ΠΕΡΙΛΗΨΗ :
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920 ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση τις διατάξεις αυτές. Οι εν λόγω διατάξεις (του άρθρου 22 παρ. 3) περιλαμβάνουν στο πεδίο εφαρμογής τους, τόσο τις πράξεις διαχείρισης, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας και, μεταξύ άλλων, επιτρέπουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, που κατ' αρχήν ενεργεί συλλογικά, να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις, προβλέπουν δε ότι για ορισμένα θέματα είναι δυνατό να αποφασιστεί από το διοικητικό συμβούλιο μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή, κατά το άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, στο οποίο το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της προβλεπόμενης, από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του διοικητικού συμβουλίου, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης, που τελέστηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 401/2021, ΑΠ 261/2021., ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1186/2019, ΑΠ 514/2019, ΑΠ 1030/2018, ΑΠ 1530/2013).
Αριθμός 463/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου, Κωστούλα Πρίγγουρη και Παρασκευή Τσούμαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 3771/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Α. Α. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, και με υποστηρίζουσα την κατηγορία την εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Δάσκα.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 5/1.9.2022 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ελπινίκης Τσολάκη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 865/2022.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρο 505 παρ. 1 περ. β του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση των αποφάσεων του Τριμελούς Πλημ/κείου, των δικαστηρίων ανηλίκων και του Μονομελούς Πλημ/κείου της έδρας και περιφέρειάς του, για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας, (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' και Θ` του Κ.Π.Δ.), ως προς τις αθωωτικές δε αποφάσεις των παραπάνω Δικαστηρίων αν η αθώωση οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθ. 506 περ. β Κ.Ποιν.Δ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη με αρ. 5/1-9-2022, αίτηση, που άσκησε η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με δήλωση στη γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου, για αναίρεση της υπ` αριθμόν 3771/2022 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την ως άνω απόφασή του, έπαυσε οριστικά την κατά του Α. Α. του Χ., ποινική δίωξη, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 79 παρ.1 του ν. 5960/1933, την οποία φερόταν να έχει τελέσει στην ….. στις 28-2-2017, σε βάρος της εταιρίας ... λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός είκοσι (20) ημερών από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων του εκδώσαντος αυτήν δικαστηρίου, η οποία έλαβε χώρα στις 12-7-2022, αφού η κρινομένη αίτηση ασκήθηκε στις 1-9-2022, μη υπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος από 1-8-2022 έως και 31-8-2022, κατά το οποίο αναστέλλεται η ως άνω προθεσμία, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 4 του Κ/Ποιν.Δ. (αρθ. 505 παρ.1 περ.β και 507 του Κ.Ποιν.Δ.). Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των προβαλλομένων με αυτή λόγων αναιρέσεως, που αναφέρονται σε πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Θ` του ΚΠΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά την παράγραφο δε 5 εδ. α' του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου, ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της. Σε σχέση με την υποβολή της έγκλησης και επί του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 του ΚΠoινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 51 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του άρθρου 42, η έγκληση "γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της μήνυσης". Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο εγκαλών μαζί με την έγκληση οφείλει να υποβάλει και τα διαθέσιμα σε αυτόν αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν και αποδεικνύουν αυτή". Όμως, η μη υποβολή τους δεν δημιουργεί απαράδεκτο ή ακυρότητα. Η επισύναψη των σχετικών εγγράφων στην κατατιθέμενη έγκληση είναι μεν αναγκαία για τη διακρίβωση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του προσώπου που καταθέτει την έγκληση, όμως, δεν έχει αναχθεί σε δικονομική προϋπόθεση της νομιμότητας αυτής (έγκλησης). Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του κωδικοποιημένου Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός αναμορφώθηκε και τροποποιήθηκε με το Ν. 3604/2007 και ίσχυε κατά το χρόνο, κατά τον οποίο φέρεται ότι τελέστηκε η επίδικη πράξη της παράβασης του Ν. 5960/1933 "Περί επιταγής" (28-2-2017), ορίζεται ότι "Η ανώνυμος εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς". Το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στη μεν παρ. 1 εδ. α', ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, ότι "Επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα, για τα οποία το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη....Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους....". Οι διατάξεις αυτές του Ν. 2190/1920, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, εκπροσωπεί αυτό στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση, που αφορά τη διοίκηση της εταιρίας ή τη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920 ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση τις διατάξεις αυτές. Οι εν λόγω διατάξεις (του άρθρου 22 παρ. 3) περιλαμβάνουν στο πεδίο εφαρμογής τους, τόσο τις πράξεις διαχείρισης, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας και, μεταξύ άλλων, επιτρέπουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, που κατ' αρχήν ενεργεί συλλογικά, να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις, προβλέπουν δε ότι για ορισμένα θέματα είναι δυνατό να αποφασιστεί από το διοικητικό συμβούλιο μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή, κατά το άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, στο οποίο το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της προβλεπόμενης, από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του διοικητικού συμβουλίου, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης, που τελέστηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 401/2021, ΑΠ 261/2021., ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1186/2019, ΑΠ 514/2019, ΑΠ 1030/2018, ΑΠ 1530/2013,). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν, όμως, οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι. Περίπτωση υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο, επί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, όπως και εκείνο της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω μη νομότυπης υποβολής της έγκλησης, ενώ η τελευταία είχε υποβληθεί νομοτύπως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης το αξιόποινο αυτής εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμετόχους της. Το ίδιο αποτέλεσμα συνεπάγεται και η ρητή δήλωση του δικαιούχου της έγκλησης ενώπιον αρχής ότι παραιτείται από το δικαίωμα της έγκλησης. Εξάλλου στη διάταξη του άρθρου 116 ΠΚ ορίζεται ότι "Η ποινική δίωξη ασκείται εναντίον όλων των συμμετόχων του εγκλήματος και αν ακόμη η έγκληση που υποβλήθηκε στρέφεται εναντίον ενός από αυτούς", ενώ στη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 και 3 ΠΚ "Αυτός που υπέβαλε την έγκληση μπορεί να την ανακαλέσει με τους όρους που ορίζει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Η ανάκληση που έγινε για έναν από τους συμμετόχους της πράξης έχει συνέπεια την παύση της ποινικής δίωξης και των υπολοίπων, αν και αυτοί διώκονται κατ' έγκληση". Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι η έγκληση συνδέεται όχι μόνο με την αξίωση της πολιτείας για την επιβολή της ποινής, αλλά και με το δικαίωμα για έγερση της ποινικής αγωγής και εντεύθεν έχει μικτό νομικό χαρακτήρα. Έτσι η έγκληση αφενός αποτελεί θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, διότι η παραμέληση της υποβολής της εντός της ανωτέρω τρίμηνης προθεσμίας οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως και αφετέρου συνιστά και δικονομικό θεσμό, διότι αποτελεί δικαστική προϋπόθεση για την έγκαιρη γένεση της ποινικής δίκης. Εκ τούτου έπεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 114 παρ. 1 και 2, 116 και 117 παρ. 1 και 3 ΠΚ αποτελούν θεσμό του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, διότι στις περιπτώσεις αυτές το συμβούλιο ή το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 310 παρ. 1β και 370 περ. β, γ ΚΠΔ, παύει οριστικά ή κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη(Ολ. ΑΠ 2/2007). Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: κατόπιν της από 19-5-2017 εγκλήσεως της ΑΕ με την επωνυμία "...", που κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, την 25-5-2017 από το δικηγόρο Αθηνών, Ευάγγελο Δάσκα, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου Α. Α. του Χ., για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 79 παρ.1 του ν. 5960/1933, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στη …. με έκδοση σε διαταγή της άνω εγκαλούσας ΑΕ μιας τραπεζικής επιταγής, στις 28-2-2017, παραπέμφθηκε δε να δικασθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αρ. 3771/2022 απόφασή του. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά ισχυρισμό περί εξάλειψης του αξιοποίνου χαρακτήρα της πράξεως που επήλθε από την μη νομότυπη υποβολή της ανωτέρω εγκλήσεως εντός της προθεσμίας του άρθρου 114 παρ.1 του Π.Κ., επικαλούμενος κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα : "..........Η εταιρία "....", την οποία διευθύνει ο κατηγορούμενος ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, διατηρούσε επιτυχημένη επαγγελματική συνεργασία με την ανώνυμη εταιρία, "....". Ενόψει, λοιπόν, μίας εκ των συναλλαγών των δύο εταιριών, ο κατηγορούμενος, ως Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "...", φέρεται να εξέδωσε την με αριθ. ... επίδικη επιταγή, προς την attica bank, σε διαταγή της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας, ύψους 3.216,09 ευρώ. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, η εταιρία "..." κατέθεσε στις 25/05/2017 ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών την με αριθ. Γ2017/1470 κατά του κατηγορουμένου, κ. Α. Α., υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου, Προέδρου και Διευθύνοντα συμβούλου της εταιρίας "....".
Η εν λόγω έγκληση της εγκαλούσας εταιρίας υπογράφηκε και εγχειρίσθηκε όχι από κάποιο μέλος της του ΔΣ της εταιρίας, αλλά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθηνών Ευάγγελο Α. Δάσκα, Ο συγκεκριμένος δικηγόρος κατέθεσε ως τρίτο συνημμένο της εγκλήσεως έγγραφο το από 22/05/2017 ακριβές αντίγραφο από το Βιβλίο Πρακτικών του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας του από 19/05/2017 πρακτικού εξουσιοδότησης της εταιρίας "...." προς το πρόσωπό του για την υποβολή της ως άνω εγκλήσεως. Παράλληλα, από το κατατεθέν στην δικογραφία καταστατικό της εγκαλούσας εταιρίας, δεν προκύπτει σχετική πρόβλεψη, η οποία να κάνει λόγο για ορισμένα θέματα (όπως όριζε το ά. 22 παρ. 3 Ν. 2190/1920) επί των οποίων το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη, παρά μόνο μία γενική και αφηρημένη αναφορά του ά. 20 του από 19/07/2010 Καταστατικού της εταιρίας ότι: "Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί, αποκλειστικά και μόνο εγγράφως, να αναθέτει την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του (εκτός από αυτές που απαιτούν συλλογική ενέργεια), καθώς και την εκπροσώπηση της εταιρίας σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή όχι..." Το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος δεν ενεργούσε στο πλαίσιο των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 Ν. 2190/1920, ως υποκατάστατος της εταιρίας, αλλά ως απλός πληρεξούσιος-εντολοδόχος αυτής και άρα, όπως προελέχθη, προκειμένου να νομιμοποιείται να υποβάλει την έγκληση στο όνομα της εταιρίας, όφειλε να προσκομίσει πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση για παρογή πληρεξουσιότητας προς το πρόσωπό του και το οποίο να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας. Αντ' αυτού, όμως, το αντίγραφο του πρακτικού του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας, που προσκομίσθηκε. φέρει