ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Διαπράττει κακουργηματική πλαστογραφία (και όχι πλαστογραφία πιστοποιητικού) αυτός που πλαστογράφησε πτυχίο (ιατρικής σχολής), προκειμένου να προσληφθεί και να λαμβάνει μισθούς, διότι είχε και σκοπό παραπλάνησης και βλάβης αλλού ( Δημοσίου), στοιχεία που αποκλείουν την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 217.
Όμοιες οι ΑΠ 1852/2020 και 720/2020.
ΑΡΙΘΜΟΣ 592/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ελένη Κατσούλη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου και Μαρία Ανδρικοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Ιουλίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ζαχαρία Κοκκινάκη και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ι. Κ. του Κ., πρώην κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κ.Κ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ανδριακόπουλο, ο οποίος διορίστηκε με την υπ'αριθμ. 288/2021 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 92, 103/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Το Πενταμελές Εφετείο Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2021 κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της προϊσταμένης της Διεύθυνσης του Κ.Κ. ..., Ι. Α., που έλαβε αριθμ. πρωτ. 43/2021 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 390/2021.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 475 Κ.Ποιν.Δ., ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει. Η παραίτηση μπορεί να γίνει στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, εφόσον επιτρέπεται παραίτηση από το ένδικο μέσο, μπορεί να γίνει και μερική παραίτηση, ως προς ορισμένο ή ορισμένους λόγους από αυτούς που προτάθηκαν, οπότε δεν γίνεται συζήτηση ως προς αυτούς (ΑΠ 663/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Ι. Κ. του Κ., με δήλωση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, που έγινε πριν αρχίσει η συζήτηση δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Στέφανου Ανδριακόπουλου, ο οποίος διορίστηκε με την με αριθμό 288/2021 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών (στο πλαίσιο αίτησης παροχής νομικής βοήθειας), παραιτήθηκε από τον δεύτερο λόγο αναίρεσής του που αφορούσε την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε Π.Κ, Στον ανωτέρω δικηγόρο είχε δοθεί σχετική εντολή από τον αναιρεσείοντα, με την από 23/6/2021 υπεύθυνη δήλωση, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του από το κατάστημα κράτησης ... όπου κρατείται, η οποία (δήλωση) καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν θα γίνει έρευνα του λόγου αυτού.
Η από 22-4-2021 αίτηση αναίρεσης του Ι. Κ. του Κ. κατά της 92,103/7-11-2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Εύβοιας έχει ασκηθεί νομότυπα, από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα με δήλωσή του στη Διευθύντρια του καταστήματος κράτησης ..., για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 43/22-4-2021 έκθεση (άρθρα 466 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠΔ) και είναι εμπρόθεσμη, καθώς η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρίσθηκε στο Ειδικό Βιβλίο (άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ) στις 8-2-2021, πλην όμως η προθεσμία για την άσκησή της είχε ανασταλεί μέχρι 5-4-2021, λόγω των μέτρων πρόληψης της πανδημίας. Ειδικότερα, η προθεσμία είχε ανασταλεί από 6-2-2021 έως 15-2-2021 δυνάμει της υπ' αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 8378/2021 Κ.Υ.Α., από 11-2-2021 έως 1-3-2021 δυνάμει της υπ' αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 9147/2021 Κ.Υ.Α., από 1-3-2021 έως 8-3-2021 δυνάμει της υπ' αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 12639/2021 Κ.Υ.Α., από 4-3-2021 έως 16-3-2021 δυνάμει της υπ' αριθ. Δ1α/ΓΠ.οικ. 13805/2021 Κ.Υ.