ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Το έγκλημα της παράνομης μεταφοράς με πλοίο ή πλωτό μέσο στην Ελλάδα από το εξωτερικό υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, στοιχειοθετείται και από την μεταφορά τους από το εξωτερικό στην αιγιαλίτιδα ζώνη με σκοπό την περαιτέρω προώθησή τους στη χώρα, εκτός αν πρόκειται για πλοίο με ξένη σημαία, το οποίο διέρχεται αβλαβώς από την αιγιαλίτιδα ζώνη, οπότε δεν ασκείται η ελληνική ποινική δικαιοδοσία με βάση τους ορισμούς των άρθ. 17-19 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της θάλασσας, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2321/1995 από την Ελλάδα, πλην συνδρομής εξαιρέσεων από τις προβλεπόμενες στο άρθ. 27 της ως άνω συμβάσεως, οπότε επεκτείνονται στην Ελλάδα ως παράκτιο κράτος οι συνέπειες του τελουμένου στο διερχόμενο ξένο πλοίο εγκλήματος, ή πρόκειται για έγκλημα από αυτά που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθ. 8 του ΠΚ.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, αιτιολόγησε με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τη συνδρομή της δικαιοδοσίας του, ως προς τη συγκεκριμένη υπόθεση, παραθέτοντας τα περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα που τα στηρίζουν, κατά τα οποία οι κατηγορούμενοι διενήργησαν τη μεταφορά μέσω των ελληνικών αλλά και των διεθνών χωρικών υδάτων, με προορισμό την ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη και τελικώς άγνωστο Ελληνικό λιμάνι, απορρίπτοντας αιτιολογημένα το σχετικό περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ισχυρισμό των κατηγορουμένων, με το επιχείρημα ότι η σύλληψή τους έλαβε χώρα στα διεθνή ύδατα και συνακόλουθα, δεν υπερέβη την εξουσία του με το να δικάσει την υπόθεση.
Απόφαση 207 / 2022 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 207/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Μαρία Κουβίδου και Ευάγγελο Μητσέλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2021 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. P. ή P. V. του I., κρατούμενου του Κ.Κ. Β' Τύπου ... και 2. V. A. του A., κρατούμενου στο Κ.Κ. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα Βαθειά, η οποία διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 85/2020 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 123, 165, 169, 206/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις υπ' αριθ. πρωτ. 4/2020 και 5/2020 αιτήσεις τους αναιρέσεως και στους από 4 Μαρτίου 2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης του V. A. του A., που αναφέρονται στο σχετικό δικόγραφο, οι οποίες ασκήθηκαν ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιά, Παράσχου Μαραγκού, και καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 486/2020.
Αφού άκουσε Tον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τις διατάξεις που αφορούν την απόρριψη του ελαφρυντικού 84 παρ. 2 ε Π.Κ. και ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και ως προς την συνολική ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και να απορριφθούν οι αιτήσεις κατά τα λοιπά και την διορισθέντα με πράξη πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση από 12-3-2020 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των 1) P. V. του I. και A. και 2) V. A. του A. και S., κατά της υπ` αριθμ. 123, 165, 169, 206/28.6.2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, με την οποία καταδικάσθηκαν αυτοί για την πράξη της από κοινού και κατά συρροή μεταφοράς λαθρομεταναστών από κερδοσκοπία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρίσθηκε στο Ειδικό Βιβλίο (άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ) στις 03-3-2020 και οι αναιρέσεις ασκήθηκαν, δια δηλώσεως εκάστου αναιρεσείοντος ενώπιον του Γραμματέα του ως άνω εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου, στις 12-3-2020 (αριθ. καταθ. 