ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ - ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ - ΑΠ 1274-2024

Περίληψη : Αναστολή ποινικής δίωξης σε αδικήματα φοροδιαφυγής .Για τα φορολογικά εγκλήματα που τελέστηκαν πριν τις 6.11.2020, εξακολουθεί  να υπάρχει η δυνατότητα κίνησης της ποινικής δίωξης και πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής και η δυνητική αναστολή (αναβολή) της ποινικής δίκης από το ποινικό δικαστήριο μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσας προσφυγής , ακόμη και μετά τη  νέα  διάταξη του άρθρου 68 ν. 4987/2022 αφού η τελευταία δεν ρυθμίζει τίποτε διαφορετικό και τίποτε περισσότερο απ` ότι ρύθμιζε η διάταξη που κωδικοποίησε. Εσφαλμένα το προσβαλλόμενο βούλευμα (1384/2024) του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έκρινε πως η διάταξη του άρθρου 68§2 ν. 4987/2022 ( αναβολή ποινικής δίωξης)  είναι εφαρμοστέα και στις πράξεις  που τελέστηκαν προ της 6.11.2020, και ήρε τη διαφωνία που ανέκυψε υπέρ του Ανακριτή, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση ορθά ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ποινική δίωξη.

 ΑΡΙΘΜΟΣ 1274/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση και Ελένη Θεοδωρακοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αικατερίνης Ψύρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αναίρεση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρίστου Μπαρδάκη, κατά του 1384/2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ. Μ. του Μ. και 2. Α. Μ. του Μ.

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο ανωτέρω αναιρεσείων Αντεισαγγελέας ζητεί τώρα την αναίρεσή του, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27-6-2024 αναίρεσή του, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ., συνταχθείσης της με αριθμό 24/2024 σχετικής έκθεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 631/2024 Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αικατερίνη Ψύρη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την με αριθμό πρωτοκόλλου 135/28-6-2024 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρίστου Μπαρδάκη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, την υπ'αρ. 24/2024 αναίρεση κατά του υπ'αρ 1384/2-5-2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:

Η ανωτέρω αναίρεση ασκήθηκε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή νόμιμους και βάσιμους λόγους, στους οποίους και αύθις αναφέρομαι. Επομένως η ως άνω αναίρεση πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο με άλλη σύνθεση, αφού αυτό είναι δυνατό.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρίστος Δ. Μπαρδάκης".

