ΠΕΡΙΛΗΨΗ :
Η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 312 του νέου ΠΚ, όσον αφορά την πράξη της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος τελούσης σε κατάσταση εγκυμοσύνης συζύγου, κατά τη διάρκεια του γάμου, ή συντρόφου, κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, είναι ευμενέστερη της προγενέστερης διάταξης του άρθ. 6 παρ. 3 Ν. 3500/2006, καθόσον προβλέπει μικρότερο ελάχιστο όριο ποινής, ήτοι τουλάχιστον ενός έτους, έναντι ελαχίστου ορίου ποινής δύο ετών, της διάταξης του άρθ. 6 Ν. 3500/2006. Και στις δύο όμως διατάξεις η νομοτυπική μορφή του εγκλήματος, όσον αφορά την πράξη της απλής σωματικής βλάβης του άρθ. 308 παρ. εδ. α΄ ΠΚ, ταυτίζεται, με τη διαφοροποίηση μόνο ότι αντικείμενο της αξιόποινης πράξης στην μεν πρώτη περίπτωση του άρθρου 6 παρ. 3 Ν. 3500/2006 είναι μέλος της οικογένειας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθ. 1 του ιδίου νόμου, όπως αντικ. με άρθ. 3 παρ.2 Ν. 4531/2018, ενώ στη δεύτερη περίπτωση του άρθ. 312 του Π.Κ., παθών του αδικήματος μπορεί να είναι ευρύτερος κύκλος προσώπων, ήτοι, ανήλικος ή πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με τον δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας, καθώς και σύζυγος κατά τη διάρκεια του γάμου ή σύντροφος κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, ενώ η τέλεση της πράξης σε βάρος εγκύου συνιστά επιβαρυντική περίπτωση.
Απόφαση 1245 / 2022 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1245/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ευάγγελο Μητσέλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Ιουλίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευδοκίας Πούλου και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μπαμπαλιούτα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 225/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Φ.-Ά. Μ. του Χ., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Μαντά.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11-4-2022 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 404/2022.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινομένη από 11-4-2022 αίτηση του Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ... για αναίρεση της καταχωρηθείσας στις 23-3-2022 στο οικείο ειδικό βιβλίο του άρθ. 473 § 3 ΚΠοινΔ, υπ' αριθ. 225/2022 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε, σε δεύτερο βαθμό, για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης σε βάρος εγκύου, με αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου σύννομου βίου και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Γραμματέα του ως άνω εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου, στις 11-4-2021 (αριθ. καταθ. 49/11.4.2022). Περιέχει εξάλλου παραδεκτούς λόγους αναίρεσης και δη, αυτούς της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου. (510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ).
Συνεπώς, η αίτηση είναι παραδεκτή κατά τα άρθρα 473 § 2,3, 474, 504 § 1 και 505 ΚΠοινΔ και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 139, 177 του ισχύοντος ΚΠΔ, όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του, με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης. Πρέπει δε να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνον κατ` επιλογήν. (Ολ. Α.Π 1/2005). Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 263/2020, ΑΠ 570/2019). Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Σύμφωνα εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 511 ΚΠΔ, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ακόμη και αν δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β'. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως και τον κατά το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Τέλος, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 160/2020). Κατά το άρθρο 1 του Ν. 3500/2006 όπως αντικ. με το άρθρο 3 παρ.2 Ν. 4531/18 "Για τον παρόντα νόμο θεωρείται: ενδοοικογενειακή βία, η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 του παρόντος και τα άρθρα 299 και 311 του Ποινικού Κώδικα. Κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου, "1. Το μέλος της οικογένειας το οποίο προξενεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου α' της παρ.1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου β' της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους. 2. Αν η πράξη της πρώτης παραγράφου είναι δυνατόν να προκαλέσει στο θύμα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση, τουλάχιστον, δύο ετών. Αν επακολουθήσει βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του θύματος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν ο υπαίτιος επεδίωκε ή γνώριζε και αποδέχθηκε το αποτέλεσμα της πράξης του, τιμωρείται με κάθειρξη. 3. Αν η πράξη της πρώτης παραγράφου τελέσθηκε σε βάρος εγκύου ή σε βάρος μέλους της οικογένειας το οποίο, από οποιαδήποτε αιτία, είναι ανίκανο να αντισταθεί, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, δύο ετών και αν η πράξη τελέσθηκε ενώπιον ανήλικου μέλους της οικογένειας, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους. ...". Με τις διατάξεις αυτές, ποινικοποιείται η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη, με την έννοια της πρόκλησης από μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος αυτής σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας, ή εντελώς ελαφράς σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας μετά από συνεχή συμπεριφορά. Τέλος, κατά το άρθρο 312 του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), "1. Όποιος προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε ανήλικο ή σε πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με τον δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας, τιμωρείται: α) για την πράξη του άρθρου 308 παρ.1 εδ.α', με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, β) για την πράξη του άρθρου 309, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) για την πράξη του άρθρου 310 παρ.1 εδ.α', με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και αν επεδίωκε την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, με κάθειρξη και δ) για την πράξη του άρθρου 311, με κάθειρξη. 2. Οι ίδιες ποινές επιβάλλονται όταν η πράξη τελείται σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης. Η τέλεση της πράξης σε βάρος εγκύου συνιστά επιβαρυντική περίπτωση....".
