκρυπτόμενου προσώπου, λαμβάνοντας υπόψη μόνον την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, αν και ο ίδιος ουδέποτε υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ με την επωνυμία "... Εταιρεία ΑΕ", στο όνομα της οποίας εκδόθηκαν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό εικονικά φορολογικά στοιχεία, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, πέραν του ότι με αυτή πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας και ως στερούμενη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, η επίκληση από τον αναιρεσείοντα, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, ότι το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 4337/2015 και εκείνη του άρθρου 82 του ΠΚ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη ότι με την υπ' αριθμόν 2521/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών για το αδίκημα της μη καταβολής προς το Δημόσιο χρεών ύψους 5.238.304,69 ευρώ και το ποσό αυτό περιλαμβάνεται στα επίμαχα εικονικά φορολογικά στοιχεία και συνεπώς έπρεπε, να μην καταδικασθεί για τα συγκεκριμένα στοιχεία και για την πράξη της έκδοσης εικονικών τιμολογίων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Και τούτο διότι, αφενός μεν δεν προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η ως άνω υπ' αριθμόν 2521/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για την οποία ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι έχει καταστεί αμετάκλητη, προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας και ζητήθηκε η αποδεικτική της αξιοποίηση και αφετέρου δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή, ότι τα επίδικα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις ως άνω πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του προαναφερόμενου άρθρου 66 Ν. 4174/2013 (αντίστοιχες των παραβάσεων των άρθρων 17 και 18 του Ν. 2523/ 1997), γιατί προκειμένου να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 66 § 5 εδ. γ' του Ν. 4174/2013 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ. γ' και 514 εδ. γ' του ΚΠΔ, πρέπει τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, να χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των §§ 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013 και να υπάρχει περί τούτου σχετική παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 51 §1 του ΠΚ: "1. Ποινές στερητικές της ελευθερίας είναι η Κάθειρξη, η Φυλάκιση, ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα Κράτησης νέων, ο περιορισμός σε ψυχιατρικό κατάστημα και η Κράτηση.". Η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης, σύμφωνα με την § 3 του άρθρου 52 του ίδιου Κώδικα, δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη ούτε είναι μικρότερη από πέντε έτη, με την επιφύλαξη των ορισμών του άρθρου 91 για την αόριστη κάθειρξη. Ενώ, η διάρκεια της φυλάκισης, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του ΠΚ, δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, ούτε είναι μικρότερη από δέκα ημέρες.Επομένως, ποινή στερητική της ελευθερίας διαρκείας πέντε ετών μπορεί να είναι είτε κάθειρξη, είτε φυλάκιση. Οι ποινές αυτές, μολονότι ισοϋψείς, αποτελούν δύο σαφώς διακριτές (ποιοτικά) ποινές, από τις οποίες η πρώτη διατηρεί τη φύση της ως βαρύτερη της δεύτερης. Πρόδηλη, εξάλλου, καθίσταται η ετερότητα των συγκεκριμένων ποινών με την αντιπαράθεση των συνεπειών που η επιβολή καθεμίας τούτων επιφέρει στον καταδικασθέντα. