ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Η αιγιαλίτιδα αυτή ζώνη με το άρθρο μόνο του ΑΝ 230/1936 και το άρθρο 139 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ΝΔ 187/1973) καθορίζεται σε έξι ναυτικά μίλια από την ακτή. Νομολογιακά, αν και έχει γίνει δεκτό ότι το έγκλημα της παράνομης μεταφοράς με πλοίο ή πλωτό μέσο στην Ελλάδα από το εξωτερικό υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, στοιχειοθετείται και από την μεταφορά τους από το εξωτερικό στην αιγιαλίτιδα ζώνη με σκοπό την περαιτέρω προώθησή τους στη χώρα, εκτός αν πρόκειται για πλοίο με ξένη σημαία, το οποίο διέρχεται αβλαβώς από την αιγιαλίτιδα ζώνη οπότε δεν ασκείται η ελληνική ποινική δικαιοδοσία με βάση τους ορισμούς των άρθ. 17-19 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της θάλασσας, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2321/1995 από την Ελλάδα, πλην συνδρομής εξαιρέσεων από τις προβλεπόμενες στο άρθ. 27 της ως άνω συμβάσεως, οπότε επεκτείνονται στην Ελλάδα ως παράκτιο κράτος οι συνέπειες του τελουμένου στο διερχόμενο ξένο πλοίο εγκλήματος, ή πρόκειται για έγκλημα από αυτά που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 8 ΠΚ (ΑΠ 2070/2017, ΝΟΜΟΣ), θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι για το αδίκημα του άρθρου 30 Ν. 4251/2014 τυγχάνει εφαρμογής η §11 αυτού σύμφωνα με την οποία, “οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 29 εφαρμόζονται και όταν οι προβλεπόμενες σε αυτά αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή αλλοδαπό ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν”, με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι και στις περιπτώσεις που το αδίκημα τελείται και πέρα από τα όρια των έξι ναυτικών μιλίων που αποτελεί την αιγιαλίτιδα ζώνη.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΣΙΘΙΟΥ
ΒΟΥΛΕΥΜΑ /2021
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΛΑΣΙΘΙΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Γεωργία Χαλκιαδάκη, Προέδρο Πλημμελειοδικών, Μαρία Παπαδάκη, Πλημμελειοδίκη-Εισηγήτρια και Βασιλική Παπαμιχαλοπούλου, Πλημμελειοδίκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ στην αίθουσα διασκέψεών του, την 11η Φεβρουαρίου του έτους 2021, παρουσία και της Γραμματέως Μαριάνθης Ρουσελάκη, για να αποφανθεί για ποινική υπόθεση, για την οποία ο Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Λασιθίου, Συμεών Τσεντεμεΐδης, υπέβαλε στο Συμβούλιο αυτό την υπό στοιχεία Β20/9/28-12-2021 έγγραφη πρότασή του, η οποία έχει ως εξής:
«Αριθμός: ΒΦ2020-76
ΠΡΟΤΑΣΗ
ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΛΑΣΙΘΙΟΥ
Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 §2 και §4, 138 §1 εδ. β και 308 §1 ΚΠΔ υπό την κρίση του Συμβουλίου Σας την παρούσα με Αριθμό Βιβλίου Μηνύσεων ΒΦ2020-76 ποινική δικογραφία, που σχηματίστηκε κατά των: (1) ……………, κατοίκου Σμύρνης Τουρκίας και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων και (2) ……., κατοίκου Σμύρνης Τουρκίας και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων, κατηγορούμενων για τις πράξεις: (α) της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συναυτουργία και κατά συρροή, από υπαιτίους που ενεργούν εκ κερδοσκοπίας και από την πράξη μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος (άρθρο 30 §1 περ. β, γ, δ Ν. 4251/2014 σε συνδ. με άρθρα 45, 94 ΠΚ), (β) της πρόκλησης ναυαγίου κατά συναυτουργία από την οποία προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο και είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου (άρθρα 277 §1 περ. β, δ, 45 ΠΚ) και (γ) της παράνομης εισόδου στη χώρα (άρθρο 83 Ν. 3386/2005), και εκθέτω τα ακόλουθα:
Η δικογραφία σχηματίστηκε ύστερα από αστυνομική προανάκριση, που διενεργήθηκε από το Λιμεναρχείο Σητείας. Μετά την υποβολή της σχετικής δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λασιθίου, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων για τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας αξιόποινες πράξεις και παραγγέλθηκε κύρια ανάκριση, που διενεργήθηκε από την Ανακρίτρια Λασιθίου και περατώθηκε νόμιμα με τη λήψη της απολογίας των κατηγορουμένων (άρθρο 270 §1 α ΚΠΔ) και την έκδοση των υπ’ αριθμ. 12/2020 και 13/2020 Ενταλμάτων Προσωρινής Κράτησης, αντίστοιχα, της ίδιας Ανακρίτριας, δυνάμει των οποίων οι κατηγορούμενοι κρατούνται προσωρινά στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων. Το δε πέρας της κύριας ανάκρισης γνωστοποιήθηκε στους κατηγορούμενους, όπως προκύπτει από τα υπ’ αριθμ. πρωτ. 10528/2-12-2020 και 10527/2-12-2020 έγγραφα του Ποϊσταμένου Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης Χανίων, σύμφωνα με το άρθρο 308 §4 ΚΠΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 30 §1 Ν. 4251/2014, “1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της Χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α. με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χχιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β. με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή εξήντα χιλιάδων (60.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού, γ. με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, δ. με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν στην περίπτωση γ επήλθε θάνατος”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι καθιερώνεται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματώνεται, κατά την αντικειμενική του υπόσταση, με οποιονδήποτε από τους ανωτέρω τρόπους, από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή σε άλλη χώρα ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους, ως λαθρομεταναστών, ενώ για την κατάφαση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος είτε άμεσος (κοινός) είτε ενδεχόμενος, συνιστά δε επιβαρυντική περίσταση, εκτός των άλλων, όταν ο δράστης ενεργεί από κερδοσκοπία, δηλαδή όταν αποβλέπει στον πορισμό εισοδήματος, όταν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο ή αν επήλθε θάνατος (ΑΠ 1121/2019, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει τα πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Επίσης, η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικά, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης αυτού, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) (ΑΠ 1121/2019, ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου στην παράβαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 30 §1 περ. β και γ του Ν. 4251/2014, δεν είναι αναγκαίο κατ` αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται σ` αυτή το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος και η περί τούτου γνώση του υπαίτιου της πράξης, ενώ απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κατάφαση επιβαρυντικών περιστάσεων, όπως είναι αυτή της τέλεσης της πράξης από κερδοσκοπία ή της δυνατότητας ύπαρξης κινδύνου για άνθρωπο. Περαιτέρω, για να αποδοθεί στον δράστη το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου της περ. δ, θα πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του αμέλεια ως προς το αποτέλεσμα αυτό.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 277 §1 ΠΚ: “όποιος προκαλεί τη βύθιση ή την προσάραξη πλοίου τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη αν στην περίπτωση των στοιχείων α΄ ή β΄ η πράξη προκάλεσε σημαντική βλάβη σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας ή είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη ανθρώπου, δ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχείου β΄ η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη”. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της πρόκλησης ναυαγίου, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η πλήρης καταβύθιση του πλοίου ή η προσάραξη τούτου, κατά τρόπο που να μην μπορεί να πλέει, καθώς και η από τη βύθιση ή προσάραξή του πρόκληση δυνατότητας κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου για άνθρωπο (ΑΠ 1649/2008, ΠοινΔ 2009/4), υποκειμενικώς δε πρόθεση (και υπό τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου), που ενέχει γνώση ότι από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος ανθρώπου και τη θέληση ή της βύθισης ή της προσάραξης του πλοίου. Ο δόλος πρέπει να καλύπτει τόσο την πρόκληση ναυαγίου, όσο και τον κοινό κίνδυνο που μπορεί να προκύψει σε ξένα πράγματα και ανθρώπους. Όταν όμως η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη προκάλεσε περαιτέρω βαρύτερο αποτέλεσμα, δηλαδή προκλήθηκε βαριά σωματική βλάβη σε άνθρωπο ή θάνατος, που συνεπάγεται την επιβολή βαρύτερων ποινών, τότε έχει συντελεσθεί το εκ του αποτελέσματος έγκλημα που τυποποιείται στην περίπτωση γ΄ του άρθρου ή το εκ του αποτελέσματος έγκλημα της θανατηφόρας πρόκλησης ναυαγίου που τυποποείται στην περίπτωση δ΄ του άρθρου. Παράλληλα το άρθρο αυτό δίνει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να επιβάλει ισόβια κάθειρξη στην περίπτωση που προκλήθηκε θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων. Και στο άρθρο αυτό, όπως προαναφέρθηκε, για να αποδοθεί στο δράστη το βαρύτερο αποτέλεσμα, πρέπει να υπάρχει ως προς αυτό αμέλειά του. Ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, δηλαδή και ο πλοιοκτήτης ή μέλος του πληρώματος ή και τρίτο πρόσωπο, εκτός του πλοίου ευρισκομένου (ΣυμβΑΠ 500/2003 Ποιν.Δικ. 2003 σελ. 759επ.). Περαιτέρω δε, η βύθιση ή η προσάραξη μπορεί να τελεσθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμη και με παράλειψη, όταν το υποκείμενο της πράξης είναι πρόσωπο που έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την ασφάλεια του πλοίου.