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 306, 479, 480, 483 παρ. 3εδ α' και β', 484 παρ. 1 και 485 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, για όλους τους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠοινΔ, με σχετική δήλωση στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία του ενός μηνός που ορίζεται από το άρθρο 480, η οποία προθεσμία για την αίτηση αναίρεσης κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών αρχίζει από την λήξη της προθεσμίας έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία είναι επίσης ενός μηνός και αρχίζει από την έκδοση του βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 27-6-2024 και με αριθμό έκθεσης 24/2024 αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, στρέφεται κατά του με αριθμό 1384/2-5-2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ήρθη υπέρ της Ανακρίτριας η κατωτέρω προκύψασα διαφωνία μεταξύ του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών και της Ανακρίτριας του 33ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός ενός μηνός από την λήξη της προθεσμίας έφεσης του Εισαγγελέα Εφετών, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 4 του ΚΠοιν.Δ., αφού το μεν προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε στις 2-5-2024, η δε αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου στις 27-6-2024, περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας(αρθρ.484 παρ. 1 περ. β' και δ'του Κ.Π.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Στις διατάξεις των άρθρων 65-67 του ν. 4622/2019 "Επιτελικό Κράτος: οργάνωση, λειτουργία και διαφάνεια της Κυβέρνησης, των κυβερνητικών οργάνων και της κεντρικής δημόσιας διοίκησης", τίθενται οι βάσεις και οι κατευθύνσεις για την κωδικοποίηση της νομοθεσίας και την αναμόρφωση του δικαίου, τη σύσταση και τη λειτουργία της Κεντρικής Επιτροπής Κωδικοποίησης, καθώς και τη διαδικασία κωδικοποίησης της νομοθεσίας. Ειδικότερα, ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 65: Κωδικοποίηση νομοθεσίας και αναμόρφωση δικαίου 1. Κατά την κωδικοποίηση λαμβάνει χώρα, κατά περίπτωση: (α) αναδιάρθρωση διατάξεων, (β) απαλοιφή των διατάξεων που έχουν καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά, καθώς και των μεταβατικών διατάξεων που δεν έχουν πεδίο εφαρμογής πλέον, (γ) αναδιατύπωση των κειμένων σε εύληπτη γλώσσα, (δ) προσαρμογή των διατάξεων που καθορίζουν αρμοδιότητες διοικητικών και άλλων οργάνων προς το ισχύον οργανωτικό σχήμα των κεντρικών και αποκεντρωμένων κρατικών υπηρεσιών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων του Δημόσιου Τομέα (νομοθετική κωδικοποίηση). 2. Η κωδικοποίηση μπορεί να πάρει και τη μορφή συγκέντρωσης στο κωδικοποιητικό κείμενο όλων των ισχυουσών διατάξεων, νομοθετικού ή κανονιστικού χαρακτήρα, χωρίς όμως ένταξη των κωδικοποιημένων διατάξεων σε ενιαίο κείμενο και χωρίς κατάργησή τους (διοικητική κωδικοποίηση). 3. Η αναμόρφωση αποσκοπεί στην επικαιροποίηση και αποκάθαρση της υφιστάμενης νομοθεσίας, κατά τρόπο ώστε οι εναπομένοντες κανόνες να είναι ορθοί, λειτουργικοί και εύληπτοι. Στην αναμόρφωση περιλαμβάνεται, κατά περίπτωση, η απλοποίηση, κατάργηση παρωχημένων διατάξεων και ένταξη σε ενιαίο κείμενο των νόμων, κανονιστικών διαταγμάτων και αποφάσεων, καθώς και η μετά την ένταξη κατάργησή τους ως αυτοτελών διατάξεων. Άρθρο 66: Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης 1... 2... 3. Η Κ.Ε.Κ. είναι αρμόδια για την κατάρτιση κωδίκων, καθώς και για την κωδικοποίηση της νομοθεσίας, διαθέτοντας γενικό τεκμήριο αρμοδιότητας για την κωδικοποίηση και την αναμόρφωση της νομοθεσίας, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο "65" του παρόντος... 4. Η Κ.Ε.Κ. συντάσσει εγχειρίδιο που περιέχει τη μεθοδολογία κωδικοποίησης και τους νομοτεχνικούς κανόνες για τη σύνταξη των κωδίκων και την αναμόρφωση της νομοθεσίας. Οι κανόνες του εγχειριδίου αναφέρονται, ιδίως, στη` διαίρεση και στην ταξινόμηση της ύλης, στον τρόπο αρίθμησης των άρθρων, των παραγράφων και των εδαφίων, στον τρόπο παραπομπής στις διατάξεις που κωδικοποιούνται και στον τρόπο αναγραφής τίτλων στα άρθρα και στα επί μέρους κεφάλαια των κωδίκων, καθώς και στη γλωσσική διατύπωσή τους. Εφόσον η Κ.Ε.Κ. προβαίνει και στην αναμόρφωση της νομοθεσίας, οι κανόνες αυτοί αναφέρονται και στα κριτήρια επιλογής της σχετικής μεθόδου. 5...6...7...8...9...Άρθρο 67 Διαδικασία κωδικοποίησης 1...2...3...4... 5. Τα σχέδια των κωδίκων που περιλαμβάνουν διατάξεις τυπικών νόμων κυρώνονται, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 76 του Συντάγματος, πλην του μέρους με το οποίο καταργούνται ή τροποποιούνται ισχύουσες διατάξεις νόμου στο πλαίσιο αναμόρφωσης του δικαίου, για το οποίο πρέπει να προηγηθεί η συνήθης κοινοβουλευτική διαδικασία. Στους κώδικες αυτούς μπορεί να περιληφθούν κατ` εξαίρεση, διατάξεις κανονιστικών διαταγμάτων και αποφάσεων, αν αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για τις ανάγκες της κωδικοποίησης. 6...".

