ΑΠΑΤΗ - ΝΟΜΟΤΥΠΙΚΗ ΜΟΡΦΗ - ΣΥΡΡΟΗ ΜΕ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ - ΑΠ 787-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Σύμφωνα με την τυποποιημένη συμπεριφορά του άρθρου 386 ΠΚ η αντικειμενική υπόσταση της απάτης περιλαμβάνει, σε αιτιώδη μεταξύ τους αλληλουχία, περισσότερα του ενός αποτελέσματα, τα οποία είναι προσδιοριστικά του άδικου χαρακτήρα της, αφού εν τέλει συγκλίνουν στη ζημιογόνο περιουσιακή διάθεση. Το πρώτο αποτέλεσμα της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη είναι να πείσει εκείνον με τον οποίο έρχεται σε επαφή. Από την επιρροή αυτή παράγεται αιτιωδώς η περιουσιακή διάθεση (πράξη, παράλειψη, ανοχή) που είναι το δεύτερο αποτέλεσμα και από αυτήν η βλάβη της περιουσίας που είναι το τρίτο αποτέλεσμα. Γι' αυτό και σωστά η απάτη εντάχθηκε στα λεγόμενα "εγκλήματα αποτελέσματος από ειδική συμπεριφορά", με την έννοια ότι το εγκληματικό αποτέλεσμα παράγεται όχι από μια οποιαδήποτε συμπεριφορά αλλά από μια ειδικά περιγραφόμενη στο νόμο αλληλουχία συμπεριφοράς. Το γεγονός ότι για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται πρόσθετος σκοπός προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους καθιστά την απάτη έγκλημα σκοπού και υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης. Το έγκλημα ολοκληρώνεται τυπικά με την επέλευση της βλάβης, ενώ ο προσπορισμός του παράνομου περιουσιακού οφέλους συνεπάγεται την ουσιαστική αποπεράτωση του εγκλήματος. Το έγκλημα της απάτης είναι έγκλημα περιουσιακής μετατόπισης: ό,τι ζημιώνεται ο ένας το ωφελείται ο άλλος, με άλλα λόγια το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος πρέπει να προέρχεται από τη βλαπτόμενη περιουσία δηλ. να αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ανάστροφη όψη αυτής Το τρίτο αποτέλεσμα στην αντικειμενική διαδρομή (αλληλουχία) της απάτης είναι η περιουσιακή βλάβη. Η βλάβη της ξένης περιουσίας προσδιορίζει τη φυσιογνωμία της απάτης, αφού η επέλευσή της σημαίνει και τυπική αποπεράτωση του εγκλήματος. Με βάση τις προϋποθέσεις της κρατούσας οικονομικής έννοιας της περιουσίας, βλάβη έχουμε από τη στιγμή που θα επέλθει η μείωση (διαφορά προς το χειρότερο) της συνολικής χρηματικής αξίας της περιουσίας. Η διάγνωση αυτή θα κινηθεί στο πεδίο μιας σύγκρισης της αποτίμησης της περιουσίας αμέσως πριν από την εγκληματική πράξη και μετά την πράξη. Εφόσον το αποτέλεσμα είναι παθητικό, η περιουσιακή βλάβη φαίνεται δεδομένη. Κατά την έννοια της διάταξης απαιτείται η επέλευση της βλάβης να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς στην οποία προέβη ο δράστης (ΑΠ 527/2020, ΑΠ 378/2017, ΑΠ 1634/2008).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 216 και 386 του Π.Κ συνάγεται, ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της τετελεσμένης απάτης συρρέουν αληθώς, και ουδεμία απορροφά την άλλη, δεδομένου ότι καθεμιά πράξη στρέφεται κατά διαφόρου εννόμου αγαθού, είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διάφορα περιστατικά, αφού ο σκοπός ή η επίτευξη της παραπλάνησης και της συνεπακόλουθης βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υποστάσεως ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας ή της χρήσης πλαστού (ΑΠ 990/2018).

Απόφαση 787 / 2022    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 787/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Μαρία Κουβίδου, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευδοκίας Πούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ήδη κρατούμενης στο Κ.Κ. Ελεώνα Θηβών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχάλη Δημητρακόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 34/2020 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ανώνυμη Τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ανυφαντή.

Το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 31 Αυγούστου 2020 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 02.09.2020, έλαβε αριθμό πρωτ. 6972/2020, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1022/2020.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 31.08.2020 δήλωση-αίτηση της Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Ελαιώνα Θήβας, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 02.09.2020, για αναίρεση της υπ' αριθ. 34/2020 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας, καταχωρηθείσας καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο στις 15.07.2020, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη πλαστογραφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση με ζημία ανώτερη των 120.000 ευρώ, και συνέργεια κατ' εξακολούθηση σε απάτη με ζημία ανώτερη των 120.000 ευρώ μετά δε την αναγνώριση στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, της επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1, 2, 3 και 4, 474 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ.) και είναι παραδεκτή, αφού περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους αναίρεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ το οποίο ως προς την κακουργηματική του μορφή έχει την ίδια διατύπωση εν σχέσει με την αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος Π.Κ, "Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Με τη νέα αυτή ρύθμιση καθιερώθηκε μία μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της απάτης, ήτοι αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ. Από διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται η πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση άλλου, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή, του άλλου πραγματώνεται με τρεις διαφορετικούς εννοιολογικά τρόπους (παράσταση-απόκρυψη-παρασιώπηση), που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη ήτοι την παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης, από το νόμο, τη σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο αυτού που παραπλανά δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο που ωφελείται, ούτε το πρόσωπο που παραπλανήθηκε με εκείνο του ζημιωθέντος Πράγματι από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης είναι φανερό ότι το παραπλανώμενο πρόσωπο πρέπει να είναι αυτό που προβαίνει στην περιουσιακή διάθεση με πράξη, παράλειψη ή ανοχή του, άσχετα αν έτσι διαθέτει δική του περιουσία ή ξένη. Διαθέτων δηλαδή και εξαπατώμενος πρέπει να ταυτίζονται κατά το άρθρο 386 ΠΚ, άσχετα αν δεν χρειάζεται να ταυτίζονται διαθέτων και βλαπτόμενος. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικά μεικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγμάτωσης του μπορούν να εναλλαχθούν και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων υπάρχει ένα μόνο έγκλημα . Σύμφωνα με την τυποποιημένη συμπεριφορά του άρθρου 386 ΠΚ η αντικειμενική υπόσταση της απάτης περιλαμβάνει, σε αιτιώδη μεταξύ τους αλληλουχία, περισσότερα του ενός αποτελέσματα, τα οποία είναι προσδιοριστικά του άδικου χαρακτήρα της, αφού εν τέλει συγκλίνουν στη ζημιογόνο περιουσιακή διάθεση. Το πρώτο αποτέλεσμα της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη είναι να πείσει εκείνον με τον οποίο έρχεται σε επαφή. Από την επιρροή αυτή παράγεται αιτιωδώς η περιουσιακή διάθεση (πράξη, παράλειψη, ανοχή) που είναι το δεύτερο αποτέλεσμα και από αυτήν η βλάβη της περιουσίας που είναι το τρίτο αποτέλεσμα. Γι' αυτό και σωστά η απάτη εντάχθηκε στα λεγόμενα "εγκλήματα αποτελέσματος από ειδική συμπεριφορά", με την έννοια ότι το εγκληματικό αποτέλεσμα παράγεται όχι από μια οποιαδήποτε συμπεριφορά αλλά από μια ειδικά περιγραφόμενη στο νόμο αλληλουχία συμπεριφοράς. Το γεγονός ότι για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται πρόσθετος σκοπός προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους καθιστά την απάτη έγκλημα σκοπού και υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης. Το έγκλημα ολοκληρώνεται τυπικά με την επέλευση της βλάβης, ενώ ο προσπορισμός του παράνομου περιουσιακού οφέλους συνεπάγεται την ουσιαστική αποπεράτωση του εγκλήματος. Το έγκλημα της απάτης είναι έγκλημα περιουσιακής μετατόπισης: ό,τι ζημιώνεται ο ένας το ωφελείται ο άλλος, με άλλα λόγια το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος πρέπει να προέρχεται από τη βλαπτόμενη περιουσία δηλ. να αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ανάστροφη όψη αυτής Το τρίτο αποτέλεσμα στην αντικειμενική διαδρομή (αλληλουχία) της απάτης είναι η περιουσιακή βλάβη. Η βλάβη της ξένης περιουσίας προσδιορίζει τη φυσιογνωμία της απάτης, αφού η επέλευσή της σημαίνει και τυπική αποπεράτωση του εγκλήματος. Με βάση τις προϋποθέσεις της κρατούσας οικονομικής έννοιας της περιουσίας, βλάβη έχουμε από τη στιγμή που θα επέλθει η μείωση (διαφορά προς το χειρότερο) της συνολικής χρηματικής αξίας της περιουσίας. Η διάγνωση αυτή θα κινηθεί στο πεδίο μιας σύγκρισης της αποτίμησης της περιουσίας αμέσως πριν από την εγκληματική πράξη και μετά την πράξη. Εφόσον το αποτέλεσμα είναι παθητικό, η περιουσιακή βλάβη φαίνεται δεδομένη. Κατά την έννοια της διάταξης απαιτείται η επέλευση της βλάβης να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς στην οποία προέβη ο δράστης (ΑΠ 527/2020, ΑΠ 378/2017, ΑΠ 1634/2008).

Σύμφωνα με το άρθρο 461 του νέου Ποινικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το Ν.4619/2019 και τέθηκε σε ισχύ, κατά το άρθρο 460 του ίδιου Κώδικα, από 1.7.2019, "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, στο χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο, γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπει καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Ακόμη, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη.

Κατά τις διατάξεις περί πλαστογραφίας των παρ. 1 και 3 του άρθρου 216 του Π.Κ., όπως ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της εδώ ενδιαφέρουσας πράξης και τα προβλεπόμενα ποσά είχαν αναπροσαρμοσθεί κατά τρόπο ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο (άρθρο. 2 παρ. 1 ΠΚ), με το άρθρο. 25 του Ν.4055/2012, "1.Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση... 3.Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ...", ενώ με τις αντίστοιχες διατάξεις του ιδίου άρθρου του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ., "1.Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση (δέκα ημέρες έως πέντε έτη, κατ' άρθρο 53 ΠΚ) και χρηματική ποινή... 3.Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Από τη σύγκριση των άρθρων αυτών, προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 216 του νέου ΠΚ, που αναφέρονται στην πλημμεληματική αλλά και στη κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, είναι ευμενέστερες των προγενεστέρων, ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και την απειλούμενη για το πλημμέλημα στερητική της ελευθερίας ποινή, καθόσον α) η χρήση του εγγράφου από τον ίδιο πλαστογράφο δεν θεωρείται πλέον επιβαρυντική περίπτωση, αλλά αυτοτελής πράξη (παρ. 2) που συρρέει φαινομενικά (αναφορικά με τον τελέσαντα την πλαστογραφία), όταν ακολουθεί την πλαστογραφία και απορροφάται από αυτήν και β) η πλημμεληματική πλαστογραφία τιμωρείται ήδη με φυλάκιση, χωρίς την πρόβλεψη ελαχίστου ορίου αλλά συμπλεκτικά και με χρηματική ποινή, που δεν προβλεπόταν προηγουμένως (δυσμενέστερη κατά τούτο διάταξη), στη δε κακουργηματική μορφή αυτής είναι ευμενέστερες, αφού δεν προβλέπεται πλέον κακουργηματική πλαστογραφία λόγω της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης, η μόνη δε μορφή της κακουργηματικής πλαστογραφίας που προβλέπεται στηρίζεται στο ποσοτικό κριτήριο, δηλ. όταν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, που όμως είναι ήδη δυσμενέστερη της προγενέστερης από πλευράς ποινής, καθόσον τιμωρείται, πλέον της καθείρξεως έως δέκα έτη, και με χρηματική ποινή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ) από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου του ΠΚ, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (Κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠ Ολ 3/2008, ΑΠ 1061/2020).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 216 και 386 του Π.Κ συνάγεται, ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της τετελεσμένης απάτης συρρέουν αληθώς, και ουδεμία απορροφά την άλλη, δεδομένου ότι καθεμιά πράξη στρέφεται κατά διαφόρου εννόμου αγαθού, είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διάφορα περιστατικά, αφού ο σκοπός ή η επίτευξη της παραπλάνησης και της συνεπακόλουθης βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υποστάσεως ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας ή της χρήσης πλαστού (ΑΠ 990/2018).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως στο έγκλημα της απάτης. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου.

Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το παραπάνω Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης) δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: "Kατά το έτος 2007, με αφορμή την υποβολή αναφοράς συμβάντος της Διευθύντριας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος - κεντρικό κατάστημα …, Θ. Σ.. Τ., προς τη Διεύθυνση Επιθεώρησης της άνω Τράπεζας, δόθηκε εντολή διενέργειας ελέγχου σε κλιμάκιο Επιθεωρητών του τομέα Ειδικών Ελέγχων, αποτελούμενο από τους Επιθεωρητές Γ. Α. του Γ. (επικεφαλής), Κ. Κ. του Ι. και Γ. Κ. του Ε., προκειμένου να διερευνηθεί υπόθεση εικονικών δανείων, με μεγάλη οικονομική ζημία της Τράπεζας, στα οποία εφέρετο εμπλεκόμενη η αρμόδια υπάλληλος του τομέα χορήγησης καταναλωτικών δανείων και πρώτη των κατηγορουμένων, Ε.-Φ. Μ. του Σ.. Επ' ευκαιρία δε της αναφοράς αυτής, ο έλεγχος επεκτάθηκε και σε τακτικό με έρευνα χορηγητικών δανείων. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της έρευνας που διενήργησε ο πρώτος εξ αυτών, ο οποίος συνέταξε και το από 10-5-2007 ειδικό σημείωμα (που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο), διαπιστώθηκε, ότι κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Φεβρουαρίου έως Δεκεμβρίου 2006, η ως άνω αναφερόμενη υπάλληλος, με τη συνδρομή της δεύτερης κατηγορουμένης, Μ. Σ. του Δ., και με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιες παράνομο περιουσιακό όφελος, μεθόδευσαν, οργάνωσαν και εκτέλεσαν, υπό τις κατωτέρω αναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις που μαρτυρούν οργανωμένη εγκληματική υποδομή, το ακόλουθο εγκληματικό σχέδιο εξαπάτησης των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας, με χρήση προς παραπλάνηση τούτων πλαστών εγγράφων, τα οποία από κοινού και με κοινό δόλο κατάρτιζαν και επεσύναπταν στους φακέλους δανείων, το δε συνολικό περιουσιακό όφελος, το οποίο απεκόμισαν, με αντίστοιχη βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ. Ειδικότερα, η πρώτη κατηγορουμένη, επωφελούμενη της άνω υπαλληλικής της ιδιότητας και εκμεταλλευόμενη την επικρατούσα κατά τον χρόνο εκείνο ανεπίτρεπτη χαλαρότητα στις υπηρεσιακές σχέσεις, όπως παράλειψη διενέργειας προληπτικών ελέγχων, σε συνδυασμό με την επίδειξη ιδιαίτερης προς το πρόσωπο της εμπιστοσύνης, τόσο από τον Προϊστάμενο της του Τμήματος ιδιωτών, Γ. Ν., ο οποίος, αφελώς συμπεριφερόμενος της εμπιστεύθηκε τον κωδικό εισαγωγής του στο πρόγραμμα πώλησης δανείων "credit scoring", υπό στοιχεία "..." και έτσι μπορούσε να εισέρχεται στο σύστημα και να ενεργεί αντ' αυτού, όσο και του κεντρικού ταμία της Τράπεζας, Κ. Λ., ο οποίος παρέδιδε στη συγκατηγορούμενή της τα εκταμιευόμενα χρηματικά ποσά, με προφορική εντολή αυτής (πρώτης), χωρίς την τήρηση της διαδικασίας της αυτοπρόσωπης παρουσίας και υπογραφής των δανειοληπτών και των λοιπών συμπραττόντων προσώπων επί των οικείων παραστατικών (ενταλμάτων πληρωμών, κλπ), έδραξε την ευκαιρία και κινήθηκε δολίως προκειμένου να αποσπάσει χρήματα της Τράπεζας υπό μορφή χορήγησης δανείων, δηλ. δημιούργησε, με τη συνδρομή της δεύτερης, εικονικά δάνεια, με φερόμενους ως πιστούχους υπαρκτά μεν πρόσωπα αλλά μηδέποτε πραγματικά συμβαλλόμενα. Για την πραγμάτωση του άνω εγκληματικού της σκοπού, ήλθε σε συνεννόηση με τη δεύτερη κατηγορουμένη, η οποία ως επιχειρηματίας εμπορίας αυτοκινήτων της … ήταν γνωστή πελάτισσα της Τράπεζας και με κατανομή των εγκληματικών τους ρόλων, η τελευταία, εν γνώσει της αποφάσισε να συνδράμει την πρώτη, πριν και κατά τη διάρκεια τέλεσης της άδικης πράξης της απάτης, κατ' εξακολούθηση, ήτοι της δημιουργίας των εικονικών δανείων. Συγκεκριμένα, εκτός από την ψυχική συνδρομή που προσέφερε στη συγκατηγορούμενή της, με την παρουσία της κατά την τέλεση των ως άνω μερικότερων πράξεων απάτης, και την ενθάρρυνση της προς τούτο, ανέλαβε να ανεύρει και να της παραδώσει από τον ευρύτερο κύκλο του συγγενικού επί το πλείστον περιβάλλοντος της, ονοματεπώνυμα προσώπων, εν ζωή ευρισκομένων, καθώς και άλλα προσωπικά (Α.Δ.Τ.) και φορολογικά τους στοιχεία (Α.Φ.Μ.) ή κάποιες φορές (Α.Φ.Μ.) τρίτων προσώπων, που μπορούσαν να πληκτρολογηθούν στον υπολογιστή για να ανοίξει το σύστημα έκδοσης καταναλωτικών δανείων. Τα στοιχεία δε αυτά που όντως η δεύτερη κατηγορουμένη αλίευσε και παρέδωσε στην πρώτη και αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό, αφορούσαν πρόσωπα από τον ευρύτερο κύκλο του συγγενικού επί το πλείστον περιβάλλοντος της (δεύτερης κατηγορουμένης) και συγκεκριμένα πρόκειται για τους : 1) Ι. - Ό. Μ. του Α., …, 2) Σ. Σ. του Δ., …, 3) Α. Σ. του Κ., …, 4) Ό. Μ. του Α., …, 5) Χ. Μ. του Ν., …, 6) Α. Μ. του Ν., …, 7) Ν. - Ά. Μ. του Α., …, 8) Φ. Θ. του Κ., …, 9) Γ. Θ. του Α., …, 10) Ν. Μ. του Α., …, 11) Μ. Μ. του Α., …, 12) Ε. - Τ. Θ. του Γ., …, 13) Δ. Σ. του Χ., … και 14) την ίδια τη δεύτερη κατηγορούμενη. Στη συνέχεια, η πρώτη κατηγορουμένη, με τη χρήση του προαναφερόμενου κωδικού εισαγωγής του ηλεκτρονικού υπολογιστή του προϊσταμένου της, τα καταχωρούσε στο ως άνω πρόγραμμα "credit scoring", ώστε τα εκάστοτε αναγραφόμενα πρόσωπα να εμφαίνονται ως υποψήφιοι δανειολήπτες, ενώ στην πραγματικότητα αυτά ουδεμία είχαν γνώση ή σχέση των σε βάρος τους τεκταινομένων. Επίσης, (η πρώτη κατηγορουμένη), προσέθετε κατά το δοκούν, άλλοτε άλλα ψευδή και ανακριβή στοιχεία, ως προς το ύψος του εισοδήματος τους του τρέχοντος έτους, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις και καθίσταται δυνατή η έγκριση των€ εικονικών δανείων από το σύστημα. Ακολούθως, προκειμένου να παρακάμψει τη διαδικασία του ελέγχου δικαιολογητικών και της θέσης των δύο υπογραφών (ηλεκτρονική και υλική), που απαιτούντο σωρευτικά, τόσο από την ίδια όσο και από τον άνω Προϊστάμενο της, κατά τη σύνταξη των εισηγήσεων και επιπλέον και του δανειολήπτη, κατά τη σύνταξη των συμβάσεων δανείων, έθετε μόνο την ηλεκτρονική υπογραφή του Προϊσταμένου της, Γ. Ν., και για την εκταμίευση του προϊόντος δανείου που γινόταν λογιστικά μέσω του αυτού ηλεκτρονικού συστήματος, δημιουργούσε επί τούτου εικονικούς χορηγητικούς λογαριασμούς, επ' ονόματι των εκάστοτε φερομένων ως δανειοληπτών και ταυτοχρόνως λογαριασμούς εξυπηρέτησης δανείων, καθώς η τράπεζα με βάση πάγιες εντολές αναλάμβανε τις αποπληρωμές των δόσεων των δανείων, στα δε εκτυπωμένα έντυπα ενταλμάτων πληρωμής, αντί υπογραφών του Προϊσταμένου Χορηγήσεων και του Ταμία, έθετε η ίδια, από κοινού με τη δεύτερη, συγκατηγορούμενη της, στην οικεία ένδειξη "έλαβε ο", κατ' απομίμηση αυτής, την υπογραφή του εκάστοτε φερομένου ως δανειολήπτη. Το αυτό δε έπρατταν, επίσης και στα εξής ακόμα παραστατικά, ήτοι: α) στα γραμμάτια είσπραξης εξόδων προέγκρισης δανείου, ύψους 30 ευρώ και δαπάνης νομικού ή τεχνικού ελέγχου, ύψους 50 ευρώ, που από κοινού κατήρτιζαν κάθε φορά, θέτοντας αντίστοιχες υπογραφές στις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο", και β) στα γραμμάτια είσπραξης-κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, θέτοντας επ' αυτών και υπό την ένδειξη "ο καταθέτης", από κοινού, μία φερόμενη ως προερχόμενη από τον εκάστοτε αναφερόμενο σε αυτά ως δανειολήπτη υπογραφή, κατά την κατάθεση μικροποσού της τάξης 820 ευρώ, περίπου, αναλόγως ύψους του δανείου, είτε στο συνδεδεμένο με το εικονικό δάνειο και εξυπηρετούντα αυτό λογαριασμό, είτε σε άλλους λογαριασμούς, ώστε να εμφανίζεται η πεπλανημένη εικόνα στους Προϊσταμένους της ότι τηρήθηκε πλήρως και η διαδικασία εξυπηρέτησης των "δανείων", με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από μέρους τούτων (εμφανιζομένων ως δανειοληπτών). Όλα δε τα παραπάνω πλαστά και χαλκευμένα στοιχεία, χρησιμοποιούσε μετά από αυτά η πρώτη, σε συνεννόηση με τη δεύτερη, καταχωρίζοντάς τα εν γνώσει της, τα μεν πρώτα στον οικείο φάκελο του δανείου, ως δικαιολογητικά πιστοποίησης εκταμίευσης, τα δε δεύτερα στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικόνιζαν όλες τις ταμειακές πράξεις πoυ διενεργήθηκαν, προς παραπλάνηση των ως άνω αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων της Τράπεζας, σχετικά με την πλήρωση όλων των προβλεπόμενων από τις οικείες εγκυκλίους της τράπεζας προϋποθέσεων και τήρηση απάντων των νόμιμων διαδικασιών για τη χορήγηση και εκταμίευση των υποτιθέμενων καταναλωτικών δανείων, και ακολούθως εντέλλονταν προφορικά τον Κεντρικό Ταμία της Τράπεζας, για παράδοση των εκάστοτε χρηματικών ποσών στη δεύτερη (κατηγορουμένη) τα οποία, στη συνέχεια, αφαιρουμένων των άνω εξόδων, ενσωμάτωναν, από κοινού στην περιουσία τους, διαμοιραζόμενες ταύτα. Έτσι, με τους άνω τρόπους και μεθόδους, οι κατηγορούμενες διέπραξαν εξακολουθητικώς, η μεν πρώτη, με τη συνδρομή της δεύτερης, τις αναφερόμενες στο διατακτικό πράξεις απάτης και από κοινού, τις αναφερόμενες στο διατακτικό πράξεις πλαστογραφίας, σε βάρος της Εμπορικής Τράπεζας.