Επίσης, κατά το άρθρο 83 §1 εδ. α Ν. 3386/2005, “Ο υπήκοος τρίτης χώρας, που εξέρχεται ή επιχειρεί να εξέλθει από το ελληνικό έδαφος ή εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει σε αυτό χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ”, ενώ κατά το άρθρο 45 ΠΚ, “αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στον νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός”. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται κοινός δόλος των προσώπων που συμπράττουν και αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξή τους, η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική κατά την ενέργεια από τον καθένα των επιμέρους πράξεων, οι οποίες άμεσα συντελούν στην ολοκλήρωση του εγκληματικού αποτελέσματος. Συνίσταται δε ο κοινός δόλος στην συναπόφαση που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεώς της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δράση του με την δράση του άλλου (ΑΠ 980/2017, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 391/2015, ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 §1 ΠΚ οι Ελληνικοί Ποινικοί Νόμοι εφαρμόζονται σε όλες τις πράξεις που τελέσθηκαν στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και από αλλοδαπούς. Έτσι, στην αποκλειστική κυριαρχία της Ελλάδος, εκτός από το χερσαίο έδαφος, τις νήσους, τους ποταμούς, τις λίμνες και κλειστές θάλασσες, ανήκουν και τα εσωτερικά ύδατα της Ελλάδος (κόλποι, όρμοι, λιμένες, αγκυροβολιά, εκβολές ποταμών) καθώς και η αιγιαλίτιδα ζώνη της Ελλάδος, η επιφάνεια της οποίας μαζί με τον υδάτινο όγκο της, το βυθό της και το υπέδαφος αυτού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 του ΑΝ 2597/1940, αποτελεί τμήμα του Ελληνικού εδάφους. Η αιγιαλίτιδα αυτή ζώνη με το άρθρο μόνο του ΑΝ 230/1936 και το άρθρο 139 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ΝΔ 187/1973) καθορίζεται σε έξι ναυτικά μίλια από την ακτή. Νομολογιακά, αν και έχει γίνει δεκτό ότι το έγκλημα της παράνομης μεταφοράς με πλοίο ή πλωτό μέσο στην Ελλάδα από το εξωτερικό υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, στοιχειοθετείται και από την μεταφορά τους από το εξωτερικό στην αιγιαλίτιδα ζώνη με σκοπό την περαιτέρω προώθησή τους στη χώρα, εκτός αν πρόκειται για πλοίο με ξένη σημαία, το οποίο διέρχεται αβλαβώς από την αιγιαλίτιδα ζώνη οπότε δεν ασκείται η ελληνική ποινική δικαιοδοσία με βάση τους ορισμούς των άρθ. 17-19 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της θάλασσας, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2321/1995 από την Ελλάδα, πλην συνδρομής εξαιρέσεων από τις προβλεπόμενες στο άρθ. 27 της ως άνω συμβάσεως, οπότε επεκτείνονται στην Ελλάδα ως παράκτιο κράτος οι συνέπειες του τελουμένου στο διερχόμενο ξένο πλοίο εγκλήματος, ή πρόκειται για έγκλημα από αυτά που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 8 ΠΚ (ΑΠ 2070/2017, ΝΟΜΟΣ), θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι για το αδίκημα του άρθρου 30 Ν. 4251/2014 τυγχάνει εφαρμογής η §11 αυτού σύμφωνα με την οποία, “οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 29 εφαρμόζονται και όταν οι προβλεπόμενες σε αυτά αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή αλλοδαπό ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν”, με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι και στις περιπτώσεις που το αδίκημα τελείται και πέρα από τα όρια των έξι ναυτικών μιλίων που αποτελεί την αιγιαλίτιδα ζώνη.
Aπό την εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας, αξιολογουμένων κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης και ειδικότερα από τα έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα εξής:
Στις 14-9-2020 οι κατηγορούμενοι είχαν την διακυβέρνηση σκάφους αγνώστων λοιπών στοιχείων και μετέφεραν από τις ακτές της Τουρκίας με προορισμό την Ιταλία περίπου εβδομήντα τρεις (73) αλλοδαπούς. Ο αριθμός των επιβατών ξεπερνούσε το επιτρεπόμενο όριο των επιβατών που μπορούσαν να επιβιβαστούν στο σκάφος σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά αυτού, ενώ παράλληλα δεν υπήρχαν πάνω σε αυτό τα απαραίτητα σωστικά μέσα (ατομικά σωσίβια, σωσίβιες λέμβους) με αποτέλεσμα περί ώρα 17:37 να προκληθεί βύθιση αυτού σε στίγμα φ: 35ο 13,7΄ Β και λ: 026ο 35,7΄Α στη θαλάσσια περιοχή περίπου δώδεκα (12) ναυτικά μίλια ανατολικά της νήσου Κρήτης εξαιτίας της θαλασσοταραχής που επικρατούσε στην περιοχή. Από την αστυνομική προανάκριση που έλαβε χώρα διαπιστώθηκε ο θάνατος τεσσάρων (4) ατόμων και συγκεκριμένα δύο (2) ανηλίκων ηλικίας έξι (6) και εφτά (7) ετών, καθώς και δύο (2) ενήλικων γυναικών, ενώ αγνοούνται ακόμα δεκατέσσερα (14) άτομα. Από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων των επιβατών του σκάφους προκύπτει ότι ο καθένας έδωσε το χρηματικό ποσό των 5.000-7.000€ σε άγνωστο πρόσωπο στην Τουρκία προκειμένου να μεταφερθούν στην Ιταλία, ενώ αναγνωρίστηκαν από αυτούς οι δύο κατηγορούμενοι ως χειριστές του σκάφους μαζί με άλλα δύο μέχρι στιγμής άγνωστα άτομα τα οποία κατά την διάρκεια της θαλασσοταραχής επιβιβάστηκαν σε γρήγορο φουσκωτό σκάφος και έφυγαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Επιπλέον, οι επιβάτες κατέθεσαν ότι δεν είχαν όλοι οι επιβάτες ατομικά σωσίβια ούτε νερό και τροφή. Οι κατηγορούμενοι τόσο στις απολογίες τους ενώπιον των αρμόδιων προανακριτικών υπαλλήλων όσο και ενώπιον της Ανακρίτριας Λασιθίου υποστήριξαν ότι και οι ίδιοι κατέβαλαν χρηματικά ποσά προκειμένου να μεταφερθούν στην Ιταλία, αρνήθηκαν τις κατηγορίες και ισχυρίστηκαν ότι ανέλαβαν τον χειρισμό του σκάφους όταν κατάλαβαν ότι επρόκειτο να βυθιστεί προκειμένου να σώσουν τους λοιπούς επιβάτες καθώς οι δύο διακινητές είχαν τραπεί σε φυγή με έτερο σκάφος. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί θα πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι διότι κανένας από τους επιβάτες δεν επιβεβαιώνει τα λεγόμενά τους αλλά, αντιθέτως, όλοι υποστηρίζουν ότι οι δύο κατηγορούμενοι ήταν οι χειριστές του σκάφους που θα τους μετέφερε από την Τουρκία στην Ιταλία. Τέλος. Σύμφωνα με τις υπ’ αριθμ. πρωτ. 2132/20, 2133/20 και 2134/20 ιατροδικαστικές εκθέσεις, τα ευρήματα αποκλείουν το ενδεχόμενο θανάτου τραυματικής αιτιολογίας ή εμφανούς μακροσκοπικά παθολογίας και οι θάνατοι των επιβατών οφείλονται πιθανότατα σε πνιγμό εντός θαλάσσιου ύδατος.
Επομένως, από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων στοιχειοθετεί τις αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις: (α) της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συναυτουργία και κατά συρροή, από υπαιτίους που ενεργούν εκ κερδοσκοπίας και από την πράξη μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος (άρθρο 30 §1 περ. β, γ, δ Ν. 4251/2014 σε συνδ. με άρθρα 45, 94 ΠΚ), (β) της πρόκλησης ναυαγίου κατά συναυτουργία από την οποία προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο και είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου (άρθρα 277 §1 περ. β, δ, 45 ΠΚ) και (γ) της παράνομης εισόδου στη χώρα (άρθρο 83 Ν. 3386/2005). Συνακόλουθα, αφού προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για τη στήριξη κατηγορίας εναντίον τους, πρέπει το Συμβούλιο σας, κατ’ άρθ. 310 §1ε και 313 ΚΠΔ, να αποφανθεί για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (Μ.Ο.Δ.) της Περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που θα οριστεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Ανατολικής Κρήτης (άρθρα 1γ, 7 §1 α, 109 α, 118, 122, 128, 129, 313, 377 ΚΠΔ και 93, 96 και 97 του ισχύοντος Συντάγματος 1975/1986/2001), που είναι αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο, για να δικαστούν για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 30 §1 περ. β, γ, δ Ν. 4251/2014, 277 §1 περ. β, δ ΠΚ, 83 Ν. 3386/2005 σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 5, 8, 12, 14, 16, 17, 18, 26, 27, 29, 45, 51, 52, 53, 79, 80 και 94 του Ποινικού Κώδικα.
Τέλος, κατά την κρίση μας, συντρέχει νόμιμη περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 282, 286 και 315 §1 ΚΠΔ, να διαταχθεί η διατήρηση της ισχύος των υπ’ αριθμ. 12/2020 και 13/2020 ενταλμάτων προσωρινής κράτησης της Ανακρίτριας Λασιθίου και η συνέχιση της προσωρινής κράτησης των κατηγορουμένων, καθώς επίσης και η εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης, πέραν των έξι μηνών, ήτοι πέρα από τις 15-3-2021, και μέχρι την οριστική εκδίκαση των πιο πάνω εις βάρος τους κατηγοριών, όχι όμως πέραν του ανωτάτου ορίου της προσωρινής κρατήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 292 ΚΠΔ, δηλαδή μέχρις ότου συμπληρωθεί ένα (1) έτος προσωρινής κράτησης, ήτοι μέχρι τις 15-9-2021 για να ανακοπεί η εγκληματική τους δραστηριότητα και να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων, καθώς και για να εξασφαλιστεί ότι θα παραστούν οποτεδήποτε στο δικαστήριο και ότι θα υποβληθούν στην εκτέλεση της ποινής, καθώς δεν επαρκεί προς τούτο η επιβολή περιοριστικών όρων ή ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
1) ΝΑ ΠΑΡΑΠΕΜΦΘΟΥΝ στο ακροατήριο του υλικά και τοπικά αρμόδιου Πρωτοβάθμιου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που θα οριστεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Ανατολικής Κρήτης, προκειμένου να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, τέλεσαν με πρόθεση περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και χρηματικές ποινές. Ειδικότερα:
(α) Στη θαλάσσια περιοχή, περίπου 12 ναυτικά μίλια ανατολικά της νήσου Κρήτης, σε στίγμα φ:35ο 13,7’ Β και λ:026ο 35,7’ Α, την 14/09/2020, ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού και κατά συρροή, με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης με έτερα άτομα, αγνώστων στην μέχρι τώρα ανάκριση στοιχείων, ως κυβερνήτες πλοίου/πλωτού μέσου, μετέφεραν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, εκ κερδοσκοπίας, πράξη από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, μετέφεραν από τις ανατολικές ακτές της Τουρκίας, στην Ελληνική επικράτεια, και με τελικό προορισμό την Ιταλία, έναντι αμοιβής, ποσού πέντε έως επτά χιλιάδων ευρώ (5.000€ – 7.000€), για κάθε μεταφερόμενο άτομο, περίπου εβδομήντα τρία (73) άτομα, μεταξύ των οποίων και ανήλικοι, άπαντες αλλοδαποί, με τα κάτωθι στοιχεία: 1) ………….., γεν. 01/05/2004, ετών 16 (ανηλ.), υπήκοος Πακιστάν, 2) ….., γεν. 01/01/1998, υπήκοος Πακιστάν, 3) ……., γεν. 09/05/1999, υπήκοος Πακιστάν, 4) …….., γεν. 17/03/1981, υπήκοος Πακιστάν, 5) …….., γεν. 03/07/2004, ετών 16 (ανηλ.), υπήκοος Πακιστάν, 6) ……….., γεν. 01/01/1994, υπήκοος Μπαγκλαντές, ……...59) …… Στους μεταφερόμενους δε, πέραν των ανωτέρω 59 ατόμων, περιλαμβάνονται και 14 άτομα, τα οποία ακόμη αγνοούνται, και ως εκ τούτου, τα στοιχεία τους δεν κατέστη ακόμη δυνατό να διακριβωθούν. Η ως άνω μεταφορά πραγματοποιήθηκε με τη χρήση σκάφους, αγνώστων λοιπών στοιχείων, χωρίς σωστικά μέσα, χωρίς ατομικά σωσίβια, χωρίς σωσίβιες λέμβους και χωρίς φαγητό και νερό, ακατάλληλο να διανύσει τα απαιτούμενα ναυτικά μίλια και με μέγιστη χωρητικότητα κατά πολύ μικρότερη των επιβαινόντων ατόμων, με αποτέλεσμα, περί ώρα 17:37 της 14-09-2020, αυτό να βυθιστεί, να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, αλλά και με αποτέλεσμα τον θάνατο τεσσάρων (4) εκ των επιβαινόντων, δύο (2) εκ των οποίων ανήλικοι, και συγκεκριμένα: 1) Της …. ετών 29, υπηκόου Αφγανιστάν, 2) του ….., ετών 7 (ανήλ.), υπηκόου Αφγανιστάν, 3) του …., ετών 6 (ανήλ.), υπηκόου Αφγανιστάν, και 4) γυναίκας, αγνώστων λοιπών στοιχείων.
