ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ακριβής δε καθορισμός της αξιόποινης πράξης νοείται σύμφωνα με την ως άνω διάταξη (321 παρ. 1 δ' του ΚΠΔ), όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιόποινου της πράξης και την απειλούμενη ποινή, χωρίς όμως, να απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, σε καμιά περίπτωση δεν ταυτίζεται (ΑΠ 632/2019, ΑΠ 528/2019). Ως άρθρο του ποινικού νόμου, που πρέπει να αναφέρεται, με ποινή ακυρότητας, στο κλητήριο θέσπισμα νοείται μόνο η διάταξη που προβλέπει την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, δηλαδή η ειδική ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το συγκεκριμένο έγκλημα και καθορίζει αφηρημένα, ως άμεση και κύρια έννομη συνέπεια της συνδρομής των όρων του πραγματικού της, την ποινή που επισύρει η τέλεση της πράξης, σε απλή ή διακεκριμένη μορφή, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια και βεβαιότητα η ταυτότητα και η νομική φύση και διαβάθμισή της ως πλημμεληματικής ή κακουργηματικής με τυχόν επιβαρυντικές περιστάσεις τέλεσής της (ΑΠ 1132/2016). Ως επίσημη σφραγίδα νοείται η επίσημη σφραγίδα της οικείας εισαγγελίας, ενώ η υπογραφή του εισαγγελέα στο αντίτυπο του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδίδεται στον κατηγορούμενο αρκεί να έχει τεθεί με μηχανικό μέσο και να καλύπτει ολόκληρο το κείμενο αυτού και τις τυχόν ουσιώδεις παραπομπές. Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 321 παρ.1 εδ. ε' Κ.Π.Δ. απαιτεί απλώς την υπογραφή του εισαγγελέα και όχι την ιδιόγραφη τοιαύτη (ΑΠ 216/2019, ΑΠ 1027/2016 - ΑΠ 823/2007).
Απόφαση 1013 / 2020 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1013/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Τακτικής Προέδρου του Τμήματος Αβροκόμης Θούα, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 153/2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Σταματική Μιχαλέτου, Αλεξάνδρα Σιούτη και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 7 Ιουλίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορούμενης Ε. Π. του Ζ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπάκα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 241/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντα - Υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Σ. Μ. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 117/8-1-2020 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 104/2020.
Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η υπό κρίση, υπ' αριθμ. πρωτ. 117/8-1-2020 δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, (1) της Ε. Π. του Ζ. και (2) του Ν. Κ. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ 241/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και κατά συνέπεια πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, μόνο καθό μέρος ασκείται από την α' αναιρεσείουσα και μόνο ως προς τους λόγους που αφορούν την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως για την οποία αυτή καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον κατά τα λοιπά η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, κατ' αρθρο 64 του ν.4689/2020. Σημειωτέον ότι η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρών και ο υποστηρίζων την κατηγορία Σ. Μ., αφού ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 3-6- 2020 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα Δεβετζή Ιωάννη, που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας, ο οποίος επέδωσε την υπ' αριθμό 104/3-6-2020 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον ίδιο προσωπικά, προκειμένου να παραστεί διά συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη, στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο.
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 του ισχύοντος από 1.7.2019 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του για σοβαρούς λόγους υγείας ή για λόγους ανώτερης βίας αυτού ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή στην καταδικαστική ή την απαλλακτική απόφαση, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους απόκειται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η υποβολή ενός τέτοιου αιτήματος έγινε σαφώς και ορισμένως, με όλα τα αναγκαία περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για την θεμελίωσή του, ώστε να τα κρίνει το δικαστήριο, άλλως αυτό δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα. Αν το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αυτό, παρ' ότι υποβλήθηκε παραδεκτά και είναι ορισμένο, χωρίς στην παρεμπίπτουσα απόφασή του να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στη συνέχεια δε προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδρύονται λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Θ' του ισχύοντος από 1.7.2019 ΚΠΔ), ενώ αν δεν απαντήσει στο ορισμένο αίτημα θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 του ιδίου ως άνω Κώδικα - ΑΠ 1883/2019). Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης, κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, για σοβαρούς λόγους υγείας του κατηγορουμένου ή για λόγο ανώτερης βίας, για να είναι ειδικά αιτιολογημένη, πρέπει να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της: α) τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική κρίση του, β) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής και γ) τις νομικές σκέψεις, που αιτιολογούν τη δικανική πεποίθηση, ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης (σοβαρή ασθένεια του κατηγορουμένου ή γεγονός ανώτερης βίας) και την αντίστοιχη απορριπτική κρίση του δικαστηρίου για το αίτημα αναβολής ( ΑΠ 1219/2019, ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 298/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες ελέγχου της βασιμότητας των προβαλλομένων αναιρετικών λόγων, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τη συνεδρίαση του δικάσαντος δικαστηρίου της 25ης/9/2019, αμέσως μετά την εκφώνηση του ονόματος της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, η οποία ήταν απούσα, εμφανίστηκε ως άγγελος η δικηγόρος Ελένη Τζανίδου και υπέβαλε αίτημα αναβολής εκδικάσεως της υποθέσεως, λόγω ασθενείας της, προσκόμισε δε προς απόδειξη τούτου, την από 5-9-2019 ιατρική γνωμάτευση της ΒΙΟΓΕΝΕΣΙΣ ΑΕ, η οποία και αναγνώστηκε. Ακολούθως, το Δικάσαν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού παρέθεσε τις διατάξεις του άρθρου 349 ΚΠΔ και νομικές σκέψεις, απέρριψε το εν λόγω αίτημα (όπως και το αντίστοιχο αίτημα αναβολής, του τότε συγκατηγορουμένου της Ν. Κ.), με την παρεμπίπτουσα απόφασή του, (η οποία συμπροσβάλλεται, κατ' άρθρο 504 παρ 4 ΚΠΔ), η αιτιολογία της οποίας απορρίπτοντας το αίτημα αναβολής, έχει, πιστή μεταφορά, ως εξής: "....To αίτημα αυτό κρίνεται παρελκυστικό, καθόσον η υπόθεση ήδη εκδικάζεται σε δεύτερο βαθμό και ο χρόνος τέλεσης των αδικημάτων είναι ο Μάιος και ο Σεπτέμβριος του 2009. Ήδη δόθηκαν πέντε αναβολές, δύο εκ των οποίων για λόγους ασθενείας της 1ης κατηγορουμένης. Ενόψει του κινδύνου παραγραφής της υπόθεσης όφειλαν οι κατηγορούμενοι να έχουν έστω εξουσιοδοτήσει τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους να παραστεί στη δίκη αυτή. Εν' όψει του ότι από τα προσκομισθέντα έγραψα δεν προκύπτει αδυναμία εξουσιοδότησης πληρεξουσίου δικηγόρου, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο παραγραφής του αδικήματος, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής. Ακολούθως, επειδή παρήλθε η ώρα συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και προκειμένου να προσέλθουν και οι κατηγορούμενοι πρέπει να διακοπεί η εκδίκαση της υπόθεσης για την 1-10-2019 και ώρα 09.30".
Μετά την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος, το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της υπόθεσης, λόγω παρόδου της ώρας, για την 1η-10-2019 και ώρα 09.30, οπότε κατά τη συνεδρίαση αυτή, προχώρησε με την παρουσία της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας (και του συγκατηγορουμένου της) στην εκδίκαση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση.
III. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του ότι δεν συνέτρεχε λόγος αναβολής, με τα όσα δε ειδικότερα έγιναν δεκτά από το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, ότι δηλαδή: α) η υπόθεση είχε ήδη αναβληθεί πέντε φορές, δύο εκ των οποίων για τον ίδιο λόγο, ήτοι ασθένεια της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας, β) η υπόθεση δικαζόταν σε δεύτερο βαθμό και ο χρόνος τέλεσης των αδικημάτων είναι ο Μάιος και ο Σεπτέμβριος του 2012 (η αναγραφή ως έτους τέλεσης των αδικημάτων το έτος 2009 οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αφού αν οι πράξεις είχαν τελεσθεί το έτος 2009, θα είχε ήδη συντελεσθεί η παραγραφή λόγω παρόδου δεκαετίας), γ) η αναιρεσείουσα (και ο συγκατηγορούμενός της), ενόψει του κινδύνου παραγραφής της υπόθεσης, όφειλαν να έχουν έστω εξουσιοδοτήσει τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους να παραστεί στη δίκη αυτή και δ) δεν προέκυπτε από τα προσκομισθέντα έγγραφα αδυναμία εξουσιοδότησης πληρεξουσίου δικηγόρου, διέλαβε αυτό στην παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφασή του, την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Για τη διαμόρφωση απορριπτικής κρίσης επί του ανωτέρω αιτήματος, το δικαστήριο συνεκτίμησε και συναξιολόγησε τα αναγνωσθέντα έγγραφα, η δε υποχρέωση του Δικαστηρίου να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης αναφέρεται στην περίπτωση, κατά την οποία αυτό κρίνει αναγκαία την αναβολή της. Η λήψη υπόψη και παράθεση στην απορριπτική του αιτήματος αναβολής αιτιολογία του επικείμενου κινδύνου παραγραφής της υπόθεσης, στηρίζει αιτιολογημένα την κρίση του, αφού η αξίωση της πολιτείας να τιμωρήσει τους υπεύθυνους αξιόποινων πράξεων προηγείται των επιλογών του κατηγορουμένου όπως μη ορίσει, καίτοι είχε την δυνατότητα, ως εν προκειμένω δέχεται η προσβαλλόμενη, πληρεξούσιο δικηγόρο για την εκπροσώπηση του, προκειμένου έτσι να υποβάλλει παρελκυστικό αίτημα αναβολής, (ΑΠ593/2019, ΑΠ916/2017). Τέλος, αναφορικά με την κρίση του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το χαρακτηρισμό του αιτήματος της αναβολής ως παρελκυστικού, η τελευταία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 593/2019). Άλλωστε, από την εξέλιξη της διαδικασίας προκύπτει ότι η απόρριψη του αιτήματος αναβολής, ουδεμία επιβλαβή έννομη συνέπεια είχε για την κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα, η οποία ουδέν εξ αυτού του λόγου, υπερασπιστικό της δικαίωμα στερήθηκε αφού, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, η εκδίκαση της υπόθεσης διακόπηκε για την 1-10-2019, κατά την οποία εμφανίστηκε και εκπροσωπήθηκε από συνήγορο της επιλογής της.