Συνεπώς, στο άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3500/2006 τυποποιείται ως αυτοτελές έγκλημα η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη (απλή ή εντελώς ελαφρά με συνεχή σκληρή συμπεριφορά) σε βάρος εγκύου ή μέλους της οικογένειας, το οποίο για οποιονδήποτε λόγο είναι ανίκανο να αντισταθεί και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Στον νέο ΠΚ η τέλεση σωματικής βλάβης οποιασδήποτε βαρύτητας κατά εγκύου, συνιστά απλώς και μόνο επιβαρυντική περίσταση (άρθρο 312 παρ.2 εδ.β' ΠΚ), οπότε σε περίπτωση συνδρομής της επαυξάνονται οι αντίστοιχα προβλεπόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 312 ΠΚ ποινές. Ενόψει των ανωτέρω, η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 312 του νέου ΠΚ, όσον αφορά την πράξη της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος τελούσης σε κατάσταση εγκυμοσύνης συζύγου, κατά τη διάρκεια του γάμου, ή συντρόφου, κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, είναι ευμενέστερη της προγενέστερης διάταξης του άρθ. 6 παρ. 3 Ν. 3500/2006, καθόσον προβλέπει μικρότερο ελάχιστο όριο ποινής, ήτοι τουλάχιστον ενός έτους, έναντι ελαχίστου ορίου ποινής δύο ετών, της διάταξης του άρθ. 6 Ν. 3500/2006. Και στις δύο όμως διατάξεις η νομοτυπική μορφή του εγκλήματος, όσον αφορά την πράξη της απλής σωματικής βλάβης του άρθ. 308 παρ. εδ. α' ΠΚ, ταυτίζεται, με τη διαφοροποίηση μόνο ότι αντικείμενο της αξιόποινης πράξης στην μεν πρώτη περίπτωση του άρθρου 6 παρ. 3 Ν. 3500/2006 είναι μέλος της οικογένειας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθ. 1 του ιδίου νόμου, όπως αντικ. με άρθ. 3 παρ.2 Ν. 4531/2018, ενώ στη δεύτερη περίπτωση του άρθ. 312 του Π.Κ., παθών του αδικήματος μπορεί να είναι ευρύτερος κύκλος προσώπων, ήτοι, ανήλικος ή πρόσωπο που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με τον δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας, καθώς και σύζυγος κατά τη διάρκεια του γάμου ή σύντροφος κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, ενώ η τέλεση της πράξης σε βάρος εγκύου συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκοπούμενη παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είχε τελέσει στις 17.11.2007 νόμιμο γάμο με την παθούσα, ήδη εγκαλούσα, Φ.-Ά. Μ. με την οποία έχουν αποκτήσει δύο παιδιά, τον Ν., γεννηθέντα την 8-8-2012 και τον Χ., γεννηθέντα την 19-1-2015. Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά. Κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους και ήδη από το έτος 2012, ενώ η παθούσα βρισκόταν στο στάδιο της κύησης του πρώτου τέκνου τους, εμφανίστηκαν έντονα προβλήματα επικοινωνίας μεταξύ των διαδίκων. Το έτος 2014 η παθούσα, η οποία κυοφορούσε το δεύτερο τέκνο τους, ανακάλυψε στο fb του κατηγορουμένου την ανταλλαγή μηνυμάτων ερωτικού περιεχομένου με την κουμπάρα τους. Έκτοτε το ζευγάρι καυγάδιζε συχνά. Επακολούθησε η διάστασή τους και η απομάκρυνση της παθούσας από την συζυγική οικία με το πρώτο παιδί τους. Την 01/10/2014 το ζευγάρι μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, που διέμενε στο πατρικό του χωριό στην ... συναντήθηκε με την παθούσα στην ... προκειμένου αυτός να δει το ανήλικο τέκνο τους και να συζητήσει με την παθούσα. Συγκεκριμένα, οι διάδικοι συναντήθηκαν στο τέρμα της οδού ... σε ένα χώρο αθλοπαιδιών. Μεταξύ των διαδίκων δημιουργήθηκε ένταση ενόψει και των προσωπικών αντιπαραθέσεων που είχαν από καιρό και τότε ο κατηγορούμενος επετέθη κατά της εγκαλούσας, συζύγου του, η οποία εκείνη τη χρονική στιγμή διένυε τον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της, και αφού έπιασε αυτήν βιαίως από τα μαλλιά της, της έκλεισε βιαίως, με τα χέρια του, το στόμα της, και με τις γροθιές του, την χτύπησε και την τραυμάτισε κάτω από τον αυχένα της και στην κοιλιακή της χώρα, προκαλώντας σε αυτήν σωματικές κακώσεις