4-5/12.3.2020), είναι δε παραδεκτές, περιέχουσες μοναδικό, κοινό, λόγο αναίρεσης την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τα περιστατικά που θεμελιώνουν τη δικαιοδοσία του δικάσαντος δικαστηρίου και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους. Με τις ως άνω αιτήσεις αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικασθεί, ως συναφής, και ο προταθείς από τον δεύτερο αναιρεσείοντα V. A., πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με το αυτοτελές από 22-12-2020 δικόγραφο που κατατέθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 509 Κ.Π,Δ.), με λόγο την έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης της καλής μεταγενέστερης συμπεριφοράς στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος αυτού. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 περ. β` του νόμου 4251/2014, πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών και για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται δε υποκειμενικά δόλος, είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος, ενώ συνιστά επιβαρυντική περίσταση όταν ο δράστης ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος (περ. β`). Περαιτέρω, κατά το άρθ. 5 παρ. 1 του ΠΚ οι Ελληνικοί Ποινικοί Νόμοι εφαρμόζονται σε όλες τις πράξεις που τελέσθηκαν στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και από αλλοδαπούς. Έτσι, στην αποκλειστική κυριαρχία της Ελλάδος, εκτός από το χερσαίο έδαφος, τις νήσους, τους ποταμούς, τις λίμνες και κλειστές θάλασσες, ανήκουν και τα εσωτερικά ύδατα της Ελλάδος (κόλποι, όρμοι, λιμένες, αγκυροβόλια, εκβολές ποταμών) καθώς και η αιγιαλίτιδα ζώνη της Ελλάδος, η επιφάνεια της οποίας μαζί με τον υδάτινο όγκο της, το βυθό της και το υπέδαφος αυτού, κατά τα οριζόμενα στο άρθ. 22 του ΑΝ 2597/1940, αποτελεί τμήμα του Ελληνικού εδάφους. Η αιγιαλίτιδα αυτή ζώνη με το άρθρο μόνο του ΑΝ 230/1936 και το άρθ. 139 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ΝΔ 187/1973) καθορίζεται σε έξι ναυτικά μίλια από την ακτή. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθ. 30 του νόμου 4251/2014, συνάγεται ότι το έγκλημα της παράνομης μεταφοράς με πλοίο ή πλωτό μέσο στην Ελλάδα από το εξωτερικό υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, στοιχειοθετείται και από την μεταφορά τους από το εξωτερικό στην αιγιαλίτιδα ζώνη με σκοπό την περαιτέρω προώθησή τους στη χώρα, εκτός αν πρόκειται για πλοίο με ξένη σημαία, το οποίο διέρχεται αβλαβώς από την αιγιαλίτιδα ζώνη, οπότε δεν ασκείται η ελληνική ποινική δικαιοδοσία με βάση τους ορισμούς των άρθ. 17-19 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της θάλασσας, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2321/1995 από την Ελλάδα, πλην συνδρομής εξαιρέσεων από τις προβλεπόμενες στο άρθ. 27 της ως άνω συμβάσεως, οπότε επεκτείνονται στην Ελλάδα ως παράκτιο κράτος οι συνέπειες του τελουμένου στο διερχόμενο ξένο πλοίο εγκλήματος, ή πρόκειται για έγκλημα από αυτά που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθ. 8 του ΠΚ. Εξάλλου κατά το άρθ. 16 του ΠΚ τόπος τελέσεως της πράξεως (στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για την εφαρμογή των Κανόνων του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου που προσδιορίζουν εάν θα τύχουν εφαρμογής οι Εθνικοί Ποινικοί Νόμοι ορισμένου κράτους), επί εγκλημάτων που τελούνται με θετική ενέργεια και το αποτέλεσμά τους επέρχεται και συμπίπτει με τη δράση αυτή είναι εκείνος όπου ο δράστης διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη πράξη, δηλαδή την άρχισε ή τη συνέχισε, ενώ στα εγκλήματα όπου το αποτέλεσμα επέρχεται σε άλλο τόπο (εγκλήματα απόστασης) τόπος τελέσεως είναι τόσο ο τόπος όπου ο δράστης ενήργησε όσο και αυτός όπου επήλθε το αποτέλεσμα (ΑΠ 1973/2019, ΑΠ 2070/2017, ΑΠ 1354/2013). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι καταρχάς αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Όταν όμως πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε προκύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ` αριθ. 123,165,169,206/28.6.2019 απόφασής του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ, τα εξής: "Ότι οι κατηγορούμενοι, Ουκρανοί υπήκοοι, στις 25-6-2017, ευρισκόμενοι στην παραθαλάσσια πόλη της Τουρκίας, Μποντρούμ, ενεργώντας από κοινού και από κερδοσκοπία και με σκοπό πορισμού εισοδήματος από τη δραστηριότητά τους αυτή, μετέφεραν από τα παράλια της Τουρκίας, μέσω των ελληνικών χωρικών υδάτων, παρανόμως, έχοντας επίγνωση του παράνομου χαρακτήρα των ενεργειών τους, όπως οι ίδιοι παραδέχθηκαν απολογούμενοι, υπηκόους τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα (Ελλάδα), δηλώνοντας, χωρίς όμως αυτό να αποδεικνύεται από οποιοδήποτε πειστικό στοιχείο, ότι τελικός τους προορισμός ήταν η Ιταλία. Ειδικότερα, κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία επιβίβασαν σε ιστιοφόρο σκάφος με ονομασία "ΑΝΙΤΑ", μήκους 13,60μ., με σημαία Λετονίας και αριθμό νηολογίου Ρίγας ..., ιδιοκτησίας A. D., 50 υπηκόους κατά δήλωσή τους των χωρών Ιράκ, Ιράν και Συρίας, μεταξύ των οποίων ένδεκα ανήλικα, για να τους μεταφέρουν στην Ελλάδα ή άλλη χώρα της Ευρώπης, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι παράνομο, με σκοπό το κέρδος. Το ανωτέρω πλοίο, τη διακυβέρνηση του οποίου είχαν αναλάβει οι κατηγορούμενοι, κατελήφθη στις 27-6-2017, νυχτερινή ώρα, από ομάδα της αρμόδιας υπηρεσίας Έρευνας και Διάσωσης Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής, σε απόσταση 20 ναυτικών μιλίων ανατολικά της νήσου Κυθήρων με προορισμό κάποιο ελληνικό λιμάνι, ενώ κατά δήλωση των κατηγορουμένων, η οποία όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώθηκε, ο προορισμός του ήταν η Ιταλία, ενώ στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε πει πως ήταν το Μαυροβούνιο..... Οι δύο κατηγορούμενοι ήταν στο πηδάλιο του πλοίου. Οι επιβαίνοντες είχαν καταβάλει το ποσό των 5.500 δολλαρίων ΗΠΑ περίπου ο καθένας, σε άγνωστο άτομο στην Τουρκία, για να τους επιτραπεί η επιβίβασή τους στο σκάφος, μέρος του οποίου κατέληξε ως πληρωμή των κατηγορουμένων για την πραγματοποίηση της μεταφοράς.... Οι ίδιοι απολογούμενοι παραδέχθηκαν ότι πληρώθηκαν για να πραγματοποιήσουν αυτή τη μεταφορά και ειδικά ο πρώτος παραδέχθηκε ότι θα ελάμβανε 2.500 $. Επίσης παραδέχθηκαν ότι γνώριζαν ότι η μεταφορά ήταν παράνομη και, όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο αποδείχθηκε ότι ήταν οικοδόμος στο επάγγελμα, ενώ ο δεύτερος ισχυρίστηκε ότι ήταν καπετάνιος απόφοιτος ανάλογης σχολής της Μόσχας, ισχυρισμός όμως ο οποίος δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα σχετικό έγγραφο. Επίσης κατά την απολογία του περιέπεσε σε αντιφάσεις, αφού, αφενός είπε ότι είχε ταξιδέψει επανειλημμένως στο παρελθόν με το συγκεκριμένο σκάφος, αλλά ως βοηθός, ενώ μόνο το συγκεκριμένο ταξίδι του ήταν το πρώτο του ως κυβερνήτη, αφετέρου δεν γνώριζε την εθνικότητα του πλοίου, λέγοντας ότι είχε σημαία Αυστρίας, όταν από τα έγγραφα του πλοίου προκύπτει ότι ήταν σημαίας Λετονίας. Το τελευταίο γεγονός είναι ενδεικτικό της απειρίας τους και της έλλειψης γνώσεως ναυτοσύνης, αναγνώσεως εγγράφων, χαρτών και ικανότητας πλοήγησης του σκάφους..... Να σημειωθεί επίσης, ότι δεν κατασχέθηκαν χάρτες με χαραγμένη πορεία ούτε άλλα όργανα εντός του σκάφους. Σύμφωνα δε με την κατάθεση του μάρτυρα Κ., μετά τον απόπλου από το Μπόντρουμ, πέρασαν υποχρεωτικά από ελληνικά χωρικά ύδατα. Επίσης, εφόσον αποδείχθηκε ότι το πλοίο δεν διέθετε GPS, ούτε χάρτες, αλλά και οι κατηγορούμενοι ήταν άπειροι περί την ναυσιπλοΐα, αντιβαίνει στη λογική ο ισχυρισμός τους ότι διέρχονταν συνεχώς από διεθνή ύδατα, περνώντας ανάμεσα από τα ελληνικά νησιά με τη συγκεκριμένη μορφολογία μέχρι την τυχαία σύλληψή τους κοντά στα Κύθηρα, όντως εντός διεθνών υδάτων και ότι ουδέποτε πλησίασαν ή εισήλθαν σε ελληνικά χωρικά ύδατα......Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω αποδειχθέντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι αφενός πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός τους περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων (κατ' ορθή εκτίμηση του ισχυρισμού τους περί τοπικής αναρμοδιότητας) και αφετέρου, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό". Ακολούθως το Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τους κήρυξε ενόχους του ότι "... από κοινού και έχοντας κοινό δόλο, με περισσότερες πράξεις τους, ως κυβερνήτες πλωτού μέσου μετέφεραν παράνομα από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, τελούν δε τέτοιες μεταφορές από κερδοσκοπία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα, ενώ ήταν κυβερνήτες του ιστιοφόρου σκάφους με το όνομα "ΑΝΙΤΑ", νηολογημένου με τον αριθμό ... στο λιμένα Ρίγα Λετονίας, μήκους 13,60 μέτρων, ιδιοκτησίας του Ρώσου υπηκόου A. D., το οποίο ελλιμενιζόταν σε παραθαλάσσια περιοχή της Τουρκίας, επιβίβασαν σ' αυτό και παρέλαβαν από εκεί (Τουρκία), στις 25-6-2017, πολίτες τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στη Ελλάδα, ήτοι πενήντα υπηκόους χωρών, κατά δήλωσή τους, Συρίας, Ιράκ και Ιράν, με προορισμό την Ελλάδα. Κατελήφθησαν δε στις 27-6-2017, στη θαλάσσια περιοχή που ορίζεται στα είκοσι ναυτικά μίλια ανατολικά της νήσου Κυθήρων, από την αρμόδια υπηρεσία Έρευνας και Διάσωσης Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής, ενώ μετέφεραν με το προαναφερθέν πλωτό μέσο, τους εν λόγω αλλοδαπούς επιβαίνοντες, με προορισμό άγνωστο εισέτι λιμένα της χώρας (Ελλάδας). Τέλεσαν δε την πράξη τους αυτή από κερδοσκοπία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τον μεγάλο, δυσανάλογο μάλιστα, σχετικά με τη μικρή χωρητικότητα του ως άνω ιστιοφόρου σκάφους, αριθμό των επιβαινόντων (50 επιβατών), σε συνδυασμό με το μεγάλο χρηματικό ποσό, ύψους 5.500 δολαρίων ΗΠΑ, που καθένα από αυτούς (επιβαίνοντες) είχε προηγουμένως καταβάλει στην Κωνσταντινούπολη, σε άγνωστο εισέτι, Τούρκο συνεργάτη τους, ο οποίος (Τούρκος συνεργάτης), επομένως, είχε συγκεντρώσει για τη μεταφορά αυτών (50 επιβατών), το συνολικό ποσό των 275.000 €, άγνωστο μέρος του οποίου (χρηματικού ποσού) κατέληξε σ' αυτούς ως αντάλλαγμα, για τις παράνομες υπηρεσίες που παρείχαν ως κυβερνήτες του εν λόγω σκάφους. Επομένως από τις πράξεις τους αυτές προσπορίζουν σταθερά παράνομο εισόδημα, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση αυτής, προκύπτει σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη παράνομης μεταφοράς προσώπων.......". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση και αφού δέχθηκε τη συνδρομή στο πρόσωπο των κατηγορουμένων της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α` Π.Κ., τους καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για καθένα μεταφερόμενο από τους 50 αλλοδαπούς και συνολική ποινή καθείρξεως εκατόν πενήντα τριών (153) ετών, όρισε δε εκτιτέα ποινή για έκαστο κατηγορούμενο τα 25 έτη.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η δικαστική κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη Χώρα, αφού στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων, με τον τρόπο της διευκόλυνσης μεταφοράς τους δια πλωτού μέσου, περαιτέρω δε αιτιολόγησε με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τη συνδρομή της δικαιοδοσίας του, ως προς τη συγκεκριμένη υπόθεση, παραθέτοντας τα περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα που τα στηρίζουν, κατά τα οποία οι κατηγορούμενοι διενήργησαν τη μεταφορά μέσω των ελληνικών αλλά και των διεθνών χωρικών υδάτων, με προορισμό την ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη και τελικώς άγνωστο Ελληνικό λιμάνι, απορρίπτοντας αιτιολογημένα το σχετικό περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ισχυρισμό των κατηγορουμένων, με