Επομένως, ο υποστηρίζων τ' αντίθετα, σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Θ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση, οι πλημμέλειες, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας, σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής και απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 του Κ.Π.Δ., η απόφαση που δέχεται την εξαίρεση δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο. Η απόφαση που απορρίπτει την εξαίρεση μπορεί να προσβληθεί με έφεση, αν και η οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης προσβάλλεται με έφεση και μόνο ταυτόχρονα μ' αυτή. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο κατά την εκδίκαση έφεσης δέχθηκε ή απέρριψε αίτηση εξαίρεσης μέλους του δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται στους διαδίκους να ασκήσουν το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και αν ακόμη η οριστική επί της κατηγορίας απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ή αν ασκήθηκε κατ' αυτής ταυτόχρονα αναίρεση (ΑΠ 914/2014, ΑΠ 987/2013, ΑΠ 422/2012).
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στο Δικαστήριο της ουσίας, ότι με πλημμελή αιτιολογία απέρριψε την αίτηση εξαίρεσης την οποία η αναιρεσείουσα υπέβαλε κατά μέλους της συνθέσεως του και συγκεκριμένα κατά της Προεδρεύουσας Εφέτη Γ. Κ. και υπέπεσε έτσι στην εκ του άρθρου 510 παρ 1 στοιχ Δ' ΚΠΔ πλημμέλεια. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ'αριθ.241/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, η αίτηση της αναιρεσείουσας περί εξαιρέσεως της ως άνω Προεδρεύουσας Εφέτη απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, αυτή δε μετά ταύτα μετέσχε στην σύνθεση του Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, αφού η απορρίπτουσα την αίτηση εξαίρεσης απόφαση δεν προσβάλλεται με αναίρεση.
V. Εξάλλου, από δε τα άρθρα 14 παρ.2 εδάφ. δ' στ' και 3, 504 παρ.1, 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ., 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου, 14 παρ.1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16.12.1966 και κυρώθηκε με το Ν.2462/1987 σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. α' Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γεννάται και λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου η οποία προκαλείται από τη μη τήρηση των διατάξεων που την καθορίζουν. Τέτοια κακή σύνθεση υπάρχει όταν ο Δικαστής που μετέχει στο δικαστήριο που καταδίκασε τον κατηγορούμενο εξετάστηκε ως μάρτυρας ή γνωμοδότησε ως πραγματογνώμονας ή τεχνικός σύμβουλος στην ίδια υπόθεση, όπως και όταν έχει συμπράξει στην έκδοση απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση (ΑΠ 987/2013) ή υπό την προϋπόθεση ότι, είναι εφικτή η συγκρότηση του δικαστηρίου από άλλα πρόσωπα, έχει συμπράξει στην έκδοση παραπεμπτικού για τον κατηγορούμενο βουλεύματος. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, που διαλαμβάνουν τους λόγους αποκλεισμού των δικαστικών προσώπων, προκύπτει ότι δεν αποκλείεται ο δικαστής από την άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων σε ποινική υπόθεση, όταν έχει δικάσει σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό άλλες συναφείς με αυτή υποθέσεις, που έχουν την ίδια ιστορική αιτία, έστω και αν αφορούν τον ίδιο κατηγορούμενο. Ο σχετικός λόγος αποκλεισμού δημιουργείται, κατά το άρθρο 14 παρ. 3, όταν πρόκειται να δικάσει την έφεση ή την αναίρεση, που ασκήθηκε κατά της απόφασης, στην έκδοση της οποίας συνέπραξε (ΑΠ 5/2017). Επίσης, δεν αποτελεί κακή σύνθεση η συμμετοχή στο δικαστήριο δικαστικών προσώπων που δεν αποκλείονται κατά το άρθρο 14 ΚΠΔ, αλλά εξαιρούνται κατά το άρθρο 15 του ίδιου Κώδικα.
Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, στη σύνθεση του δικαστηρίου της ουσίας, που καταδίκασε την αναιρεσείουσα, συμμετείχε ως Προεδρεύουσα, η Εφέτης Γ. Κ., για την οποία ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι: α) έχει γνωμοδοτήσει και συμπράξει ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καστοριάς στην έκδοση του υπ' αριθμ 95/2013 βουλεύματος με το οποίο ο νυν μηνυτής και πολιτικώς ενάγων στην εκδικαζόμενη υπόθεση Σ. Μ., απαλλάχτηκε της κατηγορίας για προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας σε βάρος της μετά από έγκλησή της, για την υποβολή της οποίας ήδη δικάζεται, ήτοι για το αυτό ιστορικό συμβάν και β) ότι προκαλεί βάσιμες υπόνοιες μεροληψίας διότι την 17/9/2019 όταν εκδικαζόταν η επίδικη υπόθεση με αριθμ πιν 25 και η οποία είχε διακοπεί για 25/9/2019 εξερχόμενος ο συγκατηγορούμενός της Ν. Κ. μετά της Α. Π. της αιθούσης της συνεδριάσεως έξωθεν της θύρας ήταν σε στάση ο Σ. Μ. και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Β. Λ., ο οποίος απευθυνόμενος στον τελευταίο του είπε : "Όλα μέλι ζάχαρη, δεν θα αναβληθεί. Συνεννοήθηκα. Μην αγχώνεσαι σου λέω. Μέλι ζάχαρη".
Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι η συμμετάσχουσα στη σύνθεση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση Προεδρεύουσα Εφέτης, δεν ανήκει στα πρόσωπα που αποκλείονται να ασκήσουν έργο δικαστή στην κατά της ήδη αναιρεσείουσας ένδικη ποινική υπόθεση, αφού δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο η τελευταία, ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ότι γνωμοδότησε ως πραγματογνώμονας στην ίδια υπόθεση με κατηγορουμένη την αναιρεσείουσα για την πράξη για την οποία κηρύχθηκε αυτή ένοχη, ούτε είχε συμπράξει στο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ή στην έκδοση παραπεμπτικού για την κατηγορούμενη βουλεύματος στην ένδικη υπόθεση.