(β) Στη θαλάσσια περιοχή, περίπου 12 ναυτικά μίλια ανατολικά της νήσου Κρήτης, σε στίγμα φ:35ο 13,7’ Β και λ:026ο 35,7’ Α, την 14/09/2020 και περί ώρα 17:37, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης με έτερα άτομα, αγνώστων στην μέχρι τώρα ανάκριση στοιχείων, ως κυβερνήτες πλοίου/πλωτού μέσου, προκάλεσαν τη βύθιση πλοίου και συγκεκριμένα, σκάφους, αγνώστων λοιπών στοιχείων, με το οποίο μετέφεραν παράνομα, από το εξωτερικό στην Ελλάδα, πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, εκ κερδοσκοπίας, και συγκεκριμένα, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης με έτερα άτομα, αγνώστων στην μέχρι τώρα ανάκριση στοιχείων, ως κυβερνήτες πλοίου/πλωτού μέσου, επιβίβασαν σε σκάφος, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ακατάλληλο πάντως να διανύσει τα απαιτούμενα ναυτικά μίλια, χωρίς σωστικά μέσα, χωρίς ατομικά σωσίβια, χωρίς σωσίβιες λέμβους και με μέγιστη χωρητικότητα κατά πολύ μικρότερη των επιβαινόντων ατόμων, περίπου 73 άτομα και συγκεκριμένα τα αναφερόμενα ανωτέρω στην αποδιδόμενη υπό στοιχείο (α) κατηγορία σε βάρος τους, προκαλώντας τη βύθιση του ανωτέρω σκάφους, από την οποία προέκυψε κίνδυνος για ανθρώπους και η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τεσσάρων (4) εκ των επιβαινόντων, δύο (2) εκ των οποίων ανήλικοι, και συγκεκριμένα: 1) , 2) , 3) , και 4) γυναίκας, αγνώστων λοιπών στοιχείων.
(γ) Στη θαλάσσια περιοχή, περίπου 12 ναυτικά μίλια ανατολικά της νήσου Κρήτης, την 14/09/2020 και σε μη επακριβώς εξακριβωμένη ώρα, με πρόθεση, ως υπήκοος τρίτης χώρας και ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος, ……, ως Τούρκος υπήκοος, και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ……………….., ως Κούρδος υπήκοος, εισήλθαν παράνομα στην Ελλάδα, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω χρόνο και τόπο, εισήλθαν, ως υπήκοοι τρίτης χώρας και ειδικότερα ως Τούρκος και ως Κούρδος υπήκοος αντίστοιχα, ενεργώντας με πρόθεση, παράνομα σε ελληνικά θαλάσσια ύδατα και σε ελληνικό έδαφος, χωρίς να διαθέτουν τα κατά νόμο απαιτούμενα προς τούτο έγγραφα και χωρίς να υποβληθούν στους απαιτούμενους ελέγχους από τα αρμόδια όργανα.
2) ΝΑ ΔΙΑΤΑΧΘΕΙ η διατήρηση της ισχύος των υπ’ αριθμ. 12/2020 και 13/2020 ενταλμάτων προσωρινής κράτησης της Ανακρίτριας Λασιθίου και η συνέχιση της προσωρινής κράτησης των κατηγορουμένων, καθώς επίσης και η εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης, πέραν των έξι μηνών, ήτοι πέρα από τις 15-3-2021, και μέχρι την οριστική εκδίκαση των πιο πάνω εις βάρος τους κατηγοριών, όχι όμως πέραν του ανωτάτου ορίου της προσωρινής κρατήσεως (άρθρο 292 ΚΠΔ), δηλαδή μέχρις ότου συμπληρωθεί ένα (1) έτος προσωρινής κράτησης, ήτοι μέχρι τις 15-9-2021.
Νεάπολη, 28-12-2020
Ο Εισαγγελέας
Συμεών Ε. Τσεντεμεΐδης
Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών»
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη θεμελιώδη διεθνούς (και συνταγματικού) δικαίου αρχή της κρατικής κυριαρχίας, κάθε κράτος ασκεί πλήρη, απόλυτη και απεριόριστη ποινική εξουσία στην εδαφική του επικράτεια, εκτός αν υπάρχει ρητή εξαίρεση από το διεθνές δίκαιο ή αν το ίδιο το κράτος επιθυμεί τον αυτοπεριορισμό του, εισάγοντας ειδικές εξαιρέσεις στην εσωτερική του νομοθεσία ή συνάπτοντας σχετικές διεθνείς συμβάσεις. Ωστόσο, η ποινική εξουσία μίας πολιτείας δεν περιορίζεται μόνο εντός των εδαφικών της ορίων, αλλά μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να εκτείνεται και εκτός αυτών. Kάθε πολιτεία έχει, κατ’ αρχάς, το κυριαρχικό δικαίωμα να καθορίζει η ίδια τα όρια της ποινικής της εξουσίας, χωρίς ωστόσο να μπορεί να διεκδικήσει αυθαίρετα ποινική εξουσία σε βάρος άλλης πολιτείας, αν η πράξη που επιθυμεί να εκδικάσει δεν σχετίζεται με νόμιμα συμφέροντά της. Επομένως, η ποινική εξουσία ενός κράτους, αφενός μεν δεν πρέπει να υπερβαίνει τα απώτατα όρια που ορίζει το διεθνές δίκαιο και αφετέρου πρέπει να θεμελιώνεται σε κάποια διεθνώς αναγνωρισμένα εύλογα συνδετικά στοιχεία. Τα εύλογα αυτά συνδετικά στοιχεία, που αναλύονται στις λεγόμενες αρχές του δικαίου των τοπικών ορίων ισχύος των ποινικών νόμων (ή, άλλως, αρχές του διεθνούς ποινικού δικαίου ή αρχές της εφαρμογής των εθνικών ποινικών νόμων), εντάσσονται σε δύο ευρύτερες κατηγορίες: α) σε εκείνες που ανάγονται στην αυτοπροστασία του κράτους, στην οποία υπάγονται η αρχή της εδαφικότητας, η αρχή του κράτους της σημαίας, η αρχή της παθητικής προσωπικότητας και η προστατευτική αρχή και β) σε όσες θεραπεύουν τη διεθνή αλληλεγγύη στην καταπολέμηση του εγκλήματος, στην οποία περιλαμβάνονται η αρχή της ενεργητικής προσωπικότητας, η αρχή της παγκόσμιας δικαιοσύνης, η αρχή της αντιπροσώπευσης, η αρχή της κατανομής των αρμοδιοτήτων και η αρχή της προστασίας των ενωσιακών εννόμων αγαθών (βλ. σχετικά Π. Τσιρίδης, Ποινική Δικαιοδοσία στον θαλάσσιο χώρο και εγκλήματα τελούμενα επί πλοίου, εκδ. ΠΝ Σάκκουλας 1998, σελ. 38). Στις διατάξεις των άρθρων 5 έως 11 του ΠΚ ρυθμίζεται το δίκαιο των τοπικών ορίων των ελληνικών ποινικών νόμων ή, άλλως, το διεθνές ποινικό δίκαιο «stricto sensu» της Ελλάδας. Οι εν λόγω διατάξεις υποδεικνύουν μονομερώς εάν μία συγκεκριμένη υπόθεση υπάγεται στην ποινική εξουσία της Ελλάδας, αναλόγως με τη συνδρομή ή μη κάποιου συνδετικού με αυτήν στοιχείου. Το άρθρο 5 ΠΚ καθιερώνει ως γενικό κανόνα την αρχή της εδαφικότητας. Κατά το άρθρο αυτό, κάθε πράξη που τελείται στο έδαφος της επικράτειας του κράτους υπάγεται στην ποινική εξουσία του, ακόμα και στην περίπτωση που ο δράστης είναι αλλοδαπός. Το μόνο που ενδιαφέρει, ενόψει της εφαρμογής της αρχής της εδαφικότητας, είναι η εμφάνιση της Ελλάδος ως τόπου της - εν όλω ή εν μέρει -τέλεσης του εγκλήματος ή εκδήλωσης κάποιας συμμετοχικής πράξης σ’ αυτό. Συγγενής (συμπληρωματική) προς την αρχή της εδαφικότητας είναι η αρχή του κράτους της σημαίας του πλοίου (άρθρο 5 παρ. 2 ΠΚ), αφού επεκτείνει την ποινική εξουσία του κράτους και σε πράξεις που τελούνται σε πλοία τα οποία φέρουν τη σημαία του ή σε αεροσκάφη που έχουν την εθνικότητά του, ακόμη κι αν τελέσθηκαν από αλλοδαπό ή σε αλλοδαπή επικράτεια ή στην ανοικτή θάλασσα ή υπεράνω αυτής (εκτός βέβαια των περιπτώσεων που, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, υπόκεινται σε αλλοδαπό νόμο). Έτσι, το κράτος του οποίου τη σημαία φέρει ένα πλοίο ή του οποίου την εθνικότητα έχει ένα αεροσκάφος, δικαιούται, αλλά και υποχρεούται, να υποβάλλει στην ποινική του εξουσία κάθε αξιόποινη πράξη που λαμβάνει χώρα σ’ αυτό, έστω και αν αυτή τελείται από αλλοδαπό ή στην αλλοδαπή (π.χ. στα χωρικά ή εσωτερικά ύδατα ή στον εναέριο χώρο άλλου κράτους) ή ακόμα και σε τόπο που, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, δεν αποτελεί τμήμα του εδάφους κάποιου κράτους (π.χ. στην ανοικτή θάλασσα). Εφόσον το αδίκημα τελέσθηκε επί πλοίου με ελληνική σημαία, όταν το πλοίο βρισκόταν σε ανοικτή θάλασσα, οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται κατ’ αποκλειστικότητα και οι πράξεις τιμωρούνται χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων 6, 7 και 8 ΠΚ. Αν το αδίκημα τελέσθηκε σε πλοίο υπό ξένη σημαία στην ανοικτή θάλασσα ή επί «αβλαβούς διέλευσης» αυτού από την ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη, ελληνική ποινική δικαιοδοσία νοείται μόνον εφόσον υπάρχουν άλλοι σύνδεσμοι, εκτός της σημαίας του πλοίου, όπως η αρχή της ενεργητικής ή της παθητικής προσωπικότητας των άρθρων 6 και 7 ΠΚ (βλ. Π. Τσιρίδης, ό.