το επιχείρημα ότι η σύλληψή τους έλαβε χώρα στα διεθνή ύδατα και συνακόλουθα, δεν υπερέβη την εξουσία του με το να δικάσει την υπόθεση. Επομένως, ο μόνος κοινός λόγος των δύο αναιρέσεων, περί ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τους λόγους που θεμελίωσαν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, κρίνεται αβάσιμος. Ως προς την επιβληθείσα ποινή, όμως, θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του κυρωθέντος με τον ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α` 95/11-6-2019) και ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση (in concreto) και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου. Επιεικέστερος είναι ο νόμος όταν διαφοροποιεί το πραγματικό του κανόνα δικαίου, εφόσον εκ τούτου ωφελείται ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511 εδ. τελ. και 514 Κ.Π.Δ., όπως αυτός ισχύει από 1-7-2019 μετά την κύρωσή του με τον ν. 4620/2019 (ΦΕΚΑ`96/11-6-2019) προκύπτει, ότι στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς όσον αφορά στα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και στην προβλεπόμενη κύρια ή παρεπόμενη ποινή, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 2 παρ.1 Π.Κ., το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και μάλιστα ανεξάρτητα από την εμφάνιση του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας. Κατά το άρθρο 52 παρ. 3 του καταργηθέντος ΠΚ, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη ούτε είναι μικρότερη από πέντε έτη, κατά δε το άρθρο 83 περ. β` ΠΚ, η προβλεπόμενη από το νόμο ελαττωμένη ποινή στην περίπτωση της κάθειρξης πάνω από δέκα έτη, είναι κάθειρξη έως δώδεκα έτη ή φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επίσης, κατά το άρθρο 94 του ίδιου ΠΚ, η συνολική ποινή επί περισσότερων πράξεων του ιδίου υπαιτίου, σχηματίζεται με την επαύξηση της βαρύτερης εξ αυτών, επί δε ποινών ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, με την επαύξηση μιας από αυτές, η οποία - επαύξηση - δεν μπορεί να είναι κατώτερη από: α) τέσσερις μήνες, αν η συντρέχουσα ποινή είναι ανώτερη από δύο έτη, β) ένα έτος αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη έως δέκα έτη και γ) δύο έτη, αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη ανώτερη από δέκα έτη και τα δέκα έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση. Οπωσδήποτε όμως η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των άλλων συντρεχουσών ποινών, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε έτη όταν πρόκειται για κάθειρξη. Ήδη με τον ισχύοντα από 1-7-2019 νέο ΠΚ (Ν. 4619/2019) στο άρθρο 52 παρ. 2 αυτού ορίζεται ότι, η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε έτη ούτε είναι κατώτερη των πέντε ετών, ενώ στο άρθρο 83 περ. β` ότι όπου στο νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή αντί για την ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη. Εξάλλου στο άρθρο 94 παρ.1 του ίδιου, ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, ορίζεται ότι: "1. Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσοτέρων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ιδίου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι έτη, όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη και τα οκτώ έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση". Από τη σύγκριση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι νεότερες είναι ευμενέστερες σε σχέση με τις αντίστοιχες προϊσχύσασες, καθόσον: α) καταργείται το ελάχιστο όριο επαύξησης της ποινής βάσης για κάθε συντρέχουσα ποινή, β) το ανώτατο όριο της επαύξησης μειώνεται στο 1/2 αντί των 3/4 κάθε συντρέχουσας ποινής που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, γ) μειώνονται τα ανώτατα όρια της συνολικής εκτιτέας ποινής από τα 25 έτη στα 20 έτη σε περίπτωση κάθειρξης και από τα 10 έτη σε 8 έτη σε περίπτωση φυλάκισης. Οι προεκτεθείσες διατάξεις του ισχύοντος ΠΚ είναι εμφανώς ευμενέστερες των αντίστοιχων διατάξεων του προϊσχύσαντος ΠΚ. Εξάλλου, στο άρθρο 13 του νέου Π.