Περαιτέρω, η Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 66§4 ν. 4622/2019, συνέταξε το έτος 2020 εγχειρίδιο, το οποίο περιλαμβάνει κυρίως ζητήματα μεθοδολογίας, τεκμηρίωσης, διαχείρισης και διατύπωσης της ύλης και γενικά συστηματοποίησης των διαδικασιών που αφορούν την κωδικοποίηση και αναμόρφωση του δικαίου, προκειμένου να διασφαλίσει ότι κάθε εργασία κωδικοποίησης και αναμόρφωσης του δικαίου θα ακολουθεί εφεξής ενιαία μεθοδολογία και θα υπακούει σε ενιαίους κανόνες, αποτυπώνοντας τις πρακτικές βάσει των οποίων η Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης προσεγγίζει τα έργα κωδικοποίησης και αναμόρφωσης του δικαίου. Στο τμήμα II του εγχειριδίου, εξηγείται η έννοια, μεταξύ άλλων και των όρων που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 65 §1 ν. 4622/2019 σχετικά με τη νομοθετική κωδικοποίηση και ορίζεται α) ως "Αναδιάρθρωση διατάξεων", η εργασία συγκέντρωσης και συστηματικής ανακατανομής των κωδικοποιούμενων διατάξεων, σύμφωνα με το εννοιολογικό ή ρυθμιστικό τους περιεχόμενο,, β) ως "Απαλοιφή διατάξεων`, η εργασία που οδηγεί στην παράλειψη των διατάξεων που έχουν καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά, καθώς και των μεταβατικών διατάξεων που στερούνται πλέον πεδίου εφαρμογής, με σχετική μνεία στην αιτιολογική έκθεση του κώδικα και χωρίς ρητή αναφορά των διατάξεων που έχουν καταργηθεί στο κωδικοποιητικό κείμενο και γ) ως "Αναδιατύπωση διατάξεων", η εργασία κατά την οποία ισχύουσες διατάξεις, αφενός, προσαρμόζονται με βάση το ισχύον δίκαιο, και αφετέρου, διατυπώνονται με τρόπο ώστε να χαρακτηρίζονται από σαφήνεια, νοηματική πληρότητα, συνοχή και γλωσσική ομοιομορφία, χωρίς ατέλειες ή κενά. Η αναδιατύπωση περιορίζεται στους παραπάνω στόχους και δεν παραλλάσσει κατά κανένα τρόπο το νόημα της κωδικοποιούμενης διάταξης.

Περαιτέρω, η διαδικασία άσκησης ποινικής δίωξης για κάποια αξιόποινη πράξη φέρει δικονομικό χαρακτήρα, οι σχετικές διατάξεις έχουν επίσης δικονομικό χαρακτήρα και άμεση εφαρμογή και σε πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν και πριν την ισχύ τους εφόσον δεν ασκήθηκε ακόμη ποινική δίωξη (ΑΠ 1032/2019), εκτός αν άλλως ορίζεται (ΟλΑΠ 1/2014). Περαιτέρω, σχετικά με τα εγκλήματα φοροδιαφυγής για την παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος και της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή για ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών (17,18 ν. 2523/1997, 66 ν.4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 και ήδη 66 ν.4987/2022), με το άρθρο 55Α του ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 5 του ν.4337/2015, ορίστηκε ότι "2. Η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής και προσφυγής ενώπιον των διοικητικών Δικαστηρίων δεν επηρεάζει την ποινική διαδικασία. Το ποινικό δικαστήριο δύναται πάντως, σε περίπτωση που κρίνει ότι η έκβαση εκκρεμούς διοικητικής δίκης είναι ουσιώδης για τη δική του κρίση επί της υπόθεσης, να αναστείλει με απόφασή του την ποινική δίκη μέχρι την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου", ενώ όμοιου περιεχόμενου διάταξη περιλήφθηκε και στο άρθρο 68 §3 (ΚΦΔ), όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 που διελάμβανε τα εξής: "3. Η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής και προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων δεν επηρεάζει την ποινική διαδικασία. Το ποινικό δικαστήριο δύναται πάντως, σε περίπτωση που κρίνει ότι η έκβαση εκκρεμούς διοικητικής δίκης είναι ουσιώδης για τη δική του κρίση επί της υπόθεσης, να αναστείλει με απόφασή του την ποινική δίκη μέχρι την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου".

