ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ - ΜΕΤΑΦΟΡΑ - ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΕΤΑΦΕΡΟΜΕΝΟΥ - ΑΠ 100-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της παράνομης μεταφοράς λαθρομεταναστών αρκεί η αναφορά ότι πρόκειται για μεταφορά υπηκόων τρίτων χωρών (χωρίς προσδιορισμό της εθνικότητάς τους) από το εξωτερικό στην Ελλάδα, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός της ταυτότητας ενός εκάστου των μεταφερομένων .

Απόφαση 100 / 2022   (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 100/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ζαμπέτα Στράτα, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου και Σταυρούλα Κουσουλού - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Α. του Θ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 81-82/2019 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. πρωτ. 1 από 8.1.2020 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 159/2020.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: Α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη με αριθμό 81- 82/2019 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τις διατάξεις της α) περί επιβολής ποινής 1. για ανθρωποκτονία από πρόθεση στον αναιρεσείοντα, 2. για την αξιόποινη πράξη του άρθρου 88 παρ. 1β\γ' ν. 3386/2005 κατ' εξακολούθηση στον συγκατηγορούμενό του Δ. Μ. και 3. για απλή συνέργεια κατ' εξακολούθηση στην αξιόποινη πράξη του άρθρου 88 παρ. 1β\γ' ν. 3386/2005 στον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Α. Θ., καθώς και β) περί καθορισμού συνολικής ποινής στον αναιρεσείοντα και γ) ως προς τη διάταξή της με την οποία επιβάλλεται στον αναιρεσείοντα ισόβια αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και στον συγκατηγορούμενό του Δ. Μ. αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία (3) έτη. Β) Να απαλειφθούν από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα περί επιβολής 1. στον μεν αναιρεσείοντα ισόβιας αποστέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων, 2. στον δε συγκατηγορούμενό του Δ. Μ. αποστέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία (3) έτη. Γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος που αφορά στις διατάξεις περί επιβολής ποινής για ανθρωποκτονία από πρόθεση, για την αξιόποινη πράξη του άρθρου 88 παρ. 1β\γ' ν. 3386/2005 κατ' εξακολούθηση και για απλή συνέργεια κατ' εξακολούθηση στην αξιόποινη πράξη του άρθρου 88 παρ. 1β', γ' ν. 3386/2005, καθώς και περί καθορισμού συνολικής ποινής στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως και Δ) Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη με αρ. πρωτ.1 από 8-1-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ. αρ.81-82/5-3-2019 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης , με την οποία ο αναιρεσείων Ν. Α. του Θ., κάτοικος ... και ήδη κρατούμενος στο ΚΚρ ..., καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρης κάθειρξης επτά [7] ετών και χρηματική ποινή εκατό πενήντα χιλιάδων ευρώ, καθώς και σε διαρκή αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, για τις πράξεις: α) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση [κατά πλειοψηφία] και β) της απλής συνέργειας κατ' εξακολούθηση στην πράξη της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα και προώθησης από τα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια υπηκόων τρίτων χωρών μη εχόντων δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, από κοινού και κατ' εξακολούθηση, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και εκ κερδοσκοπίας και με την επιβαρυντική περίπτωση της δυνατότητας ύπαρξης κινδύνου σε άνθρωπο [ομόφωνα], ασκήθηκε νομότυπα με δήλωσή του αναιρεσείοντος στον διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης .... (άρ. 466 παρ.1, 474 παρ.1 β' ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα ,δοθέντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 23/12/2019 και η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε στις 8/1/2020 (άρθρο 473 παρ.2 εδ.α' και παρ.3 εδ. α' ΚΠΔ ).

Συνεπώς, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333, 358, 362 και 367 του νέου Κ.Π.Δ., οι οποίες έχουν εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση ,μολονότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε πριν την έναρξη της ισχύος [από 1/7/2019] του ως άνω κώδικα, καθόσον η κατ' αυτής ασκηθείσα από 8-1-2020 αναίρεση εκδικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. ΚΠΔ (άρθρο 590 παρ.1 εδ. α' σε συνδ. με άρθρο 589 παρ.3 αυτού), προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η αρχή της προφορικότητας της συζητήσεως και η άσκηση του ,κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Αν δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο έγγραφο στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου γίνεται μνεία των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει όμως από το σκεπτικό της αποφάσεως και από το όλο περιεχόμενο της ότι το έγγραφο αναγνώσθηκε και έτσι ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να ασκήσει τα κατά τα άνω δικαιώματά του, πληρούται ο σκοπός των ανωτέρω διατάξεων και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Τα ανωτέρω, όμως, δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στην απόφαση [χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο] ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπιση του κατ' αυτής και κατ' ακολουθίαν το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και μπορούσε, αν το ήθελε, να ασκήσει τα κατ' άρθρο 358 δικαιώματά του [ΑΠ 1378/2020, ΑΠ 585/2020, ΑΠ 410/2020, ΑΠ 310/2019]., Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο σκεπτικό της έγιναν οι εξής αναφορές, και δη : α) στην από 26-1-2011 προανακριτική απολογία του κατηγορούμενου Α. Θ., και δη ότι σ' αυτήν καταθέτει "....ενώ ο Π. ήταν νεκρός, όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος Α. Θ. κάλεσε τον πρώτο κατηγορούμενο και νυν αναιρεσείοντα στο κινητό του τηλέφωνο ,για να πληροφορηθεί τι συνέβαινε με τον Ι. Π. (παππού ,όπως τον αποκαλούσαν) και για ποιο λόγο δεν του απαντούσε στις τηλεφωνικές κλήσεις του , ο τελευταίος (Α.) του απάντησε ότι είναι καλά (είναι μία χαρά) και να μην ανησυχεί, ενώ είναι βέβαιο ότι δεν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με αυτόν (Π.), ούτε ότι τον είχε δει, αφού ήταν ήδη νεκρός (από το βράδυ της 3-10-2007)...." [σελ.48 προσβαλλόμενης απόφασης], δηλ. ως επιβαρυντικό στοιχείο για τον κατηγορούμενο και νυν αναιρεσείοντα ως προς την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση του Ι. Π., β) Στην από 20/1/2011 προανακριτική απολογία του κατηγορούμενου - αναιρεσείοντος, και δη ότι σ' αυτήν καταθέτει ".... περιστατικά που φανερώνουν τη δράση οργανωμένου κυκλώματος διακίνησης λαθρομεταναστών και τη δική του συμμετοχή σε δύο δρομολόγια διακίνησης λαθρομεταναστών και συγκεκριμένα σ' αυτό που έγινε στην αρχή Σεπτεμβρίου 2007 και στο τελευταίο όπου το σχέδιο καταδόθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο [Α. Θ.]...", καθώς και στην από 4/4/2012 ανακριτική απολογία του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος ,και δη ότι σ' αυτήν καταθέτει ".....για τη δική του συμμετοχή σε μεταφορά λαθρομεταναστών από τα παράλια της Τουρκίας σε τρία δρομολόγια κατά το διάστημα Ιουνίου-Ιουλίου 2007 με το σκάφος του Μ. Μ. Μ." [σελ. 51, 53 και 55 της προσβαλλόμενης]. γ) Στην από 26/1/2011 προανακριτική απολογία του κατηγορούμενου Α. Θ., και δη ότι σ' αυτήν καταθέτει "....για εκτέλεση 2-3 δρομολογίων με το σκάφος του κατηγορούμενου Δ. Μ.....", στην από 20/3/2012 ανακριτική απολογία του ιδίου κατηγορούμενου, και δη ότι σ' αυτήν καταθέτει ότι "....η συνδρομή του περιορίζεται στην εξεύρεση βενζινάδικου για τον ανεφοδιασμό του σκάφους....", καθώς και στην από 15/4/2013 συμπληρωματική απολογία του ιδίου κατηγορούμενου και δη ότι σ' αυτήν "....αρνείται οποιαδήποτε ανάμειξή του, αναφερόμενος μόνο στην επιδίωξη του να ενημερώσει τις αρχές για την παράνομη δράση του κυκλώματος...." [σελ. 55 προσβαλλόμενης απόφασης]. Και δ) στην από 8/11/2007 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας Α. Μ., μηχανικού σκαφών του ξενοδοχείου "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΑΣ", και δη ότι σ' αυτήν καταθέτει ".... περί του βαθμού καταπόνησης του επίμαχου σκάφους, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι κάθε δύο ημέρες ο ίδιος άλλαζε λάδια και φίλτρα βενζίνης προκειμένου να αποφευχθεί ενδεχόμενη ατροφία του κινητήρα από τα τακτικά μεγάλα ταξίδια που πραγματοποιούσε..." [σελ. 55 προσβαλλόμενης απόφασης], καθώς και ότι "....το σκάφος απέπλεε περί τις 22.00' σχεδόν κάθε βράδυ και όταν επέστρεφε του ζητούσαν αλλαγή φίλτρων και λαδιών, εκ των ατόμων που επέβαιναν σ' αυτό ήταν κατά κύριο λόγο ο τρίτος κατηγορούμενος (Δ. Μ.), ο οποίος του είχε ζητήσει να βρει τρόπο για να αυξήσει τη ταχύτητα του σκάφους του...." [σελ. 56 προσβαλλόμενης απόφασης]. Πλην όμως, ως προς την υπό στοιχ. α' αναφορά της επίμαχης περικοπής στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης από την από 26/1/2011 προανακριτική απολογία του κατηγορούμενου Α. Θ., προκύπτει ότι αφενός μεν η ανωτέρω περικοπή αναφέρεται όλως διηγηματικά, αφετέρου δε ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί της ενοχής του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βάρος του Ι. Π., δεν στηρίζονται αποκλειστικά στην επίμαχη περικοπή, αλλά και σε όλα τα μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, και δη στις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο του παραπάνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στα αναγνωσθέντα πρακτικά συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας δίκης ,σε όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και στις απολογίες των κατηγορουμένων. Ειδικότερα δε, το επίμαχο απόσπασμα από την ανωτέρω προανακριτική απολογία του κατηγορούμενου Α. Θ., προκύπτει και από άλλο αποδεικτικό μέσο που παραδεκτά συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις, και δη από την απολογία του εν λόγω κατηγορούμενου ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία αυτός αυτολεξεί κατέθεσε ότι ".....μετά τις 3 του μηνός έχουν εξαφανιστεί όλοι. Με τον πρώτο κατηγορούμενο (εννοεί τον αναιρεσείοντα) επικοινώνησα 4-5 μέρες μετά τις 3. Έπαιρνα συνέχεια τηλέφωνο στον πρώτο κατηγορούμενο και στον Π.. Κάποια στιγμή απάντησε ο πρώτος κατηγορούμενος και μου είπε ότι θα τηλεφωνήσει εκείνος γιατί είναι στο εξωτερικό....Τον ρώτησα για τον Π. και μου είπε ότι είναι μία χαρά....". Περαιτέρω, ως προς τις υπό στοιχ. β' και γ' αναφορές στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης των ως άνω περικοπών από τις προανακριτικές και ανακριτικές απολογίες του κατηγορούμενου Α. Θ. και του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου προκύπτει ότι μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων ,που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση , τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για τις αξιόποινες πράξεις του, περιλαμβάνονται και τα πρακτικά συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας δίκης. Από τα εν λόγω πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι κατά την απολογία του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος αλλά και κατά την απολογία του κατηγορούμενου Α. Θ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο του των ως άνω επίμαχων περικοπών από τις προαναφερθείσες προανακριτικές και ανακριτικές απολογίες τους, και υποβλήθηκαν σχετικές ερωτήσεις από τα μέλη του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς τους εν λόγω κατηγορούμενους σχετικά μ' αυτές [τις καταθέσεις τους] για να επισημανθούν οι αντιφάσεις τους προς όσα αυτοί κατέθεσαν στο ακροατήριο σε σχέση με αυτά που κατέθεσαν κατά την προανάκριση και ανάκριση, για να τοποθετηθούν σχετικώς υποβάλλοντας τις παρατηρήσεις τους και να δώσουν τις απαραίτητες διευκρινιστικές και πειστικές εξηγήσεις τους. Με την ανάγνωση των ως άνω περικοπών από τις προανακριτικές και ανακριτικές απολογίες του κατηγορούμενου - αναιρεσείοντος και του κατηγορούμενου Α. Θ. στο πρωτόδικο Δικαστήριο, που έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι κατέστη γνωστό το περιεχόμενο τους στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα και τη συνήγορο του, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αναγνωσθέντα χωρία αυτών, πλην όμως δεν προέβαλαν καμία αντίρρηση για την ανάγνωση των παραπάνω παραγράφων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της δευτεροβάθμιας δίκης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, οπότε ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ΚΠΔ, κατά τα άνω, υπερασπιστικού του δικαιώματος, εφόσον είχε την ευχέρεια στο ακροατήριο να επιφέρει τις παρατηρήσεις του.

Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραδεκτά και νόμιμα, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης, αξιολόγησε και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις αντιφάσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων, αναφερόμενο ως προς τα σημεία αυτά στις ανωτέρω προανακριτικές και ανακριτικές απολογίες τους. Εξάλλου, τα επίμαχα σημεία των ανωτέρω απολογιών που αφορούν στην αξιόποινη πράξη της παράνομης μεταφοράς και προώθησης στην Ελλάδα αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ,τον αριθμό των πραγματοποιηθέντων δρομολογίων για τη μεταφορά τους αρχικά με το ταχύπλοο φουσκωτό σκάφος του κατηγορούμενου Μ. Μ. Μ. ,την εν συνεχεία συνάντηση στην Χαλκιδική κατά τον Σεπτέμβριο 2007 των Ι. Π., κατηγορούμενου Δ. Μ. και αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου κατά την οποία οι δύο πρώτοι πρότειναν στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο να συμμετάσχει στην ομάδα τους για την παράνομη μεταφορά και προώθηση αλλοδαπών με ταχύπλοο φουσκωτό σκάφος όμοιο με αυτό του Μ. Μ., τον αριθμό των δρομολογίων που οργάνωσαν οι Δ. Μ. και Ι. Π. και εκτελέστηκαν τον Σεπτέμβριο 2007 με το σκάφος του κατηγορούμενου Δ. Μ., με τη συνδρομή του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου [αλλά και του κατηγορούμενου Α. Θ.], κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συνάγονται και από άλλα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά συνεκτιμήθηκαν με τις υπόλοιπες αποδείξεις ,και δη από την απολογία του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία αυτός κατέθεσε ότι "....τέσσερα και δύο συνολικά έξι μεταφορές έκανα. Πήρα 4 δρομολόγια από 500 ευρώ και στα δύο από 800 ευρώ" καθώς και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Λ. Χ., Α. Μ. και Α. Μ. που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, του οποίου τα πρακτικά συνεδρίασης αναγνώστηκαν στο δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Τέλος, και ως προς τις υπό στοιχ. δ' αναφορές στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης των ως άνω περικοπών από την προανακριτική κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας Α. Μ., προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ,που αναγνώστηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι κατά την ένορκη εξέταση του εν λόγω μάρτυρος έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου των ως άνω επίμαχων περικοπών της προαναφερθείσας προανακριτικής του κατάθεσης προς επισήμανση των αντιφάσεων του εν λόγω μάρτυρος προς όσα κατέθετε στο ακροατήριο σε σχέση μ' αυτά που κατέθεσε κατά την προανάκριση, έτσι ώστε αυτός να δώσει τις απαραίτητες διευκρινιστικές και πειστικές εξηγήσεις του. Ως εκ τούτου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι κατέστη γνωστό το περιεχόμενο τους στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα και τη συνήγορο του, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αναγνωσθέντα χωρία της προανακριτικής κατάθεσης του μάρτυρος κατηγορίας Ά. Μ., πλην όμως δεν προέβαλαν καμία αντίρρηση για την ανάγνωση των παραπάνω παραγράφων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της δευτεροβάθμιας δίκης , για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, οπότε ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ΚΠΔ, υπερασπιστικού του δικαιώματος, εφόσον είχε την ευχέρεια στο ακροατήριο να επιφέρει τις παρατηρήσεις του. Με βάση τα ανωτέρω, ο υποστηρίζων τα αντίθετα ότι δηλαδή λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 3386/2005, ως αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της από το άρ. 15 παρ.8 του Ν.3536/2007 , η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω ενόψει του χρόνου τέλεσης [6ος,7ος και 9ος 2007] της υπό στοιχ. β' πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, "1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου.... και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α) .... β) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα..., γ) με κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο....". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματώνεται, κατά την αντικειμενική του υπόσταση, με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην χώρα, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τους ως λαθρομεταναστών, ενώ για την κατάφαση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος (ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 1248/2016, ΑΠ 733/2015). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 13 περιπ. στ' του προϊσχύσαντος ΠΚ, ήδη 13 περ. ε' του νέου ΠΚ, "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος". Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε δικάζοντας κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα πρακτικά συνεδρίασης πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα στο ακροατήριο του και απολογίες κατηγορουμένων), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 10-10-2007, περί ώρα 18.20 άγνωστο άτομο τηλεφώνησε στην Άμεση Δράση στη Θεσσαλονίκη και ανέφερε ότι υπήρχε ένα πτώμα μέσα στην τεχνητή λίμνη (φράγμα) του Αγίου Αντωνίου, της περιοχής του χωριού Βασιλικά Νομού Θεσσαλονίκης. Όταν μετέβησαν οι αστυνομικοί του Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής, στο σημείο που ανέφερε ο άγνωστος πληροφοριοδότης, διαπίστωσαν ότι υπήρχε μία σορός ανθρώπου εντός της λίμνης, ο οποίος ήταν τυλιγμένος με πορτοκαλί πλαστικό οικοδομικό πλέγμα δεμένο από τις δύο άκρες και εντός αυτού μαζί με το σώμα, τρεις πέτρες μετρίου μεγέθους, που προφανώς τοποθετήθηκαν για να κρατούν το άψυχο σώμα στο βυθό της λίμνης, ώστε να μη γίνει αντιληπτό από περαστικούς και το οποίο όμως περιστρεφόταν μέσα στο νερό. Επρόκειτο για άνδρα ηλικίας περίπου 60 ετών, φαλακρό, που φορούσε τα ρούχα του μεταξύ των οποίων και ένα μπουφάν και δεν ήταν αναγνωρίσιμος. Κλήθηκε ο ιατροδικαστής, ο οποίος αποφάνθηκε ότι ο θάνατος του εν λόγω ανδρός συνέβη εφτά ημέρες περίπου πριν βρεθεί εντός της λίμνης από τα αστυνομικά όργανα, δηλαδή σης 3-10-2007. Από τη διενεργηθείσα νεκροψία - νεκροτομή προέκυψε ότι ο θάνατος προκλήθηκε συνεπεία πολλαπλών κακώσεων στο κεφάλι και ειδικότερα πολλαπλών καταγμάτων εξωτερικά του κρανίου, συνεπεία των οποίων προκλήθηκε βαρειά θλάση του κρανίου. Οι κακώσεις αυτές έγιναν βίαια από άγνωστο μέχρι τότε δράστη ή δράστες, οι οποίοι τύλιξαν το πτώμα σε πλαστικό πλέγμα και τοποθέτησαν τις πέτρες εντός αυτούς αφού έδεσαν τις δύο άκρες του και στη συνέχεια το πέταξαν στη λίμνη Από τη διενεργηθείσα αυτοψία του χώρου βρέθηκαν ίχνη συρσίματος πλησίον της λίμνης και σε κοντινή απόσταση από τα συρσίματα, βρέθηκαν κηλίδες αίματος επάνω σε πέτρες. Εκ των ευρημάτων αυτών καταδεικνύεται ότι η δολοφονία τελέστηκε στο σημείο εκείνο πολύ κοντά στο φράγμα και αμέσως σύρθηκε από το δράστη ή τους δράστες και πετάχτηκε στη λίμνη για να το εξαφανίσουν. Στα ρούχα του θύματος (εντός τσέπης του μπουφάν του) και μέσα σε ένα πακέτο από τσιγάρα, βρέθηκε μια κάρτα SIM κινητού τηλεφώνου της κινητής τηλεφωνίας TIM με αριθ. .... Αφού βρέθηκε ο κωδικός από τους ειδικούς της αστυνομίας, περίμεναν μήπως καλέσει κάποιος στο τηλέφωνο. Ένα μήνα μετά κάλεσε ένας άγνωστος αριθμός που, όπως διαπιστώθηκε, ανήκε στον δεύτερο κατηγορούμενο και εκκαλούντα Α. Θ., ο οποίος βρέθηκε από τα αστυνομικά όργανα στην περιοχή Περαίας Θεσσαλονίκης, όπου τότε κατοικούσε. Τα ανωτέρω σχετικά με την κάρτα SIM, προέκυψαν αφού ζητήθηκε η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου της κάρτας που βρέθηκε στα ρούχα του θύματος και εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης η υπ' αριθμ. 91/07 Διάταξη, που επικυρώθηκε από το 1171/07 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σε εκτέλεση δε του άνω βουλεύματος, η εταιρία κινητής τηλεφωνίας WIND γνώρισε στο Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής, που είχε αναλάβει την υπόθεση, ότι η ανωτέρω κάρτα αντιστοιχεί στη υπ' αριθμ. ... σύνδεση της εταιρίας της, ότι η ανωτέρω σύνδεση είχε χρησιμοποιήσει τη συσκευή με αριθμό ΙΜΕΙ 353651011519830 για τη χρονική περίοδο από 10-8-2007 έως και 10-10-2007 και ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα στην ίδια συσκευή είχαν επίσης ενεργοποιηθεί και οι με αριθμό ... και ... συνδέσεις της ίδιας εταιρίας. Στη συνέχεια, η κάρτα ενεργοποιήθηκε σε κινητό τηλέφωνο της άνω Υπηρεσίας και τέθηκε σε συνεχή επιτήρηση, οπότε, στις 6-11-2007 και ώρες 12.45' και 12.48' η συσκευή δέχθηκε δύο κλήσεις από την υπ' αριθμ. ... σύνδεση κινητής τηλεφωνίας της εταιρίας VODAFONE, που ανήκε στον κατηγορούμενο (εκκαλούντα) Α. Θ.. Οι αστυνομικοί κινήθηκαν άμεσα και αφού βρήκαν τον κάτοχο της σύνδεσης Α. Θ., πληροφορήθηκαν απ αυτόν ότι- το ανωτέρω πτώμα ανήκει σε άνδρα ονόματι Ι. Π., τον οποίο γνώριζε και ότι αποτελούσε μέλος κυκλώματος διακίνησης λαθρομεταναστών από τα παράλια της Τουρκίας σε ακτές της Χαλκιδικής. Μετά απ αυτά, ζητήθηκε η άρση των τηλεφωνικών απορρήτων α) της υπ' αριθμ. ... σύνδεσης του κατηγορουμένου Α. Θ., β) των υπ' αριθμ. ..., ..., ... και ... συνδέσεων ατόμων που ανήκαν, κατά πληροφορίες της αστυνομίας, στο κύκλωμα μεταφοράς λαθρομεταναστών και δή του πρώτου κατηγορουμένου Ν. Α., γ) των υπ' αριθμ. ... και ... συνδέσεων του κατηγορουμένου Δ. Μ., δ) της υπ' αριθμ. ... σύνδεσης του Ν. Χ. (κατηγορουμένου αθωωθέντος στον πρώτο βαθμό), ε) των υπ' αριθμ. ..., ... και ... συνδέσεων του Μ. Μ. (φυγόδικου κατηγορουμένου), στ) των υπ' αριθμ. ... και ... συνδέσεων του Α. Μ., κατοίκου ... ζ) των υπ' αριθμ. ... και ... συνδέσεων του αγνώστου με το όνομα "Λουκάς" και η) των υπ' αριθμ. ..., ... και ... συνδέσεων του θύματος Ι. Π.. Επί των αιτήσεων αυτών, εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 107/07,106/07, 105/07, 117/07 και 123/07 διατάξεις της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, οι οποίες επικυρώθηκαν με τα υπ' αριθμ. 1258/07, 1273/07, 1249/07, 1339/07 και 40/08 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Από την επεξεργασία των δεδομένων προέκυψε ότι την ημέρα της εξαφάνισης του Ι. Π., (θύματος) στις 7-10-2007, αυτός δέχθηκε στο κινητό τηλέφωνο υπ' αριθμ. ..., πέντε (5) κλήσεις από την υπ' αριθμ. ... σύνδεση του κατηγορουμένου Α. Θ.. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, και ώρα 14.25', το θύμα είχε επικοινωνήσει από την άνω σύνδεση του, με την υπ αριθ. ... σύνδεση του κατηγορουμένου Ν. Α. και δύo φορές στις 16.26' και 16.52' με τον κατηγορούμενο Α. Θ.. Την 20.13', όπως ελέχθη, το θύμα κάλεσε και πάλι τον Ν. Α.. Από την κλήση αυτή ενεργοποιήθηκε η κεραία της "Λακκιάς Βασιλικών", που καλύπτει την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή πλησίον του φράγματος του Αγίου Αντωνίου, όπου βρέθηκε το πτώμα του Π.. Από την ενεργοποίηση αυτή προκύπτει ότι η θέση του κληθέντος (πρώτου κατηγορουμένου) την ώρα εκείνη ήταν στην ευρύτερη περιοχή του φράγματος του Αγίου Αντωνίου, όπου μετά επταήμερο, βρέθηκε το πτώμα του Π.. Στις 20.52", 20.57' και 20.59', το θύμα Ι. Π. κάλεσε και πάλι στον ίδιο αριθμό τον πρώτο κατηγορούμενο, ενεργοποιώντας τη φορά αυτή την κεραία του κέντρου της Θεσσαλονίκης που καλύπτει την πλατεία Αριστοτέλους, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο καλούμενος την ώρα εκείνη είχε ήδη προσεγγίσει στην πλατεία Αριστοτέλους όπου είχαν ορίσει να συναντηθούν οι δυό τους. Από τα ίδια ως άνω δεδομένα προέκυψε ότι λίγα λεπτά αργότερα, στις 21.02' και 21.36' ο πρώτος κατηγορούμενος από την υπ' αριθμ. ... σύνδεσή του κάλεσε δύο φορές την υπ' αριθμ. ... σύνδεση της COSMOTE, αγνώστου κατόχου, ενεργοποιώντας στην πρώτη κλήση, την κεραία "ΛΑΔΑΔΙΚΑ" Θεσσαλονίκης και στη δεύτερη την κεραία "ΜΟΝΟΠΗΓΑΔΟ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ", στην εμβέλεια της οποίας βρίσκεται το φράγμα του Αγίου Αντωνίου, όπου βρέθηκε το πτώμα. Την 22.42' της ίδιας ημέρας από την ίδια σύνδεση (...), κάλεσε την υπ' αριθμ. ... σύνδεση του Μ. Μ., που όπως παρακάτω θα αναφερθεί, ανήκε στα πρωταρχικά μέλη του ως άνω κυκλώματος διακίνησης λαθρομεταναστών, ενεργοποιώντας την κεραία της "Νέας Μηχανιώνας". Με βάση τα ανωτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος (Α.), είναι βέβαιο ότι την ώρα που δολοφονήθηκε ο Ι. Π. βρισκόταν στην περιοχή όπου βρέθηκε μετά επταήμερο, το πτώμα αυτού, τα δε αντίθετα που αυτός υποστήριξε κατά την απολογία του ότι βρισκόταν στο σπίτι του στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης, και ότι είχε μεταβεί πιο νωρίς στην Ν. Καλλικράτεια Χαλκιδικής προκειμένου να επιμεληθεί επισκευών μίας οικίας του, και είχε επιστρέψει (εννοεί προ της 21.00 ώρας) είναι παντελώς αβάσιμα, δεδομένου ότι δεν υπάρχει αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει ότι την ώρα της δολοφονίας βρισκόταν στη Νεάπολη και να αναιρεί τα ανωτέρω που προέκυψαν από τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας, ότι δηλαδή κατά την ώρα που έγινε η δολοφονία αυτός βρισκόταν στην περιοχή του φράγματος και ότι κάλεσε άγνωστο άτομο και λίγο μετά, τον Μ.. Επιβαρυντικό στοιχείο γι αυτόν, αποτελεί το γεγονός ότι την επομένη της δολοφονίας του Π., κατατέθηκε στο όνομά του (πρώτου κατηγορουμένου) ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στην Εθνική Τράπεζα από κατάστημα της Αθήνας Αυτό προέκυψε από τις πληροφορίες που κατέδειξαν οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του πρώτου κατηγορουμένου μετά από αίτημα άρσης του τραπεζικού απορρήτου από την ίδια ως άνω Υπηρεσία, των ατομικών και κοινών λογαριασμών αυτού, καθώς και των πιστωτικών καρτών του θύματος και όλων των κατηγορουμένων, επί του οποίου (αιτήματος) εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 435/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με βάση το οποίο, η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, με το υπ αριθμ. 43751/11.7.2008 έγγραφο της γνωστοποίησε, ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο ότι αυτός διατηρούσε δύο τραπεζικούς λογαριασμούς στο Υποκατάστημα της ΕΘΝΙΚΗΣ Τράπεζας στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης, όπου ήταν τότε και μέχρι σήμερα η κατοικία του και από το έγγραφο της εν λόγω τράπεζας όπου φαίνονται όλες οι κινήσεις του εν λόγω λογαριασμού κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και δή την επόμενη ημέρα της δολοφονίας του Ι. Π., ότι στον άνω λογαριασμό του, πραγματοποιήθηκε υπέρ αυτού στο υποκατάστημα (111) της ΕΤΕ στην οδό Αχαρνών 165 στην Αθήνα, κατάθεση ποσού 12.000 ευρώ. Επίσης, προέκυψε από την κίνηση των ανωτέρω λογαριασμών ότι την ίδια ημέρα (4-10-2007), ο πρώτος κατηγορούμενος, από τον ίδιο λογαριασμό, προέβη από το υποκατάστημα (239) της ΕΤΕ στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, σε ανάληψη του ποσού των 10.000 ευρώ και την επομένη, 5-10-2007 από το κατάστημα (236) στη Μοναστηρίου 91, προέβη σε ανάληψη και του υπόλοιπου ποσού. Όλα τα ανωτέρω περιστατικά συνάδουν απολύτως με το ότι, όπως αποδείχθηκε, λίγες ώρες πριν δολοφονηθεί ο Ι. Π., (μεταξύ ώρας 21.30 και 22.30 της 3-10-2007), αυτός είχε ραντεβού με τον πρώτο κατηγορούμενο στην πλατεία Αριστοτέλους της Θεσσαλονίκης προκειμένου να συζητήσουν, όπως πίστευε το θύμα, διάφορα θέματα σχετικά με τη διακίνηση λαθρομεταναστών, αφού δε συναντήθηκαν, το θύμα επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του (του Α.), όπως ο τελευταίος παραδέχτηκε, τόσο το ραντεβού και τη συνάντηση, όσο και ότι το θύμα επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του. υποστήριξε όμως ότι τον άφησε στην οδό Δωδεκανήσου της πόλης Θεσσαλονίκης, και ότι είχε σκοπό (το θύμα) να ταξιδέψει για Αθήνα εκείνο το βράδυ με τρένο. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεδομένου ότι ουδείς μάρτυρας διαβεβαίωσε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τον άφησε στην οδό Δωδεκανήσου και ότι ταξίδεψε για Αθήνα αλλά αντίθετα αποδείχτηκε ότι είναι αυτός ο τελευταίος άνθρωπος που τον είδε και ότι από εκείνο το βράδυ που συναντήθηκε με τον πρώτο κατηγορούμενο και επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του, χάθηκαν εντελώς τα ίχνη του (δεν απαντούσε στις κλήσεις του κατηγορουμένου Θ., ούτε επανήλθε στην οικία της μάρτυρος Γ. που τον φιλοξενούσε, ούτε απαντούσε στις επανειλημμένες κλήσεις της στο κινητό του), μέχρι που βρέθηκε δολοφονημένος υπό τις ανωτέρω συνθήκες. Αντίθετα, συνάγεται χωρίς αμφιβολία από τα τοπικά σημεία που βρέθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος το βράδυ της 3-10-2007 εξακριβωθέντα υπό των αστυνομικών οργάνων, από τις κεραίες που ενεργοποίησε το κινητό του τηλέφωνο, ότι οδήγησε το θύμα με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του πλησίον της τεχνητής λίμνης του Αγίου Αντωνίου Βασιλικών Θεσσαλονίκης προφανώς παραπλανώντας τον σχετικά με τον προορισμό τους και το σκοπό του, όπου τον έπληξε με θλων αντικείμενο (αιχμηρή πέτρα) πιθανόν και με τη συνδρομή άλλου αγνώστου ατόμου πολλές φορές στο κεφάλι, προκαλώντας του, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, πολλαπλά τραύματα στο κρανίο, που επέφεραν βαρειά θλάση του εγκεφάλου και εν τέλει, ως μόνη ενεργός αιτία, τον θάνατο του και αμέσως μετά τύλιξε το πτώμα σε ένα πλαστικό πλέγμα χρώματος πορτοκαλί (που χρησιμοποιείται σε οικοδομικές εργασίες), τοποθέτησε εντός του πλέγματος μαζί με το πτώμα, τρεις πέτρες μεσαίου μεγέθους, έσφιξε το πλέγμα με σκοινί και το πέταξε στη λίμνη. Η εξέλιξη αυτή των πραγμάτων είναι απολύτως συμβατή με τους χρόνους ενεργοποίησης των κεραιών κινητής τηλεφωνίας, από τις κλήσεις που βρέθηκαν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα στο κινητό του τηλέφωνο, σε συνάρτηση με τις ενδιάμεσες αποστάσεις από πλατεία Αριστοτέλους-φράγμα Αγίου Αντωνίου. Ειδικότερα, για να διανύσει κανείς με αυτοκίνητο την απόσταση μεταξύ πλατείας Αριστοτέλους και του φράγματος του Αγίου Αντωνίου απαιτείται περίπου μισή ώρα έως 45', ανάλογα με τις συνθήκες οδήγησης, όσο δηλαδή απαιτήθηκε για τη μετάβαση και την επάνοδο του πρώτου κατηγορουμένου στην περιοχή του φράγματος, ενώ ο χρόνος που μεσολάβησε από τη στιγμή που ο εν λόγω κατηγορούμενος έφθασε στον προορισμό του (περί ώρα 21.39') και μέχρι την κλήση που πραγματοποίησε στο κινητό του Μ. Μ. από την ευρύτερη περιοχή της Νέας Μηχανιώνας (22.42), είναι συμβατός λαμβανομένης υπόψη της απόστασης που είναι κοινώς γνωστή, με τον χρόνο που απαιτείται για την εκτέλεση της πράξης και την μετάβασή του στο εν λόγω σημείο. Πλέον των ανωτέρω, η τηλεφωνική επικοινωνία του εν λόγω κατηγορουμένου το ίδιο βράδυ με τον Μ. στις 22.42, καθώς και η κατάθεση την επομένη της δολοφονίας, στο λογαριασμό του, ενός αξιόλογου χρηματικού ποσού (12.00Θ ευρώ) από άγνωστο άτομο από τραπεζικό κατάστημα της Αθήνας, σε συνδυασμό με την αδυναμία του να αιτιολογήσει την κατάθεση αυτή και την απροθυμία του να αποκαλύψει το υποκρυπτόμενο πρόσωπο, ούτε να δώσει εξηγήσεις για την επικοινωνία του με το Μ. μετά τη δολοφονία, καταδεικνύουν απερίφραστα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ενήργησε την παραπάνω πράξη κατ' εντολή τρίτου προσώπου, το οποίο πιθανότατα σχετίζεται με τον Μ. Μ. Μ. (φυγόδικο κατηγορούμενο στον πρώτο βαθμό, φερόμενος ως ο αρχικός διοργανωτής μαζί με το θύμα, του κυκλώματος διακίνησης λαθρομεταναστών) Πλέον όμως τούτων, η ενοχή του πρώτου κατηγορουμένου επιρρωνύεται και εκ του ότι αποδέχθηκε ότι γνώριζε το φράγμα του Αγίου Αντωνίου, όπου βρέθηκε το πτώμα του Ι. Π., ως εκ του ότι εκινείτο στην εν λόγω περιοχή ικανό χρονικό διάστημα, και ψάρευε, και ότι είναι τόπος δυσπρόσιτος και ερημικός, που για να πάει κανείς στο συγκεκριμένο σημείο, πρέπει να του είναι γνωστό εκ των προτέρων, και που προσφέρεται για την τέλεση δολοφονίας, καθόσον είναι ελάχιστα γνωστό στο ευρύ κοινό και δύσβατο, όπου δεν θα μπορούσε ο καθένας να πλησιάσει. Επίσης συνάδει και το ότι ουδεμία σοβαρή εξήγηση έδωσε ο ως άνω κατηγορούμενος για την προαναφερθείσα υπέρ αυτού, τραπεζική κατάθεση και σχετικά με τα ακριβή στοιχεία του προσώπου που κατέθεσε υπέρ αυτού το ως άνω σεβαστό ποσό αμέσως μετά τη δολοφονία του Π. αλλά εντελώς αόριστα ισχυρίστηκε ότι το ποσό προοριζόταν για κάποιον γερμανό (χωρίς να αναφέρει όνομα) που μετέφερε λαθρομετανάστες με τροχόσπιστο στη Γερμανία και το κατέθεσε κάποιος Χασάν στο όνομά του (του κατηγορουμένου) για να δώσει 10.000 ευρώ στον γερμανό και 2.000 να κρατήσει ο ίδιος, όπως και έπραξε, ισχυρισμός όμως αναπόδεικτος, αποτελών απλά μία αόριστη δικαιολογία που ουδεμία βάση έχει.. Επίσης δεν είχε ουδεμία δικαιολογία ο εν λόγω κατηγορούμενος για το γεγονός ότι, μία ώρα προτού παραλάβει το θύμα από την πλατεία Αριστοτέλους, βρισκόταν στην παραπάνω δύσβατη και δυσπρόσιτη περιοχή ενόψει ότι η κατοικία του ήταν τότε (κατά τον επίδικο χρόνο) και παραμένει η Νεάπολη Θεσσαλονίκης, δεδομένου ότι δεν προέκυψε ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με την περιοχή του φράγματος, ή κάποιο άλλο λόγο που βρισκόταν εκεί λίγο πριν και επίσης για ποιο λόγο βρισκόταν εκεί και κατά την ώρα της δολοφονίας. Ακόμη, δεν έδωσε εξηγήσεις για το γεγονός ότι στη με αριθμό ... τηλεφωνική σύνδεση που αυτός χρησιμοποιούσε, δέχθηκε τις τελευταίες κλήσεις στις 20.52, 20.57 και 20.59' από το θύμα και στη συνέχεια απενεργοποιήθηκε η εν λόγω τηλεφωνική σύνδεση αυτού για μεγάλο χρονικό διάστημα, στην οποία (απενεργοποίηση) προφανώς ο ίδιος προέβη χωρίς για αυτό επίσης να δώσει εξηγήσεις. Πλέον των