στα ανωτέρω σημεία του σώματος της και δη: Δύο κυκλοτερείς μικρές εκχυμώσεις στην πλάγια έξω επιφάνεια της μεσότητας του δεξιού βραχίονος, καθώς και δύο μικρές εκχυμώσεις στην πλάγια έσω επιφάνεια της μεσότητος προς το άνω τριτημόριο του αριστερού βραχίονος. Μικρή εκχύμωση στη μεσότητα του δεξιού αντιβραχίου. Η ίδια παραπονέθηκε αργότερα στους ιατρούς για άλγος στην ινιακή χώρα του τριχωτού της κεφαλής, αυχεναλγία, μυαλγίες βραχιονίων, άλγος στο άνω τμήμα της ράχης του κορμού και στην ωμική χώρα αμφοτεροπλεύρως. Η κάκωση αυτή που υπέστη η παθούσα συνιστά σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας της και σε καμία περίπτωση δεν συνιστά εντελώς ελαφρά σωματική κάκωση, όπως αβάσιμα διατείνεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, διότι μία κάκωση αυτού του είδους δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επουσιώδης ούτε και να θεωρηθεί ότι είχε επιπόλαιες συνέπειες για τη σωματική ακεραιότητα και την υγεία της παθούσας. Και τούτο διότι, ο κατηγορούμενος κατάφερε μεταξύ άλλων χτυπήματα στην κεφαλή και στον αυχένα της παθούσας, με αποτέλεσμα σε ακτινογραφία αυχενικής μοίρας Σ.Σ.(F-Ρ) που υπεβλήθη αυτή περίπου ένα χρόνο μετά το συμβάν, στις 2/9/215, σε ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο να παρατηρηθούν μικρού βαθμού οστεοφυτικές αλλοιώσεις της κατώτερης ΑΜΣΣ (στένωση του Α5-Α6 μεσοσπονδύλιου διαστήματος). Το περιστατικό αυτό της επίθεσης που δέχθηκε η παθούσα από τον κατηγορούμενο επιβεβαίωσε μετά λόγου γνώσεως η αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας, Κ. Γ., η οποία κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου. Με τα δεδομένα αυτά, αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας η ενοχή του κατηγορουμένου για την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης σε βάρος της πρώην συζύγου του και ήδη εγκαλούσας, ενώ κυοφορούσε το δεύτερο τέκνο τους, όπως ορίζεται στο διατακτικό.". Ακολούθως κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο με την ελαφρυντική περίσταση του αρθρ. 84 παρ. 2α' ΠΚ για την διακεκριμένη ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη σε βάρος εγκύου και δη για το ότι: "... Στην ..., την 01/10/2014 ευρισκόμενος στο τέρμα της οδού ..., επετέθη κατά της εγκαλούσας συζύγου του Μ. Φ.-Ά., η οποία εκείνη τη χρονική στιγμή διένυε τον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της, και αφού έπιασε αυτήν βιαίως από τα μαλλιά της, της έκλεισε βιαίως, με τα χέρια του, το στόμα της, και με τις γροθιές του, την χτύπησε και την τραυμάτισε κάτω από τον αυχένα της και στην κοιλιακή της χώρα, προκαλώντας σε αυτήν σωματικές κακώσεις στα ανωτέρω σημεία του σώματος της και δη: "Δύο κυκλοτερείς μικρές εκχυμώσεις στην πλάγια έξω επιφάνεια της μεσότητας του δεξιού βραχίονος, καθώς και δύο μικρές εκχυμώσεις στην πλάγια έσω επιφάνεια της μεσότητος προς το άνω τριτημόριο του αριστερού βραχίονος. Μικρή εκχύμωση στη μεσότητα του δεξιού αντιβραχίου. Η τελευταία αιτιάτο δια άλγος στην ινιακή χώρα του τριχωτού της κεφαλής, αυχεναλγία, μυαλγίες βραχιονίων, άλγος στο άνω τμήμα της ράχης του κορμού και στην ωμική χώρα αμφοτεροπλεύρως"". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με όσα αναγράφονται στο διατακτικό αυτής, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, ενόψει των όσων εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, διέλαβε στην απόφασή του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, την απαιτούμενη κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του ως άνω εγκλήματος της διακεκριμένης ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης τελεσθείσα σε βάρος εγκύου συζύγου, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του, αρκούσης της αναφοράς των αποδεικτικών μέσων γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2α',3, άρθρ. 6 παρ.3α'-1, άρθρ. 17 Ν. 3500/2006 σε συνδ. με άρθρ. 308 παρ. 1α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε σε βάρος της εν διαστάσει συζύγου του Μ. Φ.