Περαιτέρω, ο ίδιος έλεγχος των Επιθεωρητών της Τράπεζας, κατέδειξε, ότι υπήρξαν και οι εξής ακόμα περιπτώσεις κατά τις οποίες, αντί της άνω μεθόδευσης των εικονικών δανείων, η πρώτη των κατηγορουμένων ενεργούσα κατά μόνας, μετήλθε έτερο τρόπο παραπλάνησης των αρμοδίων υπαλλήλων της αυτής Τράπεζας, για την απόσπαση ποσών δανείων και δη αυτόν της κατάρτισης πλαστών ή νόθευσης και χρήσης πλαστών ή νοθευθέντων στοιχείων, με καταχώριση τούτων ως γνησίων στους οικείους φακέλους της Τράπεζας. Συγκεκριμένα: α) Κατά τη διεκπεραίωση των διαδικασιών για τη σύναψη δύο καταναλωτικών δανείων, ποσού 50.000 ευρώ έκαστο, με δανειολήπτες τους Ν. Σ.. Σ. και Μ. Α.. Μ., παρέστησε ψευδώς στους αρμόδιους προϊσταμένους της λειτουργούς της τράπεζας, ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες στις οικείες εγκυκλίους της τράπεζας προϋποθέσεις για τη χορήγηση των ως άνω δανείων, ενώ εν γνώσει της αποδέχθηκε και καταχώρησε στους οικείους φακέλους πλαστό δικαιολογητικό και συγκεκριμένα το εκκαθαριστικό σημείωμα του προαναφερομένου δανειολήπτη, οικονομικού έτους 2005, το οποίο είχε νοθεύσει η ίδια (πρώτη κατηγορουμένη), ως προς τα στοιχεία που αναφέρονται στο διατακτικό και έτσι έπεισε τους αρμόδιους υπάλληλους της τράπεζας να εγκρίνουν τη χορήγηση των δανείων, τα οποία και εκταμιεύθηκαν, ενώ με την πράξη της αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία της τράπεζας, ανερχόμενο στο ισόποσο των αναληφθέντων προϊόντων των δανείων, β) κατά τη διεκπεραίωση των διαδικασιών για τη σύναψη καταναλωτικού δανείου, ποσού 14.789,22 ευρώ, με δανειολήπτρια την Ε. Π.. Β., παρέστησε ψευδώς στους αρμόδιους προϊσταμένους της λειτουργούς της τράπεζας, ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες στις οικείες εγκυκλίους της τράπεζας προϋποθέσεις για τη χορήγηση του ως άνω δανείου, ενώ εν γνώσει της αποδέχθηκε και καταχώρησε στους οικείους φακέλους πλαστό δικαιολογητικό και συγκεκριμένα το εκκαθαριστικό σημείωμα του προαναφερομένης δανειολήπτριας, οικονομικού έτους 2006, το οποίο είχε καταρτίσει εξ υπαρχής η ίδια (πρώτη κατηγορουμένη), και έτσι έπεισε τους αρμόδιους υπάλληλους της τράπεζας να εγκρίνουν τη χορήγηση του δανείου, το οποίο και εκταμιεύθηκε, ενώ με την πράξη της αυτή σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της και τη δανειολήπτρια παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία της τράπεζας, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δανειολήπτρια προϊόντος του δανείου, το οποίο και διαμοιράσθηκαν, όπως οι ως άνω πράξεις περιγράφονται λεπτομερώς στο διατακτικό.

Οι κατηγορούμενες, μετά την πανηγυρική από μέρους του ελέγχου αποκάλυψη των πράξεών τους, παραδέχθηκαν και ομολόγησαν με λεπτομέρεια, τόσο ενώπιον του Επιθεωρητή, Γ. Α., όσο και ενώπιον της Γενικής Διευθύντριας της τράπεζας, Θ. Σ.. Τ., τα όσα μηχανεύθηκαν και ενήργησαν προκειμένου να αποσπάσουν από την Τράπεζα και να ενσωματώσουν στην περιουσία τους τα παραπάνω χρηματικά ποσά. Τα παραπάνω επιβεβαίωσαν οι προαναφερόμενοι και κατά την ένορκη εξέτασή τους, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Η δεύτερη μάλιστα, κατέθεσε ότι η Σ. την παρακάλεσε να μην κάνει κακό στην Μ., επίσης, ότι της ζήτησε και προθεσμία πέντε ημερών προκειμένου να βρει τα χρήματα και να καλύψει το υφιστάμενο άνοιγμα. Εκτός τούτων, η πρώτη κατηγορουμένη, με την από 14-3-2007 χειρόγραφη επιστολή της προς τους Επιθεωρητές, Γ. Χ. και Γ. Α., ομολογεί ότι, κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο 2006 έως Σεπτέμβριο 2006, ως υπεύθυνη πελατείας ιδιωτών, χρηματοδότησε, κατά παρέκκλιση των προβλεπομένων και εν αγνοία των συναδέλφων της στο κατάστημα, συγγενικά πρόσωπα (ανύπαρκτοι πιστούχοι) της δεύτερης κατηγορουμένης, ότι οι χρηματοδοτήσεις αφορούσαν 15 περιπτώσεις, ήτοι τους προαναφερόμενους συγγενείς της δεύτερης κατηγορουμένης και ότι υφίσταται εκκρεμότητα ύψους δανείων 700.000 ευρώ. Εκτός τούτων, ότι οι ανωτέρω χρηματοδοτήθηκαν υπό μορφή CASH 4U, χωρίς εξασφαλίσεις, ότι, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της χρηματοδότησης, δεδομένου ότι για όσα απαιτείτο παράκαμψη, χρησιμοποίησε, εν αγνοία του Διευθυντή ιδιωτών, Γ. Ν., τον κωδικό του πρόσβασης στο σύστημα, ότι σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις, με εξαίρεση την περίπτωση της συγκατηγορούμενης της, ουδέποτε προσήλθαν οι πελάτες στο κατάστημα και επομένως ουδέποτε υπεγράφησαν οι σχετικές συμβάσεις και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, ότι σε όλες τις περιπτώσεις είχε προηγηθεί εκ μέρους της άνοιγμα λογαριασμών ταμιευτηρίου, στους οποίους είχε τοποθετήσει ως συνδικαιούχο τη συγκατηγορούμενή της, προκειμένου αυτή να δύναται να αναλάβει το ποσό της χρηματοδότησης, που προηγουμένως είχε πιστώσει. Ακόμη, ότι σε όσα εντάλματα πληρωμής, τη στιγμή της χρηματοδότησης, υφίσταται υπογραφή δικαιούχου, δεν την έθετε ο ίδιος, αλλά την πλαστογραφούσε η συγκατηγορούμενή της, παρουσία της και ότι, προκειμένου να λάβει έγκριση από το σύστημα (scoring), πληκτρολογούσε ανύπαρκτα εισοδήματα. Η δε δεύτερη κατηγορούμενη, με τη χωρίς ημεροχρονολογία χειρόγραφη επιστολή της, προς τον Επιθεωρητή, Γ. Α., αναφέρει ότι όντως συνεργάσθηκε με τη συγκατηγορούμενη της, υπάλληλο της Εμπορικής Τράπεζας, προκειμένου να την χρηματοδοτήσει στο όνομά της και σε ονόματα συγγενικών της προσώπων, με 14 δάνεια CASH 4U, το συνολικό ποσό των 695.646,5 ευρώ (περίοδο Φεβρ. 06 - Αυγ. 06), ότι αναλαμβάνει το μερίδιο της ευθύνης που της αναλογεί και ότι προτίθεται σε βάθος χρόνου πενταετίας να τακτοποιήσει την απαίτηση της τράπεζας, σταδιακά. Επίσης, ότι αναγνωρίζει την αντικανονικότητα των δανείων, αφού πέραν της έλλειψης των οικονομικών στοιχείων, οι πιστούχοι - συγγενείς της δεν γνώριζαν τίποτα και ότι τα προσωπικά τους στοιχεία τα έδιδε αυτή στη συγκατηγορούμενή της. Τέλος, και ο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ταμίας του καταστήματος, Κ. Λ., με την από 22-3-2007 χειρόγραφη επιστολή του, προς τους Επιθεωρητές, Γ. Α. και Κ. Κ., αναφέρει ότι την περίοδο τουλάχιστον από Φεβρουάριο μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2006, παρέδωσε ο ίδιος, κατ' εντολή της πελατειακής λειτουργού ιδιωτών, Ε. Μ.. (πρώτης κατηγορουμένης), στη Μ. Σ. - Μ. (δεύτερη κατηγορουμένη) τα ποσά των δανείων που η πιο πάνω πελατειακή λειτουργός του καθόριζε, ότι η ενέργεια αυτή επαναλήφθηκε περίπου 20 φορές, ότι δεν γνώριζε ποία δάνεια αφορούσαν, και ότι στο κλείσιμο της ημέρας εξέδιδε συγκεντρωτική μεταφορά, προς την κυρία Μ., προκειμένου να συμφωνήσουν ταμειακά.