ανωτέρω, ενισχύεται η κρίση περί της ενοχής του για την ως άνω πράξη εκ του ότι αμέσως μετά τη συνάντηση του με το θύμα λίγο πριν την 21.00 'της 31ης -10-2007, ο κατηγορούμενος (ο Α.) άρχισε να χρησιμοποιεί άλλο κινητό τηλέφωνο, το με αριθμό ..., από το οποίο δύο φορές, και συγκεκριμένα μία φορά στις 21.02' από την περιοχή "Λαδάδικα" και μια στις 21.36' από την περιοχή του φράγματος Αγίου Αντωνίου, κάλεσε άγνωστο άτομο που βρισκόταν στην περιοχή του φράγματος, το οποίο ουδέποτε κατονόμασε (δεν αποκάλυψε το όνομά του) και στις 22.42', μετά δηλαδή τη δολοφονία του Π., κάλεσε από την ίδια σύνδεση, στην Αθήνα, τον πρώην συνεργό του Μ. Μ. Μ., με τον οποίο, παρότι η συνεργασία είχε λήξει, είχε εκείνες τις ημέρες, καθημερινή τηλεφωνική επαφή. Η συνομιλία τους αυτή διήρκεσε μόλις 36" και στη συνέχεια κάθε επικοινωνία μεταξύ τους διακόπηκε για 10 ημέρες, για να επαναληφθεί στις 14/10, αυτή τη φορά από άλλη σύνδεση του κατηγορουμένου, με αριθμό .... Ακόμη, εκ του ότι μετά την 3-10-2007, χρόνος που κατά την ιατροδικαστική έκθεση έγινε η δολοφονία, ο κατηγορούμενος δεν επιχείρησε να καλέσει ξανά το θύμα, παρότι μέχρι τότε επικοινωνούσαν σε καθημερινή βάση και επιπλέον είχε κάθε λόγο να το κάνει, αφενός διότι οργάνωναν την καινούργια ομάδα διακίνησης λαθρομεταναστών, στην οποία αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) είχε αναβαθμισμένο ρόλο, αφετέρου, όπως ο ίδιος (κατηγορούμενος) ισχυρίστηκε, είχε δανείσει στο θύμα ένα αξιόλογο χρηματικό ποσό (400 ευρώ), που λογικά θα έπρεπε να επιδιώξει να το ζητήσει πίσω. Ο δανεισμός αυτός, όπως ισχυρίστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, αποτέλεσε και την αιτία που είχαν δώσει ραντεβού με το θύμα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης τη μοιραία βραδιά (3-10-2007). Ακόμη, επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί το ότι η συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου μετά την 3-10-2007 και μέχρι που βρέθηκε νεκρός ο Π., είναι εντελώς ύποπτη σχετικά με την εξαφάνιση του τελευταίου. Ειδικότερα, ενώ ο Π. ήταν νεκρός, όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος Α. Θ. κάλεσε τον πρώτο κατηγορούμενο στο κινητό του τηλέφωνο, για να πληροφορηθεί τι συνέβαινε με τον Ι. Π. (παππού, όπως τον αποκαλούσαν) και για ποιό λόγο δεν του απαντούσε στις τηλεφωνικές κλήσεις του, ο τελευταίος (ο Α.) του απάντησε ότι είναι καλά (είναι μια χαρά) και να μην ανησυχεί, ενώ είναι βέβαιο ότι δεν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με αυτόν (Π.) ούτε ότι τον είχε δει αφού ήταν ήδη νεκρός (από το βράδυ της 3-10-2007) ούτε ισχυρίστηκε ότι κάποιος άλλος τον πληροφόρησε ότι τον είχε δει εκείνες τις ημέρες και τον βεβαίωσε ότι είναι καλά ώστε να το επιβεβαιώνει στον κατηγορούμενο Α. Θ., τούτο δε το έκανε προφανώς για να πάψει να τον ψάχνει ο Θ. και να μην αποκαλυφθεί η δολοφονία αφού γνώριζε (ο Α.) ότι ο Π. ήταν νεκρός (βλ. την από 26/1/11 προανακριτική απολογία του Α. Θ., όπου αναφέρει όσα του έλεγε ο Α. για τον Π. εκείνο το χρονικό διάστημα, που ο Θ. τον έψαχνε, ενώ αγνοούσε ότι ο Π. ήταν νεκρός, τον διαβεβαίωνε δηλαδή ο Α. ότι είναι καλά ο Π. και να μην ανησυχεί). Ο εν λόγω κατηγορούμενος, συνέχισε να αρνείται την πράξη της δολοφονίας σε βάρος του Ι. Π. όπως εξ αρχής και μέχρι τέλους της παρούσας δίκης. Παραδέχθηκε μόνο ότι την προηγούμενη ημέρα (στις 2/10/2007), είχε συνάντηση με το θύμα στο μπαρ ΕΤΗΝΙΚ, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, ισχυρισθείς ότι του είχε ζητήσει (το θύμα) να του δανείσει το ποσό των 2.000 ευρώ, για να αποπληρώσει διάφορα χρέη του και ότι, την επομένη ημέρα (3/10) του τηλεφώνησε εκ νέου, οπότε του ζήτησε να συναντηθούν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης περί ώρα 21.00' και πράγματι τον συνάντησε (όπως ισχυρίστηκε στην απολογία του) επί της οδού Β. Όλγας, όπου τον πήρε με το αυτοκίνητο του και κινήθηκαν στην περιοχή του Βαρδαρίου, εκεί δε του έδωσε το χρηματικό ποσό των 400 ευρώ και ένα παλιό κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA και ότι στη συνέχεια μετέβησαν σε παρακείμενη καφετέρια, όπου συζήτησαν για δεκαπέντε λεπτά περίπου και ακολούθως επιβιβάστηκαν και πάλι στο αυτοκίνητο του και τον άφησε στην οδό Δωδεκανήσου κοντά στο λιμάνι, δήθεν για να αναχωρήσει (το θύμα) με το τρένο για Αθήνα, ισχυρισμοί που ουδόλως αποδείχθηκαν βάσιμοι. Επίσης υποστήριξε ότι από τότε κάλεσε τον Π. πολλές φορές, πλην όμως αυτός ποτέ δεν απάντησε στις κλήσεις του. Όμως όλα αυτά που υποστήριξε ο πρώτος κατηγορούμενος είναι αναληθή και αναιρούνται απολύτως τόσο από τα στίγματα των κεραιών του κινητού του τηλεφώνου, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, που καταδεικνύουν ότι τη μοιραία βραδιά και ώρα που συνάντησε τον Π., δεν κινήθηκε στα μέρη που ισχυρίστηκε αλλά στην περιοχή Αριστοτέλους και Μονοπήγαδου όπου βρίσκεται το φράγμα του Αγίου Αντωνίου, και λίγο μετά στην περιοχή Νέας Μηχανιώνας που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το φράγμα, για την παρουσία του δε στην εν λόγω περιοχή δεν μπόρεσε να δώσει καμία εξήγηση, όσο και από τις καταθέσεις της φίλης του θύματος Π. Γ. και του συντρόφου της Α. Τ., οι οποίοι, κατά το χρόνο της δολοφονίας, φιλοξενούσαν προσωρινά τον Π. στην οικία της πρώτης στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, καταθέσαντες ότι το θύμα δεν τους είχε πει ότι εκείνο το βράδυ είχε προγραμματίσει ταξίδι στην Αθήνα αλλά τον περίμεναν να επιστρέψει στην οικία της Π. Γ., και ότι η τελευταία ανησύχησε για την εξαφάνιση του και εκ του ότι δεν απαντούσε εκείνο το βράδυ (3-10-2007) και ουδέποτε μετέπειτα στις επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις της. Εξ αυτού, ότι δηλαδή τηλεφωνούσε η ως άνω μάρτυρας στον Π. κατ' επανάληψη το μοιραίο βράδυ γιατί τον περίμενε ως φιλοξενούμενο, ενισχύεται η ορθότητα της γνωμάτευσης του ιατροδικαστή σχετικά με το χρόνο θανάτου του, καθότι αυτός δεν απαντούσε, γιατί ήδη ήταν νεκρός από εκείνο το βράδυ (3-10-2007). Εξ όλων των ανωτέρω περιστατικών συνάγεται ανενδοίαστα ότι ο κατηγορούμενος είχε άμεσο δόλο να αφαιρέσει τη ζωή του Π. και το αποφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση καθόσον όπως αποδείχθηκε, σχεδίασε εκ των προτέρων τη δολοφονία του, επιλέγοντας τον τόπο που τον είχε επισκεφθεί λίγο πριν και τον τρόπο που θα τον εκτελούσε και ότι έδρασε με απόλυτη ψυχραιμία, δεδομένου ότι τον παρέσυρε στον ανωτέρω τόπο, νυχτερινή ώρα (μετά την 21.00 ώρα), όπου δεν θα μπορούσε αυτός να ζητήσει βοήθεια από κανέναν και τον εκτέλεσε αμέσως, αφού τον αιφνιδίασε, ενώ (το θύμα) δεν είχε υποψιασθεί τι επρόκειτο να του συμβεί, συναγομένου τούτου εκ του ότι τον ακολούθησε χωρίς να του ασκηθεί βία, επιβαίνοντας στο αυτοκίνητο του (του κατηγορουμένου) αφού είχαν συναντηθεί νωρίτερα και οι δύο στο κέντρο της πόλης Θεσσαλονίκης, σε ώρα που υπήρχε μεγάλη κίνηση και κυκλοφορία ανθρώπων, σχετίζεται δε η δολοφονία αυτή απολύτως με το ότι και οι δύο (θύμα και κατηγορούμενος) αποτελούσαν μέλη κυκλώματος διακίνησης λαθρομεταναστών, όσο και οι συγκατηγορούμενοί του Α. Θ. και Δ. Μ. καθώς επίσης και ο ως άνω αναφερθείς φυγόδικος Μ. Μ. ή Μ. Χ. Μ. , του Ι. και της Σ., κάτοικος ... και ήδη αγνώστου διαμονής, που παραγκωνίστηκε από το θύμα αφού ο τελευταίος οργάνωσε μεταφορές με άλλο σκάφος (του τρίτου κατηγορουμένου) και είναι, κατά πάσα πιθανότητα (ο φυγόδικος Μ. ) το πρόσωπο που κατέθεσε υπέρ του Α., το ανωτέρω χρηματικό ποσό σε υποκατάστημα της ΕΤΕ στην Αθήνα. Ειδικότερα, μετά την αποκάλυψη της δολοφονίας του Π. και των πληροφοριών περί κυκλώματος διακίνησης λαθρομεταναστών που δόθηκαν από τον κατηγορούμενο Α. Θ., οι αστυνομικοί άρχισαν την έρευνα προς αποκάλυψη, πέραν του δράστη της ως άνω δολοφονίας και της δράσης του κυκλώματος και των προσώπων που συμμετείχαν σ αυτό, εκ της οποίας (έρευνας) προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στις αρχές του έτους 2007, ο Μ. Μ. Μ. ή Σ. και ο Ι. Π., που γνωρίζονταν από παλαιότερες υποθέσεις λαθροδιακίνησης αλλοδαπών, αποφάσισαν το καλοκαίρι του ιδίου έτους να οργανώσουν δρομολόγια μεταφοράς διά θαλάσσης, με σκάφος του Μ. ή Σ., αλλοδαπών ιρανικής ή κουρδικής υπηκοότητας που στερούνταν νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων από τα παράλια της Τουρκίας στην Ελλάδα, μεταφέροντάς τους αρχικά σε απόμερους όρμους της Χαλκιδικής και προωθώντας τους στη συνέχεια στην Αθήνα, έναντι αδράς αμοιβής. Ειδικότερα, οι θαλάσσιες μεταφορές των αλλοδαπών θα γίνονταν με ένα φουσκωτό σκάφος, ιδιοκτησίας του Μ. Μ., χωρητικότητας 40-50 ατόμων και μόλις θα προσέγγιζε στα παράλια της Χαλκιδικής θα τους περίμεναν άλλα άτομα, που θα προωθούσαν τους λαθρομετανάστες με φορτηγά αυτοκίνητα στο εσωτερικό της χώρας. Τον Μάρτιο του ιδίου έτους οι ανωτέρω επισκέφθηκαν το συνεργείο συντήρησης σκαφών του Α. Μ., στα Νέα Ρόδα Χαλκιδικής και του ζήτησαν να αναλάβει την επισκευή του φουσκωτού σκάφους του Μ. Μ., προκειμένου αυτό να είναι επιχειρησιακά έτοιμο το καλοκαίρι για τις σχεδιαζόμενες μεταφορές. Τον Μάιο του ιδίου έτους ο Μ. Μ. μίσθωσε δύο διαμερίσματα στο Πευκοχώρι Χαλκιδικής για την εγκατάσταση του ιδίου και του Ι. Π. και μέσω ενός γνωστού τους κρατούμενου στις φυλακές, ήλθαν σε επαφή με τον πρώτο κατηγορούμενο Ν. Α., παλλινοστούντα από χώρα της τέως ΕΣΣΔ, και αφού του εξέθεσαν το σχέδιο τους, του πρότειναν να συνεργαστεί μαζί τους, αναλαμβάνοντας (ο πρώτος κατηγορούμενος) αρχικά την κατόπτευση του ευρύτερου χώρου ελλιμενισμού του φουσκωτού σκάφους στον προκαθορισμένο όρμο της Χαλκιδικής, στη συνέχεια την επιβίβαση των λαθρομεταναστών στο φορτηγό αυτοκίνητο που θα είχαν εν τω μεταξύ στείλει στο σημείο εκείνο για να τους παραλάβει και τέλος την χερσαία μεταφορά τους στον τόπο προορισμού κατά την οποία αυτός (Α.) θα λειτουργούσε ως προπομπός προπορευόμενος του φορτηγού με τους λαθρομετανάστες με Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, προς αποφυγή ελέγχου από άνδρες της Αστυνομίας και ως τσιλιαδόρος στο σημείο ελλιμενισμού του σκάφους. Για τη συνδρομή του αυτή στη μεταφορά και προώθηση των αλλοδαπών που ήταν επιβοηθητική, ο πρώτος κατηγορούμενος θα ελάμβανε ως αμοιβή το ποσό των 500 ευρώ ανά δρομολόγιο. Την πρόταση αυτή την αποδέχθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και στις αρχές Ιουνίου του ιδίου έτους τον κάλεσε ο Ι. Π. (θύμα) να συμμετάσχει στην πρώτη επιχείρηση. Προς το σκοπό αυτόν ο πρώτος κατηγορούμενος συναντήθηκε με τους ανωτέρω οργανωτές στο Πευκοχώρι Χαλκιδικής και αυτοί τον οδήγησαν σε μια απόμερη παραλία και του υπέδειξαν το σημείο όπου λίγες ημέρες αργότερα θα αποβίβαζαν τους λαθρομετανάστες. Περί τα μέσα Ιουνίου τον ενημέρωσαν να μεταβεί ενωρίτερα στο πιο πάνω υποδειχθέν σημείο και να