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων: α) 60, 61, 64 και 66 του ΠΚ, στην κάθειρξη επιβάλλεται πάντοτε και υποχρεωτικά πρόσκαιρη ολική αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, ενώ στην φυλάκιση κάποτε υπό προϋποθέσεις και δυνητικά μερική, η δε αποκατάσταση της απόλυσής τους συντελείται μετά πάροδο διαφορετικού χρόνου για κάθε μία ποινή, β) 105§1 στοιχ. α' και β του ΠΚ, κατά την οποία η απόλυση υφ' όρον προϋποθέτει έκτιση διαφορετικών ορίων για κάθε μία από τις πιο πάνω ποινές και, γ) 114 στοιχ. β' και γ' του ΠΚ, κατά την οποία η κάθειρξη παραγράφεται μετά είκοσι έτη, ενώ η φυλάκιση μετά δέκα έτη. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 82 §§ 1, 2 και 3 του Π.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 υποπαράγραφος ΙΓ.1. εδάφια 1 και 2 του Ν.4093/2012: "1. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το Δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. 2. Το ποσό της μετατροπής καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η προσωπική και οικονομική κατάσταση του δράστη, για τον προσδιορισμό της οποίας λαμβάνονται υπόψη τα καθαρά έσοδα που έχει από την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε ημέρα, άλλα εισοδήματα και η περιουσία του, καθώς και οι οικογενειακές του υποχρεώσεις.'Αλλες υποχρεώσεις του μπορούν επίσης να συνυπολογισθούν από το Δικαστήριο. 3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ και κάθε ημέρα κράτησης σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών". Με την πρώτη παράγραφο της διάταξης αυτής, κατά την γραμματική της διατύπωση, ορίζεται το ύψος των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών, που μετατρέπονται σε χρηματικές, κλιμακούμενο, από την μία ημέρα κράτησης ή φυλάκισης, μέχρι το ένα, τα δύο και, τελικώς, τα πέντε έτη. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη της τρίτης παραγράφου του ίδιου ως άνω άρθρου, που καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού του ποσού της μετατροπής σε χρηματικές, των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών της κράτησης και φυλάκισης, χωρίς καμία πρόβλεψη για χρηματικά ποσά μετατροπής ποινών (πενταετούς) κάθειρξης, σαφώς προκύπτει ότι η τελευταία κατηγορία ποινών παραμένει εκτός του συγκεκριμένου κανονιστικού πλαισίου και, επομένως, δεν υπόκειται σε μετατροπή. Τυχόν δε εξομοίωση του ποσού της ενδεχόμενης μετατροπής της ποινής κάθειρξης με το προβλεπόμενο για την ποινή φυλάκισης αντίστοιχο ποσό, είναι εκτός της νομοθετικής αυτής πρόβλεψης, η οποία, ασφαλώς, δεν μπορεί ν' αποδοθεί σε αβλεψία ή παράλειψη του Νομοθέτη, αφού οι διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκαν με τον ίδιο, ανωτέρω, νόμο. Επομένως, πρόδηλη ήταν η επιλογή του Νομοθέτη να μην επεκταθεί η δυνατότητα μετατροπής σε χρηματικές των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών, που επιβάλλονται για μείζονος απαξίας εγκλήματα, όπως και η πενταετής κάθειρξη, και μάλιστα κατά τρόπον που οδηγεί στο άτοπο αποτέλεσμα, σε περίπτωση συρροής ποινών με ποινή βάσης αυτή της πενταετούς κάθειρξης, να μετατρέπονται σε χρηματικές πολυετείς καθείρξεις, με συνέπεια να παράγεται από αυτό και ανισότητα μεταξύ των δικαζομένων, αφού ο αριθμός των δυναμένων να επωφεληθούν της ευχέρειας αυτής και το ύψος της μετατρεπόμενης ποινής είναι μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα. Πρέπει, ακόμη, να επισημανθεί, ως ενισχυτικό επιχείρημα, υπέρ της μη μετατρεψιμότητας της ποινής της πενταετούς κάθειρξης, (που