ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Επί απάτης, που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος και η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση πραγματώθηκε με θετική ενέργεια, ήτοι με την άπαξ θετική απατηλή συμπεριφορά της παράστασης ψευδούς γεγονότος, ως αληθινού, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι συνεχίζεται με τη μορφή του διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου της παρασιώπησης ήτοι της παράλειψης ανακοίνωσης του αληθινού γεγονότος και με τη δημιουργία έτσι νέας πλάνης, κάθε φορά που ο υπαίτιος εισπράττει την περιοδική καταβολή, που όμως αυτή (πλάνη) έχει ήδη επέλθει με την αρχική επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και να αποτελεί έτσι κατ' εξακολούθηση έγκλημα, αν δεν διαπράττεται κάθε φορά νέα αυτοτελής απάτη, με την πρόκληση νέας και διαφορετικής βλάβης στην περιουσία του παθόντος (ΟλΑΠ 3/2019, ΑΠ 825/2020).
Αριθμός 465/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Μαρία Κουβίδου και Μαριάνθη Παγουτέλη – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου …., κατοίκου Νάουσας Ημαθίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαρκουλή, για αναίρεση της υπ΄αριθ. 82/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζον την κατηγορία το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Σταυράκη, πάρεδρο του Ν.Σ.Κ..
Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2021 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 09.09.2021, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου: 7706/2021 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 946/21.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, τον Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. του υποστηρίζοντος την κατηγορία Ελληνικού Δημοσίου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, με αριθ. πρωτ. 7706/9-9-2021, δήλωση του αναιρεσείοντος ……., κατοίκου Νάουσας (οδός Νικομήδειας αριθ. 10), ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που επιδόθηκε σ` αυτόν αυθημερόν, (βλ. σχετική επισημείωση κοινοποίησης του Δικαστικού Επιμελητή …….), για αναίρεση της, υπ` αριθ. 82/6-2-2019, αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης (δικάσαντος κατ` έφεση), με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της πράξης της απάτης, κατά συνήθεια και κατ’ εξακολούθηση, με συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος του και αντίστοιχη ζημία, άνω των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ [(άρθ. 13 περ. στ΄, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 52, 61, 79, 98 και 386 παρ. 3 περ. α΄ σε συνδ. με την παρ. 1 του ισχύοντος κατά την τέλεση και την εκδίκαση της πράξης παλαιού Ποινικού Κώδικα (Π.Δ. 283/1985)] και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών που μετατράπηκε προς τρία (3) ευρώ ημερησίως και η οποία, προσβαλλόμενη απόφαση, καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 11-8-2021, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 9-9-2021, ήτοι εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών, (λαμβανομένης υπόψη της αναστολής των προθεσμιών ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά τον μήνα Αύγουστο), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μεν στις 6-2-2019, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος, από 1-7-2019, του νέου Κ.Π.Δ καταχωρήθηκε όμως στο ειδικό βιβλίο στις 11-8-2021, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του (ΑΠ 668/2020), από άτομο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς άσκησή της, κατ’ αποφάσεως που υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, [άρθρα 462 παρ. 1, περ. β΄, 473 παρ. 2, 3 και 4, 474, 504 παρ. 1 και 505 του Νέου ΚΠΔ, (ν. 4620/2019)]. Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων μ` αυτή αναιρετικών λόγων, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (άρθ. 510 παρ. 1Ε ΚΠΔ), εκδικαζόμενη, κατ` άρθρο 590 παρ. 1, κατά τις διατάξεις, του ισχύοντος νέου ΚΠΔ, (Ν. 4620/2019, 4637/2019 και 4855/2021).
Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α΄ 95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από την 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του άνω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 § 1 του νέου ΠΚ, ορίζεται ότι: «Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ` αυτές. Έτσι, είναι πλέον δυνατό σε περίπτωση ισχύος περισσότερων του ενός νόμων από την τέλεση μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση μιας πράξεως, το Δικαστήριο να εφαρμόζει επιλεκτικά κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του ενός από τους ισχύσαντες νόμους και κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του άλλου, εφόσον ο συνδυασμός αυτός οδηγεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Εάν από την ως άνω σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για τον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται, κατ` αρχήν, υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δεν ποινών στερητικών της ελευθερίας, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. δ` του νέου, ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, πράγμα που συμβαίνει ακόμη και σε περίπτωση απουσίας του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου (άρθρο 514 εδ. δ` περ. β` ΚΠΔ). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 § 1 του νέου ΠΚ, συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος για την εκδίκαση αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, που εκδόθηκε πριν την 1-7-2019, στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από το αν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος κατά τη συζήτηση της τελευταίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 386 του προισχύσαντος Ποινικού Κώδικα (Π.Δ 283/1985), το έγκλημα της απάτης χαρακτηριζόταν ως κακούργημα: α) αν ο υπαίτιος διέπραττε απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερέβαιναν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ή β) αν διέπραττε απάτη από την οποία το όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερέβαινε συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Μετά την ισχύ, από 1-7-2019, του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) η κακουργηματική μορφή της απάτης εδράζεται πλέον σε συγκεκριμένο χρηματικό κριτήριο και ειδικότερα στο παράνομο περιουσιακό όφελος του υπαίτιου, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του παθόντα, το οποίο πρέπει να υπερβαίνει το χρηματικό ποσόν των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ενώ απαλείφθηκε η επιβαρυντική περίσταση της, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, τελέσεως του εγκλήματος. Από τη σύγκριση μεταξύ των ως άνω ποινικών διατάξεων, είναι πρόδηλο ότι εκείνες του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) είναι σαφώς ευμενέστερες εκείνων του προισχύσαντος (Π.Δ. 283/1985) και ως εκ τούτου εφαρμοστέες, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής. Άλλωστε από τη διάταξη αυτή (άρθ. 386 του νέου Π.Κ. και μετά την τροποποίησή του με το άρθ. 92 του ν. 4855/2021) προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος β) εν γνώσει, υπό την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και τη, συνεπεία αυτής, πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Η, κατά τα άνω, παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και από τους οποίους οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, με την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από τον νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Η πράξη εξαπάτησης πρέπει να κατευθύνεται στην πρόκληση ή διατήρηση πλάνης σε άλλον, η οποία όμως δεν προκλήθηκε προηγουμένως σ' αυτόν από τον δράστη με διαφορετικό από τους υπαλλακτικώς αναφερόμενους τρόπους τέλεσης της απάτης. Με την έκφραση "διατήρηση πλάνης" δεν εννοείται κατ' ακριβολογία η διατήρηση μιας αρχικά υφιστάμενης αμετάβλητης παράστασης, αλλά παράλειψη του δράστη να αποτρέψει ή να άρει επιγενόμενη πλάνη, οφειλόμενη στο ότι ο διαθέτων θεωρεί υφιστάμενη μία κατάσταση, η οποία όμως στην πραγματικότητα έχει εν τω μεταξύ μεταβληθεί. Περιουσία, νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η, επί έλαττον, διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διάθεσης που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 ΠΚ, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του παραπλανηθέντα. Στη συνέχεια, από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς, ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους. Έτσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της απόφασης προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης και όχι περισσότερες εξακολουθητικώς τελούμενες, όταν συνεπεία της, άπαξ προκληθείσας, πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Έτσι, επί απάτης που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος, συνιστάμενες στη, χωρίς υποχρέωση, καταβολή ενός επιδόματος ή μισθού δεν συντρέχει περίπτωση κατ' εξακολούθηση τέλεσης της απάτης, αφού, για να υπάρξει εξακολουθούν έγκλημα, θα πρέπει να διαπράττεται κάθε φορά μια νέα αυτοτελής απάτη. Εξάλλου, όταν η εξαπάτηση είναι το αποτέλεσμα της θετικής ενέργειας της ψευδούς παράστασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχίζεται με τη μορφή της παράλειψης άρσης της πλάνης του θύματος, ως ένα δήθεν έγκλημα μη γνήσιας παράλειψης. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη μετατροπή κάθε στιγμιαίου εγκλήματος σε διαρκές και κάθε εγκληματική ενέργεια σε σύνθετη συμπεριφορά (ενέργειας και παράλειψης), που έχει ως συνέπεια η διάπραξή της να διαρκεί για όσο χρονικό διάστημα δεν επέρχονται ακόμη τα τελικά αποτελέσματά τους. Έτσι, σε περίπτωση που η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση, την οποία επιχειρεί, προκαλείται με θετική ενέργεια, η παράλειψη άρσης αυτής της διάθεσης είναι ποινικά αδιάφορη. Δεν δημιουργείται δε υποχρέωση άρσης της ήδη επελθούσας πλάνης που οδηγεί σε διαδοχικές διαθέσεις και διαδοχικές επιζήμιες συνέπειες, που αντιστοιχούν στο συνολικό όφελος, στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με την άπαξ επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και που εντάσσονται σε ένα και το αυτό έγκλημα απάτης, με το οποίο δεν δημιουργείται κάποιος άλλος κίνδυνος για κάποιο άλλο αγαθό, αλλά είναι το ίδιο περιουσιακό αγαθό του τρίτου με το ίδιο υλικό αντικείμενο που πλήττεται στην ίδια έκταση, δηλ. στο ίδιο ποσό, στο οποίο εξ αρχής απέβλεψε ο δράστης ως περιουσιακό όφελος. Διαφορετική εκδοχή θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση που η περιουσιακή διάθεση και η, εξ αυτής, βλάβη δεν επέρχεται ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση της παραπλανητικής συμπεριφοράς και την, εξ αυτής, προκληθείσα πλάνη αλλά μεταγενέστερα, να δημιουργείται, από το χρονικό σημείο της επελθούσας πλάνης, αμέσως υποχρέωση του δράστη, λόγω προηγούμενης επικίνδυνης κατάστασης που ο ίδιος δημιούργησε, να αποτρέψει την περιουσιακή διάθεση, στην οποία όμως απέβλεπε με την αμέσως προηγηθείσα συμπεριφορά του. Συνακόλουθα, επί απάτης, που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος και η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση πραγματώθηκε με θετική ενέργεια, ήτοι με την άπαξ θετική απατηλή συμπεριφορά της παράστασης ψευδούς γεγονότος, ως αληθινού, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι συνεχίζεται με τη μορφή του διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου της παρασιώπησης ήτοι της παράλειψης ανακοίνωσης του αληθινού γεγονότος και με τη δημιουργία έτσι νέας πλάνης, κάθε φορά που ο υπαίτιος εισπράττει την περιοδική καταβολή, που όμως αυτή (πλάνη) έχει ήδη επέλθει με την αρχική επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και να αποτελεί έτσι κατ' εξακολούθηση έγκλημα, αν δεν διαπράττεται κάθε φορά νέα αυτοτελής απάτη, με την πρόκληση νέας και διαφορετικής βλάβης στην περιουσία του παθόντος (ΟλΑΠ 3/2019, ΑΠ 825/2020). Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Oλ ΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων, όπως ήδη αναφέρθηκε, κηρύχθηκε ένοχος για το ότι «… στη Νάουσα Ημαθίας και κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάρτιο του έτους 1999 έως και το μήνα Απρίλιο του έτους 2014, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, το δε περιουσιακό όφελος, που προσπορίστηκε και η αντίστοιχη προκληθείσα ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ, στο οποίο αποσκοπούσε με τις μερικότερες πράξεις του, διέπραξε δε αυτές, κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει η σταθερή του ροπή προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, το δε περιουσιακό όφελος που προσπορίστηκε και η αντίστοιχη προκληθείσα ζημία από την πράξη της αυτή, υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρονικό διάστημα, απέκρυψε από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους το γεγονός του θανάτου της μητέρας του, , που έλαβε χώρα στις 19-2-1999, παραπλανώντας έτσι τους υπαλλήλους του Γενικού Λογιστηρίου, οι οποίοι και δεν έδωσαν εντολή για τη διακοπή καταβολής της σύνταξης. Αποτέλεσμα της πράξης του αυτής ήταν η καταβολή της σύνταξης στον υπ' αριθμ. GR7401205160000000044027704 τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρούσε η προαναφερθείσα στην Εμπορική Τράπεζα και στον οποίο λογαριασμό ήταν συνδικαιούχος ο κατηγορούμενος και συνέχισε να αναλαμβάνει τα χρηματικά ποσά, προσποριζόμενος έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο ποσό των 64.660,05 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του Κράτους. Την ανωτέρω δε περιγραφόμενη πράξη του την τέλεσε κατά συνήθεια, αφού λόγω και της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης για μεγάλο χρονικό διάστημα προκύπτει σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος ως στοιχείου της προσωπικότητάς του…». Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το ως άνω διατακτικό της προσβαλλομένης, δια της αναιρέσεως, αποφάσεως, το παράνομο περιουσιακό όφελος που προξενήθηκε από την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, δεν υπερβαίνει το όριο των 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται σε εξήντα τέσσερεις χιλιάδες εξακόσια εξήντα ευρώ και πέντε λεπτά (64.660,05), συνολικά, με αποτέλεσμα η πράξη αυτή της απάτης να συνιστά πλέον πλημμέλημα και όχι κακούργημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Με αυτά, όμως που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ως προς την τέλεση της απάτης κατ' εξακολούθηση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ, 98 και 386 ΠΚ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, καθόσον, αφού δέχεται ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε από τον αναιρεσείοντα αρχικά με την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, ήτοι με τη μη δήλωση στα αρμόδια όργανα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από τα τέλη Φεβρουαρίου 1999 έως Μάρτιο 1999 (χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε τη σχετική υποχρέωση), του θανάτου της μητέρας του, που συνέβη στις 19-2-1999. Με την πράξη του αυτή, τα όργανα αυτά παραπλανήθηκαν και εξαπατήθηκαν και, έγιναν έτσι οι μηνιαίες καταβολές της πολεμικής συντάξεως που ελάμβανε αυτή εν ζωή, επί 161 μήνες, όμως η πράξη της απάτης τελέστηκε με την άπαξ ως άνω προκληθείσα πλάνη με την παράλειψη ανακοίνωσης του αληθινού γεγονότος του θανάτου της μητέρας του. Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί, όπως ακολούθως έγινε δεκτό, και καταδικάστηκε, ότι η πράξη αυτή της απάτης συνεχίστηκε και τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, που τέλεσε ο αναιρεσείων, κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο 1999 έως και τον Απρίλιο του έτους 2014, με επανειλημμένη παρασιώπηση της αλήθειας, ήτοι με παράλειψη ανακοίνωσης του θανάτου της μητέρας του, κάθε μήνα που εισέπραττε τη σύνταξή της, δηλαδή με τη μορφή του διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου, διότι υπό τα ανωτέρω περιστατικά, δεν θεμελιώνονται αυτοτελείς απάτες, χωρίς την πρόκληση κάθε φορά νέας χωριστής πλάνης προκληθείσας από νέα χωριστή απατηλή συμπεριφορά και την πρόκληση νέας διαφορετικής βλάβης, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός, περί αυτού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, λόγος της κρινόμενης από 9-9-2021, αίτησης αναίρεσης, περί εσφαλμένης εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ο οποίος άλλωστε λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη. Ενόψει δε του ότι μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης ίσχυσε η, κατά τα προαναφερόμενα, επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 386 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, κατ' εφαρμογή της οποίας η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων είναι πλέον πλημμέλημα, λαμβανομένου υπόψη του ύψους της προκληθείσας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ζημίας (64.660,05 ευρώ) και δεδομένου ότι ο αληθής χρόνος τέλεσης αυτού είναι το χρονικό διάστημα από τα τέλη Φεβρουαρίου 1999 έως Μάρτιο 1999, από το οποίο έχει ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει την οκταετία έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξης αυτής λόγω παραγραφής. Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα και ενόψει του ότι ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στην παρούσα δίκη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσής του είναι παραδεκτή, πρέπει, να γίνει αυτή δεκτή, ως προς τον σχετικό λόγο, και αφού αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 § 3, 112 και 113 § 2 του ΠΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § 1 εδ. β', 368 στοιχ. β' και 511 εδ. α' και γ' του ΚΠΔ (Ν. 4620/2019), όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο (9-2-2022) που συντελέσθηκε η συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 590 § ΚΠΔ), να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για την ανωτέρω πράξη της απάτης, αφού έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής, λόγω παραγραφής, κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη, με αριθμ. 82/6-2-2019, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος ……, κατοίκου Νάουσας (οδός …. αρ..), για το ότι: Στη Νάουσα Ημαθίας και κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Μάρτιο του έτους 1999 έως και τον μήνα Απρίλιο του έτους 2014, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, το δε περιουσιακό όφελος, που προσπορίστηκε και η αντίστοιχη προκληθείσα ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ, στο οποίο αποσκοπούσε με τις μερικότερες πράξεις του, διέπραξε δε αυτές, κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει η σταθερή του ροπή προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, το δε περιουσιακό όφελος που προσπορίστηκε και η αντίστοιχη προκληθείσα ζημία από την πράξη του αυτή, υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρονικό διάστημα, απέκρυψε από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους το γεγονός του θανάτου της μητέρας του, …., που έλαβε χώρα στις 19-2-1999, παραπλανώντας έτσι τους υπαλλήλους του Γενικού Λογιστηρίου, οι οποίοι και δεν έδωσαν εντολή για τη διακοπή καταβολής της σύνταξης. Αποτέλεσμα της πράξης του αυτής ήταν η καταβολή της σύνταξης στον υπ' αριθμ. GR7401205160000000044027704 τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρούσε η προαναφερθείσα, στην Εμπορική Τράπεζα και στον οποίο λογαριασμό ήταν συνδικαιούχος ο κατηγορούμενος και συνέχισε να αναλαμβάνει τα χρηματικά ποσά, προσποριζόμενος έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο ποσό των 64.660,05 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του Κράτους. Την ανωτέρω δε περιγραφόμενη πράξη του την τέλεσε κατά συνήθεια, αφού λόγω και της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης για μεγάλο χρονικό διάστημα προκύπτει σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος ως στοιχείου της προσωπικότητάς του.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