ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ - ΑΠ 1255-2020

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :   

  1. Δεν εμποδίζεται η άσκηση ποινικής δίωξης στην ημεδαπή από απόφαση ποινικού δικαστηρίου άλλου κράτους, μη- μέλους της ΕΕ.
  2. Η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών κ Πολιτικών Δικαιωμάτων του ΟΗΕ ( ne bis in idem) αναφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε συμβαλλόμενου κράτους.
  3. Η διμερής σύμβαση δικαστικής αρωγής, μεταξύ Ελλάδας - Αλβανίας, που κυρώθηκε με το νόμο 2311/1995, ουδεμιά δέσμευση διαλαμβάνει για την τήρηση τέτοιας αρχής . Συνεπώς και επειδή η Αλβανία δεν είναι κράτος μέλος της ΕΕ, η καταδίκη από αλβανικό δικαστήριο για έγκλημα που τελέσθηκε στην Ελλάδα, δεν εμποδίζει την άσκηση ποινικής δίωξης στην ημεδαπή,  παρά μόνο αφαιρείται η ποινή που εκτίθηκε στην Αλβανία,  κατ’  άρθρο 10 ΠΚ.

Απόφαση 1255 / 2020  (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1255/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου2020, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου H. B. του P., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Νιγρίτας Σερρών, ο οποίος δεν εμφανίστηκε, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 138-143/2019 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αρ. 98/17.10.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 198/2020.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Χαλντούπης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου, με αριθμό πρωτ. 111/4.6.2020 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:"Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 § 1 και 512 §1 ΚΠΔ , την από 17.10.2019 δήλωση του , κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Νιγρίτας Σερρών , B. H. του P. ότι ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμ. 138-143/7.5.2019 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας και εκθέτω τα ακόλουθα:

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, δικάζον σε δεύτερο βαθμό , με την με αριθμό 138-143/7.5.2019 απόφαση του , κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συναυτουργία , έγκλημα που τελέστηκε στις 10.9.2001 , και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως 20 ετών.

Κατά της αποφάσεως αυτής , η οποία εκδόθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος και καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 22.1.2020 , ο ανωτέρω στις 17.10.2019 δήλωσε στον Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Νιγρίτας Σερρών, συνταγείσας της σχετικής εκθέσεως, ότι ασκεί την υπό κρίση αναίρεση .

Η εν λόγω αναίρεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς τούτο κατά αποφάσεως υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο και γενικότερα σύμφωνα με τα άρθρα 462 περίπτ. β, 464, 466, 473§§2,3, 474, 504§1 και 505 ΚΠΔ . Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 , 476 παρ. 1, 510 παρ. 1 και 512 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης , πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι αναίρεσης. Διαφορετικά," αν δεν περιέχει έναν τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης από όσους αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς άλλη περαιτέρω έρευνα (άρθρο 512§1 ΚΠΔ ) . Δεν αρκεί η απλή επανάληψη του κειμένου της διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς παράθεση των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και προσδιορίζουν την επικαλούμενη νομική πλημμέλεια. Ούτε επιτρέπεται η συμπλήρωση αόριστου και ασαφούς λόγου αναίρεσης , ανεπίδεκτου δικαστικής εκτιμήσεως , με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με το υποβαλλόμενο μετά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως υπόμνημα , ούτε ακόμη και με την άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης , οι οποίοι προϋποθέτουν την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης (άρθρο 509 ΚΠΔ ), έστω και αν πρόκειται για λόγους που λαμβάνονται και αυτεπαγγέλτως υπόψη κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ . Ενδεικτικά για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτείται α) αν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καμία αιτιολογία, ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια που αφορά η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία που δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, (απαιτείται) να προσδιορίζεται επιπλέον στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη αιτιολογική πλημμέλεια (έλλειψη, ασάφεια ή αντίφαση αιτιολογίας) ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια της απόφασης που πλήττονται, ποιες ουσιαστικές παραδοχές εμφανίζουν την προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια και σε τι αυτές συνίστανται ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2002, 19/2001).