Με τις ρυθμίσεις αυτές υπήρχε η δυνατότητα κίνησης της ποινικής δίωξης για φορολογικά αδικήματα του άρθρου 66 του ν.4174/2013 (ΚΦΔ) και πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής και δυνητική αναστολή (αναβολή) της ποινικής δίκης από το ποινικό δικαστήριο μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσας προσφυγής (ΑΠ 855/2023, ΑΠ 353/2023, ΑΠ 95/2022, ΑΠ 1091/2022, ΑΠ 594/2021).  Στη συνέχεια, με το άρθρο 32 παρ. 3 του ν. 4745/2020 (ΦΕΚ Α` 214/6.11.2020) αντικαταστάθηκε το άρθρο 55Α του ν. 4174/2013, επομένως και η παρ. 2 αυτού και στο άρθρο περιλήφθηκε μόνο μία παράγραφος, που ρυθμίζει τα σχετικά με την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς μετά την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή την πράξη επιβολής προστίμου, ενώ με την παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου 32 του ν.4745/2020 (ΦΕΚ Α` 214/6.11.2020) αντικαταστάθηκε η παρ. 3 του άρθρου 68 ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ), όπως είχε προστεθεί με το άρθρο 8 του ν.4337/2015 και ορίστηκαν τα εξής: "α) Αν με βάση εκτελεστή πράξη της φορολογικής αρχής συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής εκ των οριζομένων στο άρθρο 66, η έκδοση τέτοιας πράξης αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Για το σκοπό αυτό, η οικεία φορολογική αρχή ενημερώνει αμελλητί τον αρμόδιο Εισαγγελέα και του αποστέλλει αντίγραφο της ως άνω διοικητικής πράξης, β) Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε δε άλλη περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, γ) η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και η αναβολή ή η αναστολή της ποινικής διαδικασίας διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της φορολογικής αρχής, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε, δ)... ε) Σε περίπτωση αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ.α δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα". Εισήχθη, συνεπώς, λόγος υποχρεωτικής αναβολής της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και υποχρεωτικής αναστολής της ποινικής διαδικασίας από τον ανακριτή, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, κατά περίπτωση. Ο χρόνος της αναβολής της ποινικής δίωξης ή αναστολής της ποινικής διαδικασίας αρχίζει - σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση - από την έκδοση εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής, με την οποία διαπιστώνεται η διάπραξη φορολογικού αδικήματος (ήτοι με την έκδοση πράξης προσδιορισμού ΦΠΑ σε περίπτωση μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ΦΠΑ και φύλλου υπολογισμού φόρου εισοδήματος σε περίπτωση μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας) και είναι χρονικά απεριόριστη, διαρκούσα μέχρι την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής (με την τελεσίδικη απόρριψη ασκηθείσας προσφυγής ή με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής). Ωστόσο, στον ν. 4745/2020 (ΦΕΚ Α` 214/6.11.2020) περιλήφθηκαν και μεταβατικές διατάξεις και ειδικότερα στο εδ. α του άρθρου 96 του νόμου αυτού που φέρει τον τίτλο "Μεταβατική διάταξη για την αναστολή των ποινικών υποθέσεων" ορίστηκε ότι "οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου". Με τη μεταβατική αυτή διάταξη προβλέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 32 δηλαδή και η παρ. 3 αυτού που αντικατέστησε το άρθρο 55Α§2 ν. 4174/2013 και η παρ. 4 αυτού που κατάργησε το άρθρο 68 παρ.3 του ν. 4174/2013 (για την αναστολή της παραγραφής) δεν εφαρμόζονται στις πράξεις που τελέστηκαν έως τις 6.11.2020, διατηρώντας έτσι σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 55Α§2 και 68§3 του ν. 4174/2013 για τα φορολογικά εγκλήματα που τελέστηκαν πριν τις 6.11.2020, ώστε για αυτά να υπάρχει η δυνατότητα κίνησης της ποινικής δίωξης και πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής και η δυνητική αναστολή (αναβολή) της ποινικής δίκης από το ποινικό δικαστήριο μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσας προσφυγής. Συνεπώς τα φορολογικά αδικήματα του άρθρου 66 του ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) που τελέστηκαν μέχρι τις 6.11.2020 υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του ν. 4174/2013, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον ν. 4745/2020 (ΑΠ 855/2023, ΑΠ 353/2023, ΑΠ 95/2022, ΑΠ 1091/2022, ΑΠ 594/2021).