Παρόλα αυτά, στη συνέχεια οι κατηγορούμενες αναδιπλώθηκαν και επιχείρησαν να ανασκευάσουν τα όσα οι ίδιες παραδέχθηκαν, κάτι το οποίο έπραξαν τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ειδικότερα, η μεν πρώτη, επιδίωξε να μετακυλίσει την ευθύνη της στη Γενική Διευθύντρια της τράπεζας, Θ. Σ.. Τ., καθότι, όπως ισχυρίζεται, γνώριζε τα πάντα, ότι όλα έγιναν υπό τις εντολές και οδηγίες της και ότι η ίδια (Θ.. Τ.) εισέπραξε και τα χρήματα των δανείων που εκταμιεύθηκαν (βλ. ιδίως απολογία της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), ωστόσο, όπως τονίζει, αναλαμβάνει και η ίδια τις ευθύνες που τις αναλογούν. Ενώ η δεύτερη, απολογούμενη αρνήθηκε τις κατηγορίες, τονίζοντας ότι δεν πήρε χρήματα, και ότι δεν γνωρίζει ούτε ποίος τα πήρε αλλά ούτε και που πήγαν αυτά. Οι όψιμοι αυτοί ισχυρισμοί των κατηγορουμένων δεν κρίνονται πειστικοί αφού δεν ενισχύονται από άλλα στοιχεία, ενώ ευρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού. Ακόμη, οι κατηγορούμενες δεν δίδουν και πειστικές εξηγήσεις για το λόγο της αναδίπλωσης τους, η δε δεύτερη και για το πώς συνέβη και όλοι σχεδόν οι εικονικοί δανειολήπτες ανήκαν στο συγγενικό της περιβάλλον. Τέλος, η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου -περί τέλεσης των ως άνω πράξεων από τις από κατηγορούμενες-, δεν αίρεται ούτε από το περιεχόμενο της από 15 Ιουλίου 2013 έκθεσης γραφολογικής γνωμοδότησης, του Χ. Β.. Μ., δικαστικού γραφολόγου, ο οποίος ορίστηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της δεύτερης κατηγορούμενης (Μ.. Σ.), προκειμένου να γνωμοδοτήσει εάν ο υπογραφές, υπό την έντυπη ένδειξη "Έλαβε ο", στα αναγραφόμενα εντάλματα πληρωμής της Εμπορικής Τράπεζας - κατάστημα Κέρκυρας, ετέθησαν ή όχι από τη Μ. Σ.., καθόσον ο συντάκτης της έκθεσης εξέτασε μόνο τα ως άνω εντάλματα πληρωμής και κανένα άλλο από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, πλαστογράφησαν οι κατηγορούμενες, ενώ ο ίδιος στο τελικό συμπέρασμά του αναφέρει τα εξής: Ότι οι υπό κρίση υπογραφές στα οκτώ από τα παραπάνω εντάλματα (Π-1, Π-8, Π-9, Π-10, Π-12, Π-13, Π-14, Π-15), κατά πάσα πιθανότητα, δεν ετέθησαν/εχαράχθησαν δια χειρός Μ. Σ.. (δεύτερης κατηγορουμένης), ότι οι υπό κρίση υπογραφές στα υπόλοιπα τέσσερα εντάλματα (Π-2, Π-3, Π-4, Π-5), ετέθησαν/εχαράχθησαν δια χειρός Ε. Μ.. (πρώτης κατηγορουμένης), κατά δήλωσή της (άρα χωρίς να τα εξετάσει ο ίδιος) και ότι η υπό κρίση υπογραφή στο Π-6 ένταλμα πληρωμής παραπέμπει, κατά πάσα πιθανότητα, στις υπογραφικές συνήθειες της Ε. Μ...

Συνεπώς, το τελικό αυτό συμπέρασμα της γραφολογικής εξέτασης, που αναφέρεται μόνο στα εντάλματα πληρωμής και πιθανολογεί τα παραπάνω, ουδόλως δύναται να επηρεάσει και να άρει την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου.

Από την επανειλημμένη δε τέλεση των ανωτέρω πράξεων, και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενες, με εκμετάλλευση και κατάχρηση της ιδιότητας της πρώτης, ως υπαλλήλου χορηγήσεων της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, τελούσα σε ακριβή γνώση της λειτουργίας του συστήματος χορηγήσεων της τράπεζας, αλλά και του τρόπου παράκαμψης των ασφαλιστικών δικλείδων αυτού, την παράνομη χρησιμοποίηση της προσωπικής ηλεκτρονικής υπογραφής του Διευθυντή του τμήματος χορηγήσεων ιδιωτών, την οποία της είχε εμπιστευθεί, την από κοινού ένωση των δυνάμεών τους με παροχή πληροφοριών, από τη δεύτερη στην πρώτη, για τα προσωπικά στοιχεία των ως άνω εικονικών δανειοληπτών, κυρίως προσώπων του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος της, την από κοινού κατάρτιση πλαστών εγγράφων, για μετέπειτα χρήση τους προς απόδειξη της νομότυπης εκταμίευσης των ως άνω εικονικά χορηγηθέντων δανείων και της διενέργειας τραπεζικών συναλλαγών από τα ως άνω φερόμενα ως δανειολήπτες πρόσωπα, τη σταδιακή πίστωση των οικείων εξυπηρετούντων τις δόσεις των δανείων λογαριασμών ταμιευτηρίων των εικονικών δανειοληπτών, για να δημιουργείται, μέσω του συστήματος της τράπεζας, στους προϊσταμένους της πρώτης τραπεζικούς λειτουργούς, η ψευδής εντύπωση ότι πρόκειται για νομότυπα χορηγηθέντα και εξυπηρετούμενα δάνεια, την ύπαρξη συμφωνίας για από κοινού κάρπωση των εκάστοτε αποσπασθέντων ποσών, και έχοντας πρόθεση για επανειλημμένη τέλεση των ως άνω πράξεων, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, ανερχόμενου μάλιστα στο συνολικό ποσό των 700.000 €, με αντίστοιχη ζημία της τράπεζας, ενώ με τις μερικότερες πράξεις τους απέβλεπαν στο ως άνω περιουσιακό όφελος, που προέκυπτε από αυτές ως αποτέλεσμα.

Συνακόλουθα, πρέπει οι κατηγορούμενες να κηρυχθούν ένοχες, α) η μεν πρώτη, απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα, από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει συνολικά τις 120.000 ευρώ, β) η δε δεύτερη, συνέργειας κατ' εξακολούθηση σε απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα, από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει συνολικά τις 120.000 ευρώ, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από απάτη από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα, από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει συνολικά τις 120.000 ευρώ και γ) και οι δύο, πλαστογραφίας με χρήση, από κοινού και κατά μόνας (η πρώτη), κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα, από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει συνολικά τις 120.000 ευρώ, όπως οι πράξεις αυτές περιγράφονται λεπτομερώς στο διατακτικό και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 47 α', 216 παρ. 1, 2 και 3 και 386 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ, όπως αυτός κυρώθηκε με το ν. 4610/2019 και τροποπ. με το ν. 4637/2019, οι οποίες, μετά την κατάργηση του ν. 1608/1950 και του άρθρου 263 Α του πρϊσχύσαντος ΠΚ (άρθρ. 263 Α και 462 του ισχύοντος ΠΚ - ν. 4619/2019), εφαρμόζονται ως ευμενέστερες, με εξαίρεση τις προβλεπόμενες χρηματικές ποινές (άρθρ.. 2 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ)".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη, των αξιόποινων πράξεων α) πλαστογραφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση με ζημία ανώτερη των 120.000 ευρώ, και β) συνέργεια κατ' εξακολούθηση σε απάτη με ζημία ανώτερη των 120.000 ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης:

Η δεύτερη κατηγορουμένη, Μ. Σ. του Δ.: Β) Στην …, κατά τους παραπάνω χρόνους που αναφέρονται στην υπό στοιχ. Α πράξη της πρώτης κατηγορουμένης, (Ε. Μ..), με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, προσέφερε με πρόθεση σε αυτήν, οποιαδήποτε συνδρομή πριν και κατά την τέλεση της ως άνω υπό στοιχ. Α πράξης της απάτης, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα, από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει συνολικά τις 120.000 ευρώ, που αυτή διέπραξε, όπως οι μερικότερες πράξεις περιγράφονται παραπάνω. Τέλεσε δε την πράξη αυτή κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα, γνωρίζοντας ότι η συγκατηγορούμενή της, όπως και η ίδια, είχε σκοπό να εξαπατήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και να προσπορίσει στον εαυτό της αλλά και σε αυτήν παράνομο περιουσιακό όφελος, με τη δημιουργία των αναφερομένων στην ως άνω πράξη εικονικών δανείων, με φερόμενους δανειολήπτες υπαρκτά μεν πρόσωπα, αλλά μηδέποτε πραγματικά συμβαλλόμενα, εκτός από την ψυχική συνδρομή που προσέφερε στη συγκατηγορούμενή της, με την παρουσία της κατά την τέλεση των ως άνω μερικότερων πράξεων απάτης, και την ενθάρρυνση της προς τούτο, (επίσης), ήλθε σε συνεννόηση με αυτήν και αφού αλίευσε της παρέδωσε από τον ευρύτερο κύκλο του συγγενικού επί το πλείστον περιβάλλοντος της, ονοματεπώνυμα προσώπων, εν ζωή ευρισκομένων, καθώς και άλλα προσωπικά (Α.Δ.Τ.) και φορολογικά τους στοιχεία (Α.Φ.Μ.) ή κάποιες φορές (Α.Φ.Μ.) τρίτων προσώπων -όπως αναφέρονται αναλυτικώς σε κάθε μία από τις επιμέρους πράξεις απάτης- που μπορούσαν να πληκτρολογηθούν στον υπολογιστή για να ανοίξει το σύστημα έκδοσης καταναλωτικών δανείων, και τα οποία η συγκατηγορούμενη της, με τη χρήση του κωδικού εισαγωγής του ηλεκτρονικού υπολογιστή του προϊσταμένου της, Γ. Ν., καταχώρησε σε κάθε μία από τις παραπάνω συμβάσεις δανείου, στο πρόγραμμα "credit scoring", ώστε ο αναφερόμενος σε κάθε μία από αυτές να εμφαίνεται ως υποψήφιος δανειολήπτης, ενώ στην πραγματικότητα αυτός ουδεμία είχε γνώση ή σχέση των σε βάρος του τεκταινομένων, ενώ παράλληλα πρόσθεσε (η πρώτη κατηγορουμένη) κατά το δοκούν, τα αναφερόμενα σε κάθε μία περίπτωση ψευδή και ανακριβή στοιχεία, ως προς το ύψος του εισοδήματος τους, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις και καθίσταται δυνατή η έγκριση των εικονικών δανείων από το σύστημα, ακολούθως, προκειμένου να παρακάμψει τη διαδικασία του ελέγχου δικαιολογητικών και της θέσης των δύο υπογραφών (ηλεκτρονική και υλική), που απαιτούντο σωρευτικά, τόσο από την ίδια όσο και από τον άνω Προϊστάμενο της, κατά τη σύνταξη κάθε μίας από τις εισηγήσεις και επιπλέον και του αναφερομένου σε κάθε μία σύμβαση δανειολήπτη, κατά τη σύνταξη της, έθεσε μόνο την ηλεκτρονική υπογραφή του Προϊσταμένου της, και για την εκταμίευση του προϊόντος κάθε δανείου που γινόταν λογιστικά μέσω του αυτού ηλεκτρονικού συστήματος, δημιούργησε επί τούτου τον αναφερόμενο σε κάθε περίπτωση εικονικό χορηγητικό λογαριασμό, επ' ονόματι του εκάστοτε και αναφερόμενου σε κάθε μία από τις ένδικες συμβάσεις ως δανειολήπτη και ταυτοχρόνως τον αναφερόμενο σε κάθε μία περίπτωση λογαριασμό εξυπηρέτησης του αναφερόμενου δανείου, στο δε εκτυπωμένο και περιγραφόμενο σε κάθε μία από τις ένδικες συμβάσεις έντυπο εντάλματος πληρωμής, αντί των υπογραφών του Προϊσταμένου χορηγήσεων και του ταμία, έθεσαν από κοινού με την πρώτη κατηγορουμένη, στην οικεία ένδειξη "έλαβε ο", κατ' απομίμηση, την υπογραφή του εκάστοτε αναφερομένου ως δανειολήπτη. Το αυτό δε έπραξαν, από κοινού, και στα εξής ακόμα παραστατικά, τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς σε κάθε μία από τις πράξεις εξακολουθητική"; πλαστογραφίας, από κοινού, που αυτές διέπραξαν (για την οποία γίνεται λόγος στη συνέχεια) και αντιστοιχούν σε κάθε μία από τις παραπάνω ένδικες συμβάσεις δανείου, ήτοι: α) στα γραμμάτια είσπραξης εξόδων προέγκρισης δανείου, ύψους 30 ευρώ και δαπάνης νομικού ή τεχνικού ελέγχου, ύψους 50 ευρώ, θέτοντας αντίστοιχες υπογραφές στις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο" και β) στα γραμμάτια είσπραξης-κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, θέτοντας επ' αυτών και υπό την ένδειξη "ο καταθέτης" μία φερόμενη, ως προερχόμενη από τον αναφερόμενο σε κάθε μία από τις ένδικες συμβάσεις, ως δανειολήπτη, υπογραφή, κατά την κατάθεση μικροποσού της τάξης 820 ευρώ, περίπου, αναλόγως ύψους του δανείου, είτε στο συνδεδεμένο με το εικονικό δάνειο και εξυπηρετούντα αυτό λογαριασμό, είτε σε άλλους λογαριασμούς, ενώ όλα τα πλαστά και χαλκευμένα στοιχεία καταχώρησε η συγκατηγορούμενή της στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικόνιζαν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Έτσι, οι κατηγορούμενες αφού πέτυχαν την έγκριση και εκταμίευση κάθε ενός από τα παραπάνω ένδικα δάνεια, ακολούθως, κατά τους χρόνους που αναφέρονται σε κάθε μία από τις παραπάνω πράξεις απάτης, η δεύτερη κατηγορουμένη, όπως είχε συναποφασίσει με την πρώτη, εισέπραξε το προϊόν του καθενός από τα δάνεια αυτά, από τον κεντρικό ταμία της τράπεζας, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προς εκείνον, και στη συνέχεια, μετά την αφαίρεση των εξόδων το καρπώθηκαν από κοινού.