Κ. δεν περιλήφθηκε η περίσταση της "κατά συνήθεια τέλεσης" του εγκλήματος, που προβλεπόταν στον προϊσχύσαντα ΠΚ.. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, που οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν για την αξιόποινη πράξη της μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών που δεν είχαν το δικαίωμα εισόδου στη χώρα τελεσθείσα κατά συναυτουργία εκ κερδοσκοπίας, κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά συρροή, η οποία τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή (30.000) ευρώ έως (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, (άρθρο 30 παρ.1 περ. β` Ν.4251/2014) και τους επιβλήθηκαν οι αναφερόμενες επιμέρους και συνολικές ποινές, πρέπει, κατ` αυτεπάγγελτη εφαρμογή των προαναφερόμενων ευμενέστερων διατάξεων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, Α) ως προς τις περί ποινής διατάξεις της για την πράξη της παράνομης μεταφοράς υπηκόων τρίτων χωρών από κοινού, κατά συρροή, κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια, αναγκαίως δε και ως προς τον καθορισμό της συνολικής ποινής Β) ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής στους κατηγορούμενους της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων τους για πέντε (5) έτη, καθώς και του μέτρου ασφαλείας της απέλασης από τη χώρα μετά την έκτιση της ποινής τους και της απαγόρευσης επανεισόδου αυτών στη χώρα για δέκα (10) έτη, τις οποίες πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος, μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας, απορριπτομένων κατά τα λοιπά των αιτήσεων αναίρεσης. Εν συνεχεία θα πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο, από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 522 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθ. 159 Ν. 4855/2021), ενώ παρέλκει πλέον, ως αλισυτελής, η έρευνα του σχετικού αναιρετικού πρόσθετου λόγου, του δευτέρου αναιρεσείοντος, που αφορά στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος αυτού περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, η οποία σχετίζεται άμεσα με τις αναιρούμενες περί ποινών διατάξεις.
Τέλος, ενόψει του ότι στα άρθρα 59 και 60 του ισχύοντος ΠΚ δεν περιλαμβάνεται ως παρεπόμενη ποινή η αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, όπως προβλεπόταν στον καταργηθέντα Ποινικό Κώδικα για τις καταδίκες σε πρόσκαιρη κάθειρξη και της κατάργησης με το νέο ΠΚ του άρθρου 74 που προέβλεπε την απέλαση αλλοδαπού, πρέπει οι σχετικές διατάξεις να απαλειφθούν από την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ` αριθ. 123,165,169,206/28.6.2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς και δη κατά τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής, καθορισμού συνολικής ποινής και συνολικής εκτιτέας ποινής για κάθε αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, καθώς και ως προς την παρεπόμενη ποινή της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων και το μέτρο ασφαλείας της απέλασης από τη Χώρα μετά την έκτιση της ποινής και την απαγόρευση επανεισόδου αυτών στη χώρα για δέκα (10) έτη.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απαλείφει τις διατάξεις α) για αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων για πέντε (5) έτη και β) για απέλαση αυτών από τη Χώρα μετά την έκτιση της ποινής και την απαγόρευση επανεισόδου αυτών στη χώρα για δέκα (10) έτη.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 12-3-2020 αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων 1) P. V. του I. και A. και 2) V. A. του A., αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 123,165,169,206/28.6.2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2021.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