π. σελ. 80-81). Έδαφος της ελληνικής επικράτειας είναι ο χώρος που βρίσκεται μέσα στα διεθνώς αναγνωρισμένα όρια της χώρας και στον οποίο το κράτος έχει αποκλειστική εδαφική κυριαρχία. Επομένως, στην αποκλειστική κυριαρχία της Ελλάδος, εκτός από το χερσαίο έδαφος, τις νήσους, τους ποταμούς, τις λίμνες και κλειστές θάλασσες, ανήκουν και α) τα εσωτερικά ύδατα της Ελλάδος, ήτοι εκείνα που περικλείονται μεταξύ της ακτής και του σημείου από όπου αρχίζει η μέτρηση της αιγιαλίτιδος ζώνης και υπάγονται σ’ αυτά οι όρμοι, οι κόλποι, οι λιμένες, οι ποταμοί και εκβολές τους, καθώς και β) η αιγιαλίτιδα ζώνη, η επιφάνεια της οποίας, μαζί με τον υδάτινο όγκο της, τον βυθό της και το υπέδαφος αυτού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 του ΑΝ 2597/1940, αποτελεί τμήμα του Ελληνικού εδάφους. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (ΣυμβΔΘ), πως κυρώθηκε με το ν. 2321/1995 (ΦΕΚ Α’ 136, 23 Ιουνίου 1995) και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να καθορίσει το πλάτος της αιγιαλίτιδας ζώνης του μέχρι σημείου που δεν υπερβαίνει τα δώδεκα (12) ναυτικά μίλια, που μετριούνται από γραμμές βάσεως καθορισμένες σύμφωνα με την ίδια σύμβαση. Η Ελλάδα καθόρισε με το άρθρο μόνο του ΑΝ 230/1936 και το άρθρο 139 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ. 187/1973) την αιγιαλίτιδα ζώνη της σε έξι (6) ναυτικά μίλια από την ακτή, διατηρώντας, ωστόσο, το δικαίωμα επέκτασής της στο πιο πάνω απώτατο, κατά το θεσμοθετημένο Δίκαιο της Θάλασσας, όριο των δώδεκα (12) ναυτικών μιλίων, με το άρθρο δεύτερο του ν. 2321/1995 (βλ. ΑΠ 2070/2017, 1354/2013, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. και Ρούκουνας Ε., Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη 2011, β’ εκδ., σελ. 264 επομ. με τις εκεί παραπομπές στη βιβλιογραφία του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου). Από την αιγιαλίτιδα ζώνη επιτρέπεται η διέλευση αλλοδαπών πλοίων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη έγκριση από το παράκτιο κράτος, εφόσον αυτή είναι αβλαβής (βλ. άρθρο 18 παρ. 1 ΣυμβΔΘ). Το ξένο πλοίο, κατά την άσκηση του δικαιώματος αβλαβούς διέλευσης, διέρχεται από περιοχή υπαγόμενη στην κυριαρχία άλλου κράτους, του παράκτιου. Κατά συνέπεια οι πράξεις που τελούνται στο πλοίο, κατά την αβλαβή διέλευση από την αιγιαλίτιδα ζώνη, λαμβάνουν χώρα στην ημεδαπή, εφόσον παράκτιο κράτος είναι η Ελλάδα, άρα η ποινική εξουσία του παράκτιου κράτους εκτείνεται και σε αυτές, περιορίζεται όμως η ποινική δικαιοδοσία του τελευταίου και οι εν λόγω πράξεις υπόκεινται στην ποινική δικαιοδοσία του κράτους της σημαίας. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να διενεργηθεί καμία πράξη δικονομικού καταναγκασμού σχετικά με τις πράξεις αυτές από τις αρχές του παράκτιου κράτους. Επίσης, η ποινική δικαιοδοσία του παράκτιου κράτους δεν ασκείται ούτε στην περίπτωση που το αδίκημα επισυνέβη στην ανοικτή θάλασσα ή αλλού και πάντως πριν το ξένο πλοίο εισέλθει στην αιγιαλίτιδα ζώνη σε αβλαβή διέλευση (βλ. σχετικά Χ. Μυλωνόπουλος, Διεθνές ποινικό δίκαιο. Τα τοπικά όρια των ποινικών νόμων, Αθήνα – Κομοτηνή, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1993, σελ. 231, Εμ. Ρούκουνας, Δημόσιο διεθνές δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2015 σελ. 263, Ν. Χατζηνικολοάου, Η ποινική καταστολή της παράνομης μετανάστευσης, Νομική Βιβλιοθήκη 2009, σελ. 99 επ., Π. Τσιρίδης, Ποινική Δικαιοδοσία στον θαλάσσιο χώρο και εγκλήματα τελούμενα επί πλοίου, εκδ. ΠΝ Σάκκουλας 1998, σελ. 80-81). Εξάλλου, η ανοικτή θάλασσα συνιστά «res communis usus» και, σύμφωνα με το άρθρο 86 ΣυμβΔΘ, οι διατάξεις περί ανοικτής θάλασσας εφαρμόζονται σε όλα τα τμήματα της θάλασσας που δεν ανήκουν στην ΑΟΖ, την αιγιαλίτιδα ζώνη ή τα εσωτερικά ύδατα ενός κράτους ή, τέλος, στα αρχιπελαγικά ύδατα ενός αρχιπελαγικού κράτους. Τα διεθνή ύδατα διέπονται από την αρχή της ελευθερίας των θαλασσών. Αυτό σημαίνει ότι κανένα τμήμα της ανοικτής θάλασσας δεν υπόκειται σε κρατική κυριαρχία, ούτε είναι δυνατό να αποκτηθεί αυτή από οποιοδήποτε κράτος (βλ. Η Κρίσπης, Τα εμπορικά πλοία εις την ελευθέραν θάλασσαν εν καιρώ ειρήνης, 1957, σελ. 13, Τενεκίδης, Σημειώσεις Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, 1962, σελ. 101 επ.). Η αρχή αυτή προβλέπεται και στη ΣυμβΔΘ τόσο στο άρθρο 89, που ορίζει ότι κανένα κράτος δεν μπορεί νομίμως να διεκδικήσει την υπαγωγή οπουδήποτε μέρους της ανοιχτής θάλασσας υπό την κυριαρχία του, όσο και στο άρθρο 87 παρ. 1, που προβλέπει ότι η ανοικτή θάλασσα είναι ελεύθερη για όλα τα κράτη, παράκτια ή άνευ ακτών. Ωστόσο, η μη υπαγωγή της ανοικτής θάλασσας στην αποκλειστική κυριαρχία κάποιου κράτους δεν συνεπάγεται την έλλειψη δικαιοδοσίας σε αυτή τη θαλάσσια περιοχή. Τα πλοία στη ζώνη αυτή υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του κράτους της σημαίας τους [βλ. και υπόθεση Lotus Case (France v. Turkey), Judgment, PCIJ, Ser A, No 10 (1927) 25], κανόνας που υιοθετείται και από τη ΣυμβΔΘ στο άρθρο 92 παρ. 1. Στο ίδιο άρθρο, καθιερώνεται και η αρχή της μίας και μοναδικής εθνικότητας του πλοίου. Σημειώνεται, επίσης, ότι σύμφωνα με κανόνα του εθιμικού διεθνούς δικαίου, κάθε κράτος δικαιούται, κατ’ αρχάς, να ασκεί τη δικαιοδοσία του επί των ευρισκομένων στην ελεύθερη θάλασσα προσώπων και πραγμάτων, εφόσον είναι επί σκάφους φέροντος τη σημαία του (Η. Κρίσπης, ο.π. σελ. 24, Π. Τσιρίδης, ό.π. σελ. 140-144). Εφόσον ένα έγκλημα τελέστηκε εξ ολοκλήρου πάνω σε πλοίο που βρίσκεται στην ανοικτή θάλασσα ή η πράξη και οι συνέπειές της λαμβάνουν χώρα εν μέρει στο πλοίο και εν μέρει στην ανοικτή θάλασσα, εφαρμόζεται το ποινικό δίκαιο του κράτους της σημαίας. Όταν το έγκλημα λαμβάνει εξ ολοκλήρου χώρα στην ανοικτή θάλασσα, δηλαδή σε ένα πολιτειακά ασύντακτο χώρο, επί του οποίου δεν υπάρχει κυριαρχία οποιουδήποτε κράτους, ούτε και ποινική δικαιοδοσία, τότε, δεδομένου ότι έχει αποκοπεί ο δεσμός με το δίκαιο της σημαίας, υπάρχει ημεδαπή ποινική δικαιοδοσία μόνο υπό τους όρους των άρθρων 6, 7 (το διττό αξιόποινο δεν ερευνάται βέβαια στην περίπτωση της ανοικτής θάλασσας που συνιστά πολιτειακά ασύντακτο χώρο) και 8 ΠΚ. Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ανοικτή θάλασσα, ως περιοχή μη υπαγόμενη στην κυριαρχία κάποιου κράτους, συνιστά πολιτειακά ασύντακτο χώρο και συνεπώς εκλαμβάνεται για την εφαρμογή των κανόνων των τοπικών ορίων ισχύος των ελληνικών ποινικών νόμων ως «αλλοδαπή». Περαιτέρω, η κρατική προστατευτική αρχή, η οποία καθιερώνεται στο ελληνικό ποινικό δίκαιο στα εδ. α’ έως ε’ της διάταξης του άρθρου 8 ΠΚ, αφορά σε εγκλήματα στρεφόμενα κατά του ελληνικού κράτους, όπως είναι λ.χ. η εσχάτη προδοσία ή εγκλήματα για τα οποία ενδιαφέρεται άμεσα η ελληνική έννομη τάξη, ενώ η αρχή της παγκόσμιας δικαιοσύνης, η οποία καθιερώνεται στο ελληνικό ποινικό δίκαιο στα εδ. στ’ έως ια’ της διάταξης του άρθρου 8 ΠΚ, αφορά σε εγκλήματα, τα οποία στρέφονται κατά εννόμων αγαθών, η προστασία των οποίων ενδιαφέρει όλα τα κράτη, καθώς και κατά πανανθρώπινων συμφερόντων. Τα εγκλήματα του αλλοδαπού στην αλλοδαπή δεν υπάγονται στη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, εκτός αν υπάγονται στις περιπτώσεις του άρθρου 8 ΠΚ. Η τυχόν ως προς αυτά ασκηθείσα ποινική δίωξη, αν η πράξη δεν υπάγεται στις περιπτώσεις του άρθρου 9 ΠΚ, κηρύσσεται απαράδεκτη (ΣυμβΠλημΑθ 1289/2002, ΠΧ ΝΓ 368) ή, κατ’ άλλη άποψη, δεν γίνεται κατηγορία ως προς αυτή (ΣυμβΠλημΠειρ422/2004 ΠΧ ΝΕ 70, βλ. και Μ. Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικος – Ερμηνεία και Εφαρμογή, ΠΝ Σάκκουλας 2020, άρθρο 8, σελ. 48). Τέλος, κατά το άρθρο 16 του ΠΚ, τόπος τέλεσης της πράξης (στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για την εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς ποινικού δικαίου που προσδιορίζουν εάν θα τύχουν εφαρμογής οι εθνικοί ποινικοί νόμοι ορισμένου κράτους), επί εγκλημάτων που τελούνται με θετική ενέργεια και το αποτέλεσμα τους επέρχεται και συμπίπτει με τη δράση αυτή, είναι εκείνος όπου ο δράστης διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη πράξη, δηλαδή την άρχισε ή τη συνέχισε, ενώ στα εγκλήματα όπου το αποτέλεσμα επέρχεται σε άλλο τόπο (εγκλήματα απόστασης) τόπος τελέσεως είναι τόσο ο τόπος όπου ο δράστης ενήργησε όσο και αυτός όπου επήλθε το αποτέλεσμα (πρβλ. ΑΠ 2070/2017, 1354/2013, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 4251/2014, «1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της Χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α. με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χχιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β. με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή εξήντα χιλιάδων (60.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού, γ. με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, δ. με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν στην περίπτωση γ επήλθε θάνατος». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 463 παρ.3 του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4619/2019 και ισχύει από 1.7.2019, ορίζεται ότι, «όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα έτη, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 περ. γ'. Η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της». Με το τελευταίο δε αυτό άρθρο (83 περ. γ' ΠΚ), το οποίο δεν τροποποιήθηκε με τον ως άνω νόμο ως προς την περίπτωση αυτή, καθορίζεται ότι, αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα έτη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι έτη (βλ. ΑΠ 1638/2019, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και με τον τρόπο αυτό διαφοροποιούνται τα προβλεπόμενα όρια της στερητικής της ελευθερίας ποινής που απειλείται με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 4251/2014. Η ρύθμιση της παρ.1 του άρθρου 30 του ν. 4251/2014, περιγράφει ένα αδίκημα, με τέσσερις κύριες πράξεις, ήτοι i) της πράξης της μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόου τρίτης χώρας που δεν έχει νόμιμο δικαίωμα, ii) της παραλαβής με σκοπό την προώθηση από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα προς το εσωτερικό της χώρας ή κράτους μέλους της ΕΕ ή τρίτης χώρας, iii) της διευκόλυνσης της μεταφοράς και iv) της εξασφάλισης καταλύματος. Οι διαφορετικοί αυτοί τρόποι τέλεσης συρρέουν μεταξύ τους φαινομενικά, εφόσον προσβάλλουν την ίδια μονάδα εννόμου αγαθού. Καθιερώνεται, με τον τρόπο αυτό, ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματώνεται, κατά την αντικειμενική του υπόσταση, με οποιονδήποτε από τους ανωτέρω τρόπους, από τα πρόσωπα που μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή σε άλλη χώρα ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους, ως παράτυπων μεταναστών, ενώ, για την κατάφαση της υποκειμενικής του υπόστασης, απαιτείται δόλος, είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος, συνιστά δε επιβαρυντική περίσταση, εκτός των άλλων, όταν ο δράστης ενεργεί από κερδοσκοπία, δηλαδή όταν αποβλέπει στον πορισμό εισοδήματος, όταν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο ή όταν επήλθε θάνατος (βλ. ΑΠ 1121/2019, ΑΠ 583/2019, 980/2017, όλες δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, για να αποδοθεί στον δράστη το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου της περ. δ’, θα πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπό του αμέλεια ως προς το αποτέλεσμα αυτό. Το έγκλημα της παράνομης μεταφοράς με πλοίο ή πλωτό μέσο στην Ελλάδα από το εξωτερικό υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, στοιχειοθετείται και από την μεταφορά τους από το εξωτερικό στην ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη, με σκοπό την περαιτέρω προώθησή τους στη χώρα, εκτός αν πρόκειται για πλοίο με ξένη σημαία, το οποίο διέρχεται αβλαβώς από την αιγιαλίτιδα ζώνη, οπότε δεν ασκείται η ελληνική ποινική δικαιοδοσία, με βάση τους ορισμούς των άρθρων 17-19 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 2321/1995 από την Ελλάδα, πλην συνδρομής εξαιρέσεων από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 27 της ως άνω συμβάσεως, οπότε επεκτείνονται στην Ελλάδα, ως παράκτιο κράτος, οι συνέπειες του τελουμένου στο διερχόμενο ξένο πλοίο εγκλήματος, ή πρόκειται για έγκλημα από αυτά που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 8 του ΠΚ (βλ. ΑΠ 2070/2017, 1354/2013, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. και ανωτέρω νομική σκέψη υπό Ι). Η μεταφορά συνίσταται στην οδήγηση οποιουδήποτε μεταφορικού μέσου στο οποίο επιβαίνει ο αλλοδαπός και το οποίο εισέρχεται από το εξωτερικό στο εσωτερικό της επικράτειας, παρακάμπτοντας τον μηχανισμό ελέγχου επιτήρησης των συνόρων. Η παράκαμψη αυτή μπορεί να συντελείται με την είσοδο από αφύλακτο σημείο ή με τη διάβαση από ζώνη ελέγχου, χωρίς να αποκαλύπτεται η επιβίβαση του αλλοδαπού στο μεταφορικό μέσο. Η ανωτέρω αξιόποινη πράξη θεωρείται, κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, τετελεσμένη, προκειμένου μεν για θαλάσσια και εναέρια μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που επιβιβάσθηκε λάθρα βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά την έναρξη του, προ του απόπλου ή της απογειώσεως, ελέγχου από τα αρμόδια κρατικά όργανα, ή μετά την άπαρση του πλοίου ή την απογείωση του αεροπλάνου, προκειμένου δε για άλλα μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που αναχωρεί λάθρα βρίσκεται μέσα σε αυτά κατά τον τελευταίο έλεγχο εξόδου ή πλησίον των συνόρων (βλ. ΑΠ 586/2019, ΑΠ 2073/2010, ΑΠ 88/2006, όλες δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αναφορικά με τη μεταφορά, απαιτείται η γνώση του δράστη ότι μεταφέρει αλλοδαπούς, ότι οι αλλοδαποί αυτοί δεν νομιμοποιούνται να εισέλθουν στη χώρα και ο δράστης να επιδιώκει ή να αποδέχεται την πράξη του αυτή, με συνέπεια την προσβολή της ελληνικής πολιτειακής τάξης (βλ. ΑΠ 1121/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 1782/2017, ΑΠ 35/2013, όλες δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου στην παράβαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 30 παρ. 1 περ. β’ και γ’ του Ν. 4251/2014, δεν είναι αναγκαίο κατ` αρχάς να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται σ` αυτή το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος και η περί τούτου γνώση του υπαίτιου της πράξης, ενώ απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κατάφαση επιβαρυντικών περιστάσεων, όπως είναι αυτή της τέλεσης της πράξης από κερδοσκοπία ή της δυνατότητας ύπαρξης κινδύνου για άνθρωπο. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 11 του άρθρου 30 του ν. 4251/2014, «Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 29 εφαρμόζονται και όταν οι προβλεπόμενες σε αυτά αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή αλλοδαπό ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν.» Με το άρθρο αυτό, προβλέπεται για τα συγκεκριμένα αναφερόμενα σε αυτό αδικήματα, η κρατική προστατευτική αρχή (βλ. νομική σκέψη υπό Ι), και δικαιολογείται διότι η Ελλάδα έχει πρόδηλο ενδιαφέρον να εφαρμόσει τους ποινικούς της νόμους και να τιμωρήσει πράξεις που στρέφονται αποκλειστικά κατά της ελληνικής πολιτειακής τάξης, ανεξαρτήτως του τόπου ή του υποκειμένου τέλεσής τους.