παριστάνει τον ψαρά, με σκοπό να επιτηρεί το χώρο και να τους ενημερώνει για τις κινήσεις του Λιμενικού. Πράγματι, ο πρώτος κατηγορούμενος ενεργώντας σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε λάβει, μετέβη στο ανωτέρω σημείο και παρέμεινε μέχρι την 02.00' οπότε έφθασε ένα φουσκωτό σκάφος άνω των 10 μέτρων με μηχανές μεγάλης ισχύος (άνω των 1.000 ίππων), οδηγούμενο από κάποιον άγνωστο άνδρα ονόματι "Λουκάς". Αφού έδωσε το στίγμα του ο πρώτος κατηγορούμενος με το φακό, αποβιβάστηκαν από το σκάφος τουλάχιστον 40 λαθρομετανάστες, τους οποίους στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος οδήγησε σ ένα φορτηγό αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων, που είχε φθάσει νωρίτερα με άγνωστο οδηγό στο σημείο αποβίβασης κατόπιν προπορευόμενος του φορτηγού αυτοκινήτου, ήτοι λειτουργώντας ως προπομπός τους οδήγησε μέχρι την πόλη της Θεσσαλονίκης με σκοπό να προωθηθούν στην Αθήνα. Αφού ολοκληρώθηκε το πρώτο δρομολόγιο με επιτυχία, μετά από 10 ημέρες πραγματοποιήθηκε στην ίδια παραλία και δεύτερο δρομολόγιο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Παρών κατά την αποβίβαση των λαθρομεταναστών τη φορά αυτή ήταν και ο Ι. Π. (θύμα), ενώ το σκάφος πλοηγούσε κάποιος Ιταλός, αγνώστων στοιχείων. Περί τις αρχές Ιουλίου του ίδιου έτους, το ίδιο δρομολόγιο επαναλήφθηκε και για τρίτη φορά, από τους ίδιους με τον ίδιο ρόλο εκάστου αλλά μετά η δραστηριότητα της ομάδας σταμάτησε, για το λόγο ότι το σκάφος από την καταπόνηση είχε υποστεί σοβαρή βλάβη αλλά και εκ του ότι, λόγω της επελθούσης καλοκαιρινής περιόδου, υπήρχε κίνδυνος να αποκαλυφθεί η παράνομη δραστηριότητά τους καθότι οι παραλίες της Χαλκιδικής ήταν γεμάτες κόσμο. Τα ως άνω περιστατικά που φανερώνουν τη δράση οργανωμένου κυκλώματος διακίνησης λαθρομεταναστών αλλά και τη δική του συμμετοχή, περιγράφει με σαφήνεια ο πρώτος κατηγορούμενος τόσο κατά την προανακριτική, όσο και κατά την ανακριτική του κατάθεση, επιβεβαίωσε δε και πάλι κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απολογία του, διαφοροποιούμενος κατά τις τρεις αυτές καταθέσεις μόνο ως προς τον αριθμό των δρομολογίων, στα οποία ο ίδιος συμμετείχε. Ειδικότερα, στη μεν προανακριτική του κατάθεση αποδέχεται τη συμμετοχή του σε δύο δρομολόγια, ενώπιον της Ανακρίτριας, αποδέχθηκε τρία δρομολόγια και κατά την επ' ακροατηρίου απολογία του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρίσθηκε ότι συμμετείχε σε ένα δρομολόγιο, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει πειστική εξήγηση για τις διαφοροποιήσεις του αυτές. Από τις τρεις αυτές διαφορετικές καταθέσεις ως πλέον αξιόπιστη κρίνεται η δοθείσα κατά την ανακριτική του απολογία, καθόσον επιβεβαιώθηκε από την κατάθεση του μάρτυρα Α. Μ., μηχανικού ταχυπλόων σκαφών, ο οποίος είχε αναλάβει, κατ εντολή των Π. και Μ., την επισκευή του σκάφους στο συνεργείο του στο Γλαρόκαβο Χαλκιδικής και ανέφερε ότι σε διάλογο που είχε τον Αύγουστο του 2007 διαδοχικά με τους Μ. Μ. Μ. και τον πλοηγό "ΛΟΥΚΑ", αμφότεροι του ανέφεραν ότι κατά το διάστημα Ιουνίου - Ιουλίου το σκάφος είχε χρησιμοποιηθεί τουλάχιστον σε 12 δρομολόγια για μεταφορά λαθρομεταναστών από τα παράλια της Τουρκίας προς τα παράλια της Χαλκιδικής, απόσταση πολύ μεγάλη για ένα τέτοιο σκάφος, με αποτέλεσμα να καταπονείται τόσο εξ αιτίας των πολλών δρομολογίων όσο και από τη μεγάλη απόσταση. Η αλήθεια των ανωτέρω περί του αριθμού των δρομολογίων ενισχύεται και από το ότι το σκάφος είχε καταπονηθεί τόσο πολύ μέσα σε διάστημα μόλις δύο μηνών από την προηγούμενη επισκευή του, ώστε να μη μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί εάν δεν επισκευαζόταν εκ νέου, κατάσταση η οποία δεν δικαιολογείτο εάν είχε κάνει φυσιολογικό αριθμό πλόων ως ιδιωτικό σκάφος με λίγους επιβάτες και για μικρές αποστάσεις. Εξάλλου, η συμμετοχή του πρώτου κατηγορουμένου σε περισσότερες της μιας, λαθρομεταφορές προκύπτει και από τον ρόλο του στην ομάδα, ο οποίος ήταν απαραίτητος και απαιτούσε αμοιβαία εμπιστοσύνη και εχεμύθεια. Επομένως εφόσον οι δύο ως άνω οργανωτές του κυκλώματος λαθροδιακίνησης (Μ. Μ. και Ι. Π.) είχαν διαπιστώσει την καταλληλότητά του κατά την πρώτη επιχείρηση, δεν είχαν λόγο να μην τον εμπιστευθούν και σε άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις, ούτε εξ άλλου προέκυψε από οποιαδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ότι άλλο άτομο έκανε τη δουλειά του Α. στα λοιπά δρομολόγια-μεταφορές λαθρομεταναστών. Άλλωστε, όπως θα αναφερθεί και κατωτέρω ο Ι. Π. συνεργάστηκε με τον πρώτο κατηγορούμενο σε μεταγενέστερο στάδιο με άλλη ομάδα, όπου δεν συμμετείχε ο Μ. Μ. . Μετά την, κατά τα άνω, αναγκαστική διακοπή της συνεργασίας τους λόγω της βλάβης του σκάφους, ο πρώτος κατηγορούμενος, τον Αύγουστο 2007, αναχώρησε για τη Γεωργία (τόπο καταγωγής του), ο δε Ι. Π., ξεκίνησε προσπάθεια οργάνωσης άλλης ομάδας μεταφοράς λαθρομεταναστών, στην οποία θα είχε μόνος αυτός, αρχηγικό ρόλο. Έτσι, απευθύνθηκε στον τέταρτο κατηγορούμενο Δ. Μ., ο οποίος ζούσε στην Αθήνα και τον γνώριζε από παλιά και κυρίως ότι ο τελευταίος διέθετε φουσκωτό σκάφος με τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνο του Μ. Μ., δηλαδή κατάλληλο για τα παράνομες μεταφορές πολλών ατόμων ανά δρομολόγιο Ο τρίτος κατηγορούμενος δέχτηκε να συνεργασθούν και συμφώνησαν, να μεταφέρει το σκάφος του στο λιμάνι της Συκιάς Χαλκιδικής για να ξεκινήσουν τις παράνομες μεταφορές. Υποστηρικτικό ρόλο στη νέα αυτή ομάδα ανέλαβε ο δεύτερος κατηγορούμενος Α. Θ., ο οποίος ήταν φίλος του Δ. Μ., παλαιός δύτης, πλοηγός ταχύπλοων σκαφών και μόνιμος κάτοικος Χαλκιδικής, ιδιότητες που ήταν ιδιαιτέρως χρήσιμες στην ομάδα για τις ως άνω παράνομες μεταφορές. Ο τελευταίος λόγω της εμπειρίας του και της άριστης γνώσης της περιοχής θα αναλάμβανε να βρει χώρους για τον ελλιμενισμό μετά από κάθε ταξίδι, του φουσκωτού σκάφους του τρίτου κατηγορούμενου Δ. Μ. και θα φρόντιζε για τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό του με καύσιμα για τα ταξίδια που θα πραγματοποιούσε προς μεταφορά λαθρομεταναστών. Πράγματι, περί τα τέλη Αυγούστου 2007 ο τρίτος κατηγορούμενος (Δ. Μ.) ξεκίνησε από την Αθήνα πλοηγώντας ο ίδιος το σκάφος του και αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας προσέγγισε το λιμάνι της Συκιάς Χαλκιδικής, καθ υπόδειξη και οδηγίες του δευτέρου (Α. Θ.), όπου τον ανέμενε. Την ώρα εκείνη έξω από το λιμάνι με το ψαροκάικο του ψάρευε ο αλιέας Δ. Τ., έχοντας μαζί του ως βοηθό του τον Ά. Π.. Πλησιάζοντας ο τρίτος κατηγορούμενος το λιμάνι με μεγάλη ταχύτητα, από έλλειψη προσοχής, προκάλεσε ατύχημα ήτοι δεν παρατήρησε το καΐκι του Δ. Τ. και περνώντας δίπλα του με την προπέλα του σκάφους του, κτύπησε το ποδαρικό του σκάφους του τελευταίου, με αποτέλεσμα αυτό να ανοίξει στην αριστερή του πλευρά και να βυθιστεί αμέσως. Οι δύο αλιείς περισυνελλέγησαν από τον τρίτο κατηγορούμενο και μεταφέρθηκαν στην ακτή όπου τους ανέμενε ο δεύτερος κατηγορούμενος Α . Θ. . Τότε και οι δύο κατηγορούμενοι για να μη δώσουν στόχο και αποκαλυφθούν οι παράνομες δραστηριότητες που σχεδίαζαν, κατέβαλαν προσπάθεια να βρούν συμβιβαστική λύση με τον ανωτέρω αλιέα χωρίς να εμπλακεί το Λιμεναρχείο αλλά να αποκρύβει το ατύχημα και να αποζημιώσουν τον αλιέα εξωδικαστικά. Ωστόσο, το περιστατικό του ατυχήματος μαθεύτηκε και επελήφθη τελικά το Λιμεναρχείο και μετά από διαπραγματεύσεις συμφωνήθηκε να καταβάλουν στον παραπάνω παθόντα αποζημίωση της τάξης των 12.000 ευρώ. Την επομένη ημέρα, στον τόπο του συμβάντος κατέφθασαν οδικώς από την Αθήνα ο Ν. Χ. (αθωωθείς πρωτοδίκως κατηγορούμενος για την ίδια πράξη), φίλος του Δ. Μ., συνοδευόμενος από τον Ι. Π., για να αναλάβει (ο Χ. ) την πληρωμή της αποζημίωσης του Δ. Τ. και την επισκευή του σκάφους του τρίτου κατηγορούμενου. Την ίδια ημέρα εκλήθη και ο δύτης Ι. Π., ο οποίος ανέλαβε την ανέλκυση του βυθισθέντος σκάφους. Τελικά, μέσα σε διάστημα ολίγων ημερών το σκάφος του τρίτου κατηγορούμενου επιδιορθώθηκε, ο δε Δ. Τ. αποζημιώθηκε τελικά με το ποσό των 10.000 ευρώ. Από τις περιγραφές των Δ. Τ., Α. Π. και Ι. Π. προκύπτει με σαφήνεια ότι το σκάφος που οδηγούσε ο τέταρτος κατηγορούμενος ήταν κατάλληλα διαμορφωμένο για τη μεταφορά μεγάλου αριθμού ατόμων, καθότι δεν υπήρχαν καθίσματα ώστε να εξοικονομηθεί χώρος και επιπλέον έφερε δύο μηχανές ισχύος άνω των 1000 ίππων, ώστε να συνεχίσει -το δρομολόγιο εάν πάθαινε βλάβη η μία μηχανή. Μετά την επισκευή, το σκάφος του τρίτου κατηγορούμενου μεταφέρθηκε στη μαρίνα του ξενοδοχείου Porto Carras καθ υπόδειξη του Θ. και ήταν πλέον επιχειρησιακά έτοιμο για την έναρξη της παράνομης δραστηριότητάς του, με την ομάδα πλέον του Ι. Π., χωρίς τη συμμετοχή του Μ. Μ.. Στις αρχές Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, ο Ι. Π. επικοινώνησε με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει από τη Γεωργία, για να βολιδοσκοπήσει την πρόθεσή του να συμμετάσχει στη νέα αυτή ομάδα διακίνησης λαθρομεταναστών. Για το λόγο αυτό κανόνισε μια συνάντηση όπου παραβρέθηκε επίσης, ο Δ. Μ. (τρίτος κατηγορούμενος) στον Μαρμαρά Χαλκιδικής. Κατά τη συνάντηση αυτή, (όπως ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος αναφέρει στην προανακριτική του κατάθεση), αμφότεροι (Π. και Μ.) του γνωστοποίησαν ότι κατείχαν ένα φουσκωτό σκάφος, όμοιο με εκείνο του Μ. Μ. και του πρότειναν να συμμετάσχει, με τον ίδιο τρόπο, όπως και με την προηγούμενη ομάδα, στη διακίνηση λαθρομεταναστών από τα παράλια της Τουρκίας σε ερημικές παραλίες της Χαλκιδικής μεταξύ του Σταυρού και της Ολυμπιάδας έναντι αμοιβής 800 ευρώ ανά δρομολόγιο. Τη συμφωνία αυτή αποδέχθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και ανέμενε τη σχετική ειδοποίηση. Το πρώτο δρομολόγιο προετοιμάστηκε με λεπτομέρεια από τους Α. Θ. και Δ. Μ. (ήδη δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων). Ο Θ. , έχοντας όπως ελέχθη την ευθύνη του ανεφοδιασμού του σκάφους, επικοινώνησε με τον ιδιοκτήτη πρατηρίου υγρών καυσίμων Λ. Χ. και του ζήτησε να μεταβεί με βυτιοφόρο σε παρακείμενη του ξενοδοχείου Porto Carras της Χαλκιδικής, προβλήτα, όπου θα κατέπλεε το σκάφος του Δ. Μ., προκειμένου να το ανεφοδιάσει με βενζίνη. Ακολούθως, οδήγησε τον άνω πρατηριούχο στο συγκεκριμένο σημείο, όπου κατέφθασε το σκάφος οδηγούμενο από τον ίδιο το Δ. Μ. και εφοδιάστηκε με 300 λίτρα βενζίνης, αξίας 400 ευρώ. Τα χρήματα τα κατέβαλε ο Δ. Μ. στον άνω πρατηριούχο μετρητά χωρίς να ζητήσει απόδειξη, δίνοντάς του και φιλοδώρημα 50 ευρώ. Με βάση τα κατατεθέντα υπό του ως άνω μάρτυρος, το σκάφος ήταν εντελώς άδειο και έφερε δύο σειρές από συνεχόμενα βυτία, χωρητικότητας άνω των 600 λίτρων. Σε απορία που εξέφρασε προς τον Δ. Μ. για την κατάσταση του σκάφους, αυτός του απάντησε με τη φράση "βλέπε, άκου μη μιλάς". Μια