Α., από 16-3-2021 έως 22-3-2021 δυνάμει της υπ' αριθ. Δ1α/Γ.Π.οικ 6320/2021 Κ.Υ.Α., από 20-3-2021 έως 29-3- 2021 δυνάμει της υπ' αριθ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 17698/2021 Κ.Υ.Α. και από 29-3- 2021 έως 5-4-2021 δυνάμει της υπ' αριθ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 18877/2021 Κ.Υ.Α. Η ως άνω προθεσμία άρχισε εκ νέου από 6-4-2021 δυνάμει της υπ' αριθ. Δ1 α/Γ.Π.οικ. 20651/2021 Κ.Υ.Α. προσαυξημένη κατά δέκα (10) ημέρες, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 84 του Ν. 4790/2021. Επομένως, η ασκηθείσα στις 22-4-2021 αναίρεση ασκήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας. Εφόσον δε η ένδικη αίτηση είναι και παραδεκτή, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχον προς τούτο έννομο συμφέρον πρόσωπο, στρέφεται δε κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ως λόγο αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ), πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα κατωτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 3 του ισχύοντος Π.Κ.: "Με φυλάκιση τιμωρείται όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πτυχίο ή κάθε πιστοποιητικό γνώσεων ή δεξιοτήτων, ή νοθεύει γνήσιο ή κάνει χρήση αυτών, με σκοπό να καταλάβει θέση εργασίας ή να διεκδικήσει βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού απαιτείται κατάρτιση πλαστού ή νόθευση πτυχίου ή κάθε είδους πιστοποιητικού γνώσεων ή δεξιοτήτων, ή χρήση αυτών. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να καταλάβει θέση εργασίας ή να διεκδικήσει βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια ο δράστης, χωρίς όμως εντεύθεν να επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου. Η διαφορά μεταξύ της διάταξης του άρθρου 216 Π.Κ. και της εξαιρετικής του άρθρου 217 παρ 3 του νέου Π Κ συνίσταται, αφ' ενός μεν στο ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ έγγραφα, αλλά μόνο τα αναφερόμενα σε αυτή, αφ' ετέρου δε στον ειδικό σκοπό για τον οποίο τελείται το έγκλημα του άρθρου 217 παρ. 3 του νέου Π.Κ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, πρώτον, ότι αντικείμενο της κατά το άρθρο 217 παρ. 3 πλαστογραφίας δεν συνιστούν πάντα τα κατά το άρθρο 13 §1 γ Π. Κ. έγγραφα, αλλά μόνον τα πτυχία και τα κάθε είδους πιστοποιητικά γνώσεων και δεξιοτήτων και δεύτερον ότι ο συνδεόμενος με την τέλεση του αδικήματος του άρθρου 217 παρ.3 Π.Κ. σκοπός του υπαιτίου πρέπει να αποβλέπει αποκλειστικώς στην κατάληψη θέσης εργασίας ή στη διεκδίκηση βαθμολογικής ή μισθολογικής προαγωγής στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, χωρίς η προσδοκώμενη από την πράξη ωφέλεια ή η αντίστοιχη ζημία τρίτου να έχουν τη σημασία, την οποία έχουν για την θεμελίωση της πράξης της βασικής διάταξης του άρθρου 216 Π.Κ. Στην περίπτωση, όμως, που από την πλαστογραφία ή τη νόθευση βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες αυτού σχέσεις ή το συμφέρον του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα ή, αν, γενικότερα, η πλαστογραφία γίνεται και για άλλο σκοπό, εκτός του υπό του άρθρου 217 αναφερομένου, τότε και αν ακόμη χρησιμοποιούνται έγγραφα προβλεπόμενα από το ίδιο άρθρο, ήτοι πτυχίο ή πιστοποιητικό γνώσεων ή δεξιοτήτων, εφαρμοστέα τυγχάνει η βασική περί πλαστογραφίας διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ και όχι η ειδική διάταξη του άρθρου 217 παρ. 3 Π.Κ. (Α.Π. 720/2020, 1852/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 1/2020, 3/2008, ΑΠ 20/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα Με την υπ' αριθμ. 