υπογραφή και βεβαίωση γνησίου αυτής, μόνο του Προέδρου και Διευθύνοντα συμβούλου του ΑΣ Δ. Κ.. Β., χωρίς να υπάρχουν σε κανένα σημείο του εγγράφου αυτού οι υπογραφές και οι βεβαιώσεις γνησίου των υπογραφών των λοιπών μελών του ΔΣ της εταιρίας, ήτοι του Αντιπροέδρου του ΔΣ Ν. Α., Β., του Διευθύνοντα Συμβούλου Γ. Α.. Β., του μέλους Γ. Γ. και του μέλους Π. Α. του Ι. (άπαντα πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με το επίμαχο πρακτικό, που έλαβαν μέρος στην συνεδρίαση της 19ης Μαΐου 2017 του ΔΣ της εταιρίας). Όπως καθίσταται αντιληπτό, η έλλειψη των στοιχείων αυτών στο από 22/05/2017 αντίγραφου του πρακτικού εξουσιοδότησης της εγκαλούσας εταιρίας έχει ως αποτέλεσμα την μη έγκυρη νομιμοποίηση του κ, Ευάγγελου Λάσκα για την υποβολή της από 19/05/2017 εγκλήσεως της συγκεκριμένης εταιρίας και επομένως η επίμαχη έγκληση δεν ασκήθηκε νομότυπα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 92 παρ. 2 ΚΠΔ. Δεδομένου, μάλιστα, ότι εντός της προθεσμίας του ά. 114 παρ. 1 ΠΚ, η οποία εκκινεί από την ήμερα που η εταιρία "..." έμαθε για την τέλεση της πράξης και για τον δράστη της ή για έναν από τους συμμετόχους, δηλαδή από τις 03/03/2017, οπότε και η επίδικη επιταγή εμφανίσθηκε αλλά δεν πληρώθηκε, και λήγει στις 03/06/2017, οπότε και συμπληρώθηκαν τρεις (3) μήνες από την ημέρα της επιγενόμενης γνώσης, δεν υποβλήθηκε κάποια νομότυπη έγκληση για την συγκεκριμένη αποδιδόμενη πράξη του κατηγορουμένου, το αξιόποινο του εγκλήματος, που φέρεται να τέλεσε, έχει εξαλειφθεί, επιφέροντας το απαράδεκτο της κίνησης της ασκηθείσας ποινικής δίωξης (ά, 386 περ ΚΠΑ". Το δικαστήριο της ουσίας έκανε δεκτό τον ανωτέρω ισχυρισμό περί μη νομότυπης υποβολής της έγκλησης και αφού είχε ήδη παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα κατά του ως άνω κατηγορουμένου ποινική δίωξη με την παρακάτω επί λέξει αιτιολογία: "Εν προκειμένω, από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, και όσα προσκόμισαν οι διάδικοι, και από όλη τη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδεικνύεται ότι ο δικηγόρος Αθηνών Ευάγγελος Δάσκας, υπέβαλε στις 25.05.2017 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 19.05.2017 έγκληση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..., εδρεύουσας στη ... για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, και ειδικότερα της υπ' αρ. ... επιταγής ποσού 3.216,09 ευρώ, εκδοθείσα από τον κατηγορούμενο ως νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας "....", η οποία εμφανίσθηκε προς πληρωμή και σφραγίσθηκε από την τράπεζα ATTICA BANK ως ακάλυπτη στις 06.03.2017. Κατά την υποβολή της έγκλησης, ο ως άνω δικηγόρος προσκόμισε αντίγραφο του καταστατικού της εγκαλούσας εταιρίας, πιστοποιητικό εκπροσώπησης αυτής στο ΓΕΜΗ, από το οποίο προέκυπτε η σύνθεση του Διοικητικού της Συμβουλίου, καθώς και πρακτικό του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας με ρητή εξουσιοδότηση στον εν λόγω δικηγόρο να υποβάλλει την έγκληση για λογαριασμό της. Ωστόσο, αφενός από επισκόπηση του καταστατικού της εγκαλούσας εταιρίας δεν αποδεικνύεται ότι ο ως άνω Ευάγγελος Δάσκας ενεργούσε ως υποκατάστατο όργανο αυτής κατά την υποβολή της έγκλησης, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφετέρου από επισκόπηση του προαναφερθέντος πρακτικού ΔΣ προκύπτει ότι αυτό δεν φέρει τις υπογραφές όλων των μελών του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας, παρά μόνο ενός διευθύνοντος συμβούλου, του Γ. Β., ο οποίος αποτελεί ένα μόνο από τα πέντε μέλη του ΔΣ. Ο τελευταίος βεβαιώνει ότι το προσκομισθέν πρακτικό αποτελεί ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο πρακτικών του ΔΣ της εταιρίας, όμως πουθενά δεν βεβαιώνεται ότι το αρχικό πρακτικό ή κάποιο αντίγραφο αυτού υπογράφηκε από όλα τα αναφερόμενα στο ίδιο πρακτικό ως μέλη του ΔΣ.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, η έγκληση εκ μέρους της παθούσας εταιρίας δεν υποβλήθηκε νομότυπα, ήτοι δεν υποβλήθηκε από εντολοδόχο της τελευταίας κατά τις διατυπώσεις που απαιτεί ο νόμος, και επειδή έχει ήδη παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία υποβολής έγκλησης από τη σφράγιση της ακάλυπτης επιταγής, χρονικό σημείο κατά το οποίο η παθούσα εταιρία έλαβε γνώση του αδικήματος και του δράστη αυτού, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω μη νομότυπης υποβολής έγκλησης, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας". Από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση α) του από 19-3-2017 πρακτικού συνεδρίασης του Δ.