ΙΙΙ. Στο άρθρο 83 του ν. 3386/2005, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το νόμο 4251/2014, ορίζεται ότι: «1. Ο υπήκοος τρίτης χώρας, που εξέρχεται ή επιχειρεί να εξέλθει από το ελληνικό έδαφος ή εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει σε αυτό χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση και επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, αν αυτός που επιχειρεί να αναχωρήσει λαθραίως καταζητείται από τις δικαστικές ή αστυνομικές αρχές ή υπέχει φορολογικές ή πάσης φύσεως άλλες Υποχρεώσεις προς το Δημόσιο ή είναι υπότροπος. Οι κυρώσεις της παρούσας επιβάλλονται και στους πολίτες των κρατών μελών της Ε.Ε.» Η ανωτέρω διάταξη περιλαμβάνει τα δύο βασικά αδικήματα της παράνομης εισόδου και εξόδου αλλοδαπού από την χώρα. Πρόκειται για γνήσια ιδιαίτερα εγκλήματα, καθώς αυτουργός τους μπορεί να είναι μόνο πρόσωπο που ανήκει σε ορισμένο κύκλο ατόμων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Για την τέλεση των εν λόγω αδικημάτων απαιτείται έξοδος ή είσοδος του αλλοδαπού στην ελληνική επικράτεια, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, ή «επιχείρηση» εισόδου ή εξόδου. Για την ολοκλήρωση της πράξης επιχείρησης εισόδου ή εξόδου γίνεται δεκτό ότι απαιτείται κατ’ ελάχιστον διέλευση του συνόρου της επικράτειας, ήτοι του κρατικού ελέγχου που ασκείται παραμεθόρια (βλ. Θ. Τσιάτσιος, Α. Εγκλήματα σχετικά με την παράνομη είσοδο στην χώρα, σε: Δίκαιο Αλλοδαπών, 2η έκδ., 2017, σελ. 661-670). Προστατευόμενο έννομο αγαθό, στις περιπτώσεις τόσο της παράνομης εισόδου όσο και της παράνομης εξόδου από τη χώρα, είναι αποκλειστικά η ελληνική πολιτειακή εξουσία, στοιχείο της οποίας αποτελεί ο προσδιορισμός των συνόρων του κράτους και η άσκηση ελέγχου επ’ αυτών. Πρόκειται, επομένως, για ένα έγκλημα βλάβης κατά της πολιτειακής εξουσίας. Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι κοινό στοιχείο αμφότερων των σχετικών νομοτυπικών μορφών αποτελεί η παράκαμψη των εκ του νόμου προβλεπομένων διατυπώσεων εισόδου στην χώρα. Η τιμωρούμενη συμπεριφορά συνίσταται, κατ’ αρχάς, στη διάβαση - ή την επιχείρηση διάβασης – των συνόρων της επικράτειας. Επομένως, κρίσιμο μέγεθος για την πραγμάτωση του εγκλήματος του άρθρου 83 του ν. 3386/2005 είναι η ελληνική επικράτεια, υπό όλες τις μορφές-στοιχεία της, ήτοι το έδαφος εν στενή εννοία, τη χερσαία δηλαδή περιοχή, τα χωρικά και εσωτερικά θαλάσσια ύδατα, την αιγιαλίτιδα ζώνη και τον εναέριο χώρο (βλ. ανωτέρω υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη). Σημειώνεται ότι η κρατική προστατευτική αρχή δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, ελλείψει σχετικής αναφοράς στο άρθρο 8 ΠΚ ή σε άλλη διεθνή σύμβαση. Άλλωστε, η υιοθέτηση της αρχής αυτής αρχικά με το ν. 3772/2009 και, ακολούθως, και με το νόμο 4251/2014, αφορά αποκλειστικά τις απαριθμούμενες στο άρθρο 88 παρ. 11 του ν. 3386/2005, ως ίσχυε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4251/2014, και στο άρθρο 30 παρ. 11 του ισχύοντος ν. 4251/2014 πράξεις, και συνεπώς δεν καταλαμβάνει το έγκλημα του άρθρου 83 του ν. 3386/2005 (βλ. Ν. Χατζηνικολοάου, Η ποινική καταστολή της παράνομης μετανάστευσης, Νομική Βιβλιοθήκη 2009, σελ. 99 επ.) Αναφορικά, δε, με την έννοια της «επιχείρησης εισόδου», αυτή ταυτίζεται νοηματικά με την έννοια της απόπειρας (βλ. Α. Παπαδαμάκη, Προσβολές κατά της διεθνούς κρατικής υπόστασης, εκδ. Σάκκουλα 1995, σελ 68,69). Με δεδομένο, δε, ότι αντικείμενο προστασίας του ως άνω εγκλήματος είναι η πολιτειακή εξουσία και ειδικότερα ο κρατικός μηχανισμός ελέγχου που ασκείται επί των συνόρων της επικράτειας, για την κατάφαση της βλάβης του εννόμου αγαθού αυτού απαιτείται η αναίρεση του ασκούμενου κρατικού ελέγχου. Προς τούτο, απατείται κατ’ ελάχιστον, ως αρχή εκτέλεσης, η διέλευση των συνόρων της επικράτειας. Αν η είσοδος γίνεται από τη θάλασσα, αυτή δεν ολοκληρώνεται όσο το θαλάσσιο μέσο δεν προσεγγίζει σε λιμένα, αφού διαβεί την αιγιαλίτιδα ζώνη, ή σε μη ελεγχόμενη από τις λιμενικές αρχές περιοχή (πρβλ. ΑΠ 1452/1998, Υπερ 1999, 328). Επομένως, ο αλλοδαπός ευθύνεται για επιχείρηση εισόδου αν το πλωτό μέσο, που έχει εισέλθει στην αιγιαλίτδα ζώνη, δεν έχει προσεγγίσει ακόμη το πλησιέστερο κατοικημένο νησί ή σημείο της στεριάς. Η πλεύση του πλοίου στην ανοικτή θάλασσα, έστω και με κατεύθυνση προς την ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη, δεν θεμελιώνει ευθύνη ούτε καν για επιχείρηση εισόδου (βλ. Ν. Χατζηνικολοάου, ό.π., σελ. 120-121). Ως πλημμέλημα, η πράξη της παράνομης εισόδου ή εξόδου από τη χώρα για να τιμωρείται πρέπει να καλύπτεται υποκειμενικά από δόλο οποιουδήποτε βαθμού, έστω και ενδεχόμενου. Πρέπει να αποδεικνύεται, συνεπώς, οτι ο υπήκοος τρίτης χώρας γνώριζε τα στοιχεία της πράξης, έστω και ενδεχόμενα, και επεδίωκε ή έστω αποδεχόταν την τέλεση της πράξης. Ιδίως ως προς την επιχείρηση εισόδου ή εξόδου από τη χώρα, αν και τυποποιούμενο αυτοτελώς ως αδίκημα ίσης ποινικής απαξίας με το ολοκληρωμένο έγκλημα, ο δόλος που απαιτείται δεν αρκεί να καλύπτει τη πραγμάτωση μόνο της επιχείρησης, αλλά του ολοκληρωμένου εγκλήματος, σύμφωνα με τους κανόνες για την απόπειρα. Ο αλλοδαπός που επιχειρεί την παράνομη είσοδο πρέπει να επιδιώκει αυτήν ως αποτέλεσμα και όχι μόνο το στάδιο της απόπειρας.
ΙV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 277 παρ. 1 ΠΚ, ως ισχύει από 01.7.2019 με το ν. 4619/2019: «1. Όποιος προκαλεί τη βύθιση ή την προσάραξη πλοίου τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη αν στην περίπτωση των στοιχείων α΄ ή β΄ η πράξη προκάλεσε σημαντική βλάβη σε εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας ή είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη ανθρώπου, δ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν στην περίπτωση του στοιχείου β΄ η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη. 2. Όποιος στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου προκαλεί από αμέλεια τη βύθιση ή την προσάραξη πλοίου από την οποία προέκυψε κίνδυνος για ξένα πράγματα ή για άνθρωπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.» Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της πρόκλησης ναυαγίου, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η πλήρης καταβύθιση του πλοίου ή η προσάραξη τούτου, κατά τρόπο που να μην μπορεί να πλέει, καθώς και η από τη βύθιση ή προσάραξή του πρόκληση δυνατότητας κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου για άνθρωπο (ΑΠ 1649/2008, ΠοινΔ 2009/4), υποκειμενικώς δε πρόθεση (και υπό τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου), που ενέχει γνώση ότι από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος ανθρώπου και τη θέληση ή της βύθισης ή της προσάραξης του πλοίου. Ο δόλος πρέπει να καλύπτει τόσο την πρόκληση ναυαγίου, όσο και τον κοινό κίνδυνο που μπορεί να προκύψει σε ξένα πράγματα και ανθρώπους. Όταν όμως η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη προκάλεσε περαιτέρω βαρύτερο αποτέλεσμα, δηλαδή προκλήθηκε βαριά σωματική βλάβη σε άνθρωπο ή θάνατος, που συνεπάγεται την επιβολή βαρύτερων ποινών, τότε έχει συντελεσθεί το εκ του αποτελέσματος έγκλημα που τυποποιείται στην περίπτωση γ΄ του άρθρου ή το εκ του αποτελέσματος έγκλημα της θανατηφόρας πρόκλησης ναυαγίου που τυποποείται στην περίπτωση δ΄ του άρθρου. Παράλληλα, το άρθρο αυτό δίνει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να επιβάλει ποινή ισόβιας κάθειρξης στην περίπτωση που προκλήθηκε θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων. Και στο άρθρο αυτό, όπως προαναφέρθηκε, για να αποδοθεί στο δράστη το βαρύτερο αποτέλεσμα, πρέπει να υπάρχει ως προς αυτό αμέλειά του. Ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, δηλαδή και ο πλοιοκτήτης ή μέλος του πληρώματος ή και τρίτο πρόσωπο, εκτός του πλοίου ευρισκομένου (ΣυμβΑΠ 500/2003 Ποιν.Δικ. 2003 σελ. 759 επ.). Περαιτέρω δε, η βύθιση ή η προσάραξη μπορεί να τελεσθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμη και με παράλειψη, όταν το υποκείμενο της πράξης είναι πρόσωπο που έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την ασφάλεια του πλοίου.