Συνεπώς, η αποδιδόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου είναι αβάσιμη, αφού δεν αποκλείεται η άσκηση δικαστικών καθηκόντων από την καθ' ης η αίτηση εξαίρεσης δικαστή, εφόσον αυτή δεν είχε συμπράξει στο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, αλλά σε άλλη, συναφή υπόθεση, που όμως δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της από την άσκηση των δικαστικών της καθηκόντων στην εκδικαζόμενη υπόθεση κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη που προηγήθηκε, ενώ επίσης δεν αποτελεί κακή σύνθεση η συμμετοχή στο δικαστήριο δικαστικών προσώπων που δεν αποκλείονται κατά το άρθρο 14 ΚΠΔ, αλλά εξαιρούνται κατά το άρθρο 15 του ίδιου Κώδικα, δεδομένης εν προκειμένω της κατά τα ανωτέρω απορριπτικής υποβληθείσας κατ' αυτής αιτήσεως εξαίρεσης και για τον παραπάνω υπό στοιχ.β' λόγο. Επομένως, ουδεμία ακυρότητα από κακή σύνθεση του Δικαστηρίου της ουσίας επήλθε, ο δε αντίθετος δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου της ουσίας και παραβάσεως του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VI. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1, 174 παρ. 2, 320 και 321 παρ. 1 και 4 του προϊσχύσαντος Κ.Π.Δ., ισχύοντος κατά τον χρόνο που ενδιαφέρει εν προκειμένω (βλ. άρθ.590 ΚΠΔ), προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί αυτός να λάβει γνώση της κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, καθώς επίσης τον αριθμό, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Ο καθορισμός της πράξης στο κλητήριο θέσπισμα είναι ακριβής εφόσον καθορίζονται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο για να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση της αποδιδόμενης σε αυτόν κατηγορίας και να ετοιμάσει κατάλληλα την υπεράσπισή του (ΑΠ 1227/2017). Ακριβής δε καθορισμός της αξιόποινης πράξης νοείται σύμφωνα με την ως άνω διάταξη (321 παρ. 1 δ' του ΚΠΔ), όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιόποινου της πράξης και την απειλούμενη ποινή, χωρίς όμως, να απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, σε καμιά περίπτωση δεν ταυτίζεται (ΑΠ 632/2019, ΑΠ 528/2019). Ως άρθρο του ποινικού νόμου, που πρέπει να αναφέρεται, με ποινή ακυρότητας, στο κλητήριο θέσπισμα νοείται μόνο η διάταξη που προβλέπει την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, δηλαδή η ειδική ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το συγκεκριμένο έγκλημα και καθορίζει αφηρημένα, ως άμεση και κύρια έννομη συνέπεια της συνδρομής των όρων του πραγματικού της, την ποινή που επισύρει η τέλεση της πράξης, σε απλή ή διακεκριμένη μορφή, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια και βεβαιότητα η ταυτότητα και η νομική φύση και διαβάθμισή της ως πλημμεληματικής ή κακουργηματικής με τυχόν επιβαρυντικές περιστάσεις τέλεσής της (ΑΠ 1132/2016). Ως επίσημη σφραγίδα νοείται η επίσημη σφραγίδα της οικείας εισαγγελίας, ενώ η υπογραφή του εισαγγελέα στο αντίτυπο του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδίδεται στον κατηγορούμενο αρκεί να έχει τεθεί με μηχανικό μέσο και να καλύπτει ολόκληρο το κείμενο αυτού και τις τυχόν ουσιώδεις παραπομπές. Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 321 παρ.1 εδ. ε' Κ.Π.Δ. απαιτεί απλώς την υπογραφή του εισαγγελέα και όχι την ιδιόγραφη τοιαύτη (ΑΠ 216/2019, ΑΠ 1027/2016 - ΑΠ 823/2007). Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει και στο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α' και β' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο με υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 Σ.), το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα που εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια τη φύση και τον λόγο της σε βάρος του κατηγορίας και β) να διαθέτει τον χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του (ΑΠ 216/2019). Διαφορετικά, αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει αυτά τα στοιχεία είναι άκυρο, κατά το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ και οι σχετικές ελλείψεις αποδεικνύονται από το αντίτυπο που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το αντίτυπο που επισυνάπτεται στη δικογραφία και σε περίπτωση έλλειψής τους, από το αποδεικτικό επίδοσης (άρθρο 321 παρ. 5 ΚΠΔ). Αν δεν έχει ακυρωθεί το προηγούμενο κλητήριο θέσπισμα που έχει επιδοθεί και επιδοθεί νέο μετά τη ματαίωση της δίκης, το δεύτερο κλητήριο θέσπισμα δεν είναι νέο αλλά συνιστά επανάληψη του πρώτου και επέχει θέση κλήσης του κατηγορουμένου για τη νέα δικάσιμο η επίδοση δε του προηγούμενου μη ακυρωθέντος επιφέρει τα δικονομικά αποτελέσματά της, ως προς την αναστολή της παραγραφής (ΑΠ 1696/2002).Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι σχετική, πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 ΚΠΔ, να προταθεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία σε τελευταίο βαθμό, πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, άλλως καλύπτεται, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 ΚΠΔ ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται, αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στη δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδο της, προτείνοντας την ακυρότητα. Αν ο κατηγορούμενος δεν παραστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία συνεπιφέρει αναγκαίως ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και της καταδικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί (άρθρο 175 Κ.Π.Δ.), δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της σχετικής εκκλητής απόφασης. Επίσης, αν η ακυρότητα προταθεί έγκαιρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην εφετειακή δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο έφεσης (άρθρο 173 παρ. 1 εδ. β' περ. β' Κ.Π.Δ.). Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο Εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 Κ.Π.Δ., το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης που πλήττονται με τους λόγους της έφεσης και, σε αντίθετη περίπτωση αν δηλαδή δεν πράξει τούτο και δεν αποφανθεί, όπως έχει υποχρέωση, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επί του εκκληθέντος αυτού κεφαλαίου της παρεμπίπτουσας απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης (ΑΠ 66/2016). Αν η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβληθεί με παραδεκτό και ορισμένο λόγο έφεσης και το δικαστήριο δεν απαντήσει, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. για έλλειψη ακρόασης. Ενώ, αν ο ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, προβάλλεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από κατηγορούμενο που είχε παραστεί στην πρωτοβάθμια δίκη ή προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται λόγος για έλλειψη ακρόασης (ΑΠ 1027/2016). Η ειδική δε κατά τα προεκτεθέντα και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης, ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται παραδεκτά και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος, αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος (ΑΠ 435/2017).
VII. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν εν προκειμένω, σχετικά με την ένσταση ακυρότητας των κλητηρίων θεσπισμάτων, που προέβαλε η αναιρεσείουσα τα ακόλουθα: Η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κλήθηκε να δικαστεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στη δικάσιμο της 18-6-2014, μεταξύ άλλων, και για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης (ως προς την οποία εισάγεται η αίτηση αναίρεσης), με την επίδοση του υπ' αριθμ 462/19-2-2014 κλητηρίου θεσπίσματος. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο, η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο των κατηγορουμένων για την ρητή δικάσιμο της 3ης/12/2014. Ακολούθως στις 18-10-2014 επιδόθηκε στην κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα το υπ' αριθμ 462/13-10-2014 κλητήριο θέσπισμα, ταυτόσημο με το προηγούμενο, με μόνη διαφορά την προσθήκη της διάταξης του άρθρου 227 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που προέβλεπε την επιβολή στον υπαίτιο και της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων, στην περίπτωση του άρθρου 224 ΠΚ (ψευδορκίας). Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η αναιρεσείουσα προέβαλε ένσταση ακυρότητας των κλητηρίων θεσπισμάτων, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ 695/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς με την οποία αυτή καταδικάστηκε, μεταξύ άλλων και για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως. Κατά της απόφασης αυτής η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την υπ' αριθμ. 36/2016 έφεση στην οποία περιέλαβε ως λόγο, κατά πιστή μεταφορά, ότι: " δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν εξετάστηκαν οι ενστάσεις ως προς τα κλητήρια θεσπίσματα και την διαδικασία". Ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η ήδη αναιρεσείουσα δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της επανέλαβε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ακυρότητας των κλητηρίων θεσπισμάτων. Το Εφετείο απέρριψε τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό με την ακόλουθη κατά πιστή μεταφορά αιτιολογία: " Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει με ποινή ακυρότητας ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ. 2, και 321 παρ. 1 στοιχ. δ' και 4 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται, τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί, τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη που εξέδωσε το θέσπισμα. Άλλα στοιχεία, για την εγκυρότητα αυτού, δεν απαιτούνται. Η ανακριβής μνεία του χρόνου τελέσεως της πράξεως στο κλητήριο θέσπισμα, αν δεν συνάπτεται με την αρμοδιότητα ή την παραγραφή, δεν παράγει ακυρότητα, καθ' όσον η εξ αυτής ουσιαστική ανακρίβεια της περιγραφής της πράξεως, είναι ζήτημα που θα κριθεί από το δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υποθέσεως. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και προβλέπει την απειλούμενη ποινή (κύρια και τυχόν παρεπόμενη), ενώ δεν απαιτείται να περιέχονται οι διατάξεις που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως αυτές των άρθρων 61 και 63 του ΠΚ. Η ακυρότητα, όμως, από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ΚΠοινΔ, ως αναγομένη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας, γι' αυτό και πρέπει κατά το άρθρο 173 ΚΠοινΔ, να προταθεί μέχρι την έκδοση οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως για την κατηγορία. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν προβληθεί από τον κατηγορούμενο που εμφανίσθηκε στη δίκη και προέβαλε αντιρρήσεις στην πρόοδο της (αρθρ. 174 παρ.1 ΚΠοινΔ) και η σχετική ένσταση απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μπορεί να προβληθεί με λόγο εφέσεως και αν απορριφθεί και από το Εφετείο μπορεί να προβληθεί ως λόγος αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ. (ΑΠ 204/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ) Ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για ψευδή καταμήνυση, στο κλητήριο θέσπισμα πρέπει να αναφέρονται τα καίρια και ουσιώδη σημεία της υποβληθείσης υπ' αυτού μήνυσης ή αναφοράς που φέρεται ως ψευδής και όχι όλο το περιεχόμενο της. Το ίδιο ισχύει και για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδορκίας μάρτυρα (βλ. σχετικώς ΑΠ 918/2014, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1069/2014, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, αν δεν έχει ακυρωθεί το προηγούμενο κλητήριο θέσπισμα που έχει επιδοθεί και επιδοθεί νέο μετά τη ματαίωση της δίκης, το δεύτερο κλητήριο θέσπισμα δεν είναι νέο αλλά συνιστά επανάληψη του πρώτου (βλ. σχετικώς ΑΠ 771/2005 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1696/2002, ΠΟΙΝΛΟΓ 2002, 1952). Στην προκείμενη περίπτωση, η ένσταση περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον το κλητήριο θέσπισμα, που κοινοποιήθηκε σε αυτούς, περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται, δεδομένου ότι καθορίζονται επακριβώς τα εγκλήματα κατά τα συνιστώντα αυτά πραγματικά περιστατικά και τα κατά νόμο συστατικά αυτών στοιχεία, προκειμένου αυτοί (κατηγορούμενοι) να λάβουν σαφή και λεπτομερή γνώση των αποδιδόμενων σε αυτούς κατηγοριών για να μπορέσουν να προετοιμάσουν την υπεράσπισή τους. Ειδικότερα δε, διαλαμβάνονται σε αυτό (κλητήριο θέσπισμα) με πληρότητα και σαφήνεια τα καίρια και ουσιώδη σημεία της υποβληθείσας (εκ μέρους της πρώτης κατηγορουμένης) μηνύσεως, που φέρεται ως ψευδής (αναφορικά με το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως), τα ψευδή σημεία των καταθέσεων των κατηγορουμένων (αναφορικά με το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα), καθώς και οι ισχυρισμοί συγκεκριμένων ψευδών γεγονότων αυτών (αναφορικά με το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως), ενώ οι υπόλοιπες πλημμέλειες, που αποδίδονται στο κατηγορητήριο, όπως ότι ο δεύτερος αυτών τέλεσε πράξη ψευδορκίας στις 22-10-2012, συνέχονται με την αποδεικτική διαδικασία και εν γένει την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν για να δικαστούν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για τις αποδιδόμενες σε αυτούς αξιόποινες πράξεις με το υπ' αριθμ. 462 κλητήριο θέσπισμα, το οποίο τους κοινοποιήθηκε στις 25-04-2014. Κατά την ορισθείσα δε, δικάσιμο της 18-06-2014 η δίκη αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3ης-12-2014. Όμως, εξ αυτού του λόγου δεν ακυρώθηκε, ούτε κατέστη ανενεργό το ως άνω κλητήριο θέσπισμα, οι δε ως άνω κατηγορούμενοι δεν ήταν αναγκαίο να κληθούν για να εμφανιστούν κατά την ορισθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο, αφού, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 276/2014 αναβλητική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το σημαντικό αίτιο, συνεπεία του οποίου αναβλήθηκε η συγκεκριμένη δίκη, αφορούσε στο πρόσωπο των κατηγορουμένων και αναγγέλθηκε από τους συνηγόρους τους. Παρά ταύτα, στις 18-10-2014 και 17-10-2014, αντιστοίχως, επιδόθηκε σε αυτούς το κλητήριο θέσπισμα με αριθμό 462, το οποίο φέρει υπογραφή και σφραγίδα του Εισαγγελέα (το γεγονός ότι είναι ταυτάριθμο με το προηγούμενο οφείλεται στο γεγονός ότι κατά την ακολουθούμενη πρακτική από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Καστοριάς, η οποία αποτελεί εσωτερικό ζήτημα αυτής, δεν αποδίδεται νέος αριθμός κλητηρίου θεσπίσματος για μία και την αυτή υπόθεση), το οποίο, όμως, είναι ταυτόσημο με το προηγούμενο και διαφέρει μόνο κατά την προσθήκη της διατάξεως του άρθρου 227 ΠΚ, που αναφέρεται στην παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, ουδόλως διαφοροποιεί το έγκλημα κατά τα συνιστώντα αυτό πραγματικά περιστατικά και τα κατά νόμο συστατικά αυτού στοιχεία, προκειμένου οι ως άνω κατηγορούμενοι να λάβουν σαφή και λεπτομερή γνώση της αποδιδομένης σε αυτούς κατηγορίας, για να μπορέσουν να προετοιμάσουν την υπεράσπισή τους, ενώ επισημαίνεται ότι δεν προέκυψε ότι εκκρεμεί και άλλη δίκη από την επίδοση του προηγούμενου κλητηρίου θεσπίσματος, ώστε οι κατηγορούμενοι να δικασθούν δύο φορές για τις ίδιες πράξεις.
Συνεπώς, ενόψει του γεγονότος ότι το προηγούμενο κλητήριο θέσπισμα και η επίδοσή του στους ως άνω κατηγορούμενους δεν είχε ακυρωθεί, είναι φανερό ότι το δεύτερο κλητήριο θέσπισμα δεν είναι νέο, διαφορετικό από το πρώτο, αλλά αποτελεί επανάληψη αυτού, απορριπτομένων ως εκ τούτων των προβληθεισών αιτιάσεων των ανωτέρω κατηγορουμένων που βάλλουν κατά του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήτευσης αυτών".
VIII. Με τις σκέψεις αυτές, ορθώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και με την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τη συγκεκριμένη ένσταση περί ακυρότητας των κλητηρίων θεσπισμάτων και συνακόλουθα το σχετικό λόγο έφεσης της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας και δη ως προς όλα τα επιμέρους παράπονα αυτής καθόσον, από την επιτρεπτή επισκόπηση των ενδίκων κλητήριων θεσπισμάτων, προκύπτει ότι το δεύτερο κλητήριο θέσπισμα, που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα, περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται, ήτοι της ψευδούς καταμηνύσεως, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, δεδομένου ότι καθορίζονται επακριβώς τα συνιστώντα αυτήν πραγματικά περιστατικά και τα κατά νόμο συστατικά αυτής στοιχεία, προκειμένου αυτή (κατηγορούμενη) να λάβει σαφή και λεπτομερή γνώση της αποδιδόμενης σε αυτήν κατηγορίας για να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή της. Ειδικότερα δε, διαλαμβάνονται σε αυτό (κλητήριο θέσπισμα) με πληρότητα και σαφήνεια τα καίρια και ουσιώδη σημεία της υποβληθείσας εκ μέρους της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας μηνύσεως, που φέρεται ως ψευδής (αναφορικά με το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως) και το οποίο είναι ταυτόσημο με το προηγούμενο, αφού διαφέρει μόνο, κατά την προσθήκη της διατάξεως του άρθρου 227 ΠΚ, που αναφέρεται στην παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, ως προς την πράξη της ψευδορκίας, για την οποία δεν εισάγεται η υπόθεση και επομένως δεν είναι νέο αλλά αποτελεί επανάληψη του πρώτου. Κατόπιν δε των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, ουδεμία ακυρότητα δημιουργεί το γεγονός ότι το δεύτερο κλητήριο θέσπισμα φέρει τον ίδιο αριθμό με το πρώτο κατά την ακολουθούμενη από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καστοριάς πρακτική, καθώς και το ότι, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, της επιδόθηκε φωτοτυπία αυτού και όχι το πρωτότυπο. Επομένως, το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις προεκτεθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κι εντεύθεν δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας, της υπέρβασης εξουσίας και της έλλειψης ακροάσεως.
Συνεπώς, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, σχετικοί εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Θ' και Β' του ΚΠΔ. λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι.