Για το ορισμένο του από το άρθρο 510 §1 Ε ΚΠΔ προβλεπομένου λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε , η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους ο' αυτήν. Αν δεν συντρέχουν τα προεκτεθέντα ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος είναι αόριστος.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ζητά την αναίρεση της προαναφερθείσας αποφάσεως αναγράφοντας κατά λέξη : "... αιτούμενος την παραδοχή της παρούσας αίτησης αναιρέσεως για τους λόγους κατ' άρθρο 510 ΚΠΔ όπως : " της απόλυτης και της σχετικής ακυρότητας της ποινικής διαδικασίας ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης , καθόσον και ενώ επικαλέστηκα πραγματικά ενώπιον κάθε αστυνομικής , εισαγγελικής και δικαστικής αρχής ότι για το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκα ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου έχω καταδικαστεί και έχω εκτίσει την αντίστοιχη ποινή στην χώρα καταγωγής μου ( ήτοι την Αλβανία) δεν ήτο δυνατό να καταδικαστώ δεύτερη φορά για το ίδιο αδίκημα στην Ελλάδα και ενώ αιτήθηκα ταυτοχρόνως από τις ανωτέρω αρχές να μου αφαιρεθεί από την συνολική επιβαλλόμενη ποινή ο χρόνος έκτισης της ποινής μου στην Αλβανία κατ' άρθρο 10 ΠΚ και ενώ είμαι στις ελληνικές φυλακές από την 19.6.2018 " και επίσης για κάθε άλλο νόμιμο και πραγματικό λόγο που επιφυλάσσεται να εκθέσει επί αυτής ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου με αντίστοιχο έγγραφο του ή υπόμνημα ο ίδιος ή εξουσιοδοτημένο από τον ίδιο άτομο . ... " .

Επί του ως άνω περιεχομένου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επισημαίνονται επί πλέον των προαναφερθέντων τα ακόλουθα : Σύμφωνα με το άρθρο 57 §§ 1,2 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη κι αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρ. 58, 81 παρ. 2, 525 και 527 του ιδίου Κώδικα, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Δεύτερη διαδικασία ενώπιον του αυτού ή άλλου δικαστηρίου κατά του αυτού προσώπου και για την ίδια πράξη, με την άσκηση δεύτερης ποινικής διώξεως, είναι απαράδεκτη, τηρουμένου του κανόνα "non bis in idem", σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξεως . Επί πλέον, σύμφωνα με την § 4 του ίδιου άρθρου, ο εισαγγελέας μπορεί να απόσχει από την δίωξη συγκεκριμένου προσώπου εάν, ύστερα από την διενέργεια ευρωπαϊκής δικαστικής συνδρομής , προκύψει ότι έχει ήδη ασκηθεί δίωξη σε βάρος του για τα ίδια πραγματικά περιστατικά σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ταυτότητα της πράξεως υπάρχει όταν πρόκειται για το ίδιο ιστορικό γεγονός στο σύνολο του, που αφορά την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, είτε αυτό συνάπτεται άμεσα με το δράστη (τυπικό έγκλημα) είτε επακολουθεί (ουσιαστικό έγκλημα).