1790/18.8.1999 απόφαση του Προέδρου του Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου - Κέντρου Υγείας Κύμης, η οποία εκδόθηκε μετά την με αριθμό 10/16.8.1999 πράξη του διοικητικού συμβουλίου του ΝΓΝ-ΚΥ Κύμης και εγκρίθηκε με την με αριθμό Α9α/24998/30.7 1999 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Προνοίας, προκηρύχθηκε μία θέση Διευθυντή Γενικής Ιατρικής ή Παθολογίας "επί θητεία" στο Πολυδύναμο Περιφερειακό Ιατρείο Σκύρου (ΠΠΙ). για την πλήρωση της οποίας ήταν απαραίτητη μεταξύ άλλων δικαιολογητικών η προσκόμιση αντίγραφου πτυχίου ιατρικής. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν κατείχε πτυχίο ιατρικής, την 1.9.1999 υπέβαλε στο ΝΓΝ- ΚΥ Κύμης την με αριθμό πρωτ. .../1.9.1999 αίτηση, προσκομίζοντας εν γνώσει του πλαστό πιστοποιητικό πτυχίου που φερόταν να έχει εκδοθεί στο όνομα Ι. Κ. από το Πανεπιστήμιο της Ρώμης "Η Σοφία" ( LA SAPIENZA), στις 7 11.1992, Το ανωτέρω ήταν πλαστό διότι ποτέ δεν είχε εκδοθεί πτυχίο ιατρικής επ' ονόματί του, ούτε προέκυψε υποστήριξη εκ μέρους του πτυχιακής εργασίας. Εξάλλου, το προσκομιζόμενο πτυχίο δεν έφερε την επισημείωση "APOSTILLE" (σφραγίδα) της Σύμβασης της Χάγης της 5 Οκτωβρίου 1961, για τη βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής, της ιδιότητας με την οποία ενήργησε ο υπογράφων το έγγραφο και της ταυτότητας της σφραγίδας ή του επισήματος που φέρει αυτό. Ακολούθως, με την παράσταση των παραπάνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, έπεισε τους αρμοδίους για την επιλογή των διοριστέων υποψηφίων υπαλλήλους του ΣΚΕΙΟΠΝΙ της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος και λοιπούς υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας ότι διαθέτει το απολύτως απαραίτητο και απαιτούμενο τυπικό προσόν για το διορισμό του ως Διευθυντή Γενικής Ιατρικής επί θητεία στο ΠΠΙ Σκύρου, ήτοι ότι διαθέτει πτυχίο Ιατρικής, ενώ στην συνέχεια στις 23.12 2004 υπέβαλε προς το Συμβούλιο Επιλογής και Αξιολόγησης Διευθυντών Κλάδου Ιατρών ΕΣΥ το από 23.12.2004 βιογραφικό σημείωμα και στις 12.1.2012 υπέβαλε προς τη Δ/νση, του ΓΝ- ΚΥ Κύμης βιογραφικό σημείωμα όπου ανέφερε ψευδώς, ότι είναι απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ρώμης "LA SAPIENZA" από το έτος 1992 και αιτήθηκε τη μονιμοποίησή του μετά την συμπλήρωση πενταετούς θητείας στην ως άνω θέση. Με τον τρόπο αυτό έπεισε τους αρμόδιους υπαλλήλους ότι διαθέτει το απαραίτητο για την άσκηση του λειτουργήματος του ιατρού πτυχίο ιατρικής, με αποτέλεσμα να προβούν στην μονιμοποίησή του, η οποία έλαβε χώρα με την με αριθμό Υ10α/40574/18.7.2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας αναδρομικά από 2.2.2005. Παράλληλα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την 1.9.1999 όταν υπέβαλε στο ΝΓΝ-ΚΥ Κύμης την ως άνω αίτησή του, έως και τον Αύγουστο του 2013, οπότε και καταβλήθηκε η τελευταία μισθοδοσία του, ελάμβανε ανελλιπώς όλες τις αποδοχές (μισθό, επιδόματα, εφημερίες, κλπ) της ανωτέρω θέσης, προσπορίζοντας έτσι στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, που συνολικά υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ με αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου αποκομίζοντας παράνομα κατά το χρονικό διάστημα από 2.2.2000 έως 31.8.2013 το συνολικό ποσόν των 667.522,56 Ε. Ειδικότερα με την ενέργειά του αυτή επεδίωκε όφελος, υπολογιζόμενο, με βάση τον προβλεπόμενο χρόνο συνολικών παροχών, ήτοι τον προβλεπόμενο χρόνο υπηρεσίας μέχρι την συνταξιοδότησή του, δηλαδή την διασφάλιση του μέχρι τουλάχιστον την συνταξιοδότησή του στα 65 έτη, στο ποσόν των 1.037.522,56 ευρώ, δεδομένου ότι κατά την πρόσληψή του στις 2 2.2000 ήταν 42 ετών, (γεννηθείς το έτος 1958 ) έλαβε δε κατά τα έτη υπηρεσίας του από 2.2.2000 έως και την 31.8.2013 το ποσόν των 667.522,56 ευρώ για μισθοδοσία, επιδόματα και εφημερίες, ενώ μέχρι την συνταξιοδότησή του στο 65° έτος της ηλικίας του θα ελάμβανε ακόμη με βάση τον ετήσιο καθαρό μισθό του το έτος 2012 που ανερχόταν στο ποσόν των 25.000 Ε, πλέον 12.000 Ε για εφημερίες, το συνολικό ποσόν των 370.000 Ε (10 έτη υπηρεσίας X 37.000 ανά έτος).