VIII. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου (ήδη άρθρο 171 παρ 3 του νέου ΚΠΔ για τον υποστηρίζοντα την κατηγορία). Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνον, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, (ως ίσχυαν πριν το Ν. 4620/2019, με τον οποίο τέθηκε σε ισχύ από 1-7-2019 ο νέος ΚΠΔ και οι οποίες εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση κατά τις μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 588 παρ 3 και 589 παρ 3 του νέου ΚΠΔ- ΑΠ 1804/2019, ΑΠ 1728/2019). Απόλυτη ακυρότητα όμως επέρχεται και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης της υποβολής αυτής, κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ, ο οποίος εξικνείται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Προσέτι, κατά τα άρθρα 82-84 και 87 ΚΠΔ, νομιμοποιείται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα, ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ εκείνος ο οποίος ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχικής οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη. Από τη διάταξη αυτή του άρθρου 63 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 64 παρ.1, 68 παρ. 2, 82, 83 παρ. 1, 84, 85 και 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι ο δικαιούμενος κατά τις διατάξεις του ΑΚ (914, 932), ως παθών (αμέσως ζημιωθείς) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχική οδύνης, μπορεί να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων με σχετική δήλωση, τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Για την παράσταση της πολιτικής αγωγής στο ακροατήριο λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης αρκεί προφορική δήλωση μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας της πρώτης ή μετ' αναβολή συζήτησης. Στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει να περιέχεται συνοπτική έκθεση της υπόθεσης που αυτή αφορά και των λόγων που στηρίζουν το δικαίωμα της παράστασης, δηλαδή πρέπει να αναφέρεται στη δήλωση η αξιόποινη πράξη και η σχέση που συνδέει το υποκείμενο της δήλωσης με το πληττόμενο από την αξιόποινη πράξη δικαίωμα ή συμφέρον. Επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στη δήλωση αν ο πολιτικώς ενάγων παρίσταται για (υλική) αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ενώ δεν είναι απαραίτητος ο καθορισμός του σχετικού ποσού. Η νομιμοποίηση και το παραδεκτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης του, όπως καθορίζεται στη δήλωσή του και από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, από την οποία αυτή (απαίτηση) πηγάζει, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης κρίνεται από την αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 1804/2019, ΑΠ 491/2019) και προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 202/2003). Η δήλωση δε παράστασης πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα ανωτέρω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 1217/2019, ΑΠ 365/2017). Οι παραπάνω διατυπώσεις συνιστούν διαδικαστικές προϋποθέσεις της πολιτικής αγωγής, ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η τυχόν έλλειψή τους οδηγεί στην απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (ΑΠ 491/2019). Επί ψευδούς δε καταμηνύσεως δικαιούται σε παράσταση πολιτικής αγωγής εκείνος εναντίον του οποίου στρέφεται η πράξη (ΑΠ 1023/2019). Εξάλλου, ως ήδη ειπώθηκε, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου που απορρίπτει τις περί της παράστασης πολιτικής αγωγής αντιρρήσεις, εφόσον η τελευταία προβάλλεται παραδεκτά, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη (ΑΠ 1023/2019). Στην προκείμενη υπόθεση, σχετικά με την ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τ' ακόλουθα: Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η αναιρεσείουσα προέβαλε ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, που είχε δηλωθεί από τον Σ. Μ. του Α., ο οποίος σύμφωνα με το κατηγορητήριο ήταν ο παθών εκ της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως. Η ένστασή της αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 695/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς. Κατά της απόφασης αυτής, με την οποία η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα καταδικάστηκε, μεταξύ των άλλων και για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, άσκησε την υπ' αριθμ. 36/2016 έφεση της. Ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατά την εκδίκασή της, στις 25-9-2019, μετά την ισχύ του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο πρωτοδίκως παρασταθείς ως πολιτικώς ενάγων Σ. Μ., δήλωσε ότι παρίσταται στη δίκη κατά της κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσείουσας για την υποστήριξη της κατηγορίας, δικαιούμενος κατά τον αστικό κώδικα σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τα αδικήματα, ένα εκ των οποίων ήταν η ψευδής καταμήνυση. Η αναιρεσείουσα δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου επανέλαβε την σχετική με την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος ένστασή της, ισχυριζόμενη ότι η σχετική δήλωση δεν περιλαμβάνει, τα ελάχιστα στοιχεία που προβλέπουν τα άρθρα 63 επ. του ΚΠΔ, καθώς και ότι δεν υφίστατο άμεση βλάβη του πολιτικώς ενάγοντος- υποστηρίζοντος την κατηγορία από το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως, που ενδιαφέρει εν προκειμένω. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθή νομική προσέγγιση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό περί αποβολής της πολιτικής αγωγής ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, αφού μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, δέχθηκε τα ακόλουθα κατά πιστή μεταφορά: "... Στην προκειμένη περίπτωση, η προβληθείσα εκ μέρους των κατηγορουμένων ένσταση περί αποβολής της πολιτικής αγωγής και ήδη του δηλούντος παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, τυγχάνει απορριπτέα, καθόσον η σχετική δήλωση παράστασης περιέχει, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη, συνοπτική έκθεση της υπόθεσης, για την οποία παρίσταται ο εγκαλών Σ. Μ. του Α. προς υποστήριξη της κατηγορίας και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παράστασής του για την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη, όπως λεπτομερώς τα περιστατικά της υπόθεσης εκτίθενται στην από 4-2-2013 έγκλησή του όπου και δηλώνει ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για την ηθική βλάβη που υπέστη, η δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ηθικής βλάβης και της τέλεσης σε βάρος του των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδορκίας μάρτυρα είναι πρόδηλη, σαφής και αυτονόητη ως αμέσως παθόντος κατά τα εκτιθέμενα και στην ανωτέρω νομική σκέψη (βλ. σχετικώς ΑΠ 430/2001. ΠΟΙΝΛΟΓ 2001, 1329). Επομένως η ένσταση των κατηγορουμένων, περί αποβολής του παρισταμένου για την υποστήριξη των κατηγοριών, πρέπει να απορριφθεί".
IX. Με τις ως άνω παραδοχές το παραπάνω Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ότι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος και ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία σε αμφότερα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας ήταν νόμιμη και συνέτρεχαν στο πρόσωπο του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης του, ως παθόντος από την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, καθόσον προέκυπτε εξ αυτής ο αιτιώδης σύνδεσμος βλάβης και δικαζομένης πράξεως και δεν χρειαζόταν περαιτέρω ιδιαίτερη εξειδίκευση της προβαλλόμενης ηθικής βλάβης, αφού αυτή κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό, επιδικάστηκε δε πρωτότυπα όπως και ζητήθηκε, λόγω αδικοπραξίας και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, να εκτίθενται άλλα επιπλέον στοιχεία και περιστατικά, τα δε περί αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον σχετικό τέταρτο λόγο αναίρεσης από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα, όπως και η ειδικότερη αιτίαση αυτής, ότι υπό την ισχύ του νέου κώδικα ΚΠΔ, έγινε δεκτή παράσταση πολιτικής αγωγής αφού, ως ήδη ειπώθηκε, και προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης, ο Σ.Μ. παραστάθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προς υποστήριξη της κατηγορίας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Θ' σχετικοί λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες της παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής, της έλλειψης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας, αφορώσες την παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε ο σχετικός με την παράσταση της πολιτικής αγωγής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Χ. Τέλος, όπως προκύπτει από την ευμενέστερη για την αναιρεσείουσα διάταξη του εφαρμοσθέντος εν προκειμένω άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, κατά την οποία, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για την πράξη ή την παράβαση αυτή, τιμωρείται με τη διαλαμβανόμενη στη συγκεκριμένη διάταξη στερητική της ελευθερίας ποινή, για τη στοιχειοθέτηση της νομοτυπικής υπόστασης του τυποποιούμενου με τη συγκεκριμένη διάταξη εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται όπως η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με την ενέργειά του αυτή στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή (ΑΠ 445/2016). Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου (εγκαλουμένου) (ΑΠ 1705/2019, ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 28/2017). Για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση και άμεσος δόλος που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Δεν είναι αναγκαία όμως η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη (ΑΠ 1705/2019). Δεν μπορεί να ευσταθήσει κατηγορία για ψευδή καταμήνυση, μόνο αν από το περιεχόμενο αυτών που εκτίθενται στη μήνυση ή την έγκληση και κατά τρόπον ώστε να μη παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί με οποιαδήποτε ανακριτική έρευνα, ούτε και με την, κατά το άρθρο 43 παρ. 2 ΚΠΔ, προκαταρκτική εξέταση, προκύπτει το ακαταδίωκτο της καταμαρτυρούμενης πράξης για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 1023/2019 και 43/2010). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά (ΑΠ 1705/2019). Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (ΑΠ 1705/2019, ΑΠ 799/2019). Η συνδρομή του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και καταδεικνύεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία. Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η τέλεση της πράξης με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) , η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη σε τρόπο ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της καταμηνύσεως ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει όμως και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών (ΑΠ 1889/2019, ΑΠ 1705/2019, ΑΠ 1023/2019). Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης. Τον τελευταίο αυτόν λόγο αποτελεί η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητος για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (ΑΠ 2036/2019). Όμως, ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω έννοια και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά απαντά σ' αυτούς με την αιτιολογία επί της ενοχής (ΑΠ 2036/2019, ΑΠ 335/2019). Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν, όσον αφορά την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως: η καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, δηλ. είτε με τον τύπο του άρθρου 42 ΚΠΔ, είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, να έγινε ενώπιον αρμόδιας αρχής, να αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, να αφορά άλλον που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, να είναι ψευδής, δηλ. αντικειμενικά αναληθής. Ο δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στη αρχή και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί σχετικά με το ψευδές της καταμήνυσης. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει την κίνηση της διαδικασίας κατά του καταμηνυθέντος, ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του. Το έγκλημα είναι τυπικό και συνεπώς τετελεσμένο με την περιέλευση στην αρχή της μήνυσης, αναφοράς κ.λπ., ανεξαρτήτως αν επήλθε το επιβλαβές αποτέλεσμα της δίωξης ή αν ο καταμηνυθείς τελικώς απαλλάχθηκε (ΑΠ 1705/2019).
XI.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 241/2019 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, πλην των άλλων πράξεων για τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση έχει τεθεί στο αρχείο, κατ' άρθρο 64 του ν 4689/2020 και για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, (όπως προαναφέρθηκε), με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ 2α" και ε' ΠΚ και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, με τριετή αναστολή.