Συνεπώς δεν εμποδίζεται η ποινική δίωξη στην ημεδαπή από απόφαση ποινικού δικαστηρίου άλλου κράτους μη μέλους της Ε.Ε. , εναπόκειται δε στο νομοθέτη να θεσπίσει περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένη αναγνώριση των αλλοδαπών αυτών ποινικών αποφάσεων. Με τούτο συνηγορεί το Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ , που υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16.12.1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 2462/1997, με βάση το οποίο επιβάλλεται η υποχρέωση στα Συμβαλλόμενα Κράτη να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διαδικασίες και τις διατάξεις του Συμφώνου, τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη λήψη μέτρων νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα, καταλλήλων για την προστασία των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται στο Διεθνές Σύμφωνο στις περιπτώσεις όπου τέτοιες διατάξεις ή μέτρα δεν έχουν ήδη προβλεφθεί. Με το άρθρο 14 §7 του Διεθνούς Συμφώνου καθιερώνεται η αρχή ότι: "Κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικαστεί με οριστική απόφαση, που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο και την ποινική δικονομία κάθε χώρας". Η διατύπωση αυτή σημαίνει αλλά και η πρόδηλη έννοια της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να είναι παρά ότι κανένας δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται και πάλι από τα δικαστήρια κάθε επί μέρους συμβαλλόμενης χώρας, ήτοι "του ίδιου Κράτους". Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο που παρέχει οδηγίες προς τα συμβαλλόμενα Κράτη-Μέλη για την προσαρμογή της νομοθεσίας τους.

Συνεπώς, οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο ή ανάλογη δέσμευση με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 § 7 του Διεθνούς Συμφώνου, διότι αυτή αναφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε συμβαλλομένου Κράτους. Η αρχή "ne bis in idem" έχει προβλεφθεί επίσης και με τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, σύμφωνα με την οποία: "Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση, σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού" ( Ολ . ΑΠ 7/2002). Σύμφωνα με το άρθρο 5 § 1 Π Κ οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται σε όλες τις πράξεις που τελέστηκαν στο έδαφος της Επικράτειας , ακόμη και από αλλοδαπούς επί πλέον δε , σύμφωνα με το άρθρο 10 Π Κ , η ποινή που εκτίθηκε ολικά ή μερικά στην αλλοδαπή , αν επακολουθήσει καταδίκη στην ημεδαπή για την ίδια πράξη αφαιρείται από την ποινή που επέβαλαν τα ελληνικά δικαστήρια.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο αιτών , γεννηθείς στην Αλβανία , προσκομίζει , μεταφρασμένη και στην ελληνική γλώσσα , την με αριθμό 170/9.7.2003 απόφαση του Πρωτοδικείου του Ελμπασάν , σύμφωνα με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για " φόνο εκ προθέσεως " σε βάρος του ομοεθνούς του S. T. , έγκλημα που τελέστηκε στην κοινότητα ... περιφέρειας ... στις 10.9.2001 , και καταδικάστηκε σε "15 έτη στέρησης ελευθερίας " , ποινή την οποία και εξέτισε , σύμφωνα με την με αριθμό ...Α-1/ 4.7.2019 βεβαίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας και το από 5.11.2012 αποφυλακιστήριο της Φυλακής Peqin της Αλβανίας.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο ... , με την προσβαλλομένη απόφαση , εν όψει του ότι η Αλβανία δεν είναι μέλος της Ε. Ε. και του ότι οι διατάξεις των άρθρων 23 και 47 της Σύμβασης δικαστικής αρωγής μεταξύ Ελλάδος- Αλβανίας , που κυρώθηκε με το Ν. 2311/1995 , ουδεμία σχετική δέσμευση διαλαμβάνουν, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και καταδίκασε τον αιτούντα για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συναυτουργία του ομοεθνούς του S. T. , έγκλημα που τελέστηκε στις 10.9.2001 , και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως 20 ετών . Με την δε με αριθμό 1/8.1.2020 διάταξή του ο Εισαγγελέας Εφετών ... αφαίρεσε την στερητική της ελευθερίας ποινή, που πραγματικά εκτίθηκε στις αλβανικές φυλακές από τον αιτούντα, με βάση την αμετάκλητη με αριθμό 93/26.3.2004 απόφαση του Εφετείου Δυρραχίου, από την ποινή καθείρξεως 20 ετών που επιβλήθηκε ο' αυτόν για το ίδιο έγκλημα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση .

Στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως , όπως διατυπώνεται , σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα , δεν διαλαμβάνεται ουδείς σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης από όσους αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ ώστε να καταστεί αύτη δεκτική εκτιμήσεως , δεδομένου ότι ο αιτών αρκείται στην επανάληψη του κειμένου των διατάξεων , χωρίς να παραθέτει τα περιστατικά που σε κάθε μία αντίστοιχα θεμελιώνουν την προβαλλομένη αιτίαση και προσδιορίζουν την νομική πλημμέλεια , συμπεριφορά που επίσης τηρεί στην επικαλούμενη από αυτόν περιφραστικά παραβίαση του δεδικασμένου, όπου δεν προσδιορίζει ποιά η συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς αυτό και οι σχετικές κατ' αυτής αιτιάσεις του. Εν όψει δε του ότι η υπό κρίση αναίρεση είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των αορίστων και ασαφών λόγων αναίρεσης με τυχόν ασκηθησομένους στη συνέχεια προσθέτους λόγους αναίρεσης.

Επομένως η εν λόγω αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, άλλως να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: Να απορριφθεί η από 17.10.2019 δήλωση του, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Νιγρίτας Σερρών, B. H. του P. για άσκηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 138-143/7.5.2019 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου ... ως απαράδεκτη. Να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα." Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Νιγρίτας Σερρών, όπου αυτός κρατείται και συντάχθηκε συναφώς η υπ' αριθμ.98/17-10-2019 έκθεση αναίρεσης ( 474 παρ.1 εδ.β' ΚΠΔ) και πλήττει την υπ' αριθμ. 138 - 143/07-05-2019 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συναυτουργία , σε ποινή κάθειρξης είκοσι (20) ετών, είναι εμπρόθεσμη, αφού ασκήθηκε στις 17-10-2019, δηλαδή πριν την καταχώρηση της πληττόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, που έγινε στις 22-1-2020 (αρθ.473 παρ.2,3 ΚΠΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473, 474 παρ.2,476 παρ.1 509 παρ.1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 512 παρ.1), λόγω μη τήρησης, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του άνω Κώδικα, των οριζομένων από το νόμο διατυπώσεων για την άσκησή της. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης , που προβλέπει το λόγο αναίρεσης , χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε επιτρέπεται η συμπλήρωση αόριστου λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Ειδικότερα όταν προβάλλονται λόγοι για απόλυτη ή σχετική ακυρότητα της διαδικασίας, για να είναι ορισμένοι, πρέπει να προσδιορίζεται ποια είναι η ακυρότητα αυτή, κατά τα άρθρα 171 και 172 ΚΠΔ ,αντίστοιχα (ΑΠ 1194/2010,1513/2003). Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να γίνεται μνεία στο αναιρετήριο ποιες είναι οι συγκεκριμένες παραβιασθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και ποιες είναι οι νομικές πλημμέλειες. (ΑΠ 458,813/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 57 §§ 1,2 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη κι αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των αρ. 58, 81 παρ. 2, 525 και 527 του ιδίου Κώδικα, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Δεύτερη διαδικασία ενώπιον του αυτού ή άλλου δικαστηρίου κατά του αυτού προσώπου και για την ίδια πράξη, με την άσκηση δεύτερης ποινικής διώξεως, είναι απαράδεκτη, τηρουμένου του κανόνα "non bis in idem", σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξεως . Επί πλέον, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, ο εισαγγελέας μπορεί να απόσχει από την δίωξη συγκεκριμένου προσώπου εάν, ύστερα από την διενέργεια ευρωπαϊκής δικαστικής συνδρομής, προκύψει ότι έχει ήδη ασκηθεί δίωξη σε βάρος του για τα ίδια πραγματικά περιστατικά σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ταυτότητα της πράξεως υπάρχει όταν πρόκειται για το ίδιο ιστορικό γεγονός στο σύνολο του, που αφορά την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, είτε αυτό συνάπτεται άμεσα με το δράστη (τυπικό έγκλημα) είτε επακολουθεί (ουσιαστικό έγκλημα).