από τις επόμενες ημέρες ο Ι. Π. και ο δεύτερος κατηγορούμενος (Θ. ) ενημέρωσαν τηλεφωνικά τον πρώτο κατηγορούμενο ότι το ίδιο βράδυ είχε προγραμματιστεί δρομολόγιο και του ζήτησαν να μεταβεί νωρίτερα σε μια παραλία μεταξύ του Σταυρού και της Ολυμπιάδας, όπου τον περίμεναν. Εκεί του υπέδειξαν το συγκεκριμένο σημείο που θα έπρεπε να επιτηρεί μέχρι να αποβιβαστούν από το σκάφος οι λαθρομετανάστες. Η μεταφορά αυτή πραγματοποιήθηκε με επιτυχία κατά την ημέρα εκείνη, ο δε πρώτος κατηγορούμενος αφού παρέλαβε από το σκάφος του τρίτου πάνω από 40 αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών που στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων, τους επιβίβασε σε φορτηγό αυτοκίνητο που είχε καταφθάσει στο σημείο με επιμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου και στη συνέχεια αυτός ενεργώντας ως προπομπός με ΙΧΕ αυτοκίνητο, τους οδήγησε στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Για τη συμμετοχή του αυτή, ο πρώτος κατηγορούμενος πληρώθηκε με το συμφωνηθέν τίμημα. Παρόμοια μεταφορά έλαβε χώρα και δεύτερη φορά λίγες ημέρες αργότερα σε μη επακριβώς προσδιοριζόμενη ημερομηνία του Σεπτεμβρίου 2007, για την οποία με τη μεσολάβηση του δευτέρου κατηγορουμένου (Θ.), πραγματοποιήθηκε ο ανεφοδιασμός του σκάφους με όμοιο τρόπο από τον ίδιο πρατηριούχο και επακολούθησε η μεταφορά των λαθρομεταναστών οπό την επίβλεψη του πρώτου κατηγορούμενου και στη συνέχεια η προώθησή τους στη Θεσσαλονίκη, ενεργούντος ως προπομπού με ΙΧΕ αυτοκίνητο. Στις 28/9/2007, το θύμα Ι. Π. επικοινώνησε για τρίτη φορά με τον πρώτο κατηγορούμενο και του είπε ότι την ίδια ημέρα είχε προγραμματιστεί νέο δρομολόγιο από την Τουρκία και του ζήτησε να μεταβεί με το αυτοκίνητο του σε κάποια παραλία της Ασπροβάλτας, όπου 0α γινόταν η αποβίβαση των αλλοδαπών. Πράγματι, ο πρώτος κατηγορούμενος μετέβη στο υποδειχθέν σημείο και άρχισε να επιτηρεί τον ευρύτερο χώρο όπου θα γινόταν η αποβίβαση των λαθρομεταναστών. Τότε διαπίστωσε κάποιες ύποπτες κινήσεις από άνδρες του Λιμενικού κοντά στην παραλία όπου θα κατέπλεε το σκάφος και αμέοως ενημέρωσε τους Ι. Π. και Δ. Μ.. Αυτοί, επικοινώνησαν με τον πλοίαρχο του σκάφους, ο οποίος έλαβε εντολή να αποβιβάσει τους λαθρομετανάστες σε άλλη παραλία της Χαλκιδικής. Οι άνδρες του λιμενικού που αντελήφθησαν την παρουσία του σκάφους στη θάλασσα, μετέβησαν στο σημείο που προσάραξε και συνέλαβαν 50 περίπου λαθρομετανάστες ιρανικής και κουρδικής καταγωγής, οι οποίοι στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων, χωρίς όμως να μπορέσουν να συλλάβουν τον πλοίαρχο, ο οποίος οδηγώντας το σκάφος διέφυγε προς τη νότια Ελλάδα. Μετά το περιστατικό αυτό, ο τρίτος κατηγορούμενος Δ. Μ. συναντήθηκε με τον δεύτερο, Α. Θ. στο Μαρμαρά Χαλκιδικής για να συζητήσουν τι θα κάνουν στο εξής και στη συνέχεια ο Μ. αναχώρησε οριστικά για την Αθήνα. Η αποκάλυψη του τελευταίου δρομολογίου στα όργανα του Λιμενικού, έγινε από τον δεύτερο κατηγορούμενο Α. Θ., ο οποίος, προφανώς για λόγους προσωπικούς (πιθανόν αντεκδίκησης), θέλησε να εκθέσει τους πρώην συνεργάτες του. Για το λόγο αυτό επικοινώνησε αρχικά με τον απόστρατο λιμενικό Α. Κ. και στη συνέχεια, μετά από υπόδειξη του τελευταίου, με τον εν ενεργεία λιμενικό υπάλληλο Θεσσαλονίκης Μ. Γ.. Τότε τους περιέγραψε το σχέδιο αποβίβασης λαθρομεταναστών τη συγκεκριμένη ημέρα σε κάποια από τις παραλίες της Χαλκιδικής μεταξύ Σταυρού και Ολυμπιάδας. Τη συμμετοχή του στις τρεις προαναφερθείσες μεταφορές -προωθήσεις λαθρομεταναστών επιβεβαιώνει ο πρώτος κατηγορούμενος στην από 4/4/12 ανακριτική του απολογία. Αλλά και κατά την προανάκριση στις 20/1/11 είχε αποδεχθεί τη συμμετοχή του σε δύο επιχειρήσεις και συγκεκριμένα σ' αυτή που έγινε στην αρχή Σεπτεμβρίου 2007 και στην τελευταία όπου το σχέδιο καταδύθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ενώ κατά την επ' ακροατήριο απολογία του αρνήθηκε την ανάμειξή του στις προηγούμενες μεταφορές, αποδεχόμενος μόνο την τελευταία. Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος, στην από 26/1/11 προανακριτική του κατάθεση ανέφερε την εκτέλεση 2-3 δρομολογίων με το σκάφος του κατηγορούμενου Δ.Μ., στην από 20/3/12 ανακριτική του απολογία περιορίζει τη συνδρομή του στην εξεύρεση βενζινάδικου για τον ανεφοδιασμό με καύσιμα του σκάφους και στην από 15/4/13 συμπληρωματική του απολογία αρνείται οποιαδήποτε ανάμειξη, αναφερόμενος μόνο στην επιδίωξή του να ενημερώσει τις αρχές για την παράνομη δράση του κυκλώματος. Την ίδια θέση επανέλαβε ό κατηγορούμενος και κατά την απολογία του. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και στο παρόν Δικαστήριο Από τις διαφορετικές αυτές θέσεις, ως πλέον αληθής κρίνεται εκείνη όπου κάνει λόγο για τρεις μεταφορές λαθρομεταναστών εντός του μηνός Σεπτεμβρίου, τις οποίες οργάνωσαν από κοινού οι Ι. Π. και Δ. Μ. και οι οποίες εκτελέστηκαν με το σκάφος του τελευταίου, με τη συνδρομή των πρώτου και δεύτερου των κατηγορουμένων. (Α. και Θ.) Τούτο προκύπτει, τόσο από τις συνδυασμένες απολογίες των εν λόγω κατηγορουμένων, οι οποίοι συμπίπτουν σε τρία δρομολόγια, όσο από την κατάθεση του πρατηριούχου υγρών καυσίμων Λ. Χ., που έκανε λόγο για δύο γεμίσματα του σκάφους ικανά για μεγάλα ταξίδια (χωρίς να υπολογίζεται το τελευταίο στο οποίο δεν συμμετείχε ο δεύτερος κατηγορούμενος), αλλά και από την προανακριτική κυρίως κατάθεση του μάρτυρα Α. Μ., μηχανικού σκαφών του ξενοδοχείου Porto Carras, ο οποίος κατέθεσε για τον βαθμό της καταπόνησης του επίμαχου σκάφους, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι κάθε δύο ημέρες ο ίδιος άλλαζε λάδια και φίλτρα βενζίνης, προκειμένου να αποφευχθεί ενδεχόμενη ατροφία του κινητήρα από τα τακτικά μεγάλα ταξίδια που πραγματοποιούσε. Ο τρίτος κατηγορούμενος Δ. Μ. κατά την απολογία του επ' ακροατηρίου αρνηθείς ότι είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στο κύκλωμα διακίνησης λαθρομεταναστών, υποστήριξε ότι είχε μεταβεί στη Χαλκιδική για διακοπές με τη σύζυγο και τα τέκνα του. Παραδέχθηκε όμως ότι με το θύμα (Ι. Π.) είχε φιλική γνωριμία, πριν από πολλά χρόνια. Ότι ο Π. είχε αποφυλακιστεί πρόσφατα και είχε εκδώσει τρία βιβλία. Ότι ήταν άνθρωπος καλλιεργημένος είχε φυλακιστεί για ναρκωτικά και δεν εργαζόταν. Είχε καράβι που μπλέχτηκε με αυτά. Όμως η συμμετοχή του ως άνω κατηγορουμένου σε μεταφορές των αλλοδαπών, υπηκόων τρίτων χωρών που δεν διέθεταν νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα, αποδείχθηκε πέρα από κάθε αμφιβολία, εκ του ότι έφερε το ανωτέρω ιδιόκτητο σκάφος του στη Συκιά Χαλκιδικής που είναι απομακρυσμένο μικρό χωριό με πολύ μικρό λιμάνι, καθ υπόδειξη του δευτέρου κατηγορουμένου που γνώριζε πολύ καλά τη Χαλκιδική, ότι το εν λόγω σκάφος το είχε διαμορφώσει κατάλληλα για τη μεταφορά λαθρομεταναστών, δηλαδή έτσι ώστε να έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί δρομολόγια μέχρι τα παράλια της Τουρκίας χωρίς να αναγνωρίζεται, καθόσον είχε 10 δεξαμενές βενζίνης χωρητικότητας άνω των 1.000 λίτρων οι οποίες συγκοινωνούσαν μεταξύ τους και δύο μηχανές ιπποδύναμης τουλάχιστον 1000 ίππων, δεν έφερε ούτε όνομα, ούτε αριθμό και αφετέρου να μεταφέρει μεγάλο αριθμό ατόμων (άνω των 40) αφού δεν είχε καρίνα, καθίσματα, σωσίβιες λέμβους κλπ. ώστε να εξοικονομηθεί χώρος για μεγάλο αριθμό ατόμων (βλ. καταθέσεις Τ., Χ., Π., Π.), και εκ του ότι δεν μπόρεσε ταυτόχρονα να δικαιολογήσει πειστικά άλλους λόγους που επέβαλαν αυτού του είδους τη διαμόρφωση. Αλλα στοιχεία που αποδεικνύουν την παράνομη δράση του με το εν λόγω σκάφος είνιότι, σύμφωνα με την κατάθεση του μηχανικού του ξενοδοχείου Porto Carras, Α. Μ.,(από 8/11/07 προανακριτική), το σκάφος απέπλεε περί τις 22.00' σχεδόν κάθε βράδυ και όταν επέστρεφε, του ζητούσαν αλλαγή φίλτρων και λαδιών, εκ των ατόμων δε που επέβαιναν σ' αυτό ήταν κατά κύριο λόγο ο τρίτος κατηγορουμένος (Μ.), ο οποίος του είχε ζητήσει να βρει τρόπο για να αυξήσει την ταχύτητά του σκάφους του. Επίσης επιβεβαιώνονται όλα τα ανωτέρω περιστατικά της λαθροδιακίνησης αλλοδαπών, από το γεγονός ότι κατά την τελευταία μεταφορά της 28/9/07 συνελήφθη το σύνολο των μεταφερομένων ατόμων που αριθμούσαν περί τα 50 άτομα και ήταν άπαντες αλλοδαποί τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν κατείχαν νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα, αλλά και από το ότι η προηγούμενη ομάδα του Μ. Μ. Μ. για την ίδια παράνομη δραστηριότητα, είχε χρησιμοποιήσει ένα ακριβώς ίδιο σκάφος, στο οποίο είχε επιφέρει τις ίδιες τροποποιήσεις, ώστε να είναι σε θέση να μεταφέρει περί τα 50 άτομα και να εκτελεί το ίδιο δρομολόγιο. Την ομοιότητα των δύο σκαφών επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας Α. Μ., που είδε το σκάφος; του Μ. μετά από τυχαία επίσκεψη του στο ξενοδοχείο Porto Carras, ο οποίος γνώριζε και το σκάφος του Μ.. Είναι, επομένως, προφανές ότι οι μεταβολές και των δύο σκαφών έγιναν με γνώμονα τη μεταφορά όσο το δυνατόν μεγαλύτερου αριθμού ατόμων, και τέλος από το γεγονός ότι η ομάδα αυτή ενεργοποιήθηκε χρονικά μετά τον παροπλισμό της ομάδας του Μ. Μ. Μ. από τον ίδιο συντονιστή, τον Ι. Π., η δολοφονία του οποίου σχετίζεται πιθανότατα με τη δημιουργία από τον τελευταίο νέας ομάδας, παραγκωνίζοντας τον Μ. Μ., χωρίς να έχει προκύψει τι συνέβη μεταξύ τους και υπό ποιες συνθήκες έπαψε ο Π. να συνεργάζεται με τον Μ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι άπαντες οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ενήργησαν τις παραπάνω πράξεις λαθροδιακίνησης έκαστος με τους ρόλους που του αποδόθηκαν ανωτέρω, κατ επάγγελμα και από κερδοσκοπία, καθόσον οι μεταφερόμενοι αλλοδαποί υπήκοοι είχαν συμφωνήσει με τους συνεργούς τους να καταβάλουν για κάθε μεταφερόμενο άτομο χρηματικό ποσό που δεν έχει διευκρινισθεί, το δε συνολικό ποσό θα το διένειμαν μεταξύ τους ανάλογα με τη συμμετοχή του καθενός στην όλη επιχείρηση και ότι οι παράνομες αυτές μεταφορές θα εκτελούνταν συχνά με μόνο σκοπό την αποκόμιση κέρδους. Ειδικότερα, όσον αφορά τους πρώτο και τρίτο των κατηγορουμένων, που τελούσαν σε απόλυτη γνώση εκ των προτέρων ότι με τα προαναφερθέντα σκάφη θα εκτελούνταν παράνομες μεταφορές αλλοδαπών χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και χωρίς να διαθέτουν τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα με σκάφη ακατάλληλα προς μεταφορά τόσο μεγάλου αριθμού ατόμων και σε τόσο μεγάλες αποστάσεις χωρίς σωστικά μέσα, χωρίς καθίσματα και σε νυχτερινές ώρες που δημιουργούσαν κίνδυνο για τις ζωές τους όπως οι ίδιοι ομολογούν, για την προπεριγραφείσα συμμετοχή τους στις παραπάνω μεταφορές, θα ελάμβαναν, ο μεν πρώτος (Ν. Α.) για τη συμμετοχή του στην ομάδα του Μ. Μ. Μ., το ποσό των 500 ευρώ ανά δρομολόγιο και για τη συμμετοχή του στην δεύτερη ομάδα με το σκάφος του