Στη συνέχεια εκπονήθηκε από την Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης και κατατέθηκε στη Βουλή προς κύρωση, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις παρ. 6 και 7 του άρθρου 76 του Συντάγματος, το σχέδιο Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 4987/2022 (ΦΕΚ Α` 206/4.11.2022). Το άρθρο 68 του ν. 4174/2013, το οποίο προστέθηκε ως νέο άρθρο 68 με το άρθρο 8 ν. 4337/2015 (το προϋφιστάμενο άρθρο 68 αναριθμήθηκε σε άρθρο 74), κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 68 ν. 4987/2022 (ΦΕΚ Α` 206/04.11.2022) "Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας", με την τελευταία μορφή πού είχε λάβει προ της κωδικοποιήσεως, ήτοι όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 4 του άρθρου 32 και με το άρθρο 92 ν. 4745/2020 (ΦΕΚ Α` 214/6.11.2020), που αφορούσε την παραγραφή (βλ.και αιτιολογική έκθεση/κατ' άρθρον ανάλυση αξιολογούμενης ρύθμισης, άρθρο 68 και παράρτημα, όπου πίνακες κωδικοποιητικών και κωδικοποιούμενών διατάξεων). Η νέα διάταξη του άρθρου 68 ν. 4987/2022 δεν ρυθμίζει τίποτε διαφορετικό και τίποτε περισσότερο απ` ότι ρύθμιζε η διάταξη που κωδικοποίησε, ώστε τα όσα διαλαμβάνει στην παρ. 2 σχετικά με το θέμα της αναστολής/αναβολής της ποινικής διαδικασίας να εφαρμόζονται στα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν μετά την 6.11.2020. Το ότι η διάταξη του άρθρου 68 του ν. 4174/2013 έτυχε κωδικοποίησης μετά τον ν. 4745/2020 (ΦΕΚ Α` 214/6.11.2020), άρα και της διάταξης του άρθρου 96 εδ. α` αυτού, δεν σημαίνει ότι διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής της και καταλαμβάνει και τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν προ της 6.11.2020. Τούτο διότι εν προκειμένω, όταν έλαβε χώρα η κύρωση του σχεδίου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, το άρθρο 96 εδ.α ν. 4745/2020 βρισκόταν σε ισχύ και δεν είχε καταργηθεί ούτε ρητά, ούτε σιωπηρά. Είχε επίσης και πεδίο εφαρμογής ρυθμίζοντας το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο στα εγκλήματα φοροδιαφυγής κατά τρόπο ώστε άλλες διατάξεις να εφαρμόζονται στα τελεσθέντα προ της 6.11.2020 και άλλες σε όσα τελούνταν μετά από την ημέρα αυτή και ειδικότερα κατά τρόπο, ώστε η διάταξη του άρθρου 68 του ν. 4174/2013 με την τελευταία της μορφή πριν την κωδικοποίηση να εφαρμόζεται μόνο στα τελεσθέντα μετά την 6.11.2020 αδικήματα, ενώ σε εκείνα που είχαν τελεστεί πριν την 6.11.2020 να καλούνται σε εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 55Α§2 ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3§5 ν.4337/2015 και του άρθρου 68§3 του ν. 4174/2013, που προστέθηκε με το άρθρο 8 ν.4337/2015.