Και οι δύο κατηγορούμενες, Ε. - Φ. Μ. του Σ. και Μ. Σ. του Δ. Γ) Στην …, κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Φεβρουαρίου - Δεκεμβρίου του έτους 2006, με περισσότερες πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού, κατάρτισαν εξ υπαρχής πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, και, στη συνέχεια, με τον αυτό σκοπό, εν γνώσει τους χρησιμοποίησαν τα πλαστά αυτά έγγραφα, σκοπεύοντας να προσπορίσουν στον εαυτό τους, και σε τρίτο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ενώ με τις μερικότερες πράξεις της απέβλεπε στο ως άνω συνολικό περιουσιακό όφελος, που προέκυπτε από αυτές, ως αποτέλεσμα. Τέλεσαν δε την πράξη αυτή κατ' επάγγελμα.

Ειδικότερα:

1. Κατά τη 10.02.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, με δανειολήπτρια την Ι. - ‘Ο. Μ. του Α., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της τράπεζας σχετικά με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από τη φερόμενη ως δανειολήπτρια, κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, το από 10.02.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΤΚ11) - κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού χιλίων οκτακοσίων είκοσι (1.820) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμός ταμιευτηρίου, με δικαιούχο την ως άνω φερόμενη ως δανειολήπτρια, θέτοντας επ'αυτού και υπό την ένδειξη "ο καταθέτης" μία φερόμενη ως προερχόμενη από αυτήν (τη δανειολήπτρια) υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (10.02.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, καταχωρίζοντας αυτό στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους σαράντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (49.820) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν.

2. Κατά την 06.06.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, με δανειολήπτρια τη Σ. Σ. του Δ., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της τράπεζας, σχετικά με την πλήρωση των προβλεπόμενων από τις οικείες εγκυκλίους προϋποθέσεων για την εκταμίευση των δανείων, και συγκεκριμένα (σχετικά με) το διενεργούμενο από έλεγχο ταυτοπροσωπίας της φερόμενης ως δανειολήπτριας, κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, τα από 06.06.2006 δύο (2) γραμμάτια είσπραξης δαπάνης προέγκρισης δανείου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, και δαπάνης νομικού ή/και τεχνικού ελέγχου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, αντιστοίχως, και, αφετέρου, το με αριθμό ... .../06.06.2006 ένταλμα πληρωμής, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη δανειολήπτρια, Σ. Σ.., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (06.06.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στον οικείο φάκελο του δανείου, αποδεικνυομένης, κατ' αυτόν τον τρόπο, και της εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, από τη φερόμενη ως δικαιούχο δανειολήπτρια. Περαιτέρω δε, και κατά την 06.06.2006, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της τράπεζας, σχετικά με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από τη φερόμενη ως δανειολήπτρια, Σ. Σ.., κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, τα δύο (2) από 06.06.2006 γραμμάτια είσπραξης (ΤΚ11) - κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, αφενός, ποσού χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ, στο με αριθμό (... λογαριασμό ταμιευτηρίου, με δικαιούχο το Δ. Σ. του Χ., και αφετέρου, ποσού εξακοσίων είκοσι (620) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχο τη δεύτερη, θέτοντας επ' αυτών και υπό την ένδειξη "ο καταθέτης" μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη δανειολήπτρια, Σ. Σ.., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (06.06.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους σαράντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (49.820) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν.

3. Κατά την 07.06.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, με δανειολήπτρια την Α. Σ. του Κ., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της τράπεζας, σχετικά με την πλήρωση των προβλεπόμενων από τις οικείες εγκυκλίους προϋποθέσεων για την εκταμίευση των δανείων, και συγκεκριμένα (σχετικά με) το διενεργούμενο έλεγχο ταυτοπροσωπίας της φερόμενης ως δανειολήπτριας, κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, τα από 07.06.2006 δύο (2) γραμμάτια είσπραξης δαπάνης προέγκρισης δανείου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, και δαπάνης νομικού ή/και τεχνικού ελέγχου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, αντιστοίχως, και, αφετέρου, το με αριθμό ... .../07.06.2006 ένταλμα πληρωμής, δυνάμει των οποίων και εκταμιεύτηκε το οικείο δάνειο, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη δανειολήπτρια, Α. Σ.., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (07.06.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στον οικείο φάκελο του δανείου, αποδεικνυομένης, κατ' αυτόν τον τρόπο, και της εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, από τη φερόμενη ως δικαιούχο δανειολήπτρια. Περαιτέρω δε, και κατά την 07.06.2006, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από τη φερόμενη ως δανειολήπτρια, Α. Σ.., κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, το από 07.06.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΤΚ11) - κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού οκτακοσίων είκοσι (820) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχο τη δεύτερη, θέτοντας επ' αυτού και υπό την ένδειξη "ο καταθέτης" μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη δανειολήπτρια, Α. Σ.., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (07.06.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, καταχωρίζοντας αυτό στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους σαράντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (49.820) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν.

4. Κατά τη 16.06.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, με δανειολήπτρια την Ό. Μ. του Α., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με την πλήρωση των προβλεπόμενων από τις οικείες εγκυκλίους προϋποθέσεων για την εκταμίευση των δανείων, και συγκεκριμένα (σχετικά με) το διενεργούμενο έλεγχο ταυτοπροσωπίας της φερόμενης ως δανειολήπτριας, κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, τα από 16.06.2006 δύο (2) γραμμάτια είσπραξης δαπάνης προέγκρισης δανείου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, και δαπάνης νομικού ή/και τεχνικού ελέγχου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, αντιστοίχως, και, αφετέρου, το με αριθμό ... .../16.06.2006 ένταλμα πληρωμής, δυνάμει των οποίων και εκταμιεύτηκε το οικείο δάνειο, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη δανειολήπτρια, Ό. Μ., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (16.06.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στον οικείο φάκελο του δανείου, αποδεικνυομένης κατ' αυτόν τον τρόπο, και της εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, από τη φερόμενη ως δικαιούχο δανειολήπτρια. Περαιτέρω δε, και κατά την 16.06.2006, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από τη φερόμενη ως δανειολήπτρια, Ό. Μ., κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, το από 16.06.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΤΚ11) - κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού οκτακοσίων είκοσι (820) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου της, θέτοντας επ' αυτού και υπό την ένδειξη "ο καταθέτης" μία φερόμενη ως προερχόμενη από την ως άνω δανειολήπτρια υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (16.06.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, καταχωρίζοντας αυτό στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους σαράντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (49.820) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν.

5. Κατά την 27.06.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, με δανειολήπτρια τη Χ. Μ. του Ν., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με την πλήρωση των προβλεπόμενων από τις οικείες εγκυκλίους προϋποθέσεων για την εκταμίευση των δανείων, και συγκεκριμένα (σχετικά με) το διενεργούμενο από την πρώτη έλεγχο ταυτοπροσωπίας της φερόμενης ως δανειολήπτριας, κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, τα από 27.06.2006 δύο (2) γραμμάτια είσπραξης δαπάνης προέγκρισης δανείου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, και δαπάνης νομικού ή/και τεχνικού ελέγχου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, αντιστοίχως, και αφετέρου, το με αριθμό ... .../27.06.2006 ένταλμα πληρωμής, δυνάμει των οποίων και εκταμιεύτηκε το οικείο δάνειο, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη Χ. Μ. υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (27.06.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στον οικείο φάκελο του δανείου, αποδεικνυομένης, κατ' αυτόν τον τρόπο, και της εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, από τη φερόμενη ως δικαιούχο δανειολήπτρια. Περαιτέρω δε, και κατά την 27.06.2006, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας για τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από τη φερόμενη ως δανειολήπτρια, Χ. Μ., κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, το από 27.06.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΤΚ11) - κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού οκτακοσίων είκοσι (820) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχο τη συγκατηγορούμενή της, θέτοντας επ' αυτού και υπό την ένδειξη "ο καταθέτης" μία φερόμενη ως προερχόμενη από την ως άνω δανειολήπτρια, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (27.06.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, καταχωρίζοντας αυτό στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους σαράντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (49.820) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν.

6. Κατά τη 13.07.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, με δανειολήπτη τον Α. Μ. του Ν., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με την πλήρωση των προβλεπόμενων από τις οικείες εγκυκλίους προϋποθέσεων για την εκταμίευση των δανείων, και συγκεκριμένα (σχετικά με) το διενεργούμενο από την πρώτη έλεγχο ταυτοπροσωπίας του φερόμενου ως δανειολήπτη, κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, τα από 13.07.2006 δύο (2) γραμμάτια είσπραξης δαπάνης προέγκρισης δανείου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, και δαπάνης νομικού ή/και τεχνικού ελέγχου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, αντιστοίχως, και, αφετέρου, το με αριθμό ... .../13.07.2006 ένταλμα πληρωμής, δυνάμει των οποίων και εκταμιεύτηκε το οικείο δάνειο, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από το δανειολήπτη, Α. Μ., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (13.07.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στον οικείο φάκελο του δανείου, αποδεικνυομένης, κατ' αυτόν τον τρόπο, και της εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, από το φερόμενο ως δικαιούχο δανειολήπτη. Περαιτέρω δε, και κατά την 13.07.2006, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από το φερόμενο ως δανειολήπτη, Α. Μ., κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, το από 13.07.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΤΚ11) - κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού οκτακοσίων είκοσι (820) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου του, θέτοντας επ' αυτού και υπό την ένδειξη "ο καταθέτης" μία φερόμενη ως προερχόμενη από το δανειολήπτη - δικαιούχο του οικείου λογαριασμού υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (13.07.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, καταχωρίζοντας αυτό στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους σαράντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (49.820) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν.?