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση και συναξιολόγηση όλων των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κατά λέξη πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, που εισάγεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης: " ... Στην προκειμένη περίπτωση, από την ανωμοτί κατάθεση του παρισταμένου προς υποστήριξη των κατηγοριών, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία και με βάση την αρχή της ηθικής απόδειξης, κατ' άρθρ. 177 ΚΠΔ, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υποβληθείσα στις 09- 05-2012, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καστοριάς έγκλησή της, κατά του νυν εγκαλούντος, Σ. Μ. του Α., η πρώτη κατηγορουμένη καταμήνυσε αυτόν για τα αδικήματα της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, αναφέροντας ότι ο εγκαλών, στις 10-2-2012, στην Καστοριά, ενώ ήταν προϊστάμενος του ΟΑΕΔ Καστοριάς, εκμεταλλευόμενος την εργασιακή θέση της, καθότι τυγχάνει υπάλληλος της πιο πάνω υπηρεσίας, προσέβαλε βάναυσα την αξιοπρέπειά της στο πεδίο της γενετήσιας ζωής της, κοιτάζοντάς την με προκλητικό ύφος και λέγοντας σε αυτήν "έλα-έλα σ' εμένα κορίτσι μου, να σε ξεκουράσω, έλα είμαστε μόνοι μας" και ακολούθως, κατευθύνοντας τα χέρια του προς το στήθος της λέγοντάς της "μ' αρέσει πολύ το στήθος σου" και στις 12-3-2012 τη συκοφάντησε ενώπιον των συναδέλφων της ότι δεν ξέρει να βγάζει αποφάσεις και την αποκάλεσε "νούμερο". Η ανωτέρω έγκληση αναφορικά με την αποδιδόμενη στον νυν εγκαλούντα αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 15/11-03-2013 Διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Καστοριάς, ενώ αναφορικά με την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 95/2013 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καστοριάς, με το οποίο το συμβούλιο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του νυν εγκαλούντος, γενομένου δεκτού ότι δεν αποδείχθηκε ότι τέλεσε τη συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη. Επίσης, καμία πειθαρχική διαδικασία δεν κινήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος για τις ως άνω πράξεις. Πιο συγκεκριμένα, ουδείς από τους εξετασθέντες μάρτυρες -υπαλλήλους του ΟΑΕΔ και συναδέλφους της κατηγορουμένης και σε ουδεμία κατάθεση του, είτε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και του πρωτοβαθμίου, είτε κατά τή διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, είτε κατά τη διενεργηθείσα Ε.Δ.Ε για τη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε άλλης εξέτασής τους ενώπιον των αρμοδίων αρχών επ' ευκαιρία άλλων καταγγελιών της κατηγορουμένης σε βάρος του εγκαλούντος (Σ. Μ.), κατέθεσε για καθ' οιονδήποτε τρόπο επιδειχθείσα προσβλητική συμπεριφορά αυτού έναντι της πρώτης κατηγορουμένης, είτε με τη μορφή της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας αυτής, είτε με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφήμησης αυτής με συνέπεια να μην καταλείπεται αμφιβολία περί του ψευδούς χαρακτήρα των ανωτέρω καταγγελιών της πρώτης κατηγορουμένης. Σημειωτέον ότι και η Κ. Π., υπάλληλος και αυτή του ΟΑΕΔ και συγκατηγορούμενη των κατηγορουμένων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία κατά το χρόνο διενέργειας της Ε.Δ.Ε. ήτανε αρνητικά διακείμενη έναντι του εγκαλούντος και οι μεταξύ τους σχέσεις είχαν διαρραγεί, κατηγορηματικά καταθέτει στα πλαίσια της διενεργηθείσας Ε.Δ.Ε. ότι ουδέποτε έλαβε χώρα κάποιο συμβάν σεξουαλικής παρενόχλησης της πρώτης κατηγορουμένης από τον εγκαλούντα, ενώ πρέπει να επισημανθεί, ότι η πρώτη κατηγορουμένη υπέβαλε την από 3-6-2013 έγκληση σε βάρος των υπαλλήλων του ΟΑΕΔ Καστοριάς, Δ. Δ., Γ. Π., Ά. Σ., Ε. Χ., Μ. Μ. και Χ. Π. για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, πλην, όμως, αυτή (έγκληση) απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 5/29-02-2016 Διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Καστοριάς. Περαιτέρω, ο ψευδής χαρακτήρας των ως άνω καταγγελιών της πρώτης κατηγορουμένης σε βάρος του εγκαλούντος αποδεικνύεται και εκ του ότι, όπως προκύπτει από τις αναγνωσθείσες κάρτες καταγραφής παρουσίας προσωπικού (σε αντίγραφα) της ως άνω υπηρεσίας, κατά την ημεροχρονολογία και ώρα, που διατείνεται η πρώτη κατηγορουμένη στην ανωτέρω έγκλησή της, ότι συνέβη το περιστατικό της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειάς της από τον εγκαλούντα εν τη απουσία των υπαλλήλων του ΟΑΕΔ Καστοριάς, ήτοι στις 10-02- 2012 και περί ώρα 15.30', οι υπάλληλοι βρίσκονταν στην υπηρεσία τους, από την οποία αποχώρησαν ως ακολούθως: η Δ. Δ. στις 15:32, ο Γ. Π. στις 15:37, η Ά. Σ. στις 15:32, η Ε. Χ. στις 15:33 και ο Μ. Μ. στις 15:33, και άρα είναι λογικά αδύνατο να συνέβη το ισχυριζόμενο από την πρώτη κατηγορουμένη συμβάν χωρίς να υποπέσει το παραμικρό στην αντίληψή τους, ενώ τα όσα αναφέρει η πρώτη κατηγορουμένη στην ως άνω έγκλησή της, ότι δηλαδή οι ανωτέρω υπάλληλοι κατά τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία αποχώρησαν από την υπηρεσία τους στις 15:10, ήταν καταδήλως ψευδή και αποτελούσαν τέχνασμα, προκειμένου αυτή να ενορχηστρώσει και να εξυφάνει την σε βάρος του εγκαλούντος ψευδή καταγγελία περί σεξουαλικής παρενόχλησης. Οι ισχυρισμοί της ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι έφυγαν από την υπηρεσία τους στις 15:10 για να επισκεφτούν την παραλιακή ταβέρνα "12 μήνες" και ότι ο εγκαλών χτύπησε ο ίδιος τις κάρτες τους δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, ενώ απάδει και των κανόνων της κοινής λογικής ο εγκαλών, ως Προϊστάμενος του ΟΑΕΔ Καστοριάς, να παρέχει τέτοια κάλυψη στους υφισταμένους του και να αναλαμβάνει τον κίνδυνο του πειθαρχικού του ελέγχου χωρίς να υπάρχει ειδικό κίνητρο προς τούτο (δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω), ενώ το γεγονός του κτυπήματος των καρτών με καθυστέρηση ολίγων λεπτών μεταξύ τους και όχι συνεχόμενα και με καθυστέρηση δευτερολέπτων η μια από την άλλη όπως θα ήταν λογικό να γίνει εάν αυτές είχαν κτυπηθεί από το ίδιο πρόσωπο και δη τον εγκαλούντα κατά τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, ενισχύει την κρίση του δικαστηρίου περί της αναλήθειας του ανωτέρω ισχυρισμού. Εξάλλου, εάν τα πράγματα συνέβησαν όπως ισχυρίζεται η κατηγορουμένη, δεν εξηγείται για ποιό λόγο αυτή, ενώ οι σχέσεις της είχαν ήδη διαρραγεί ολοκληρωτικά με τον εγκαλούντα κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, αφού ήδη αυτή κατά την 22-11-2011 είχε υποβάλλει σε βάρος του τελευταίου (Σ. Μ.) έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καστοριάς, με την οποία τον είχε καταμηνύσει για παράβαση καθήκοντος, συκοφαντική δυσφήμηση και για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, και άρα θα δραττόταν ανά πάσα στιγμή της ευκαιρίας για να προκαλέσει και πάλι την πειθαρχική δίωξή του, δεν υπέβαλε άμεσα πειθαρχική αναφορά ή έγκληση σε βάρος του για τη συγκεκριμένη εκ μέρους του παράνομη πρακτική. Ούτε, βέβαια, μπορεί να γίνει πιστευτό ότι