Συνεπώς δεν εμποδίζεται η ποινική δίωξη στην ημεδαπή από απόφαση ποινικού δικαστηρίου άλλου κράτους μη μέλους της Ε.Ε. , εναπόκειται δε στο νομοθέτη να θεσπίσει περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένη αναγνώριση των αλλοδαπών αυτών ποινικών αποφάσεων. Με τούτο συνηγορεί το Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ , που υιοθετήθηκε από την Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16.12.1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 2462/1997, με βάση το οποίο επιβάλλεται η υποχρέωση στα Συμβαλλόμενα Κράτη να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διαδικασίες και τις διατάξεις του Συμφώνου, τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη λήψη μέτρων νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα, καταλλήλων για την προστασία των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται στο Διεθνές Σύμφωνο στις περιπτώσεις όπου τέτοιες διατάξεις ή μέτρα δεν έχουν ήδη προβλεφθεί. Με το άρθρο 14 § 7 του Διεθνούς Συμφώνου καθιερώνεται η αρχή ότι: "Κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικαστεί με οριστική απόφαση, που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο και την ποινική δικονομία κάθε χώρας". Η διατύπωση αυτή σημαίνει αλλά και η πρόδηλη έννοια της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να είναι παρά ότι κανένας δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται και πάλι από τα δικαστήρια κάθε επί μέρους συμβαλλόμενης χώρας, ήτοι "του ίδιου Κράτους". Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο που παρέχει οδηγίες προς τα συμβαλλόμενα Κράτη-Μέλη για την προσαρμογή της νομοθεσίας τους.

Συνεπώς, οι αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο ή ανάλογη δέσμευση με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 § 7 του Διεθνούς Συμφώνου, διότι αυτή αναφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε συμβαλλομένου Κράτους. Η αρχή " ne bis in idem" έχει προβλεφθεί επίσης και με τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, σύμφωνα με την οποία: "Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση, σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού" (Ολ. ΑΠ 7/2002). Σύμφωνα με το άρθρο 5 § 1 ΠΚ οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται σε όλες τις πράξεις που τελέστηκαν στο έδαφος της Επικράτειας , ακόμη και από αλλοδαπούς επί πλέον δε , σύμφωνα με το άρθρο 10 ΠΚ , η ποινή που εκτίθηκε ολικά ή μερικά στην αλλοδαπή , αν επακολουθήσει καταδίκη στην ημεδαπή για την ίδια πράξη αφαιρείται από την ποινή που επέβαλαν τα ελληνικά δικαστήρια.