Δ. Μ., το ποσό των 800 ευρώ ανά δρομολόγιο, ο δε δεύτερος (Ι. Θ. ) , ότι συμφώνησε με τον τρίτο κατηγορούμενο Δ. Μ. να λάβει το συνολικό ποσό των 3.000 ευρώ. Επιπλέον, άπαντες διέπραξαν τις παραπάνω πράξεις κατ' επάγγελμα, γεγονός που αποδεικνύεται, αφενός από τη συχνότητα της δράσης τους και τον αριθμό των μεταφερομένων κάθε φορά ατόμων και αφετέρου από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης και συγκεκριμένα με την οργανωμένη διασύνδεσή τους με άγνωστους συνεργούς τους από το εξωτερικό, οι οποίοι, αφού εντόπιζαν τους παράνομους αλλοδαπούς, οι κατηγορούμενοι τους μετέφεραν αρχικά δια της θαλασσίας οδού με ταχύπλοα σκάφη σε εναλλασσόμενες κάθε φορά παραλίες της Χαλκιδικής αφού είχαν προηγουμένως λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προφύλαξης και στη συνέχεια με χερσαία μεταφορικά μέσα που είχαν διαμορφώσει κατάλληλα, τους προωθούσαν στο εσωτερικό της χώρας. Έτι δε περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τις παραπάνω πράξεις μεταφοράς προέκυψε σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή των μεταφερομένων προσώπων. Τούτο προκύπτει, κατ' αρχάς, από τον τύπο των σκαφών που χρησιμοποίησαν, καθόσον τέτοιου είδους σκάφη δεν κυκλοφορούν στο εμπόριο, αλλά κατασκευάζονται κατόπιν ειδικής παραγγελίας και ως εκ τούτο ο δεν είναι πιστοποιημένα από τον ελληνικό νηογνώμονα. Επιπλέον, από τις ίδιες τις προδιαγραφές του σκάφους, οι οποίες όπως κατέθεσε ο ναυπηγός μηχανικός των σκαφών αυτών Γ. Ν., δεν παρέχουν ασφάλεια όταν τα σκάφη αυτά προσκρούσουν σε βραχονησίδα ή σε άλλο σκάφος. Η έλλειψη δε ασφάλειας αποδείχθηκε κατά τον πλέον εναργή τρόπο, όταν το σκάφος του τρίτου κατηγορουμένου Δ. Μ., οδηγούμενο περί τα τέλη του 2007 από τον ίδιο, εισερχόμενο υπό συνθήκες σκότους στο λιμάνι της Συκιάς Χαλκιδικής, συγκρούστηκε με το καΐκι του Δ. Τ., με αποτέλεσμα να υποστεί σημαντική βλάβη και να βυθιστεί το ψαροκάικο του τελευταίου. Επίσης ο κίνδυνος προέκυπτε, από τις γενικότερες συνθήκες των μεταφορών, καθώς όλες πραγματοποιούνταν κατά τις νυκτερινές ώρες σε ανοικτή θάλασσα, με σαράντα τουλάχιστον άτομα φορτίο, χωρίς σωστικά μέσα (λέμβους και σωσίβια), χωρίς καθίσματα και καμπίνα, με τους επιβαίνοντες να συγκρατούνται από τις χειρολαβές από τα πλαϊνά μπαλόνια του σκάφους ταξιδεύοντας έτσι πολλές ώρες και χωρίς να λαμβάνεται καμία ιδιαίτερη μέριμνα για τον ευαίσθητο πληθυσμό. Και τέλος ο τρόπος πλοήγησης τους δημιουργούσε επικίνδυνες για τη ζωή των μεταφερομένων, συνθήκες ο οποίος ήταν, λόγω της ανάγκης έγκαιρης μεταφοράς τους στις ακτές της Χαλκιδικής επικίνδυνος αφού ανέπτυσσαν μεγάλες ταχύτητες επιδιώκοντας πάση Ουσία προτού ξημερώσει και γίνουν αντιληπτοί από το λιμενικό, να τους αποβιβάσουν σε ερημικές ακτές προφανώς εξαντλώντας τις μηχανικές δυνατότητες των σκαφών, με κίνδυνο να ναυαγήσουν, συνθήκες , περί των οποίων τελούσαν σε γνώση άπαντες οι κατηγορούμενοι. Ενόψει των περιστάσεων αυτών, είναι προφανές ότι από κάθε μεταφορά θα μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος ζωής για τα μεταφερόμενα πρόσωπα, όλοι δε οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι υπήρχε αυτός ο κίνδυνος και το αποδέχτηκαν". Κατόπιν τούτων. Κατά την πλειοψηφούσα γνώμη πρέπει: Α) ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (σε βάρος του Ι. Π.) και Β) ομόφωνα ένοχοι άπαντες οι κατηγορούμενοι όπως και πρωτοδίκως για τη δεύτερη πράξη, απορριπτομένης κατ' ουσίαν της έφεσης του Εισαγγελέως, με την οποία υποστηρίζει ότι έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι και οι λοιποί ως άνω κατηγορούμενοι (Α. και Θ. ) ως συναυτουργοί και άπαντες κατά συρροή, καθότι δεν αποδείχθηκαν διαφορετικά πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να συνάγεται πλήρης δικανική περί τούτου, πεποίθηση, και συγκεκριμένα....β) ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Α. για απλή συνεργεία; κατ εξακολούθηση σε μεταφορά από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόων τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος (για έξι πράξεις θαλάσσιας μεταφοράς και ειδικότερα για τρεις θαλάσσιες μεταφορές που εκτελέστηκαν με το σκάφος του Μ. Μ. Μ. τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2007 και για άλλες τρεις θαλάσσιες μεταφορές που εκτελέστηκαν - πλην της τελευταίας 28/9/07-καθ' όμοιο τρόπο με το σκάφος του κατηγορουμένου Δ. Μ. το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους),), κατά τις οποίες μεταφέρονταν κάθε φορά σαράντα (40) τουλάχιστον αλλοδαποί που στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων από τα παράλια της Τουρκίας σε παραλίες της Χαλκιδικής και προωθούνταν στη συνέχεια στο εσωτερικό της χώρας απάντων με τις επιβαρυντικές περιστάσεις ότι ενεργήθηκαν από λόγους κερδοσκοπίας κατ' επάγγελμα και ότι από την κάθε μεταφορά προέκυψε κοινός κίνδυνος για τα μεταφερόμενα πρόσωπα...." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις α) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση [κατά την πλειοψηφούσα γνώμη] και β) της απλής συνέργειας κατ'εξακολούθηση στην πράξη της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα και προώθησης από τα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια υπηκόων τρίτων χωρών μη εχόντων δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, από κοινού και κατ' εξακολούθηση, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και εκ κερδοσκοπίας και με την επιβαρυντική περίπτωση της δυνατότητας ύπαρξης κινδύνου σε άνθρωπο [ομόφωνα], κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 παρ.1, 12,14,17,18, 26 παρ.1,27 παρ.1,45,47 παρ.1,51,52, 53, 57, 59, 60, 79 ,94 παρ.1 ,81,83, 98 και 299 παρ.1 του ΠΚ σε συνδ. με τις διατάξεις του άρθρου 88 παρ. 1 περ. β' και γ' του ν. 3386/2005, ως ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το άρ. 15 παρ.8 του ν.3536/2007, και του επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την πρώτη πράξη και ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και χρηματική ποινή εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ για την δεύτερη, καθώς και ισόβια αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Ειδικότερα, τον κήρυξε ένοχο του ότι: "............ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο Ν. Α. του Θ. κατά πλειοψηφία [5-2] ΕΝΟΧΟ του ότι στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με πρόθεση σκότωσε άλλον. Συγκεκριμένα, πλησίον της τεχνητής λίμνης του Αγίου Αντωνίου Βασιλικών Θεσσαλονίκης, στις 03-10-2007, μεταξύ των ωρών 21:30 και 22:30 , έχοντας αποφασίσει, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, να σκοτώσει τον Ι. Π., επιτέθηκε σ' αυτόν και τον έπληξε επανειλημμένως, με άγνωστο αντικείμενο (πιθανόν με αιχμηρή πέτρα), στην κεφαλή, προκαλώντας του πολλαπλά κατάγματα στο κρανίο, από τα οποία ως μόνης ενεργούς αιτίας επήλθε ο θάνατος του, αφού συνεπεία αυτών ο ανωτέρω υπέστη βαρεία θλάση του εγκεφάλου και κατέληξε. Κατόπιν τύλιξε το πτώμα σε ένα πλαστικό πορτοκαλί πλέγμα> τοποθέτησε μεταξύ του πτώματος και του πλέγματος τρεις πέτρες μετρίου μεγέθους έσφιξε το πλέγμα με σκοινί και πέταξε στη λίμνη το πτώμα.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορουμένους Ν. Α. του Θ., και..... ομόφωνα ΕΝΟΧΟΥΣ του ότι στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, τέλεσαν ως απλοί συνεργοί την πράξη της παράνομης εισαγωγής και διακίνησης λαθρομεταναστών εντός της ελληνικής επικράτειας και συγκεκριμένα: οι κατηγορούμενοι Ν. Α. του Θ. και....... στην Χαλκιδική και Θεσσαλονίκη, ενεργώντας με κοινό δόλο και κοινή απόφαση, περισσότερες από μία φορές, παρέσχαν σε άλλον απλή συνδρομή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, ήτοι α] ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Α. του Θ., σε μη διακριβωθείσες ημέρες των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου και Σεπτεμβρίου του έτους 2007, με πρόθεσή παρέσχε στον συγκατηγορούμενό του φυγόδικο Μ. Μ. ή Μ. Χ. Μ. ή Σ. του Ι. και στον κατηγορούμενο Δ. Μ. του Β., απλή συνδρομή κατά την τέλεση απ' αυτούς και πριν από αυτή, του εγκλήματος της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα και της προώθησης από τα σημεία εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια υπηκόων επιβαρυντική περίπτωση της δυνατότητας ύπαρξης κινδύνου για άνθρωπο. Ειδικότερα, διενεργώντας κατόπτευση του χώρου αποβίβασης αλλοδαπών που στερούνταν δικαίωμα εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια από τα φουσκωτά σκάφη των Μ. Μ. Μ. και Δ. Μ., που τους μετέφεραν από τα παράλια της Τουρκίας στις ακτές της Χαλκιδικής και στη συνέχεια βοηθώντας κατά την επιβίβασή τους σε φορτηγά αυτοκίνητα των ιδίων ως άνω προσώπων και επιπλέον συνοδεύοντας αυτούς ως προπομπός στην πόλη της Θεσσαλονίκης, συνέδραμε σε τρεις (3) θαλάσσιες μεταφορές, που έλαβαν χώρα σε αδιευκρίνιστες ημερομηνίες κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2007 με το ταχύπλοο φουσκωτό σκάφος του Μ. Μ. Μ. και στη συνέχεια προωθήθηκαν στην ελληνική επικράτεια και σε άλλες τρεις όμοιες (3) θαλάσσιες μεταφορές που εκτελέστηκαν το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους με το ταχύπλοο φουσκωτό σκάφος του Δ. Μ., με τελευταία μεταφορά αυτήν της 28/9/2007, κατά την οποία δεν έλαβε χώρα προώθηση, διότι μετά την αποβίβαση τους, οι εν λόγω αλλοδαποί συνελήφθησαν. Ενήργησε δε, τις εν λόγω πράξεις της απλής συνέργειας στη μεταφορά και προώθηση κατ' εξακολούθηση, κατά τρόπο που μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, καθόσον γνώριζε ότι τα σκάφη, με τα οποία γίνονταν οι μεταφορές, δεν προορίζονταν για τη μεταφορά τόσο μεγάλου αριθμού ανθρώπων σε ανοιχτή θάλασσα, δεν έφεραν βοηθητικές βάρκες, ούτε οιαδήποτε σωστικά μέσα και δεν υπήρχαν ως συνοδοί πρόσωπα με γνώσεις ναυσιπλοίας, αφετέρου δε, επιβίβαζε τον ίδιο μεγάλο αριθμό ατόμων σε οχήματα (φορτηγά), που δεν προορίζονταν για τη μεταφορά ανθρώπων αλλά πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν πληρούσαν τις αναγκαίες για την ασφαλή μεταφορά τους, προϋποθέσεις. Τέλεσε, επίσης, τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και εκ κερδοσκοπίας, έναντι χρηματικής αμοιβής, 500 ευρώ για καθεμία από τις τρεις πρώτες μεταφορές και 800 ευρώ για καθεμία από τις τρεις επόμενες, καθόσον είχε αναλάβει τον ως άνω ρόλο ως μέλος οργανωμένου κυκλώματος που μετέφερε από το εξωτερικό και προωθούσε στην Ελληνική Επικράτεια αλλοδαπούς λαθρομετανάστες και δρούσε με διαμορφωμένη και κατάλληλη υποδομή για επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών. Στην ως άνω δε πράξη (απλή ενέργεια) ο ανωτέρω κατηγορούμενος προέβη εν γνώσει του ότι τελείται το ανωτέρω αδίκημα από τους φυσικούς αυτουργούς, με αποδοχή θελήσεως του αδικήματος αυτού".

Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε όλα τα αναγκαία αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση της παράνομης μεταφοράς λαθρομεταναστών (άρθρο 88 παρ. 1 περ. β' και γ' του ν. 3386/2005) για το οποίο, πλην της παράβασης του άρθρου 299 παρ. 1 ΠΚ, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Ειδικότερα, ορθά με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι για της στοιχειοθέτηση της εν λόγω αξιόποινης πράξης αρκεί η αναφορά ότι πρόκειται για μεταφορά υπηκόων τρίτων χωρών από το εξωτερικό στην Ελλάδα και προώθηση από τα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός της ταυτότητας ενός εκάστου των μεταφερομένων, αποδίδοντας έτσι στην ανωτέρω εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη την έννοια που πραγματικά αυτή έχει, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, το ανωτέρω Δικαστήριο όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, διαλαμβάνει στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι: 1) οι σαράντα τουλάχιστον αλλοδαποί που κάθε φορά μεταφέρονταν από τα παράλια της Τουρκίας προς τις ερημικές ακτές της Χαλκιδικής, κατά μεν τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 2007 με το ταχύπλοο φουσκωτό σκάφος του κατηγορούμενου Μ. Μ. Μ., κατά δε τον μήνα Σεπτέμβριο 2007 με το αντίστοιχο σκάφος του κατηγορουμένου Δ. Μ., και οι οποίοι εν συνεχεία επιβιβάζονταν σε φορτηγό αυτοκίνητο για να προωηθούν στην Θεσσαλονίκη και κατόπιν στην Αθήνα, στη μεταφορά - προώθηση των οποίων συνέδραμε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ήταν ιρανικής ή κορυδικής καταγωγής και ότι στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων. 2) Τον τρόπο συνδρομής του κατηγορούμενου στην παράνομη μεταφορά-προώθηση των ανωτέρω αλλοδαπών ,που συνίσταται στην εκ μέρους του κατόπτευση του ευρύτερου χώρου ελλιμενισμού του φουσκωτού σκάφους στον προκαθορισμένο όρμο της Χαλκιδικής ,στην εν συνεχεία επιβίβαση των μεταφερομένων αλλοδαπών στο φορτηγό αυτοκίνητο που έστελναν στο σημείο εκείνο για να τους παραλάβει και τέλος στην χερσαία μεταφοράς τους με φορτηγό στο τόπο προορισμού κατά την οποία αυτός [κατηγορούμενος-αναιρεσείων] λειτουργούσε ως προπομπός,προπορευόμενος του φορτηγού με τους αλλοδαπούς, με Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο προς αποφυγή ελέγχου από άνδρες της αστυνομίας. 3) Ο κατηγορούμενος παρείχε την ανωτέρω συνδρομή του στις αναφερόμενες επιμέρους πράξεις παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών στο ελληνικό έδαφος κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπίας, καθόσον αυτός λάμβανε για τη συμμετοχή του στην ομάδα με το σκάφος του κατηγορούμενου Μ. Μ. Μ. το ποσό των πεντακοσίων ευρώ ανά δρομολόγιο και για τη συμμετοχή του στην δεύτερη ομάδα με το σκάφος του κατηγορούμενου Δ. Μ. το ποσό των οκτακοσίων ευρώ ανά δρομολόγιο. 4) Ο κατηγορούμενος τελούσε σε απόλυτη γνώση εκ των προτέρων ότι με τα προαναφερόμενα ταχύπλοα φουσκωτά σκάφη και χερσαία μέσα μεταφοράς εκτελούνταν παράνομες μεταφορές αλλοδαπών ,χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και χωρίς αυτοί να διαθέτουν τα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα. 5) Από τις παράνομες μεταφορές αλλοδαπών ,που αποδείχθηκαν, προέκυψε σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή των μεταφερομένων προσώπων, λόγω α) του τύπου των χρησιμοποιηθέντων σκαφών, καθόσον αυτά δεν κυκλοφορούν στο εμπόριο, αλλά κατασκευάζονταν κατόπιν ειδικής παραγγελίας και ,ως εκ τούτου, δεν ήταν πιστοποιημένα από τον ελληνικό νηογνώμονα, β) των προδιαγραφών των σκαφών αυτών, οι οποίες δεν παρείχαν ασφάλεια σε περίπτωση πρόσκρουσης σε βραχονησίδα ή άλλο σκάφος ,γ) των γενικότερων συνθηκών υπό τις οποίες λάμβαναν χώρα οι μεταφορές αλλοδαπών, δοθέντος ότι αυτές αφορούσαν μεγάλο αριθμό μεταφερομένων [τουλάχιστον 40 εκάστη φορά ,κατά δε την τελευταία μεταφορά στις 28/9/2007, οπότε συνελήφθη το σύνολο των μεταφερομένων αλλοδαπών, ήταν 50 μεταφερόμενα άτομα ], σε μεγάλες αποστάσεις σε ανοικτή θάλασσα, χωρίς σωστικά μέσα (λέμβους και σωσίβια), χωρίς καθίσματα και καμπίνα, με τους επιβαίνοντες να συγκρατούνται από τις χειρολαβές από τα πλαϊνά μπαλόνια του σκάφους, ταξιδεύοντας πολλές ώρες κατά τη διάρκεια της νύκτας, χωρίς να λαμβάνεται καμία ιδιαίτερη έρευνα για τον ευαίσθητο πληθυσμό. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης καθ' όλες τις αιτιάσεις του , με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρ. 88 παρ. 1 περ. β' και γ' του Ν. 3386/2005), είναι αβάσιμος. Με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του ν. ΠΚ ορίζεται ότι, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι, εάν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου, με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Περαιτέρω, I) Για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, η διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, προέβλεπε ποινή ισόβιας κάθειρξης, ενώ η ίδια διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα για την ίδια πράξη προβλέπει ποινή ισόβιας κάθειρξης ή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών. Η νέα αυτή διάταξη είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του παλαιού Ποινικού Κώδικα, αφού με αυτήν, εκτός από την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, απειλείται διαζευκτικά η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, και συνεπώς, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής επιεικέστερου νόμου ως προς την απειλούμενη στερητική της ελευθερίας ποινή. II) Για την πράξη της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα και της προώθησης από τα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, από δράστες που δρουν κατ' επάγγελμα εκ κερδοσκοπίας ,με την επιβαρυντική περίπτωση της δυνατότητας ύπαρξης κινδύνου σε άνθρωπο ,η διάταξη του άρθρου 88 παρ.1 εδ.β' και γ' του ν.3386/2005, όπως αυτή ίσχυε μετά την τροποποίηση της από το άρ. 15 παρ.8 του ν.3536/2007 , προβλέπει ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης και χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων ευρώ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 50 εδ.α', 51 παρ.1, 52 παρ.2 του νέου ΠΚ, προκύπτει ότι η κάθειρξη είναι πρόσκαιρη και κατ' εξαίρεση, εφόσον ο νόμος το ορίζει ρητά ,ισόβια, η δε διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε [15] έτη ούτε είναι κατώτερη των πέντε [5] ετών. Ως εκ τούτου, με τις ως άνω διατάξεις του ν. ΠΚ, για την πράξη της παράβασης του άρ. 88 παρ.1 εδ. β' και γ' του ν.3386/2005, όπως αυτή ίσχυε μετά την τροποποίηση της από το άρ. 15 παρ.8 του ν.3536/2007 , προβλέπεται πλέον όριο κάθειρξης πέντε έως δεκαπέντε [5-15] ετών, ενώ η προηγούμενη (άρ.52 παρ.3 του προϊσχύσαντος Π Κ) προέβλεπε όριο κάθειρξης πέντε έως είκοσι [5 - 20] ετών και συνεπώς, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής επιεικέστερου νόμου ως προς την απειλούμενη στερητική της ελευθερίας ποινή για την εν λόγω πράξη. III) Για την απλή συνέργεια προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 1 τόσο του προϊσχύσαντος όσο και του νέου ΠΚ, ελαττωμένη [ήδη μειωμένη] ποινή ,κατ' άρ. 83 ΠΚ. Πλην όμως, τα όρια της προβλεπόμενης για την απλή συνέργεια μειωμένης ποινής ,κατά μεν τις διατάξεις του άρ. 83 περ.β' του προϊσχύσαντος ΠΚ ήταν ποινή κάθειρξης έως δώδεκα έτη ή φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τις διατάξεις του άρ. 83περ.β'του νέου ΠΚ είναι ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη.

Συνεπώς, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής επιεικέστερου νόμου ως προς την απειλούμενη στερητική της ελευθερίας ποινή και για την πράξη της απλής συνέργειας στην παράνομη μεταφορά αλλοδαπών. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 59 του νέου ΠΚ, που ορίζει τις παρεπόμενες ποινές, προκύπτει ότι ,μεταξύ αυτών, δεν περιλαμβάνεται η ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, που προβλεπόταν από τις διατάξεις των άρθρων 59-61 του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία καταργήθηκε , διότι κρίθηκε πλέον ως παρωχημένη, επιβαλλόταν δε σε περίπτωση καταδίκης σε ισόβια και πρόσκαιρη κάθειρξη, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο του ν.4620/2019 κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1ης Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 585 του νέου ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 589 παρ. 3 του ν. ΚΠΔ "Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και τις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα", κατά δε το άρθρο 590 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. δ' του ν. ΚΠΔ ,αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 514 του ίδιου Κώδικα, αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων η αίτησή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, όμως, κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος για την εκδίκαση αίτησης αναίρεσης απόφασης, που εκδόθηκε πριν την 1-7- 2019, συζητήθηκε όμως μετά την 1-7-2019, όπως εν προκειμένω, εφαρμόζει τις διατάξεις του νέου ΚΠΔ και, συνεπώς, στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΑΠ 86/2020).

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ,συντρέχει νόμιμη περίπτωση, κατά παραδοχήν ως βάσιμου του σχετικού αιτήματος που εμπεριέχεται στο τρίτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης, το παρόν Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως τις διατάξεις των άρθρων 299 παρ.1, 47, 52 παρ.2 και 83 περ.β' του νέου ΠΚ, οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, είναι επιεικέστερες ως προς την ποινή έναντι των αντίστοιχων διατάξεων του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι 30-6-2019, με βάση τις οποίες διώχθηκε, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων και ακολούθως να αναιρέσει εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση : α) ως προς τις περί ποινής διατάξεις της για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της απλής συνέργειας κατ' εξακολούθηση στην αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 88 παρ.1 εδ. β' και γ' του ν.3386/2005, όπως αυτή ίσχυε μετά την τροποποίηση της από το άρ. 15 παρ.8 του ν.3536/2007, και αναγκαίως β) ως προς τον καθορισμό της συνολικής ποινής στον αναιρεσείοντα για τις ως άνω πράξεις του και να παραπέμψει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο τούτο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και από άλλους ενόρκους (άρ.522 ΚΠΔ όπως ισχύει μετά τη τροποποίησή του από το άρ. 159 του ν. 4855/12-11-2021), εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, και γ) ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής της παρεπόμενης ποινής της διαρκούς αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων στον κατηγορούμενο , τις οποίες πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος, μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας ,και να απορρίψει κατά τα λοιπά την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρο 511 εδ. τελευταίο του ΚΠΔ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠΔ "αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους...". Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις ως άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α] να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιοδήποτε λόγο απαράδεκτο, β] οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του και γ] οι υπόλοιποι, είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναιρέσεως επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο έγινε δεκτό ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο, και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλλουν άλλους ιδίους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος [ΑΠ 1025/2021, ΑΠ 86/2020, ΑΠ 761/2019].

Στην προκειμένη περίπτωση, ο από τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. τελευτ. του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης περί εφαρμογής των ευμενέστερων διατάξεων του νέου ΠΚ που ίσχυσαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε δεκτός, δεν προσήκει μόνο στο πρόσωπο του ως άνω αναιρεσείοντος ,αλλά αφορά και το πρόσωπο των συγκαταδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση α) Α. Θ., που κρίθηκε ένοχος απλής συνέργειας κατ' εξακολούθηση στην πράξη της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα, υπηκόων τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, από κοινού και κατ' εξακολούθηση, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία με την επιβαρυντική περίπτωση της δυνατότητας ύπαρξης κινδύνου για άνθρωπο και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων [4] ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων ευρώ, και β) Δ. Μ. που κρίθηκε ένοχος με την ίδια απόφαση ,με το ελαφρυντικό του άρ. 84παρ.2 ε' ΠΚ, για την πράξη της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα, υπηκόων τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, από κοινού και κατ' εξακολούθηση, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία με την επιβαρυντική περίπτωση της δυνατότητας ύπαρξης κινδύνου για άνθρωπο, και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης έντεκα [11] ετών και η παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων διαρκείας τριών [3] ετών. Οι ανωτέρω συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος δεν άσκησαν αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ,ωστόσο συντρέχουν οι ,κατ' άρ.469 ΚΠΔ, προϋποθέσεις επέκτασης και σ' αυτούς του ανωτέρω ευεργετικού αποτελέσματος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς αυτούς: α) κατά το μέρος που αφορά τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής στον καθέναν εξ αυτών για τις ανωτέρω πράξεις τους αντίστοιχα και β) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής της παρεπόμενης ποινής στον συγκατηγορούμενο Δ. Μ. της αποστέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία έτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 81-82/2019 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, και συγκεκριμένα : α) κατά το μέρος που αφορά τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα για τις πράξεις 1) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και 2) της απλής συνέργειας κατ' εξακολούθηση στην πράξη της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα και προώθησης από τα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια υπηκόων τρίτων χωρών μη εχόντων δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, από κοινού και κατ' εξακολούθηση ,από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και εκ κερδοσκοπίας και με την επιβαρυντική περίπτωση της δυνατότητας ύπαρξης κινδύνου σε άνθρωπο , β) ως προς τις διατάξεις της περί καθορισμού της συνολικής ποινής στον αναιρεσείοντα, και γ) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα της παρεπόμενης ποινής της διαρκούς αποστέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση όσον αφορά τον αναιρεσείοντα κατά το ως άνω υπό στοιχείο α' και β' αναιρεθέν μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΕΠΕΚΤΕΙΝΕΙ το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης και στους καταδικασθέντες συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντος Α. Θ. του Δ και Δ. Μ. του Β. και αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς αυτούς, και συγκεκριμένα: α) κατά το μέρος που αφορά τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής στον καθέναν εξ αυτών αντίστοιχα για τις πράξεις 1) της απλής συνέργειας κατ' εξακολούθηση στην πράξη της παράνομης μεταφοράς απύ το εξωτερικό στην Ελλάδα και προώθησης από τα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια υπηκόων τρίτων χωρών μη εχόντων δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, από κοινού και κατ' εξακολούθηση ,από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και εκ κερδοσκοπίας και με την επιβαρυντική περίπτωση της δυνατότητας ύπαρξης κινδύνου σε άνθρωπο ως προς τον συγκατηγορούμενο Α. Θ., 2) της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα και προώθησης από τα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια υπηκόων τρίτων χωρών μη εχόντων δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, από κοινού και κατ' εξακολούθηση ,από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και εκ κερδοσκοπίας και με την επιβαρυντική περίπτωση της δυνατότητας ύπαρξης κινδύνου σε άνθρωπο ως προς τον συγκατηγορούμενο Δ. Μ., και β) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής της παρεπόμενης ποινής στον συγκατηγορούμενο Δ. Μ. της αποστέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία έτη.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση όσον αφορά τους συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντος Α. Θ. του Δ και Δ. Μ. του Β. κατά το ως άνω υπό στοιχείο α' αναιρεθέν μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ από την προσβαλλόμενη απόφαση τις διατάξεις αυτής που επιβάλλουν στους κατηγορούμενους Ν. Α. του Θ. και Δ. Μ. του Β. την παρεπόμενη ποινή της διαρκούς αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων και τριετούς αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων, αντίστοιχα. Και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 8/1/2020 κρινόμενη αίτηση του Ν. Α. του Θ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κρατήσεως Λάρισας, για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login