7. Κατά την 20.07.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους σαράντα οκτώ χιλιάδων (48.000) ευρώ, με δανειολήπτρια τη Ν. - Ά. Μ. του Α., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με την πλήρωση των προβλεπόμενων από τις οικείες εγκυκλίους προϋποθέσεων για την εκταμίευση των δανείων, και συγκεκριμένα (σχετικό με) το διενεργούμενο από την πρώτη έλεγχο ταυτοπροσωπίας της φερόμενης ως δανειολήπτριας, κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, τα από 20.07.2006 δύο (2) γραμμάτια είσπραξης δαπάνης προέγκρισης δανείου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, και δαπάνης νομικού ή/και τεχνικού ελέγχου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, αντιστοίχως, και αφετέρου, το με αριθμό ... .../20.07.2006 ένταλμα πληρωμής, δυνάμει των οποίων και εκταμιεύτηκε το οικείο δάνειο, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη δανειολήπτρια, Ν. - Ά. Μ., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (20.07.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στον οικείο φάκελο του δανείου, αποδεικνυομένης, κατ' αυτόν τον τρόπο, και της εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, ποσού σαράντα οκτώ χιλιάδων (48.000) ευρώ, από τη φερόμενη ως δικαιούχο δανειολήπτρια. Περαιτέρω δε, και κατά την 20.07.2006, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από τη φερόμενη ως δανειολήπτρια Ν. - Ά. Μ., κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, το από 20.07.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΤΚ11) - κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου της, θέτοντας επ' αυτού και υπό την ένδειξη "ο καταθέτης" μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη δανειολήπτρια - δικαιούχο του οικείου λογαριασμού υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (20.07.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, καταχωρίζοντας αυτό στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους σαράντα επτά χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (47.820) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν.

8. Κατά την 23.08.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, με δανειολήπτρια τη Φ. Θ. του Κ., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά την πλήρωση των προβλεπόμενων από τις οικείες εγκυκλίους προϋποθέσεων για την εκταμίευση των δάνειων, και συγκεκριμένα (σχετικά με) το διενεργούμενο από την πρώτη έλεγχο ταυτοπροσωπίας της φερόμενης ως δανειολήπτριας, κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, τα από 23.08.2006 δυο (2) γραμμάτια είσπραξης δαπάνης προέγκρισης δανείου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, και δαπάνης νομικού ή/και τεχνικού ελέγχου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, αντιστοίχως, και, αφετέρου, το με αριθμό ... .../23.08.2006 ένταλμα πληρωμής, δυνάμει των οποίων και εκταμιεύτηκε το οικείο δάνειο, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη δανειολήπτρια, Φ. Θ., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (23.08.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στον οικείο φάκελο του δανείου, αποδεικνυομένης, κατ' αυτόν τον τρόπο, και της εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, από την ως άνω φερόμενη ως δικαιούχο δανειολήπτρια. Περαιτέρω δε, και κατά την 23.08.2006, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από τη φερόμενη ως δανειολήπτρια, Φ. Θ., κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, το από 23.08.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΤΚ11) - κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού σαράντα έξι χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (46.820) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχο την δεύτερη, θέτοντας επ' αυτού και υπό την ένδειξη "ο καταθέτης" μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη δανειολήπτρια υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (23.08.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, καταχωρίζοντας αυτό στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους σαράντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (49.820) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν.

9. Κατά την 25.08.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, με δανειολήπτη το Γ. Θ. του Α., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με την πλήρωση των προβλεπόμενων από τις οικείες εγκυκλίους προϋποθέσεων για την εκταμίευση των δανείων, και συγκεκριμένα (σχετικά με) το διενεργούμενο από την πρώτη έλεγχο ταυτοπροσωπίας του φερόμενου ως δανειολήπτη, κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, τα από 25.08.2006 δύο (2) γραμμάτια είσπραξης δαπάνης προέγκρισης δανείου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, και δαπάνης νομικού ή/και τεχνικού ελέγχου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, αντιστοίχως, και, αφετέρου, το με αριθμό ... .../25.08.2006 ένταλμα πληρωμής, δυνάμει των οποίων και εκταμιεύτηκε το οικείο δάνειο, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από το δανειολήπτη, Γ. Θ., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (25.08.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στον οικείο φάκελο του δανείου, αποδεικνυομένης, κατ' αυτόν τον τρόπο, και της εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, από το φερόμενο ως δικαιούχο δανειολήπτη. Περαιτέρω δε, και κατά την 25.08.2006, την 28.08.2006 και την 31.08.2006, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από το φερόμενο ως δανειολήπτη, Γ. Θ., κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο: α) το από 25.08.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΤΚ11) - κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού σαράντα πέντε χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (45.820) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου του, β) το από 28.08.2006 ένταλμα πληρωμής (ΤΑ11) - ανάληψης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, από το με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου του, γ) το από 28.08.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΚΚ11) - κατάθεσης, ποσού δεκατεσσάρων χιλιάδων (14.000) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό όψεως, με δικαιούχο τη συνεργαζόμενη με τη δεύτερη εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", δ) το από 31.08.2006 ένταλμα πληρωμής (ΤΑ11) - ανάληψης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, από το με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου του, και ε) το από 31.08.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΚΚ11) - κατάθεσης, ποσού δεκαεπτά χιλιάδων (17.000) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό όψεως, με δικαιούχο τη συνεργαζόμενη με τη δεύτερη εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "ο καταθέτης" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από το δανειολήπτη - δικαιούχο του οικείου λογαριασμού υπογραφή, ενώ, κατόπιν, κατά τις αυτές ως άνω ημεροχρονολογίες και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους σαράντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (49.820) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν.

10. Κατά την 08.09.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους επτά χιλιάδων εξακοσίων σαράντα έξι ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (47.646,58 €), με δανειολήπτη το Ν. Μ. του Α., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με την πλήρωση των προβλεπόμενων από τις οικείες εγκυκλίους προϋποθέσεων για την εκταμίευση των δανείων, και συγκεκριμένα (σχετικά με) το διενεργούμενο από την πρώτη έλεγχο ταυτοπροσωπίας του φερόμενης ως δανειολήπτη, κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, τα από 08.09.2006 δύο (2) γραμμάτια είσπραξης δαπάνης προέγκρισης δανείου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, και δαπάνης νομικού ή/και τεχνικού ελέγχου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, αντιστοίχως, και αφετέρου, το με αριθμό ... .../08.09.2006 ένταλμα πληρωμής, δυνάμει των οποίων και εκταμιεύτηκε το οικείο δάνειο, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από το δανειολήπτη, Ν. Μ., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (08.09.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στον οικείο φάκελο του δανείου, αποδεικνυομένης, κατ' αυτόν τον τρόπο, και της εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, ποσού σαράντα επτά χιλιάδων εξακοσίων σαράντα έξι ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (47.646,58 €), από το φερόμενο ως δικαιούχο δανειολήπτη. Περαιτέρω δε, και κατά την 08.09.2006, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από το φερόμενο ως δανειολήπτη, Ν. Μ., κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, το από 08.09.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΤΚ11) - κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού σαράντα επτά χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα έξι ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (47.466,58 €), στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου του, και, αφετέρου, το από 11.09.2006 ένταλμα πληρωμής (ΤΑ11) - ανάληψης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, από το με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου του, και το από 18.09.2006 ένταλμα πληρωμής (ΤΑ11) - ανάληψης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού δεκαεπτά χιλιάδων (17.000) ευρώ, από το με αριθμό ... λογαριασμό, ταμιευτηρίου του, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "ο καταθέτης" και?"έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από το δανειολήπτη - δικαιούχο του οικείου λογαριασμού υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά τις αυτές ως άνω ημεροχρονολογίες και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους σαράντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (49.820) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν.

11. Κατά την 08.09.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, με δανειολήπτρια τη Μ. Μ. του Α., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με την πλήρωση των προβλεπόμενων από τις οικείες εγκυκλίους προϋποθέσεων για την εκταμίευση των δανείων, και συγκεκριμένα (σχετικά με) το διενεργούμενο από την πρώτη έλεγχο ταυτοπροσωπίας της φερόμενης ως δανειολήπτριας, κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, τα από 08.09.2006 δύο (2) γραμμάτια είσπραξης δαπάνης προέγκρισης δανείου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, και δαπάνης νομικού ή/και τεχνικού ελέγχου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, αντιστοίχως, και αφετέρου, το με αριθμό ... .../08.09.2006 ένταλμα πληρωμής, δυνάμει των οποίων και εκταμιεύτηκε το οικείο δάνειο, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη δανειολήπτρια, Μ. Μ., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (08.09.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στον οικείο φάκελο του δανείου, αποδεικνυομένης κατ' αυτόν τον τρόπο, και της εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, από τη φερόμενη ως δικαιούχο δανειολήπτρια. Περαιτέρω δε, κατά την 08.09.2006, την 12.09.2008 και την 18.09.2006, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας για τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από τη φερόμενη ως δανειολήπτρια, Μ. Μ., κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο: α) το από 08.09.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΤΚ11) - κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού δεκαεπτά χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (17.820) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου της, β) το από 08.09.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΤΚ11) - κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, με δικαιούχο τον εμπορικό συνεργάτη της δεύτερης Ν. Σ., γ) το από 08.09.2006 / γραμμάτιο είσπραξης (ΚΚ11) - κατάθεσης, ποσού τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό όψεως, με δικαιούχο τη συνεργαζόμενη με τη δεύτερη εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", δ) το από 12.09.2006 ένταλμα πληρωμής (ΤΑ11) - ανάληψης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού δεκατεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα (14.550) ευρώ, από το με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου της, και ε) το από 18.09.2006 ένταλμα πληρωμής (ΤΑ11) - ανάληψης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, από το με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου της, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "ο καταθέτης" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη δανειολήπτρια - δικαιούχο του οικείου λογαριασμού υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά τις αυτές ως άνω ημεροχρονολογίες και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους σαράντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (49.820) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν.

12. Κατά την 08.09.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, με δανειολήπτρια την Ε. - Τ. Θ. του Γ., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με την πλήρωση των προβλεπόμενων από τις οικείες εγκυκλίους προϋποθέσεων για την εκταμίευση των δανείων, και συγκεκριμένα (σχετικά με) το διενεργούμενο από την πρώτη έλεγχο ταυτοπροσωπίας της φερόμενης ως δανειολήπτριας, κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, τα από 08.09.2006 δύο (2) γραμμάτια είσπραξης δαπάνης προέγκρισης δανείου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, και δαπάνης νομικού ή/και τεχνικού ελέγχου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, αντιστοίχως, και αφετέρου, το με αριθμό ... .../08.092006 ένταλμα πληρωμής, δυνάμει των οποίων και εκταμιεύτηκε το οικείο δάνειο, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη δανειολήπτρια, Ε. - Τ. Θ., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (08.09.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στον οικείο φάκελο του δανείου, αποδεικνυομένης, κατ' αυτόν τον τρόπο, και της εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, από τη φερόμενη ως δικαιούχο δανειολήπτρια. Περαιτέρω δε, και κατά την 08.09.2006 και την 12.09.2006, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από τη φερόμενη ως δανειολήπτρια, Ε. - Τ. Θ., κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, το από 08.09.2006 γραμμάτιο είσπραξης (ΤΚ11) - κατάθεσης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού εννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (9.820) ευρώ, στο με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου της, και, αφετέρου, το από 12.09.2006 ένταλμα πληρωμής (ΤΑ11) - ανάληψης, άνευ βιβλιαρίου, ποσού εννέα χιλιάδων (9.000) ευρώ, από το με αριθμό ... λογαριασμό ταμιευτηρίου της, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "ο καταθέτης" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από τη δανειολήπτρια - δικαιούχο του οικείου λογαριασμού υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά τις αυτές ως άνω ημεροχρονολογίες και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτά στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι"), που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους σαράντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (49.820) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν.