μπορεί, στην περίπτωση συρροής τέτοιων ποινών, να καταλήξει, όπως προαναφέρθηκε σε πολυετή) ότι, στην § 5 του άρθρου 82 του ΠΚ, που προβλέπει τον αριθμό των ωρών κοινωφελούς εργασίας και ορίζει την προθεσμία (όχι μεγαλύτερη από πέντε έτη) για την εκτέλεσή της, δεν αναφέρεται και η πενταετής (ή πολυετής) κάθειρξη, εκτός και αν γίνει δεκτό ότι για ποινή υπερβαίνουσα τα πέντε έτη δεν νοείται παροχή κοινωφελούς εργασίας, παραδοχή που, δεν βρίσκει νομικό έρεισμα. Συμπερασματικά, με τις προαναφερθείσες διατάξεις, οριοθετείται η μετατρεψιμότητα της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής μέχρι και του ανωτάτου ορίου της ποινής φυλάκισης (πέντε έτη) και όχι και του κατωτάτου ορίου της κάθειρξης (επίσης, πέντε έτη). Η παραδοχή αυτή ενισχύεται και από την ιστορική αποτύπωση της αυξομείωσης των ορίων μετατρεψιμότητας της ποινής στο προαναφερόμενο άρθρο (82) του ΠΚ, τόσο κατά την αρχική του διατύπωση, όσο και στις μέχρι και σήμερα τροποποιητικές του διατάξεις και συγκεκριμένα αυτές των άρθρων:1 του ΝΔ 2493/1953, 1 του ΝΔ 3555/1956, 1 του ΑΝ 230/1967, 3 του ΝΔ 790/1970, 1 του Ν. 1419/1984, 2 του Ν. 1914/1991, 13 του Ν. 2721/1999, 1 του Ν. 3904/2010, και, τέλος τις περ. 1 και 2 της υποπαραγράφου ΙΓ' του πρώτου άρθρου του Ν. 4093/2012, με την οποία έλαβε τη σημερινή του διατύπωση. Από την απλή ανάγνωση των ως άνω νομοθετημάτων, τα οποία τροποποίησαν τις §§ 1 και 2 του άρθρου 82 του ΠΚ προκύπτει, αφενός μεν ότι, από την έναρξη εφαρμογής του ΠΚ και μέχρι το έτος 2012, ο νόμος χρησιμοποιεί τον όρο "στερητική" ή "περιοριστική" της ελευθερίας ποινή και υποδηλώνει αποκλειστικά και μόνο "φυλάκιση" αφετέρου δε και στα δύο πρώτα εδάφια της § 1 του συγκεκριμένου άρθρου, όπως αυτά διαμορφώθηκαν, με το Ν. 4093/2012 και ισχύουν σήμερα, χρησιμοποιείται ο όρος "περιοριστική" της ελευθερίας ποινή και υποδηλώνεται αποκλειστικά και μόνο "φυλάκιση", αφού αναφέρονται σε ποινές μέχρι δύο έτη. Επομένως, στον όρο "περιοριστική της ελευθερίας ποινή" του άρθρου 82 §1 εδ. γ' του ΠΚ, όταν η ποινή αυτή είναι (για ένα έγκλημα) πέντε έτη, δεν περιλαμβάνεται και αυτή της (πενταετούς) κάθειρξης. Δηλαδή, η μόνη μεταβολή, που επέφερε η προαναφερθείσα τελευταία διάταξη, ήταν η αύξηση του ορίου μετατροπής των ποινών φυλάκισης, από τα τρία, στα πέντε έτη. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από το σκοπό του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής", στην εισηγητική έκθεση του οποίου σημειώνεται: "Με τις περ. 1 έως 4 προβλέπεται η αύξηση του ορίου μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών. Η εν λόγω αύξηση κρίνεται αναγκαία, καθώς συμβάλει στη μείωση του ολοένα αυξανόμενου αριθμού του σωφρονιστικού πληθυσμού, ενώ παράλληλα υπηρετεί μια πιο σύγχρονη σωφρονιστική αντίληψη". Από τη σκέψη, δηλαδή, αυτή, που αναφέρεται στην αποσυμφόρηση των φυλακών και τη σύγχρονη σωφρονιστική αντίληψη, ασφαλώς και δεν μπορεί να συναχθεί ότι σκοπός του Νομοθέτη ήταν η εισαγωγή της δυνατότητας μετατροπής σε χρηματική και της ποινής πενταετούς κάθειρξης, με τα όσα άτοπα συνεπάγεται αυτή, σε περίπτωση συρροής τέτοιου είδους ποινών, όπως παραπάνω αναφέρθηκε. Αν ο Νομοθέτης ήθελε, πράγματι, να επιφέρει μια τέτοιας ευρύτητας και σοβαρότητας ποιοτική μεταβολή στη μετατρεψιμότητα των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών, ώστε να συμπεριληφθεί εντός των ορίων της και η πενταετής κάθειρξη, δεν θα το όριζε με τρόπο έμμεσο και ερμηνευτικά συναγόμενο, αλλά με ρητή και σαφή κανονιστική επιταγή, όπως συνέβη με τις μεταβατικές και περιορισμένης χρονικής ισχύος ρυθμίσεις του άρθρου 16§1 του Ν. 3727/ 2008, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14§2 του Ν. 3772/2009 και τροποποιήθηκε με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 26 του Ν. 3811/2009, με τις οποίες η δυνατότητα μετατροπής και ποινών κάθειρξης πέντε ετών προβλέφθηκε ρητά, με σαφήνεια και, μάλιστα, κατά την Εισηγητική έκθεση του τελευταίου ως άνω νόμου "...