Συνεπώς το συνολικό σκοπούμενο όφελός του (προξενηθέν και απειληθέν) με αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται στο ποσόν του 1.037.522,56 Ε (667.522,56 Ε + 370.000 Ε). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων: α) της απάτης κατ' εξακολούθηση εις βάρος του Δημοσίου από την οποία το περιουσιακό όφελος που πέτυχε ο δράστης και η συνολική ζημία που προξενήθηκε στο Δημόσιο, υπερβαίνουν το ποσό 120.000 ευρώ ( άρθρα 98 παρ. 2, 386 παρ. 2 του νέου ( ν. 4619/2019 ),ΠΚ που είναι επιεικέστερη αυτής του άρθρου 386 παρ. 1,3β του προισχύσαντος ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1608/1950 που καταργήθηκε με το άρθρο 462 του νέου ΠΚ και β) της χρήσης πλαστού εγγράφου, από την οποία το επιτευχθέν όφελος και η απειληθείσα ζημία του ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουν το ποσό των 120 0000 ευρώ (άρθρα 98 παρ. 2, 216 παρ 2, 4 του νέου ΠΚ, που είναι επιεικέστερη του άρθρου 216 παρ 2,3α του προισχύσαντος ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ 1 του ν. 1608/1950 που καταργήθηκε με το άρθρο 462 του νέου ΠΚ ). Επομένως, ο κατηγορούμενος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις συρρέουσες ως άνω πράξεις. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η δεύτερη από τις ως άνω πράξεις φέρει τα στοιχεία του άρθρου 217 παρ. 3 του νέου ΠΚ (πλαστογραφία πιστοποιητικών) και επομένως, ως τιμωρούμενη σε βαθμό πλημμελήματος, υπέκυψε σε παραγραφή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις που σκοπός του δράστη είναι να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού, ή επιπροσθέτως να βλάψει άλλον ή αν βλαπτόμενος είναι το Δημόσιο, όπως στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 423/2000, 495/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η επί μέρους πράξεις του με χρόνο τελέσεως την 1.9.1999 υπέκυψαν στην 20 ετή παραγραφή των άρθρων 2, 111 παρ. 112, 113 παρ. 2 ΠΚ είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι σε περίπτωση κατ εξακολούθηση εγκλήματος που θίγει περιουσιακά αγαθά για το οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως εν προκειμένω, ο χρόνος παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της μερικότερης πράξεως και όχι αυτοτελής για κάθε επί μέρους πράξη όπως στην περίπτωση του άρθρου 98 παρ. 1 ΠΚ, στην προκειμένη δε περίπτωση η τελευταία επί μέρους δράση του κατηγορουμένου έλαβε χώρα στις 23.12.2004 και επομένως ζήτημα παραγραφής των ως άνω πράξεων που ετέλεσε δεν τίθεται (ΑΠ 1242/1997, Γνωμ. Εισ ΑΠ 3/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου περί εφαρμογής του άρθρου 217 παρ. 3 Π.Κ. και περί παραγραφής και τον κήρυξε ένοχο για τις πράξεις α) της τετελεσμένης απάτης κατ' εξακολούθηση σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου με προξενηθείσα ζημία 667.522,56 ευρώ, β) χρήσης πλαστού εγγράφου σε βάρος του ελληνικού δημοσίου με σκοπούμενο όφελος ποσού 1.037.522,56 ευρώ (216 παρ. 4 του νέου Π.Κ.). Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσής του ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2, 111, 112, 113, 216 παρ. 2, 4 και 217 παρ. 3 Π.Κ., διότι υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 2 και 4 Π.