Στην ένδικη υπόθεση ο αιτών, γεννηθείς στην Αλβανία, προσκομίζει , μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα , την με αριθμό 170/9.7.2003 απόφαση του Πρωτοδικείου του Ελμπασάν , σύμφωνα με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για " φόνο εκ προθέσεως" σε βάρος του ομοεθνούς του S. T. , έγκλημα που τελέστηκε στην κοινότητα ..., περιφέρειας ..., στις 10.9.2001 και καταδικάστηκε σε "15 έτη στέρησης ελευθερίας " , ποινή την οποία και εξέτισε, σύμφωνα με την με αριθμό ...Α-1/4.7.2019 βεβαίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας και το από 5.11.2012 αποφυλακιστήριο της Φυλακής Peqin της Αλβανίας. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλομένη απόφαση , εν όψει του ότι η Αλβανία δεν είναι μέλος της Ε. Ε. και του ότι οι διατάξεις των άρθρων 23 και 47 της Σύμβασης δικαστικής αρωγής μεταξύ Ελλάδος-Αλβανίας , που κυρώθηκε με το Ν. 2311/1995, ουδεμία σχετική δέσμευση διαλαμβάνουν, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και καταδίκασε τον αιτούντα για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συναυτουργία του ανωτέρω ομοεθνούς του, έγκλημα που τελέστηκε στις 10.9.2001, και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως 20 ετών . Με την δε με αριθμό 1/8.1.2020 διάταξή του ο Εισαγγελέας Εφετών Λάρισας αφαίρεσε την στερητική της ελευθερίας ποινή, που πραγματικά εκτίθηκε στις αλβανικές φυλακές από τον αιτούντα , με βάση την αμετάκλητη με αριθμό 93/26.3.2004 απόφαση του Εφετείου Δυρραχίου , από την ποινή καθείρξεως 20 ετών, που επιβλήθηκε σ' αυτόν για το ίδιο έγκλημα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 98/17-10-2019 έκθεση αναίρεσης, αναφέρονται, επί λέξει, ως λόγοι για την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ακόλουθοι: " της απόλυτης και της σχετικής ακυρότητας της ποινικής διαδικασίας ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, καθόσον και ενώ επικαλέστηκα πραγματικά ενώπιον κάθε αστυνομικής ,εισαγγελικής και δικαστικής αρχής ότι για το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκα ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου έχω καταδικαστεί και έχω εκτίσει την αντίστοιχη ποινή στην χώρα καταγωγής μου (ήτοι την Αλβανία) δεν ήτο δυνατό να καταδικαστώ δεύτερη φορά για το ίδιο αδίκημα στην Ελλάδα και ενώ αιτήθηκα ταυτοχρόνως από τις ανωτέρω αρχές να μου αφαιρεθεί από την συνολική επιβαλλόμενη ποινή ο χρόνος έκτισης της ποινής μου στην Αλβανία κατ' άρθρο 10 ΠΚ και ενώ είμαι στις ελληνικές φυλακές από την 19.6.2018 " και επίσης για κάθε άλλο νόμιμο και πραγματικό λόγο που επιφυλάσσεται να εκθέσει επί αυτής ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου με αντίστοιχο έγγραφο του ή υπόμνημα ο ίδιος ή εξουσιοδοτημένο από τον ίδιο άτομο. ... ". Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα ,στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, όπως διατυπώνεται, δεν διαλαμβάνεται ουδείς σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης από όσους αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ, ώστε να καταστεί αύτη δεκτική εκτιμήσεως, δεδομένου ότι ο αιτών αρκείται στην επανάληψη του κειμένου των διατάξεων, χωρίς να παραθέτει τα περιστατικά που σε κάθε μία αντίστοιχα θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και προσδιορίζουν την νομική πλημμέλεια, όπως και στην επικαλούμενη από αυτόν περιφραστικά παραβίαση του δεδικασμένου, ανεξάρτητα από το ότι δεν εμποδίζεται η ποινική δίωξη στην ημεδαπή από απόφαση ποινικού δικαστηρίου άλλου κράτους μη μέλους της Ε.Ε. σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα , δεν προσδιορίζει ποια η συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς αυτό και οι σχετικές κατ' αυτής αιτιάσεις του. Κατ' ακολουθία τούτων, η κρινόμενη αίτηση, ως μη περιέχουσα τουλάχιστον ένα ορισμένο λόγο αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα και, αφού κλήθηκε ο μη εμφανισθείς αναιρεσείων για την παρούσα δικάσιμο και ο αντίκλητος δικηγόρος του, σύμφωνα με το από 8-8-2020 αποδεικτικό επιδόσεως του Ανθυπαστυνόμου Χ. Μ. και το από 31-8-2010 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., αντίστοιχα, να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη, αφού η περί τούτου (απαραδέκτου) κρίση προηγείται (άρθρο 512 παρ.1 ΚΠΔ) της κρίσεως περί του ανυποστήρικτου ή μη της αναιρέσεως. Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1, 512 παρ.1 και 578 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-10-2019 (αριθμ.εκθ. του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Νιγρίτας Σερρών 98/2019) αίτηση του H. B. του P., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Νιγρίτας Σερρών, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 138-143/ 07-05-2019 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα [250] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2020.

ΕΚΔΟΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ          Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login