Εν προκειμένω, σε βάρος των κατηγορουμένων : (1) ……, κατοίκου Σμύρνης Τουρκίας και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων και (2) ……., κατοίκου Σμύρνης Τουρκίας και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων, ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις : (α) της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συναυτουργία και κατά συρροή, από υπαιτίους που ενεργούν εκ κερδοσκοπίας και από την πράξη μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος (άρθρο 30 §1 περ. β, γ, δ Ν. 4251/2014 σε συνδ. με άρθρα 45, 94 ΠΚ), (β) της πρόκλησης ναυαγίου κατά συναυτουργία από την οποία προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο άλλου (άρθρα 277 §1 περ. β, δ, 45 ΠΚ) και (γ) της παράνομης εισόδου στη χώρα (άρθρο 83 Ν. 3386/2005). Η με Αριθμό Βιβλίου Μηνύσεων ΒΦ2020-76 ποινική δικογραφία σχηματίσθηκε κατόπιν προηγηθείσας αυτεπάγγελτης προανάκρισης, που διενεργήθηκε από το Λιμεναρχείο Σητείας. Μετά την υποβολή της σχετικής δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λασιθίου, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων για τις ανωτέρω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις και παραγγέλθηκε κύρια ανάκριση, που διενεργήθηκε από την Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Λασιθίου και περατώθηκε νόμιμα με τη λήψη της απολογίας των κατηγορουμένων (άρθρο 270 §1 α ΚΠΔ) και την έκδοση των υπ’ αριθμ. 12/2020 και 13/2020 ενταλμάτων προσωρινής κράτησης, αντίστοιχα, της ίδιας Ανακρίτριας, δυνάμει των οποίων οι κατηγορούμενοι κρατούνται προσωρινά στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων. Το δε πέρας της κύριας ανάκρισης γνωστοποιήθηκε στους κατηγορούμενους, όπως προκύπτει από τα υπ’ αριθμ. πρωτ. 10528/2-12-2020 και 10527/2-12-2020 έγγραφα του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης Χανίων, σύμφωνα με το άρθρο 308 §4 ΚΠΔ. Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 2 και 4, 138 παρ. 1, 308 παρ. 1, 310 παρ. 1 και 2, και 315 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η υπόθεση παραδεκτά και νόμιμα εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου αυτού, με την προπαρατεθείσα εισαγγελική πρόταση, προς οριστική επί της ουσίας κρίση, καθώς, εν προκειμένω, έχει τηρηθεί και η προδικασία του άρθρου 308 παρ. 2 ΚΠΔ, με την τηλεφωνική ενημέρωση των κατηγορουμένων για την ως άνω καταρτισθείσα εισαγγελική πρόταση, πριν την υποβολή της ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, προκειμένου να λάβουν αντίγραφο αυτής και να ασκήσουν το δικαίωμα ακρόασης, υποβάλλοντας υπόμνημα με τις απόψεις τους, η οποία (εισαγγελική πρόταση) παρέμεινε δέκα (10) ημέρες στην Γραμματεία της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Λασιθίου, πριν την υποβολή της στο παρόν Συμβούλιο (βλ. το με αρ. πρωτ. 886/28-12-2020 έγγραφο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Λασιθίου και το με αρ. πρωτ. 11355/28-12-2020 έγγραφο του Καταστήματος Κράτησης Χανίων).
Από το αποδεικτικό υλικό της παρούσας δικογραφίας, νοούμενο στο σύνολό του, το οποίο συγκεντρώθηκε στο πλαίσιο της αυτεπαγγέλτως διενεργηθείσας από το Λιμεναρχείο Σητείας προανάκρισης και της, εν συνεχεία αυτής, κύριας ανάκρισης και, ειδικότερα, από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων, προκύπτουν, κατά την κρίση του Συμβουλίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Στις 14-9-2020, οι κατηγορούμενοι είχαν τη διακυβέρνηση σκάφους, αγνώστων λοιπών στοιχείων, με το οποίο μετέφεραν από τις ανατολικές ακτές της Τουρκίας, με προορισμό την Ιταλία, έναντι αμοιβής που κυμαίνονταν μεταξύ πέντε έως και επτά χιλιάδων ευρώ (5.000€ – 7.000€), για κάθε μεταφερόμενο άτομο, περίπου εβδομήντα τρία (73) άτομα, μεταξύ των οποίων και ανήλικοι, άπαντες αλλοδαποί, με τα κάτωθι στοιχεία: 1) …………59)…….. Στους μεταφερόμενους, δε, πέραν των ανωτέρω πενήντα εννέα (59) ατόμων, περιλαμβάνονται και δεκατέσσερα (14) άτομα, τα οποία εισέτι αγνοούνται και, ως εκ τούτου, τα στοιχεία τους δεν έχει καταστεί εφικτό να διακριβωθούν. Όπως προκύπτει από τις περιλαμβανόμενες στη δικογραφία μαρτυρικές καταθέσεις των μεταφερόμενων αλλοδαπών, ο αριθμός των επιβατών ξεπερνούσε το επιτρεπόμενο όριο ατόμων που μπορούσαν να επιβιβαστούν με ασφάλεια στο σκάφος, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά αυτού, και επιπλέον δεν υπήρχαν πάνω σε αυτό τα απαραίτητα σωστικά μέσα (ατομικά σωσίβια, σωσίβιες λέμβοι), με αποτέλεσμα, περί ώρα 17:37 της 14ης-09-2020, να προκληθεί βύθιση αυτού του σκάφους, σε στίγμα φ: 35ο 13,7΄ Β και λ: 026ο 35,7΄Α, στη θαλάσσια περιοχή περίπου δώδεκα (12) ναυτικά μίλια ανατολικά της νήσου Κρήτης, εξαιτίας της θαλασσοταραχής που επικρατούσε στην περιοχή κατά τον ως άνω χρόνο. Από την προανάκριση που έλαβε χώρα από το Λιμεναρχείο Σητείας, διαπιστώθηκε ο θάνατος τεσσάρων (4) ατόμων και συγκεκριμένα: 1) …….και 4)……. γυναίκας, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ενώ αγνοούνται ακόμα δεκατέσσερα (14) άτομα, όπως προαναφέρθηκε. Από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων των επιβατών του σκάφους, προκύπτει ότι έκαστος εξ αυτών έδωσε το χρηματικό ποσό των 5.000-7.000€ σε άγνωστο πρόσωπο στην Τουρκία, προκειμένου να φροντίσει για τη μεταφορά τους στην Ιταλία. Επίσης, οι μεταφερόμενοι αλλοδαποί αναγνώρισαν ανενδοίαστα τους δύο κατηγορούμενους ως χειριστές του σκάφους, από κοινού με άλλα δύο μέχρι στιγμής άγνωστα άτομα, τα οποία, κατά τη διάρκεια της θαλασσοταραχής, επιβιβάστηκαν σε γρήγορο φουσκωτό σκάφος και έφυγαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Το Λιμεναρχείο Σητείας επιλήφθηκε του ανωτέρω συμβάντος προς εντοπισμό και διάσωση ανθρώπων στη θάλασσα, αφότου ενημερώθηκε για σκάφος αγνώστων λοιπών στοιχείων, το οποίο βυθίστηκε σε στίγμα φ: 35ο 13,7΄ Β και λ: 026ο 35,7΄Α, στη θαλάσσια περιοχή περίπου δώδεκα (12) ναυτικά μίλια ανατολικά της νήσου Κρήτης. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη υπό Ι, το σημείο στο οποίο έλαβαν χώρα τα ανωτέρω συμβάντα, ως και ο θάνατος των τεσσάρων (4) μεταφερόμενων προσώπων, εντοπίζεται σε θαλάσσια περιοχή με συντεταγμένες που βρίσκονται εκτός της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης, ήτοι στα δώδεκα (12) ναυτικά μίλια ανατολικά της Κρήτης και, συγκεκριμένα, στην ανοικτή θάλασσα. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι, εφόσον εν προκειμένω ανακύπτουν ζητήματα αλλοδαπότητας, πριν το παρόν Συμβούλιο καταφύγει στους κανόνες του διεθνούς ποινικού δικαίου, οφείλει να εξετάσει εάν εξαρχής δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων στους κατηγορούμενους αξιοποίνων πράξεων της παράνομης εισόδου στη χώρα και της παράνομης μεταφοράς μεταναστών στην χώρα, οπότε και δεν υπάρχει «πράξη», όπως αυτή νοείται στα άρθρα 5 επ. ΠΚ, διότι, ως προς τα εγκλήματα αυτά, η έκταση εφαρμογής των εθνικών ποινικών νόμων περιορίζεται ήδη σε πρώτο επίπεδο από τις οικείες αντικειμενικές υποστάσεις, οι οποίες πληρούνται μόνο όταν προσβάλλονται έννομα αγαθά που συνδέονται αποκλειστικώς με την ημεδαπή έννομη τάξη (βλ. Χ. Μυλωνόπουλος, «Διεθνές Ποινικό Δίκαιο», σελ. 88, 71, του ιδίου, ΕλλΔνη 1989, σελ. 1137, Εέτσι και η ΤριμΠλημΠειρ (Α ́ Τμ.) 2272/1989, ΕλλΔνη 1989, 1268.). Επί των αποδιδόμενων στους κατηγορούμενους πράξεων, λεκτέα τα ακόλουθα : Α) Αναφορικά με την πράξη της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συναυτουργία και κατά συρροή, από υπαιτίους που ενεργούν εκ κερδοσκοπίας και από την πράξη μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος, που προβλέπεται και τιμωρείται στη διάταξη του άρθρου 30 του 4251/2014, σημειώνεται ότι, σε περίπτωση που αυτή (η μεταφορά) γίνεται με πλοίο ή πλωτό μέσο στην Ελλάδα από το εξωτερικό υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, απαιτείται, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη υπό ΙΙ, μεταφορά τους από το εξωτερικό στην αιγιαλίτιδα ζώνη, με σκοπό την περαιτέρω προώθηση τους στη χώρα, εκτός αν πρόκειται για πλοίο με ξένη σημαία, το οποίο διέρχεται αβλαβώς από την αιγιαλίτιδα ζώνη, οπότε δεν ασκείται η ελληνική ποινική δικαιοδοσία, με βάση τους ορισμούς των άρθρων 17-19 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (βλ. ad hoc ΑΠ 2070/2017, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα της προκείμενης ποινικής δικογραφίας, προκύπτει ότι το ανωτέρω, αγνώστων στοιχείων, πλωτό μέσο, δεν είχε εισέλθει στην ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά έπλεε στην ανοικτή θάλασσα, με σκοπό να συνεχίσει το ταξίδι του προς την Ιταλία, η οποία και ήταν η χώρα προορισμού και όχι η Ελλάδα. Περαιτέρω, από κανένα αντικειμενικό και διϋποκειμενικώς ελέγξιμο στοιχείο της δικογραφίας δεν στοιχειοθετείται δόλος των κατηγορουμένων για την τέλεση του εγκλήματος της μεταφοράς προς την Ελλάδα αλλοδαπών που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις εισόδου στη χώρα, ούτε ότι σταθμός της πορείας τους προς την Ιταλία ήταν και η Ελλάδα και ότι είχαν πρόθεση να εισέλθουν στη ελληνική επικράτεια, ούτε καταφάσκεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο η διάπραξη μίας πράξης που να συνιστά, σε αντικειμενικό επίπεδο, έστω αρχή εκτέλεσης της μεταφοράς των αλλοδαπών προς την Ελλάδα. Ούτε όμως αποδεικνύεται, από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία, ότι ο θάνατος κάποιων από τα μεταφερόμενα πρόσωπα επήλθε εντός της ελληνικής επικράτειας. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα δεν αποτελεί τόπο τέλεσης της παραπάνω πράξης, κατ’ άρθρο 16 σε συνδ. με άρθρο 5 ΠΚ. Επομένως, δεν πληρούται, εν προκειμένω, η ειδική υπόσταση του εγκλήματος της παράνομης μεταφοράς μεταναστών του άρθρου 30 του 4251/2014. Το γεγονός ότι, στη διάταξη της παραγράφου 11 του άρθρου 30 του ν. 4251/2014, προβλέπεται ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και όταν η πράξη τελέσθηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή αλλοδαπό, ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν, δεν έχει την έννοια ότι με αυτή καθιερώνεται η αρχή της παγκόσμιας δικαιοσύνης για το συγκεκριμένο αδίκημα, η οποία αρχή γίνεται δεκτή για περιορισμένο αριθμό βαρύτατων διεθνών εγκλημάτων, που στρέφονται κατά της ανθρωπότητας και αναγνωρίζονται ως τέτοια από τη διεθνή κοινότητα, σύμφωνα με τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου και του εθιμικού ή συμβατικού διεθνούς δικαίου (βλ. νομική σκέψη υπό Ι). Αντιθέτως, με αυτή τη διάταξη προβλέπεται για το αδίκημα, μεταξύ άλλων, της παράνομης μεταφοράς μεταναστών στη χώρα, η κρατική προστατευτική αρχή, λόγω του ότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη υπό Ι, το ελληνικό κράτος ευλόγως ενδιαφέρεται για την τιμώρηση του συγκεκριμένου εγκλήματος, καθώς αυτό προσβάλλει αποκλειστικώς και μόνο την ημεδαπή έννομη τάξη. Εφόσον, όμως, δεν πληρούται καν η αντικειμενική (και υποκειμενική) υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, συνδέεται αποκλειστικώς με την ελληνική έννομη τάξη, προδήλως δεν υφίσταται και λόγος προσφυγής στον συγκεκριμένο κανόνα διεθνούς ποινικού δικαίου του άρθρου 30 παρ. 11 του ν. 4251/2014. Πλέον συγκεκριμένα, έστω και αν η Ελλάδα έχει διεθνή δικαιοδοσία, δυνάμει της παρ. 11 του ανωτέρω άρθρου 30 του ν. 4251/2014, ως προς την εφαρμογή των ποινικών της κανόνων και την τιμώρηση του εγκλήματος του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 4251/2014, ακόμη και όταν αυτό τελείται στην αλλοδαπή (ήτοι και στην ανοικτή θάλασσα) από αλλοδαπό, εν προκειμένω δεν στοιχειοθετείται καν η ειδική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, αφού αυτό δεν τελέστηκε στην Ελλάδα, ούτε στρέφεται κατά της ελληνικής έννομης τάξης, ούτε συντρέχει κάποια άλλη βάση ή σύνδεσμος δικαιοδοσίας, αφού οι μεταφορείς και οι μεταφορόμενοι ήταν άπαντες αλλοδαποί και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 8 ΠΚ (πρβλ. ΑΠ 2070/2017, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σημειώνεται δε ότι, λόγω της βύθισης του πλωτού μέσου στην ανοικτή θάλασσα, πριν σπεύσουν στο σημείο τα ελληνικά σωστικά μέσα, δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθούν τα στοιχεία του πλοίου, ήτοι η σημαία, το όνομα, οι διαστάσεις κ.λπ., πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο της δικογραφίας δεν πιθανολογείται ότι επρόκειται περί πλοίου με ελληνική σημαία, καθώς αυτό εκκίνησε το ταξίδι του από τις ακτές τις Τουρκίας, οδηγούμενο από αλλοδαπούς μεταφορείς και δεν προκύπτει οποιοδήποτε συνδετικό στοιχείο του σκάφους αυτού με την Ελλάδα. Επομένως, ως προς την πράξη αυτή δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων. Β) Αναφορικά με την πράξη της παράνομης εισόδου των κατηγορουμένων στη χώρα (άρθρο 83 Ν. 3386/2005), σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην νομική σκέψη υπό ΙΙΙ ως άνω, απαιτείται είσοδος του αλλοδαπού στην ελληνική επικράτεια χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις ή «επιχείρηση» εισόδου του. Η πλεύση του πλοίου στην ανοικτή θάλασσα δεν θεμελιώνει ευθύνη ούτε καν για επιχείρηση εισόδου, πολλώ δε μάλλον στην προκειμένη περίπτωση που οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι, α) …… και β) ……., Τούρκος και Κούρδος υπήκοος αντίστοιχα, δεν είχαν ως προορισμό τους την Ελλάδα αλλά την Ιταλία. Η δε είσοδός τους στην Ελλάδα έγινε μέσω των σκαφών της Λιμενικής Αρχής, η οποία επενέβη, όπως προαναφέρθηκε για τη διάσωσή τους στη θάλασσα, μετά τη βύθιση του σκάφους στο οποίο επέβαιναν και, συνεπώς, η πράξη αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί σε έστω ενδεχόμενο δόλο τους για την τέλεση της αξιόποινης πράξης της παράνομης εισόδου στην Ελλάδα ή της επιχείρησής της. Επομένως, μη πληρουμένης της ειδικής υπόστασης του άρθρου 83 του ν. 3386/2005, η οποία, άλλωστε, συνδέεται αποκλειστικώς με την ελληνική έννομη τάξη, και δεδομένου, του ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 8 ΠΚ, δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων για την πράξη της παράνομης εισόδου στη χώρα. Γ) Τέλος, ως προς την πράξη της πρόκλησης ναυαγίου κατά συναυτουργία, από την οποία προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο και είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου, σημειώνεται ότι η βύθιση του ως άνω σκάφους και ο θάνατος των τεσσάρων (4) εκ των επιβαινόνταν σε αυτό, επισυνέβη εν μέρει σε πλοίο που δεν έφερε την ελληνική σημαία (ως προς τις παραλείψεις που οδήγησαν στη βύθιση του πλοίου) και εν μέρει στην ανοικτή θάλασσσα (ως προς τη βύθιση και την εξ αμελείας ανθρωποκτονία των τεσσάρων επιβατών). Επομένως, εφόσον τόπος τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος δεν είναι, έστω και εν μέρει, το έδαφος της ελληνικής επικράτειας και δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο συνδετικο στοιχείο με την ημεδαπή (π.χ. Έλληνας δράστης ή παθών) και το συγκεκριμένο αδίκημα i) δεν είναι από εκείνα για τα οποία, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, τη σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας ή άλλη διεθνή συμφωνία, αναγνωρίζεται οικουμενική συνεργασία από όλα τα κράτη για να το καταστείλουν, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή μη συγκεκριμένου συνδέσμου με την εθνική έννομη τάξη και για τα οποία επιτρέπεται κατ` εξαίρεση η επέμβαση των Ελληνικών αρχών ή η εφαρμογή των Ελληνικών ποινικών νόμων (π.χ. παράβαση νόμου περί ναρκωτικών, κ.λπ.) και ii) δεν περιλαμβάνεται στα αδικήματα που αναφέρoνται στο άρθρο 8 ΠΚ, δεν μπορούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση να τύχουν εφαρμογής οι αρχές του διεθνούς ποινικού δικαίου που διέπουν το ημεδαπό ποινικό σύστημα και παρατίθενται στα άρθρα 5 έως 11 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα. Ως εκ τούτου, η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, η οποία τελέσθηκε εκτός ελληνικών χωρικών υδάτων, δεν υπάγεται στην ελληνική ποινική δικαιοδοσία και πρέπει να κηρυχθεί ως προς αυτήν απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη.
Εξάλλου, μετά την απόφαση να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων για τις πράξεις (α) της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συναυτουργία και κατά συρροή, από υπαιτίους που ενεργούν εκ κερδοσκοπίας και από την πράξη μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος (άρθρο 30 §1 περ. β, γ, δ Ν. 4251/2014 σε συνδ. με άρθρα 45, 94 ΠΚ) και (β) της παράνομης εισόδου στη χώρα (άρθρο 83 Ν. 3386/2005) και να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, η ποινική δίωξη της πράξης της πρόκλησης ναυαγίου κατά συναυτουργία, από την οποία προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο και είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου (άρθρα 277 §1 περ. β, δ, 45 ΠΚ), πρέπει να καταργηθεί η ισχύς των υπ’ αριθμ. 12/2020 και 13/2020 ενταλμάτων προσωρινής κράτησης της Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Λασιθίου, με τα οποία, μετά την απολογία των ως άνω κατηγορουμένων, διατάχθηκε η προσωρινή κράτηση αυτών και δυνάμει των οποίων οι κατηγορούμενοι κρατούνται προσωρινά στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων.
Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος κάποιου, καθόσον η ποινική δίωξη ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος των ……, κατοίκου Σμύρνης Τουρκίας και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων και (2) ……, κατοίκου Σμύρνης Τουρκίας και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων, για την πράξη της πρόκλησης ναυαγίου κατά συναυτουργία από την οποία προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο και είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου (άρθρα 277 §1 περ. β, δ, 45 ΠΚ), την οποία φέρεται ότι τέλεσαν στις 14-9-2020 στη θαλάσσια περιοχή περίπου δώδεκα (12) ναυτικά μίλια ανατολικά της νήσου Κρήτης.
ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ να μη γίνει κατηγορία κατά (1) ……., κατοίκου Σμύρνης Τουρκίας και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων και (2) ……., κατοίκου Σμύρνης Τουρκίας και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χανίων, για τις πράξεις (α) της παράνομης μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συναυτουργία και κατά συρροή, από υπαιτίους που ενεργούν εκ κερδοσκοπίας και από την πράξη μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και επήλθε θάνατος (άρθρο 30 §1 περ. β, γ, δ Ν. 4251/2014 σε συνδ. με άρθρα 45, 94 ΠΚ) και (β) της παράνομης εισόδου στη χώρα (άρθρο 83 Ν. 3386/2005), τις οποίες φέρεται ότι τέλεσαν στις 14-9-2020 στη θαλάσσια περιοχή περίπου δώδεκα (12) ναυτικά μίλια ανατολικά της νήσου Κρήτης.
ΚΑΤΑΡΓΕΙ την ισχύ των υπ’ αριθμ. 12/2020 και 13/2020 ενταλμάτων προσωρινής κράτησης της Ανακρίτριας Λασιθίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στη Νεάπολη Λασιθίου, την 11η Φεβρουαρίου 2021 και ΕΚΔΟΘΗΚΕ την ίδια μέρα στον ίδιο τόπο.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