Κ. και τον κήρυξε ένοχο χρήσης πλαστού εγγράφου σε βάρος του Δημοσίου, με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 120.000 ευρώ, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει την ειδική επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 3 ίδιου κώδικα και να παύσει οριστικά την σε βάρος του ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής της πράξης που του αποδίδεται. Όμως, με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Εύβοιας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1, 2, 4 ισχύοντος Π.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής χρήσης πλαστού εγγράφου σε βάρος του Δημοσίου με σκοπούμενο όφελος άνω των 120.000 ευρώ. Ορθοί είναι επίσης, και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις αναφερόμενες στην απόφαση ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1, 2, 4 ισχύοντος Π.Κ., με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, οπότε το Δικαστήριο δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Εξάλλου, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις για μη εφαρμογή του άρθρου 217 παρ. 3 Π.Κ., στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται και αιτιολογείται ότι ο σκοπός του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος δεν απέβλεπε αποκλειστικά στην κατάληψη θέσης εργασίας ή στη διεκδίκηση βαθμολογικής ή μισθολογικής προαγωγής στο δημόσιο χωρίς να επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου, αλλά σαφώς εκτίθεται ότι η χρήση του πλαστού εγγράφου (πτυχίου) έγινε και για άλλο σκοπό, ήτοι προς βλάβη του Δημοσίου, το οποίο υπέστη ευθέως ζημία άνω των 120.000 ευρώ από την ως άνω χρήση του πλαστού εγγράφου. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη ορθά εφαρμόστηκε η γενική διάταξη του άρθρου 216, έναντι αυτής του άρθρου 217 παρ. 3 Π.Κ., με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα παραγραφής της πράξης που τελέστηκε την 1-9-1999. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νέου Π.Κ. (Ν.4619/2019), "η επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής (είκοσι έτη αντί δεκαπέντε), εξασφαλίζει την μείζονα προστασία της πράγματι δημόσιας περιουσίας και καθιστά περιττό τον απαρχαιωμένο και άκρως προβληματικό Ν. 1608/50, ο οποίος καταργείται". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων είχε παραπεμφθεί και καταδικάστηκε πρωτοδίκως με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 Ν. 1608/1950, από το σκεπτικό δε της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι και κατά της παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ενόψει του συνολικού ποσού του οφέλους που επιδίωξε ο αναιρεσείων και της αντίστοιχης βλάβης του δημοσίου, που δέχθηκε το Δικαστήριο. Επομένως, τόσον κατά το προϊσχύσαν όσο και το ισχύον νομικό καθεστώς, η προθεσμία της παραγραφής είναι εικοσαετής και αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των πέντε ετών (άρθρα 111 παρ. 2 και 113 Π.Κ.), αφού με βάση τις προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 3 Π.Κ. και 1 Ν. 1608/1950, λόγω της προβλεπόμενης ποινής (ισόβιας κάθειρξης), η προθεσμία παραγραφής ήταν εικοσαετής (άρθρο 111 παρ. 2 περ. α' προϊσχύσαντος Π.Κ.), ενώ ίδια προθεσμία προβλέπεται και στο άρθρο 216 παρ. 4 τελευταίο εδάφιο). Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατ` ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 578 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2021 αίτηση του Ι. Κ. του Κ., κάτοικο ..., ήδη κρατούμενου στο κατάστημα κράτησης ..., για αναίρεση της με αριθμό 92,103/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Εύβοιας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2021. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