-Ά. την αξιόποινη πράξη της απλής ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης και όχι εκείνη της εντελώς ελαφράς ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης με συνεχή συμπεριφορά, ότι η παθούσα κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης τελούσε σε κατάσταση εγκυμοσύνης, περιγράφονται αναλυτικά οι προκληθείσες στην παθούσα σύζυγο σωματικές κακώσεις, καθώς και ο τρόπος πρόκλησης των κακώσεων αυτών. Όσον αφορά τον δόλο που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του, όπως στην συγκεκριμένη υπόθεση, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ), αναφορικώς με την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, με πλήρη αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η επενεχθείσα στην παθούσα σωματική βλάβη δεν ήταν εντελώς ελαφρά, αλλά απλή σωματική βλάβη αφού, κατά τις, ανέλεγκτες αναιρετικώς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η σωματική βλάβη στην ανωτέρω, σύζυγο του αναιρεσείοντος, προκλήθηκε με βίαιο πιάσιμο από τα μαλλιά, κλείσιμο βιαίως του στόματος με τα χέρια, με γροθιές, τραυματίζοντάς την κάτω από "τον αυχένα της και στην κοιλιακή της χώρα, προκαλώντας σε αυτήν σωματικές κακώσεις στα ανωτέρω σημεία του σώματος της και δη: "δύο κυκλοτερείς μικρές εκχυμώσεις στην πλάγια έξω επιφάνεια της μεσότητας του δεξιού βραχίονος, καθώς και δύο μικρές εκχυμώσεις στην πλάγια έσω επιφάνεια της μεσότητος προς το άνω τριτημόριο του αριστερού βραχίονος. Μικρή εκχύμωση στη μεσότητα του δεξιού αντιβραχίου. Η ίδια αιτιάται δια άλγος στην ινιακή χώρα του τριχωτού της κεφαλής, αυχεναλγία, μυαλγίες βραχιονίων, άλγος στο άνω τμήμα της ράχης του κορμού και στην ωμική χώρα αμφοτεροπλεύρως."", αναφέρεται δε επίσης στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, επί λέξει, ότι, "... Η κάκωση αυτή που υπέστη η παθούσα συνιστά σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας της και σε καμία περίπτωση δεν συνιστά εντελώς ελαφρά σωματική κάκωση, όπως αβάσιμα διατείνεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, διότι μία κάκωση αυτού του είδους δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επουσιώδης ούτε και να θεωρηθεί ότι είχε επιπόλαιες συνέπειες για τη σωματική ακεραιότητα και την υγεία της παθούσας. Και τούτο διότι, ο κατηγορούμενος κατάφερε μεταξύ άλλων χτυπήματα στην κεφαλή και στον αυχένα της παθούσας, με αποτέλεσμα σε ακτινογραφία αυχενικής μοίρας Σ.Σ.(Ρ-Ρ) που υπεβλήθη αυτή περίπου ένα χρόνο μετά το συμβάν, στις 2/9/215, σε ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο να παρατηρηθούν μικρού βαθμού οστεοφυτικές αλλοιώσεις της κατώτερης ΑΜΣΣ (στένωση του Α5-Α6 μεσοσπονδύλιου διαστήματος)...". Με τις προαναφερθείσες αιτιολογημένες επί της ενοχής παραδοχές του, το Δικαστήριο, αφενός μεν απάντησε και δη αιτιολογημένα, στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η σωματική βλάβη ήταν εντελώς ελαφρά, μη αποδεχόμενο τον ισχυρισμό του αυτόν, ο οποίος πάντως δεν αποτελούσε αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αρνητικό της κατηγορίας (ισχυρισμό), μη χρήζοντα ιδιαίτερης αιτιολογίας, αφού αντιμετωπίστηκε με την περί ενοχής αιτιολογημένη απόφασή του, αφετέρου δε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. α'- β' ΠΚ, περί σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας, απλής και εντελώς ελαφράς, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, καθόσον, με πλήρη, σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπήγαγε σωστά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία, πραγματικά περιστατικά, στην διάταξη που εφάρμοσε (308 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ) και δέχθηκε ότι