Σ. της ως άνω εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "...", β) την με αρ. πρωτ. 108865/30-9-2016 ανακοίνωση της Δ/νσης Μητρώων και Ανάπτυξης Πληροφοριακών συστημάτων του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών περί της καταχώρησης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο με αριθμό ..., του εκλεγέντος, στις 30-6-2014 Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας εταιρίας, με τριετή θητεία, το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα ως εξής: 1) Δ. Β. του Κ., ως πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, 2) Ν. Β. του Δ., ως Αντιπρόεδρο, 3) Γ. Β. του Δ., ως διευθύνοντα σύμβουλο, 4) Γ. Γ. του Δ., ως μέλος και 5) Π. Α. του Ι., ως μέλος και γ) του καταστατικού της εγκαλούσας εταιρίας στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 20 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "παρ.1: Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει την διοίκηση (διαχείριση και διάθεση) της εταιρικής περιουσίας και την εκπροσώπηση της εταιρίας.......... Παρ.2: Το Διοικητικό συμβούλιο μπορεί, αποκλειστικά και μόνο εγγράφως, να αναθέτει την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του(εκτός από αυτές που απαιτούν συλλογική ενέργεια), καθώς και την εκπροσώπηση της εταιρείας, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή όχι, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση αυτής της ανάθεσης, προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο της εγκαλούσας το οποίο συνεδρίασε στις 19-5-2017 με την παρουσία όλων των προαναφερομένων μελών του, ομόφωνα αποφάσισε και όρισε, όπως είχε δικαίωμα από το προαναφερθέν άρθρο 20 του καταστατικού, τον Δικηγόρο Αθηνών, Ευάγγελο Δάσκα, όπως, α) επ'ονόματι και για λογαριασμό της εταιρίας που εκπροσωπούν υποβάλλει μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών κατά του Α. Α. του Χ. για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 79 παρ.1 του ν. 55960/1933, με την έκδοση της επιδίκου ακάλυπτης επιταγής, β)δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για την προξενηθείσα ηθική βλάβη για το ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη. Επομένως, εφόσον υπήρχε πρόβλεψη στο καταστατικό της εγκαλούσας για μεταβίβαση σε τρίτον μέρους ή όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του Δ.Σ. αυτής, όπως είναι και η υποβολή της έγκλησης, με βάση την πρόβλεψη αυτή το Διοικητικό Συμβούλιο της εγκαλούσας είχε μεταβιβάσει το δικαίωμα εκπροσώπησης αυτής στον ανωτέρω δικηγόρο Ευάγγελο Δάσκα, ο οποίος στα πλαίσια της εκπροσωπευτικής αυτής εξουσίας, υπέβαλε την έγκληση κατά του κατηγορουμένου, ενεργώντας στην ένδικη υπόθεση όχι ως πληρεξούσιος και εντολοδόχος, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος και δέχτηκε το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του, αλλά ως υποκατάστατο όργανο του Δ.Σ. της εγκαλούσας που είχε δικαίωμα υπογραφής και υποβολής της εν λόγω εγκλήσεως και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής όλων των μελών του Δ.Σ. στο παραπάνω πρακτικό. Ενόψει των προεκτεθέντων η υποβολή της επιδίκου εγκλήσεως έλαβε χώρα νομότυπα και εντός της τριμήνου προθεσμίας. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η επίδικη έγκληση δεν είχε υποβληθεί νομότυπα και στη συνέχεια, λόγω του ότι είχε παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή της, έπαυσε οριστικά την κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 114 του Π.Κ. σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και παράλληλα με το να μην εκδικάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, είναι βάσιμοι και πρέπει κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που τη δίκασε προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμ. 3771/2022 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2023. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