ο εγκαλών χτύπησε ο ίδιος τις κάρτες των υπαλλήλων του ΟΑΕΔ Καστοριάς για να δημιουργήσει άλλοθι για την επικαλούμενη από την πρώτη κατηγορουμένη αξιόποινη συμπεριφορά του, αφού κάτι τέτοιο λογικά θα προϋπέθετε ότι θα γνώριζε ότι η πρώτη κατηγορουμένη, της οποίας το γραφείο βρίσκεται στον τρίτο όροφο του κτηρίου, θα κατέβαινε στο δεύτερο όροφο, όπου βρισκόταν το γραφείο του ιδίου και όπου η τελευταία ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα η εν λόγω πράξη, ενώ καμία πειστική εξήγηση δεν δόθηκε από την πρώτη κατηγορουμένη για ποιό λόγο δεν υπέβαλε αμέσως μετά το επίδικο συμβάν μήνυση κατά του εγκαλούντος, προκειμένου να κινηθεί σε βάρος του τελευταίου η αυτόφωρη διαδικασία, όταν δηλαδή θα ήτανε ακόμα νωπά τα, σε βάρος του εγκαλούντος, υφιστάμενα αποδεικτικά στοιχεία και εν τέλει αυτός (εγκαλών) θα καταδικαζόταν υπό το βάρος των παραχρήμα αποδεικνυόμενων γεγονότων, αλλά μετά την παρέλευση περίπου τριών (3) μηνών από το χρόνο της (φερόμενης) τέλεσης των καταγγελλομένων. Η προβαλλόμενη από αυτή εκδοχή ότι αισθανόταν ντροπή, γεγονός που της δημιουργούσε συστολές στην εξωτερίκευση των διαδραματισθέντων γεγονότων, δεν μπορεί επ' ουδενί να γίνει αποδεκτή, και του γιατί , αφενός μεν δεν δόθηκε πειστική εξήγηση για ποιό λόγο κάτι τέτοιο δεν ίσχυε και μεταγενέστερα και δη κατά το χρόνο της υποβολής της ως άνω έγκλησης, αφετέρου δε, αυτή, ήδη, με την υποβολή κατά προγενέστερο χρόνο, της από 22-11-2011 έγκλησης σε βάρος του εγκαλούντος για συναφή αδικήματα περί προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειάς της εκ μέρους του εγκαλούντος, είχε προβεί στην κοινολόγηση της επικαλούμενης αξιόμεμπτης συμπεριφοράς του τελευταίου. Εξάλλου, η όλη προηγούμενη συμπεριφορά της κατηγορουμένης, η οποία αντιδρούσε συνεχώς στις εντολές του εγκαλούντος - προϊσταμένου της και δεν δίσταζε να διαπληκτίζεται μαζί του ενώπιον των συναδέλφων της, όπως όλοι σχεδόν οι υπάλληλοι του ΟΑΕΔ καταθέτουν, δείχνει άνθρωπο που δεν θα φοβόταν να καταγγείλει αμέσως την τέλεση τέτοιου είδους πράξεως εις βάρος του, αλλά ούτε και η εκδοχή και αλληλουχία των γεγονότων, όπως παρουσιάζεται εκ μέρους της πείθει περί της αλήθειας αυτών. Ειδικότερα, αυτή ισχυρίζεται ότι την επίδικη ημέρα, 10-02-2012 και περί ώρα 15.30 κατέβηκε στο χώρο του ισογείου του ΟΑΕΔ Καστοριάς για να υποδεχθεί τον σύντροφο της, δεύτερο κατηγορούμενο Ν. Κ., που, ερχόμενος από τη Θεσσαλονίκη όπου εργαζόταν, πήγαινε να την επισκεφθεί και στη συνέχεια ότι δεν ανέβηκε μαζί του στο ευρισκόμενο στον τρίτο όροφο γραφείο της, όπως θα ήταν λογικό και αναμενόμενο, αλλά ανέβηκε μόνη της στο δεύτερο όροφο από το κλιμακοστάσιο για να χαιρετήσει τον υπάλληλο Β. Σ., ο οποίος όμως απουσίαζε εκείνη της ημέρα, ενώ κατά τη δεδομένη αυτή χρονική στιγμή βρισκόταν στο δεύτερο όροφο ο εγκαλών, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της, βρήκε την ευκαιρία να την παρενοχλήσει σεξουαλικώς και μάλιστα τη στιγμή που ο Ν. Κ., ο οποίος, όταν αυτή ανέβαινε με το κλιμακοστάσιο στο δεύτερο όροφο, αυτός εισήλθε στον ανελκυστήρα και ανέβηκε στον τρίτο όροφο για να χαιρετίσει τη συνάδελφο της που εργαζόταν στον ίδιο γραφείο Κ. Π., και κατά χρόνο της παρενόχλησης αυτής από τον εγκαλούντα εντελώς συμπτωματικά, αυτός κατέβηκε από το κλιμακοστάσιο για να την συναντήσει στον δεύτερο όροφο και να χαιρετήσει και αυτός τον υπάλληλο Β. Σ.. Η προπεριγραφόμενη εκδοχή των πραγμάτων, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, δεν πείθει το δικαστήριο περί της βασιμότητά της και εκ του γεγονότος, ότι δεν παρίσταται ως λογικό η κατηγορουμένη, η οποία διακατεχόμενη από σφοδρή επιθυμία να δει τον σύντροφο της και τούτο προκύπτει εκ του ότι εγκατέλειψε τη δουλειά της και κατέβηκε στην είσοδο του κτηρίου για να τον, υποδεχτεί, να αποχωρίζεται αμέσως αυτόν για να χαιρετήσει έναν συνάδελφο της και, μάλιστα, περί το τέλος του ωραρίου του, όταν θα μπορούσε να πράξει τούτο καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας, ενώ μετά από λίγο να μεταβαίνει, για τον ίδιο λόγο, στο γραφείο του ανωτέρω υπαλλήλου και ο δεύτερος κατηγορούμενος για να τον χαιρετήσει απλά, ενώ το λογικό θα ήταν να ανεβούν μαζί (κατηγορούμενοι) στο γραφείο αρχικά του Β. Σ. εφόσον επιθυμούσαν να τον χαιρετίσουν και έτσι η πρώτη κατηγορουμένη να αποφύγει να συναντηθεί μόνη της με τον προϊστάμενο της τον οποίο όπως κατέθεσε κατά την απολογία της φοβόταν και στην συνέχεια να ανεβούν μαζί στο γραφείο της πρώτης ώστε ο δεύτερος αυτών να χαιρετήσει και την Κ. Π., η οποία σημειωτέον ουδέν άκουσε από όσα επικαλείται η πρώτη κατηγορουμένη ότι συνέβησαν στον δεύτερο όροφο με τον εγκαλούντα και η ίδια ουδέν της ανέφερε εκείνη την ημέρα. Τα όσα περί του αντιθέτου καταθέτουν οι μάρτυρες υπεράσπισης για τα ανωτέρω καταγγελλόμενα από την πρώτη κατηγορουμένη σε βάρος του εγκαλούντος ελέγχονται, κατ' επιεική προσέγγιση, ως ανακριβή και ως μειωμένης αξιοπιστίας, αποτελούν δε, προϊόν υποβολής από την πρώτη κατηγορουμένη, στα πλαίσια του υφιστάμενου συγγενικού και εν γένει διαπροσωπικού τους δεσμού, σε μια προσπάθεια απόσεισης των σε βάρος της κατηγοριών. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι την 12-3- 2012 ο εγκαλών τη συκοφάντησε ενώπιον των συναδέλφων της ότι δεν ξέρει να βγάζει αποφάσεις και την αποκάλεσε "νούμερο". Ειδικότερα οι μάρτυρες κατηγορίας, υπάλληλοι του ΟΑΕΔ, κατηγορηματικά καταθέτουν ότι δεν συνέβη τέτοιο περιστατικό και μάλιστα αναφέρουν ότι ο εγκαλών από τις αρχές του μήνα Μαρτίου 2012, ήτοι μετά την υποβολή των αναφορών τόσο από τον ίδιο όσο και από την πρώτη κατηγορουμένη, απέφευγε κάθε προσωπική επαφή μαζί της και δεν ανέβαινε στον τρίτο όροφο όπου ήταν το γραφείο της και ο ίδιος διατηρούσε επίσης και εκεί γραφείο ώστε να μη την συναντήσει, η δε επικοινωνία μαζί της για ζητήματα της υπηρεσίας γινόταν μέσω άλλου υπαλλήλου. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η πρώτη κατηγορουμένη γνώριζε πέραν πάσης αμφιβολίας την αναλήθεια των ως άνω καταγγελλομένων σε βάρος του εγκαλούντος και απέβλεπε στο να κινηθεί ποινική και πειθαρχική δίωξη εναντίον του τελευταίου κατά του οποίου στρέφονταν οι καταγγελίες της. Οι δε σχετικές ψευδείς καταγγελίες της πρώτης κατηγορουμένης θεμελιώνονται τόσο σε προσωπική πεποίθηση και αντίληψή της, όσο και σε δικές της πράξεις και παραλείψεις, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του ψευδούς χαρακτήρα αυτών. Το κίνητρο των γενομένων σε βάρος του εγκαλούντος ψευδών καταγγελιών της πρώτης κατηγορουμένης εντοπίζεται στο γεγονός ότι ο εγκαλών ως Προϊστάμενος του Ο.Α.Ε.Δ. Καστοριάς είχε προβεί σε αναφορά σε βάρος αυτής, κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2011 για την μη τήρηση εκ μέρους της του ωραρίου εργασίας, η δε κατηγορουμένη, φανερά χολωμένη από την ενέργεια αυτή του Προϊσταμένου της, ξεκίνησε έναν διαρκή αγώνα καταγγελιών σε βάρος του, προκειμένου να αποδομήσει την προσωπικότητά του και να τον πλήξει τόσο προσωπικά όσο και υπηρεσιακά...".