οι προπεριγραφείσες σωματικές κακώσεις, συνιστούν απλή και όχι εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη. (ΑΠ 1/2022, ΑΠ 1997/19). Υπό τα δεδομένα αυτά, είναι απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση, ότι εσφαλμένως δεν εφήρμοσε τη διάταξη του άρθ. 308 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ, και δεν δέχθηκε ότι οι επίμαχες σωματικές βλάβες είχαν το χαρακτήρα της όλως ελαφράς σωματικής βλάβης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ως προς την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή, όμως, θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), που επανέλαβε την αναλόγου περιεχομένου αντίστοιχη διάταξη του προγενέστερου ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. (ΑΠ 263/2020). Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή, η οποία σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην αρχή, με την προσβαλλομένη απόφαση υπ' αριθ. 225/2022 του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης σε βάρος εγκύου, με αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου σύννομου βίου και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών. Στις διατάξεις που εφάρμοσε το δικαστήριο, όπως αυτές αναφέρονται στα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, (σελ. 50), αναφέρονται μόνον οι διατάξεις των άρθρων 1, 6 παρ. 3α -1, άρθ. 7 παρ. 2 και άρθ. 17 του Ν. 3500/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 308 παρ 1 α' του ΠΚ, ενώ δεν αναφέρεται η διάταξη του άρθ. 312 του νέου ΠΚ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι ευμενέστερη εκείνης του άρθ. 6 παρ. 3 α' του Ν. 3500/2006, ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου, καθόσον προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον εντός έτους, ενώ η προγενέστερη διάταξη του άρθ. 6 παρ. 3α' Ν. 3500/2006, προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών. Ενόψει δε της επιβληθείσης ποινής φυλακίσεως των δεκαοκτώ μηνών που επεβλήθη στον αναιρεσείοντα, μετά την αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου σύννομου βίου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στη νομική σκέψη που παρατίθεται στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλομένης, (σελ. 43), γίνεται αναφορά και στη διάταξη του άρθ. 312 ΠΚ, χωρίς όμως αυτή να αναγράφεται, όπως προαναφέρθηκε, στις εφαρμοσθείσες διατάξεις, δεν προκύπτει με σαφήνεια εάν η προσβαλλομένη απόφαση, για την επιμέτρηση και επιβολή της ποινής στον αναιρεσείοντα, (φυλάκιση 18 μηνών), εφάρμοσε την προγενέστερη διάταξη του άρθ. 6 παρ. 3α Ν. 3500/2006, ή τη μεταγενέστερη και ευμενέστερη διάταξη του άρθ. 312 Π.Κ., όπως όφειλε. Έτσι όμως η προσβαλλομένη απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3 α' του Ν. 3500/2006 και 312 ΠΚ., σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 308 α' ΠΚ, διότι στο πόρισμά της ως προς την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Συνεπώς, εφόσον ο αναιρεσείων παρίσταται στην παρούσα δίκη και η αίτηση αναιρέσεως έχει κριθεί παραδεκτή, πρέπει, σύμφωνα με το άρθ. 511 παρ. 1 ΚΠΔ, να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως ο εκ του άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της περί ποινής και εν συνεχεία να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 522 ΚΠΔ όπως τροποποιήθηκε με το άρθ. 159 Ν. 4855/2021), απορριπτομένης κατά τα λοιπά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 225/2022 καταδικαστική απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και μόνον κατά τη διάταξη αυτής περί της επιβλητέας ποινής στον κατηγορούμενο.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά, την από 11-4-2022 (αριθ. καταθ. 49/2022), αίτηση του Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 225/2022 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