13. Κατά την 07.09.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, με δανειολήπτη το Δ. Σ. του Χ., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με την πλήρωση των προβλεπόμενων από τις οικείες εγκυκλίους προϋποθέσεων για την εκταμίευση των δανείων, και συγκεκριμένα (σχετικά με) το διενεργούμενο από την πρώτη έλεγχο ταυτοπροσωπίας του φερόμενου ως δανειολήπτη, κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, αφενός, το από 07.09.2006 γραμμάτιο είσπραξης δαπάνης προέγκρισης δανείου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, και δαπάνης νομικού ή/και τεχνικού ελέγχου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, αντιστοίχως, και αφετέρου το με αριθμό ... .../07.09.2006 ένταλμα πληρωμής, δυνάμει των οποίων και εκταμιεύτηκε το οικείο δάνειο, θέτοντας επ' αυτών και υπό τις ενδείξεις "κατέβαλε ο" και "έλαβε ο", αντιστοίχως, μία φερόμενη ως προερχόμενη από το δανειολήπτη, Δ. Σ., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (07.09.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, καταχωρίζοντας αυτό στον οικείο φάκελο του δανείου, αποδεικνυομένης, κατ' αυτόν τον τρόπο, και της εκταμίευσης του προϊόντος του δανείου, ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, από το φερόμενο ως δικαιούχο δανειολήπτη. Περαιτέρω δε, και κατά την 07.09.2006, με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από το φερόμενο ως δανειολήπτη, Δ. Σ., κατάρτισαν εξ υπαρχής, από κοινού και με κοινό δόλο, το από 07.09.2006 γραμμάτιο είσπραξης - κατάθεσης, ποσού σαράντα εννέα χιλιάδων ενενήντα ενός ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (49.091,97 €), στο με αριθμό ... λογαριασμό του, προς πρόωρη εξόφληση έτερου δανείου του, θέτοντας επ' αυτού και υπό την ένδειξη "κατέλαβε ο" μία φερόμενη ως προερχόμενη από το δανειολήπτη υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (07.09.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, καταχωρίζοντας αυτό στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας (σεντόνι), που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους σαράντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι (49.820) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν.