Συνεπώς, επειδή οι.ανωτέρω διατάξεις - προ της κωδικοποιήσεως, δεν ίσχυαν άπασες ταυτόχρονα για το ίδιο αντικείμενο, δεν είναι κρίσιμο μόνο το αν υφίσταται νεότερη δικονομική διάταξη, αλλά και ποιο αντικείμενο αφορά αυτή. Προσέτι, η διάταξη του άρθρου 96 εδ.α` ν. 4745/2020 δεν μπορεί να θεωρηθεί καταργηθείσα σιωπηρώς δια της κωδικοποιήσεως, ώστε πλέον να εφαρμόζονται οι ίδιες διατάξεις για όλα τα φορολογικά αδικήματα, ανεξαρτήτως του χρόνου τέλεσής τους, καθώς μια τέτοια νομοθετική μεταβολή κινείται έξω από τα όρια της κωδικοποίησης (65§1 ν. 4622/2019) για την οποία ακολουθήθηκε η κύρωση των σχεδίων των κωδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 76 του Συντάγματος (67§5 εδ.α` ν. 4622/2019) και ούτε άλλωστε γίνεται μνεία περί αυτού στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4987/2022 (ΦΕΚ Α' 206/4.11.2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με το με αριθμ. 1384/2024 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ήρθη η προκύψασα διαφωνία μεταξύ του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, που άσκησε ποινική δίωξη, δυνάμει της από 19-12-2022 παραγγελίας για διενέργεια κυρίας ανακρίσεως επί της με ΑΒΜ: Β 2022/1971 και της συσχετισθείσας με αυτή με ΑΒΜ: Β 2022/1981 ποινικής δικογραφίας, και της Ανακρίτριας του 33ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, που έκρινε ότι συντρέχει νόμιμος λόγος που εμποδίζει την ποινική δίωξη, υπέρ της ως άνω Ανακρίτριας. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση σχηματίσθηκε σε βάρος των: 1) Μ. Χ. του Μ. και 2) Μ. Α. του Μ., διαχειριστών της εταιρείας με την επωνυμία "...", με έδρα την οδό ... στην Αθήνα, η με ΑΒΜ: Β 2022/1971 δικογραφία στην οποία συσχετίσθηκε η με ΑΒΜ: Β 2022/1981 ποινική δικογραφία και μετά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των προαναφερόμενων διαχειριστών για τις αξιόποινες πράξεις: α) της φοροδιαφυγής με τη μορφή της μη απόδοσης ΦΠΑ και β) της φοροδιαφυγής με τη μορφή της υποβολής ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (παρ. άρθρ. 66 παρ. Ι", β, 3α και 4, 67 παρ. 1β του ν. 4987/2022), από κοινού, που φέρονται ότι τελέστηκαν στην Αθήνα, από την 1-1-2015 μέχρι 31-12-2015 και την 14η-7-2016, με θεώρηση των σχετικών εκθέσεων ελέγχου στις 28-12-2021, παραγγέλθηκε δε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως η οποία ανατέθηκε στην Ανακρίτρια του 33ου Τακτικού Τμήματος, πλην όμως η τελευταία, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 247 Κ.Π.Δ., επέστρεψε ανεκτέλεστη την εισαγγελική παραγγελία με την αιτιολογία ότι συντρέχει νόμιμος λόγος που εμποδίζει την άσκηση ποινικής δίωξης, λόγω άσκησης προσφυγής, πριν την άσκηση ποινικής δίωξης, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα ότι από το με αριθμ. πρωτ. ΕΛΚΕ 1 ΑΤ 1140258 ΕΞ/17-11-2023 έγγραφο του 1ου Ελεγκτικού Κέντρου Αττικής, οι κατηγορούμενοι είχαν ασκήσει την με αριθμό κατάθεσης 764/28-7-2022 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με τις καταγγελλόμενες πράξεις και συνακόλουθα ο Εισαγγελέας όφειλε να προβεί σε αναστολή της ποινικής δίωξης. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών εισήγαγε τη διαφωνία στο Συμβούλιο Πρωτοδικών Αθηνών, κατ' άρθρο 247 ΚΠΔ κι εκδόθηκε το με αριθμό 1384/2024 βούλευμα. Κατά το σκεπτικό του βουλεύματος η διάταξη του άρθρου 68 ν. 4987/2022 η οποία επιτάσσει την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής διαδικασίας μέχρι την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, εφαρμόζεται από τη θέση του νόμου αυτού σε ισχύ (4/11/2022), ως δικονομική διάταξη, για όλες τις πράξεις φοροδιαφυγής, ανεξάρτητα του χρόνου τέλεσής τους, επιλύοντας την προκύψασα διαφωνία υπέρ της Ανακρίτριας. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών για να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του, εκτός των άλλων νομικών παραδοχών, διέλαβε τα εξής: ''.... Σημειώνεται, εξάλλου, πως, υπό το συγκεκριμένο νομικό πρίσμα, δεν είναι κατά νόμο νοητή η υποστήριξη της άποψης πως δεν κωλύεται η έγερση ποινικής, δίωξης για φοροδιαφυγή σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά της οικείας καταλογιστικής πράξης, με την αιτιολογία ότι την ποινική διαδικασία μπορεί να αναστείλει στο στάδιο της κύριας ανάκρισης ο ανακριτής, με διάταξή του, επί τη βάσει σύμφωνης εισαγγελικής πρότασης, καθώς η σύστοιχη ρυθμιστική πρόβλεψη ως προς την εξουσία του ανακριτή επί φορολογικών αδικημάτων, του άρθρου 68 παρ. 2 περ. β' εδ. β' του ν. 4987/2022, αφορά στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είτε η οικεία κακουργηματική δικογραφία εκκρεμούσε στην κύρια ανάκριση κατά τον χρόνο εισαγωγής του εν λόγω νόμου περί νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, είτε η κρίσιμη προσφυγή ασκήθηκε μετά την έγερση της αντίστοιχης ποινικής δίωξης, έστω και ως εκπρόθεσμη, ενώ, σε κάθε περίπτωση, μία τέτοια προσέγγιση θα αναιρούσε την κατά νόμο επιλογή σταδιοποίησης της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία κάθε στάδιο της κρίνεται αυτοτελώς και η ακυρότητα της μίας επιμέρους πράξης καθιστά άκυρες και τις μεταγενέστερες από αυτή εξαρτημένες. Επιπλέον, επαλλήλως προς τα ανωτέρω, δύναται να υποστηριχθεί η θέση πως η κίνηση ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών επί φορολογικού αδικήματος του άρθρου 66 του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας πάρα την έγερση προσφυγής εκ μέρους του κατηγορούμενου κατά της αντίστοιχης πράξης της φορολογικής διοίκησης περί καταλογισμού φόρου, καθιστά άκυρη αυτή (ενν. την ποινική δίωξη) και, σύμφωνα με την περίπτωση δ' της παρ. 1 του άρθρου 171 του ΚΠοινΔ, συνιστώντας αναίρεση διάταξης σχετικής με την υπεράσπιση του κατηγορούμενου· και τούτο διότι, ως συνάγεται από την τελολογική ερμηνεία του κρίσιμου άρθρου 68 του ν. 4987/2022, σε σκοπό του νομοθέτη, δια της θέσπισής του, ανάγεται η ταύτιση της δικονομικής εξέλιξης της ποινικής διαδικασίας περί τα φορολογικά αδικήματα μόνο με καταλογιστικές πράξεις που κατά το διοικητικό δίκαιο έχουν καταστεί απρόσβλητες, έχοντας διέλθει όλα τα στάδια και της οικείας δικανικής κρίσης, με επακόλουθο η έγερση ποινικής δίωξης για φορολογικό έγκλημα με πραγματολογικό έρεισμα ήδη προσβληθείσα ενώπιον της διοικητικής δικαιοσύνης πράξη φορολογικού καταλογισμού, να καθιστά τον προσφεύγοντα φορολογούμενο πρόωρα, άρα και ατελέσφορα, ποινικά υπόλογο, με υπαρκτό το ενδεχόμενο η συγκεκριμένη πράξη στη δικονομική πορεία των πραγμάτων να εξαφανισθεί ή να τροποποιηθεί ουσιωδώς από τα διοικητικά δικαστήρια και η συναφής ποινική ευθύνη του ιδίου είτε να εξαλειφθεί είτε να περισταλεί, αντίστοιχα. Χρήζει, δε, σε κάθε περίπτωση να σημειωθεί ότι το επιχείρημα περί μη εφαρμογής της διατάξεως της παρ. 2 στοιχ. β' του άρθρου 68 του Ν. 4987/2022 ως προς την αναστολή της ποινικής διαδικασίας ή της ποινικής δίωξης σε φορολογικά αδικήματα, που τελέσθηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου, ήτοι