XII. Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα για το ότι : "1) Εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και συγκεκριμένα, στην ..., στις 9-5-2012, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καστοριάς, την από ιδίας ημεροχρονολογίας έγκλησή της κατά του νυν εγκαλούντος, Σ. Μ. του Α., με την οποία καταμήνυσε αυτόν για το αδίκημα της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, αναφέροντας ότι αυτός, στις 10-2-2012, στην Καστοριά, ενώ ήταν προϊστάμενος του ΟΑΕΔ Καστοριάς, εκμεταλλευόμενος την εργασιακή θέση της, καθότι τυγχάνει υπάλληλος της πιο πάνω υπηρεσίας, προσέβαλε βάναυσα την αξιοπρέπειά της στο πεδίο της γενετήσιας ζωής της, κοιτάζοντας αυτήν με προκλητικό ύφος και λέγοντας σε αυτήν "έλα-έλα σ' εμένα κορίτσι μου, να σε ξεκουράσω, έλα είμαστε μόνοι μας" και ακολούθως, κατευθύνοντας τα χέρια του προς το στήθος της λέγοντάς της "μ' αρέσει πολύ το στήθος σου" και στις 12-3-2012 τη συκοφάντησε ενώπιον των συναδέλφων της, λέγοντας ότι δεν ξέρει να βγάζει αποφάσεις και την αποκάλεσε "νούμερο". Το περιεχόμενο της πιο πάνω έγκλησης, η οποία έγινε από την ως άνω κατηγορουμένη με σκοπό να κινηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του εγκαλούντος, γεγονός το οποίο πέτυχε, καθόσον σε βάρος του ανωτέρω, Σ. Μ. του Α., ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας από εκμεταλλευόμενο την εργασιακή θέση του παθόντος, είναι ψευδής, όπως εξάλλου αποδείχθηκε, καθότι, αναφορικά με τη συκοφαντική δυσφήμηση η ως άνω έγκληση απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 15/2013 Διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Καστοριάς, ενώ με το υπ' αριθμ. 95/2013 αμετάκλητο βούλευμά του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Καστοριάς αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά του εγκαλούντος για προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας, η δε κατηγορουμένη γνώριζε την αναλήθειά του περιεχομένου αυτής (εγκλήσεως)...".
XIII. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14, 16, 17, 18β, 26 παρ. Ια, 27 παρ 1-2, 229 παρ 1, ΠΚ, όπως η τελευταία αυτή διάταξη ίσχυε, ως ευμενέστερη, με τον προϊσχύσαντα ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας έχει διαληφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των αναγκαίων στοιχείων για την κατάφαση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια αναφέρονται: (α') τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανωμοτί κατάθεση υποστηρίζοντος την κατηγορία, μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων ), από τα οποία το άνω Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ από το όλο περιεχόμενο αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν στο σύνολο τους, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της και δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση αυτών, (β') αιτιολογείται επαρκώς ο άμεσος δόλος της αναιρεσείουσας αναφορικά με το παραπάνω έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης, καθόσον περιέχονται στο σκεπτικό της απόφασης ρητές και σαφείς παραδοχές σχετικά με την θεμελίωση των σχετικών ψευδών καταγγελιών της τόσο σε προσωπική πεποίθηση και αντίληψή της όσο και σε δικές της πράξεις και παραλείψεις οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του ψευδούς χαρακτήρα αυτών, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών, παρά τις σχετικές περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με αυτά που αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αιτιολογείται η ένδικη αξιόποινη πράξη όχι μόνο κατά τα αντικειμενικά αλλά και κατά τα υποκειμενικά της στοιχεία και δεν απαιτείται άλλη επιπλέον αιτιολογία για την συνδρομή του δόλου αυτής, (γ') παρατίθενται τα αληθινά γεγονότα και ότι όσα ανέφερε ήσαν ψευδή, με παράλληλη αναφορά στο σκεπτικό των αποδειχθέντων αληθών πραγματικών περιστατικών, ο σκοπός της οποίας ήταν να προκαλέσει την ποινική καταδίωξη του νυν εγκαλούντος για την αξιόποινη πράξη της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας από εκμεταλλευόμενο την εργασιακή θέση της παθούσας και της συκοφαντικής δυσφήμησης, πράξεις για τις οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ο τελευταίος, αναφορικά με τη συκοφαντική δυσφήμηση, η ως άνω έγκληση απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 15/2013 Διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Καστοριάς, ενώ με το υπ' αριθμ. 95/2013 αμετάκλητο βούλευμά του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Καστοριάς αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά του εγκαλούντος για προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας, δ) για την κατάφαση της ενοχής της αναιρεσείουσας λήφθηκαν υπόψη και συναξιολογήθηκαν όλα τα εισφερθέντα αναφορικά με την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, που ενδιαφέρει εν προκειμένω αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και όλα τα αναφερόμενα από αυτήν έγγραφα, το γεγονός δε ότι το Δικαστήριο δεν συντάχτηκε με το περιεχόμενο ορισμένων εξ αυτών δεν σημαίνει ότι, δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συναξιολογήθηκαν με τα υπόλοιπα, ε') η αιτίαση δε ότι δεν αξιολογήθηκε το γεγονός ότι οι σχετικές διατάξεις της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καστοριάς και Εισαγγελίας Εφετών Κοζάνης, οι οποίες απέρριψαν την έγκληση και αναφορά της κατά του εγκαλούντος, δεν της επέβαλαν τα δικαστικά έξοδα αναγνωρίζοντας έτσι την έλλειψη δόλου σύμφωνα με το άρθρο 585 παρ 4 ΚΠΔ, στοιχείο όμως που εκτιμάται ελεύθερα (ΑΠ 666/2014), παραπέμπει σε πλημμελή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και βάλλει κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης, περί τα πράγματα, κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, οπότε είναι απαράδεκτη, αφού συνιστά αμφισβήτηση των σε βάρος της ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, (στ') Επιπλέον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα είχε όχι μόνο προσωπική αντίληψη και πεποίθηση για το ψεύδος των καταγγελιών και εξ αυτού αιτιολογείται η γνώση της ως στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε, αλλά παράλληλα διαλαμβάνεται, ότι είχε διαμορφώσει σε βάρος του υπ" αυτής μηνυθέντος, ήδη εγκαλούντος, σκοπό καταδίωξης, ο οποίος αναφέρεται στο αιτιολογικό της άνω απόφασης και από το σύνολο των παραδοχών επιτρέπεται να συναχθεί, ότι ο τελευταίος θεμελιώνεται στο γεγονός ότι ο εγκαλών ως Προϊστάμενος του ΟΑΕΔ Καστοριάς είχε προβεί σε αναφορά σε βάρος της κατά το μήνα Αύγουστο 2011 για τη μη τήρηση εκ μέρους της του ωραρίου εργασίας, η δε αναιρεσείουσα φανερά χολωμένη από την ενέργεια αυτή του Προϊσταμένου της ξεκίνησε ένα διαρκή αγώνα καταγγελιών σε βάρος του, προκειμένου να αποδομήσει την προσωπικότητα του και να τον πλήξει τόσο προσωπικά όσο και υπηρεσιακά και ζ') από τις παρατιθέμενες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης διαπιστώνεται, ότι η γενόμενη αναφορά σ' αυτήν στο υπ' αριθ 95/2013 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα και στην υπ' αριθμ 15/11-03-2013 Διάταξη Αρχειοθέτησης της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Καστοριάς, ως αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη της αναλήθειας των καταγγελθέντων, δεν έγινε περιοριστικά και αποκλειστικά, αλλά, όπως από αυτήν προκύπτει, από την αξιολόγησή τους μετά των άλλων αποδεικτικών μέσων, ενώ από τις ίδιες παραδοχές, δεν βεβαιώνεται οποιαδήποτε επίδραση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ως αποδεικτικά αμάχητου τεκμηρίου αναλήθειας ως προς την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης.
Οι λοιποί εμπεριεχόμενοι, στους αναιρετικούς λόγους ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, περί του ότι από τα στοιχεία της υπόθεσης δεν προκύπτει η εκ μέρους της τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, καθώς και οι συναφείς διάσπαρτες αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που συνιστούν αμφισβήτηση των σε βάρος της ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, καθόσον αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, δοθέντος ότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών αιτιάσεων, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, όλοι οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την καταδικαστική για την αναιρεσείουσα ως άνω κρίση της, γενικώς, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. και από το άρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) - που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης και δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της ποινικής αποφάσεως, πέραν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπομένους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναιρέσεως, σε συνδυασμό με όσα ορίζονταν στη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Μετά ταύτα μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, αναφορικά με την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ.πρωτ. 117/8-1-2020 Δήλωση, της Ε. Π. του Ζ., κάτοικου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ 241/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