14. Κατά την 14.06.2006, για τη χορήγηση του φερόμενου ως συναφθέντος με αριθμό .../2006 καταναλωτικού δανείου, ύψους δεκατριών χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα πέντε (13.835) ευρώ, με δανειολήπτη το Ν. Κ. του Μ. και εγγυήτρια τη Μ. Κ. του Χ., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με την υπογραφή (σύναψη) της οικείας σύμβασης από τον ως άνω φερόμενο ως δανειολήπτη, και την ως άνω εγγυήτρια Μ. Κ., από κοινού και με κοινό δόλο , έθεσαν σε κάθε σελίδα αυτής και την τελευταία υπό την ένδειξη "ο οφειλέτης" μία φερόμενη ως προερχόμενη από το δανειολήπτη, Ν. Κ., υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (14.06.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, καταχωρίζοντας αυτό στον οικείο φάκελο του δανείου. Με την πράξη τους δε αυτή, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους και την ως άνω εγγυήτρια, περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, αφαιρουμένων των εξόδων, συνολικού ύψους εκατόν ογδόντα (180) ευρώ, ποσού δεκατριών χιλιάδων εξακοσίων πενήντα πέντε (13.655) ευρώ το οποίο και διαμοιράστηκαν. Και 15. Κατά την 07.12.2006, για τη χορήγηση του με αριθμό .../2006 στεγαστικού δανείου, ύψους εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, με δανειολήπτρια τη Μ. Τ. του Ι. και εγγυητή τον Ι. Τ. του Π., με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους λειτουργούς της τράπεζας, σχετικά με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από την ως άνω δανειολήπτρια, κατάρτισαν εξ υπαρχής, το από 07.12.2006 ένταλμα πληρωμής - ανάληψης, άνευ βιβλιαρίου, (ΤΑ11), από το με αριθμό ... λογαριασμού ταμιευτηρίου της, ποσού τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, θέτοντας επ' αυτού και υπό την ένδειξη "έλαβε ο" μία φερόμενη ως προερχόμενη από την ως άνω δανειολήπτρια - δικαιούχο του οικείου λογαριασμού υπογραφή, ενώ, στη συνέχεια, κατά την αυτή ως άνω ημεροχρονολογία (07.12.2006) και με τον αυτό ως άνω σκοπό, η πρώτη, κατόπιν συναπόφασης, έκανε χρήση του ως άνω πλαστού εγγράφου, καταχωρίζοντας αυτό στα ημερήσια οικεία παραστατικά της τράπεζας ("σεντόνι)", που απεικονίζουν όλες τις ταμειακές πράξεις που διενεργήθηκαν. Με την πράξη τους δε αυτή σκόπευαν, να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο ισόποσο του αναληφθέντος από τη δεύτερη εξ αυτών, από τον κεντρικό ταμία, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης, προϊόντος του δανείου, ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, το οποίο και διαμοιράστηκαν".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως προς τις πράξεις της πλαστογραφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση με ζημία ανώτερη των 120.000 ευρώ και συνέργεια κατ' εξακολούθηση σε απάτη με ζημία ανώτερη των 120.000 ευρώ, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω δύο εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1, 2 και 3 και 386 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, όπως αυτός κυρώθηκε με το ν. 4619/2019 και τροποποιήθηκε με το ν. 4637/2019, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και κατά τούτο δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα επεξηγείται ότι η Ε.-Φ. Μ.., συγκατηγορουμένη της αναιρεσείουσας, αρμοδία υπάλληλος του τομέα χορηγήσεως καταναλωτικών δανείων του κεντρικού καταστήματος …, Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (και ήδη, από 28.06.2013, ΑΛΦΑ Τράπεζας), με την ψυχική και υλική συνδρομή της τελευταίας, δημιούργησε εικονικά δάνεια, με φερόμενους ως πιστούχους, υπαρκτά πρόσωπα, τα οποία στην πραγματικότητα δεν συνεβλήθησαν. Μέσα σε κλίμα εμπιστοσύνης διαθέτουσα, τον κωδικό εισαγωγής στο πρόγραμμα πωλήσεων δανείων, του προϊσταμένου τμήματος ιδιωτών Γ. Ν., παρέκαμπτε την τρέχουσα διαδικασία δανειοδοτήσεων, στο στάδιο εισηγήσεων, συντάξεως των δανειακών συμβάσεων και λογιστικής εκταμιεύσεως, καθώς έθετε μόνο την ηλεκτρονική υπογραφή του Γ. Ν.. Στα έντυπα ενταλμάτων πληρωμής (λογιστικής όπως προειπώθηκε), αντί υπογραφών του προϊσταμένου χορηγήσεων και του ταμία, εχάρασσε η ίδια από κοινού με τη Μ. Σ.., την υπογραφή, κατ' απομίμηση, του υποτιθέμενου δανειολήπτη και εν συνεχεία το συμπεριελάμβανε στο σχετικό φάκελο του δανείου, προς πιστοποίηση της δήθεν εκταμιεύσεως προς τους δικαιουμένους, ενώ με τον ίδιο τρόπο χαράσσονταν πλαστές υπογραφές στα λοιπά παραστατικά, εξυπηρετήσεως των υποτιθέμενων δανείων. Αυτά ενέτασσε στα ημερήσια παραστατικά της Τράπεζας, προς παραπλάνηση των ελεγκτικών οργάνων της, προκειμένου να δημιουργείται η εντύπωση ότι τηρούνται οι καθιερωμένες προϋποθέσεις-διαδικασίες για τη χορήγηση και εκταμίευση δανείων και έπειτα έδινε προφορικά εντολή στον κεντρικό ταμία να παραδώσει τα εκάστοτε ποσά στη Μ. Σ.., τα οποία αφού αφαιρούσαν τα έξοδα, διεμοίραζαν και ενεθυλάκωνα από κοινού. Στο διατακτικό της αποφάσεως περιγράφονται με λεπτομέρεια σε εναρμόνιση και συμβάδιση προς το αιτιολογικό, οι συνθήκες διαπράξεως της απάτης, στις επί μέρους περιπτώσεις των δεκατεσσάρων ιδεατών ληπτών (1. Ι.-Ό. Μ., ... της αναιρεσείουσας, 2. Σ. Σ.., ..., 3. Α. Σ.., ..., 4. Ό. Μ., …,, 5. Χ. Μ., ... …. 6. Α. Μ., …, 7. Ν.-Ά. Μ., ... της, 8. Φ. Θ., …, 9. Γ. Θ., …, 10. Ν. Μ., …, 11. Μ. Μ., …, 12. Ε.-Τ. Θ., …, 13. Δ. Σ.., …, Ν. Κ., ως αποδέκτη δανείου και ως εγγυητή άλλου δανείου). Ακόμη περιλαμβάνεται η μερικότερη πράξη απάτης, ως προς το καταναλωτικό δάνειο της αναιρεσείουσας, που διαφοροποιείται από τους προηγούμενους δανειολήπτες, στο σημείο της εν γνώσει και ηθελημένης εμπλοκής της και τέλος η μερικότερη απατηλή πράξη του στεγαστικού δανείου της Μ. Τ., που εντοπίζεται στην αντικανονική αποδέσμευση του δεύτερου τμήματός του και παράνομη είσπραξή του από τη Μ. Σ.., το δε συνολικό κτηθέν όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της Τράπεζας, αναβιβάζεται στο ποσό των 700.000 ευρώ, κατά προσέγγιση. Παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα τα δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όσον αφορά το αδίκημα της απάτης, εξειδίκευσε τα ακόλουθα: 1. Κατά το στάδιο της εγκρίσεως ενός εκάστου των δέκα τεσσάρων (14) καταναλωτικών δανείων CASH4U, η εξαπάτηση της Τράπεζας έλαβε χώρα, αρχικώς, δια της εισαγωγής, εκ μέρους της πρώην υπαλλήλου (φυσικού αυτουργού του αδικήματος της απάτης) στη μηχανογραφημένη εφαρμογή- σύστημα της Τράπεζας Credit Scoring "πλαστών και χαλκευμένων στοιχείων", ήτοι των δικαιολογητικών που είχε "αλιεύσει και της είχε παραδώσει" η αναιρεσείουσα και τα οποία αφορούσαν, όπως προαναφέρθηκε "σε προσωπικά έγγραφα (Α.Δ.Τ.) και φορολογικά στοιχεία (Α.Φ.Μ.) του συγγενικού, επί το πλείστον, περιβάλλοντος" της τελευταίας. Έχοντας εξασφαλίσει, τα δάνεια αυτά να μην ανέρχονται άνω των 50.000 ευρώ, ώστε να μη απαιτείται η αποστολή των απαιτούμενων δικαιολογητικών στην Κεντροποιημένη - Περιφερειακή Διεύθυνση της Τράπεζας, ακολούθως εκμεταλλεύθηκε το γεγονός ότι, για τα συγκεκριμένα δάνεια, η Τράπεζα είχε θεσμοθετήσει μια μηχανογραφημένη εφαρμογή (Credit Scoring), η οποία μετά την εισαγωγή των δικαιολογητικών εγγράφων- οικονομικών στοιχείων των πελατών, ενέκρινε ή απέρριπτε, αυτομαποιημένα, τα αιτήματα δανειοδότησης. Έτσι η Ε.-Φ. Μ.., εισάγοντας στο εν λόγω αυτοματοποιημένο- Εγκριτικό σύστημα της Τράπεζας, στοιχεία που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, επέτυχε την, κατ' εξαπάτηση της Τράπεζας, μέσω της, κατά τα ανωτέρω, θεσμοθετηθείσας διαδικασίας, έγκριση του συνόλου των δανείων. Μάλιστα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται οι μεθοδεύσεις-ιδιαίτερα τεχνάσματα που γνώριζε η ανωτέρω επί σειρά ετών υπάλληλος του Τμήματος Ιδιωτών Χορηγήσεως Δανείων, και τα οποία μετήλθε αυτή προκειμένου να παρακάμψει τις ασφαλιστικές δικλείδες του αυτοματοποιημένου- Εγκριτικού συστήματος (Credit Scoring), της Τράπεζας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η βαρύνουσα τη συνυπαίτια-αυτουργό, απάτη κατ' εξακολούθηση, περιέχει ασάφειες και αντιφάσεις, διαψεύδεται, καθόσον επεξηγούνται οι ψευδείς παραστάσεις της Ε.- Φ. Μ.., που απευθύνονται στους αρμοδίους υπαλλήλους του Κεντρικού Καταστήματος … της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. Στη συνέχεια επεξηγείται η παραπλάνηση τούτων σε πράξη που συνιστούσε περιουσιακή διάθεση, έγκριση-εκταμίευση, βάσει εκδοθέντων ενταλμάτων πληρωμής, παρατύπων και εικονικών δανείων και τελικά καταβολή από τον κεντρικό ταμία του τραπεζικού καταστήματος και περιέλευση των ποσών των δανείων, στη Μ. Σ.., κατόπιν εντολής της συγκατηγορουμένης της, με συνέπεια τη βλάβη της περιουσίας της Τράπεζας και αντίστοιχο όφελος των δύο κατηγορουμένων που τα κατένειμαν μεταξύ τους. Στα υπ' αριθμ. 1 έως 14 μνημονευόμενα στην απόφαση καταναλωτικά δάνεια, εξ αιτίας του ύψους τους, προσαπαιτείτο η υπογραφή του προϊσταμένου Γ. Ν., που τελούσε εν αγνοία της εκμεταλλεύσεως, από την υπάλληλο Ε.-Φ. Μ.., της ηλεκτρονικής υπογραφής του στο ανάλογο σύστημα της Τράπεζας, δεδομένου όμως ότι ήταν απαραίτητο να συνυπογράφει τα σχετικά τραπεζικά έγγραφα, υφίστατο υποχρέωση της τελευταίας να προωθεί τους φακέλους των δανείων στο γραφείο του, στην οποία δεν ανταποκρινόταν. Στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιολογημένα γίνεται δεκτή ως ψευδής παράσταση, προς τους αρμοδίους τραπεζικούς υπαλλήλους, η φερόμενη έγκριση των δανείων, εφόσον συστατικός όρος της ήταν, πλην του ηλεκτρονικού, η εφαρμογή του εγγράφου τύπου, στις συμβάσεις και στα συνοδευτικά τους έγγραφα, που θα ολοκληρώνονταν με τη θέση όλων των προβλεπομένων, υπογραφών, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Η μνεία στην προσβαλλομένη απόφαση των ανωτέρω "αρμοδίων υπαλλήλων της τράπεζας" ως προσώπων που παραπείστηκαν, προσδιορίζεται επαρκώς, διότι τα επαγγελματικά τους καθήκοντα έχουν διευκρινισθεί και δεν καταλείπονται περιθώρια να υπάρχει αμφιβολία ως προς την έννοια αυτή. Σύμφωνα με τους λόγους αναίρεσης, η περιουσιακή διάθεση παρουσιάζεται ως απόρροια αυτοματοποιημένης διαδικασίας και λογιστικής, στην πράξη πλασματικής εκταμιεύσεως του προϊόντος των δανείων, οι κινήσεις ωστόσο στο κλειστό ψηφιακό περιβάλλον, που είχε θέσει υπό τον έλεγχό της η τραπεζική υπάλληλος, δεν επέφεραν εξωτερικές μεταβολές η δε περιουσιακή μετάθεση εντοπίζεται στην απόδοση από τον κεντρικό ταμία της τράπεζας, στη Μ. Σ.., τοις μετρητοίς, είτε δι' εισκομίσεως σε ελεγχόμενους από την ίδια, τραπεζικούς λογαριασμούς. Ο εν λόγω ταμίας (Κ. Λ.) κάθε φορά παρεπλανάτο από τη συνάδελφό του, για την κανονικότητα των ενεργειών, την πραγματική ύπαρξη δανείου και τον σύμφωνα με την αληθή βούληση του νομικού προσώπου της τράπεζας, καθορισμό από την Ε.-Φ. Μ.. του ποσού που επρόκειτο να εκταμιευθεί, άλλως αν γνώριζε ότι όσα προαναφέρθηκαν δεν συνέβαιναν, δεν θα προέβαινε σε καμία ενέργεια, ώστε να μην παραβιαστούν τα τραπεζικά καθιερωμένα η δε συμπεριφορά του δεν ήταν δυνατόν να διαφοροποιηθεί, διότι κάθε ημέρα προβαίνοντας σε κατάρτιση συγκεντρωτικής κατάστασης μεταφοράς των χρημάτων, που ήταν στη σφαίρα ευθύνης της Ε.-Φ. Μ.., πίστευε πεπλανημένα ότι αυτή έπραττε τα νόμιμα. Οι εμπεριεχόμενες στον παραπάνω αναιρετικό λόγο (ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'), λοιπές διάσπαρτες αιτιάσεις, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος της αναιρεσείουσας ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της και πλέον συγκεκριμένα, οι προβαλλόμενες από την ως άνω αναιρεσείουσα αντιθέσεις, κατ' αυτούς, των παραδοχών της απόφασης προς τις επισημαινόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν αναιρετικές πλημμέλειες με την έννοια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά πλήττουν ανεπιτρέπτως την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Άλλωστε, ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης, είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση κάποιου αποδεικτικού μέσου, προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά: α) τα πρόσωπα των παραπλανηθέντων υπαλλήλων της παθούσας τράπεζας, β) τις πράξεις των ως άνω προσώπων, περιουσιακής διαθέσεως, και γ) τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των ψευδών παραστάσεων της αυτουργού Ε.-Φ. Μ.. και της περιουσιακής διαθέσεως από τους πλανηθέντες και εκ πλαγίου παράβαση των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων ως προς την πράξη της συνέργειας κατ' εξακολούθηση σε απάτη με ζημία άνω των 120.000 ευρώ είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την πράξη της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας, αφού και στα δύο μέρη αυτής αναφέρονται τα πλαστογραφηθέντα έγγραφα. Στο σκεπτικό σε συνολική θεώρηση και στο διατακτικό σε λεπτομερειακή ανάπτυξη στις δέκα τέσσερις (14) περιπτώσεις εικονικών καταναλωτικών δανείων και της προσημειωθείσας περιπτώσεως εκταμιεύσεως δόσεως στεγαστικού δανείου. Με τον ίδιο τρόπο αποτυπώνεται ο σκοπός της αναιρεσείουσας και της συναυτουργού της Ε.-Φ. Μ.., παραπλανήσεως με τη χρήση των πλαστών εγγράφων, των αρμοδίων υπαλλήλων της τράπεζας σχετικά με τη διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών από τους φαινομενικούς δανειολήπτες και την ομαλή εκταμίευση των δανείων, καθώς και κάθε μερικότερη πράξη πλαστογραφίας στο διατακτικό. Ως προς τη μερικότερη πράξη του δανείου στο όνομα του Ν. Κ., η εκπόνηση πλαστής συμβάσεως υπάγεται "στον σκοπό παραπλανήσεως των αρμοδίων τραπεζικών περί το ανεπίληπτο της εκταμιεύσεως". Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας που επεδίωκε τη μεταβολή της κατηγορίας σε πλημμεληματική πλαστογραφία η οποία έλαβε χώρα προς συγκάλυψη της απάτης, προβλήθηκε με μόνη την παράθεση των νομικών όρων. Παρά ταύτα στο αιτιολογικό καταφαίνεται η κακουργηματική μορφή της πράξεως, του σκοπηθέντος παρανόμου οφέλους, αθροιζομένου στο ποσό των 700.000 ευρώ περίπου, όπως κατά λέξη διατυπώνεται "... η ως άνω αναφερόμενη υπάλληλος (Ε.-Φ. Μ.., με τη συνδρομή της δεύτερης κατηγορουμένης, Μ. Σ. του Δ., και με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιες παράνομο περιουσιακό όφελος, μεθόδευσαν, οργάνωσαν και εκτέλεσαν, υπό τις κατωτέρω αναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις που μαρτυρούν οργανωμένη εγκληματική υποδομή, το ακόλουθο εγκληματικό σχέδιο εξαπάτησης των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας με χρήση προς παραπλάνηση τούτων πλαστών εγγράφων, τα οποία από κοινού και με κοινό δόλο κατάρτιζαν και επεσύναπταν στους φακέλους δανείων, το δε συνολικό περιουσιακό όφελος, το οποίο απεκόμισαν, με αντίστοιχη βλάβη της τράπεζας, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ...", καθώς επίσης "την από κοινού κατάρτιση πλαστών εγγράφων, για μετέπειτα χρήση τους προς απόδειξη της νομότυπης εκταμίευσης των ως άνω εικονικά χορηγηθέντων δανείων και της διενέργειας τραπεζικών συναλλαγών από τα ως άνω φερόμενα ως δανειολήπτες πρόσωπα... και έχοντας πρόθεση για επανειλημμένη τέλεση των ως άνω πράξεων, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, ανερχόμενου μάλιστα στο συνολικό ποσό των 700.000 €, με αντίστοιχη ζημία της τράπεζας, ενώ με τις μερικότερες πράξεις τους απέβλεπαν στο ως άνω περιουσιακό όφελος, που προέκυπτε από αυτές ως αποτέλεσμα", τούτο δε ενισχύεται και από το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πρέπει να σημειωθεί ότι στην αναίρεση, η πρόκληση της περιουσιακής ζημίας και του οφέλους εξισώνονται χρονικά ήτοι στην αίτηση αναίρεσης αναφέρεται " η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται την επέλευση της ζημίας και την κάρπωση του παρανόμου οφέλους αμφοτέρων των κατηγορουμένων, ως προερχομένων απ' ευθείας εκ της επεμβάσεως της Ε.-Φ. Μ.. επί του ηλεκτρονικού συστήματος...", έτσι όμως αγνοείται το στάδιο της ουσιαστικής αποπερατώσεως της απάτης, στο οποίο ολοκληρώνεται η πρόσκτηση του περιουσιακού οφέλους από τις κατηγορούμενες (ΑΠ 1634/2008).

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ- έλλειψη νομίμου βάσεως, όσον αφορά το σκοπό καταρτίσεως και χρήσεως των συγκεκριμένων εγγράφων και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων αυτών και της επελεύσεως του παρανόμου οφέλους της αναιρεσείουσας και της βλάβης της τράπεζας, είναι αβάσιμος. Οι επί μέρους αιτιάσεις στους λόγους αναιρέσεως, με τις οποίες, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται η αντίθεση των αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη τα συναφή επισημαινόμενα αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι αυτές αιτιάσεις στους λόγους αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ.1 του νέου ΚΠοινΔ), καθώς και η δικαστική δαπάνη της υποστηρίζουσας την κατηγορία που παραστάθηκε (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), κατά τα αναγραφόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.08.2020 αίτηση, της Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ... και νυν κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Ελαιώνα Θήβας, για αναίρεση της υπ' αριθμ.34/2020 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Επιβάλλει στην αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Και

Καταδικάζει αυτήν στη δικαστική δαπάνη της υποστηρίζουσας την κατηγορία ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK A.E.", που παραστάθηκε, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ     Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login