πριν από την 4η. 1 1.2022 και αντιθέτως, περί εφαρμογής, αφενός, του Ν. 4174/2013 για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την 6η.11.2020, αφετέρου, του Ν. 4745/2020 για τις πράξεις που τελέσθηκαν μετά την 6η.11.2020, με έρεισμα (ενν. του ως άνω επιχειρήματος) στο γεγονός ότι δεν καταργήθηκε ρητά η διάταξη του άρθρου 96 του Ν. 4745/2020, δεν κρίνεται πειστικό. Τούτο, δε, διότι, κατά την κωδικοποίηση της νομοθεσίας με τον Ν.4922/2019 και σύμφωνα με τους κανόνες κωδικοποίησης που εφαρμόζονται από την Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης, όπως αυτοί περιγράφονται στο εγχειρίδιο κωδικοποίησης, οι διατάξεις που βρίσκονται εκτός του κωδικοποιημένου νομοθετήματος, των οποίων το ρυθμιστικό περιεχόμενο έχει εξαντληθεί, δεν επαναλαμβάνονται, και με τον τρόπο αυτό, επέρχεται ουσιαστικά σιωπηρή κατάργηση όσων διατάξεων το ρυθμιστικό περιεχόμενο καθορίζεται εκ νέου με νεότερη διάταξη του κωδικοποιητικού κειμένου....''. Από τα προεκτεθέντα όμως στη μείζονα σκέψη προκύπτει ότι οι πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε η προαναφερόμενη ποινική δίωξη, ενόψει του χρόνου τέλεσής τους (1-1-2015 μέχρι 31-12-2015 και 14-7-2016), εξακολουθούν ν' αντιμετωπίζονται, από πλευράς ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, με τις διατάξεις του άρθρου 68 παρ. 2, 3 ν. 4174/2013, όπως ίσχυε πριν κατάργηση της παρ. 2 με το άρθρο 92 ν. 4745/2020 και την αντικατάσταση της παρ. 3 με το άρθρο 32 παρ. 4 του ν. 4745/2020, λόγω της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 96 ν. 4745/2020. Επομένως, εσφαλμένα το προσβαλλόμενο βούλευμα έκρινε πως η διάταξη του άρθρου 68§2 ν. 4987/2022 είναι εφαρμοστέα και στις πράξεις αυτές, που τελέστηκαν προ της 6.11.2020, και ήρε τη διαφωνία που ανέκυψε υπέρ του Ανακριτή, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση ορθά ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ποινική δίωξη για: α) φοροδιαφυγή με τη μορφή της μη απόδοσης ΦΠΑ που υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ και β) φοροδιαφυγή με τη μορφή της υποβολής ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος όπου ο φόρος που απεκρύβη υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ ανά διαχειριστικό έτος (παρ. άρθρ. 66 παρ. 1", β, 3" και 4, 67 παρ. 1β του ν. 4987/2022), κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων, που τελέστηκαν από 1-1-2015 μέχρι 31-12-2015 και 14-7-2016 (ήτοι προ της 6-11-2020) και παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης αφού η άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής και της προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων δεν επηρέαζε την ποινική διαδικασία, με δυνατότητα μόνο του ποινικού δικαστηρίου να αναστείλει με απόφασή του την ποινική δίκη μέχρι την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου.

Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. 1β' και δ' ΚΠοινΔ, με τους οποίους προσάπτεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

-Δέχεται την από 27/6/2024 και με αριθμό έκθεσης 24/2024 αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κατά του υπ` αριθμ. 1384/2-5-2024 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

-Αναιρεί το υπ` αριθμ. 1384/2-5-2024 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

-Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2024.

Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Login