για τελευταία φορά - και για μία μόνο φορά...", χωρίς, όμως, να θιγούν, κατά τούτο, οι ισχύουσες ρυθμίσεις του άρθρου 82 του ΠΚ. Σημειωτέον ότι, υπό την εκδοχή περί μετατρεψιμότητας της πενταετούς κάθειρξης δεν θα υπήρχε δικαιολογητικός λόγος της, μεταγενέστερης του Ν. 4093/2012, εισαγωγής των ρυθμίσεων: α) του άρθρου 41 § 3 του Ν. 4264/2014 κατά τα οποίο, "το τελευταίο εδάφιο της § 1 του άρθρου 82 του ΠΚ εφαρμόζεται και στην περίπτωση μετατροπής ποινών φυλάκισης από τρία έως και πέντε έτη που επιβλήθηκαν αμετάκλητα μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 4093/2012" και, β) του άρθρου 13§1 του σχετικά πρόσφατου Ν. 4322/2015, κατά το οποίο εξαιρείται από την δυνατότητα μετατροπής όχι μόνο η πενταετής κάθειρξη, αλλά και η φυλάκιση που έχει (ή μπορεί) να περιληφθεί σε συνολική (αποτελούμενη από πενταετείς καθείρξεις) ποινή κάθειρξης, που εξακολουθούσε να ισχύει. Τούτο δε διότι οι παραπάνω μεταγενέστερες ρυθμίσεις δεν θα συμπορευόταν με αυτές του άρθρου 82 του ΠΚ, στην περίπτωση, που αυτές θα προέβλεπαν τη μετατροπή και της πενταετούς κάθειρξης. Συνακόλουθα, σύμφωνα τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 82 του ΠΚ, όπως αυτό ήδη ισχύει, μετά την τροποποίησή του από τις περ. 1 και 2 της υποπαραγράφου ΙΓ' του πρώτου άρθρου του Ν. 4093/2012, δεν υπόκειται σε μετατροπή η ποινή κάθειρξης των πέντε ετών, καθώς και η συνολική ποινή κάθειρξης, όταν η ποινή βάσης αυτής είναι η πενταετής κάθειρξη (Ολ ΑΠ 6/2017). Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρ. 510 §1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης . Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών), μετά την καταδίκη του ήδη αναιρεσείοντος σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για την πράξη της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, ανερχόμενο στο ποσό των 1.041.210,70 ευρώ, πλέον ΦΠΑ για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, απέρριψε το αίτημα του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος που υποβλήθηκε δια του συνηγόρου του περί μετατροπής της ως άνω ποινής κάθειρξης των πέντε (5) ετών. Σύμφωνα, όμως με όσα αναπτύχθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η κατά τα ως άνω επιβληθείσα στον ήδη αναιρεσείοντα ποινή κάθειρξης δεν υπόκειται, κατά το νόμο, σε μετατροπή και συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας, μη μετατρέποντας αυτήν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 82 §§ 1, 3 και 10 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και ούτε υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.Επομένως, ο από το άρθρο 510§1στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, τρίτος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 § 1 του ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ. 65/2018 και από 13-7-2018 αίτηση του Π. Μ. του Κ., κατοίκου ... (οδός ...) για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1267/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2019.

Login