ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ - ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ - ΑΠ 1237-2020

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Η ακυρότητα  του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι σχετική, πρέπει, κατά το άρθρο 174 παρ.2 εδ. β' ΚΠΔ, να προταθεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία σε τελευταίο βαθμό και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αν εμφανιστεί εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, να προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της προτείνοντας την ακυρότητα μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, δηλαδή πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, διαφορετικά, αν δεν προταθεί εγκαίρως, καλύπτεται σύμφωνα με το άρθρο 175 παρ. 2 ΚΠΔ (ΑΠ 359/2020), νομολογιακή θέση, η οποία διατυπώθηκε και υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 174 παρ. 2 του καταργηθέντος ΚΠΔ (ΑΠ 770/2019, ΑΠ 1332/2019, ΑΠ 1115/2019).

Αριθμός 1237/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια και Νικόλαο Βεργιτσάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθία Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμο Βάλσαμο, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1230/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Με κατηγορούμενους τους: 1. Γ. Β. του Ο., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαπέτρου, 2. Α. Κ. του Γ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαπέτρου, 3. Ι. Κ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαπέτρου, 4. Τ. Τ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαπέτρου, 5. Π. Ξ. του Β., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ξυλαρδιστό, 6. Β. Σ. του Ν., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαπέτρου και Πολιτικώς Ενάγουσες Υποστηρίζουσες την κατηγορία τις: 1.Ε. χήρα Κ. Α., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε και 2.Β. Α. του Κ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζησαββάογλου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αρ. 1/3.1.2020 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 41/20.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου, είτε αυτή είναι οριστική είτε παρεμπίπτουσα ή προπαρασκευαστική, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 ίδιου Κώδικα, ήτοι εντός τριάντα ημερών από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου - 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της υπέρβασης εξουσίας" του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, η οποία συντρέχει όταν αυτό άσκησε δικαιοδοσία η οποία δεν του παρέχεται από το νόμο (θετική υπέρβαση εξουσίας) ή όταν παρέλειψε να αποφανθεί για ζήτημα που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του (αρνητική υπέρβαση εξουσίας), αν και συνέτρεχαν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι (Ολ. ΑΠ 3/2005). Επομένως, η υπό κρίση από 3/1/2020 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στρεφόμενη κατά της υπ' αριθ. 1230/2019 παρεμπίπτουσας απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο σχετική ένσταση των κατηγορουμένων, ακύρωσε κρίνοντας αόριστο το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι να δικασθούν για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από (ιατρική) αμέλεια, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα μέσα στην τριακονθήμερη προθεσμία από την καταχώριση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο, η οποία έλαβε χώρα στις 5/12/2019 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αναίρεσης που αφορά την υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Θ' ΚΠΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ (Ν. 4620/2019) προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει με ποινή ακυρότητας, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί το δικαίωμα αυτού από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ να πληροφορηθεί την κατηγορία που του αποδίδεται και να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ο καθορισμός της πράξης είναι ακριβής, όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη σ' αυτό ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την απειλούμενη ποινή, χωρίς, όμως, να απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, δεν ταυτίζεται. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει αυτά τα στοιχεία είναι άκυρο κατά το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι σχετική, πρέπει, κατά το άρθρο 174 παρ.2 εδ. β' ΚΠΔ, να προταθεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία σε τελευταίο βαθμό και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αν εμφανιστεί εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, να προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της προτείνοντας την ακυρότητα μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, δηλαδή πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, διαφορετικά, αν δεν προταθεί εγκαίρως, καλύπτεται σύμφωνα με το άρθρο 175 παρ. 2 ΚΠΔ (ΑΠ 359/2020), νομολογιακή θέση, η οποία διατυπώθηκε και υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 174 παρ. 2 του καταργηθέντος ΚΠΔ (ΑΠ 770/2019, ΑΠ 1332/2019, ΑΠ 1115/2019 ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων και τη νομιμοποίηση των συνηγόρων υπεράσπισης, δήλωσαν παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας και διόρισαν πληρεξουσίους δικηγόρους οι δικαιούμενοι προς τούτο, οι οποίοι κατέθεσαν έγγραφη δήλωση για την κατηγορία, ακολούθως δε η εισαγγελέας της έδρας απήγγειλε την κατηγορία και η Πρόεδρος εκφώνησε στη συνέχεια τους μάρτυρες κατηγορίας και τους μάρτυρες υπεράσπισης που δήλωσαν ότι έχουν κλητεύσει οι κατηγορούμενος Στο σημείο αυτό της διαδικασίας οι κατηγορούμενοι δια των συνηγόρων τους κατέθεσαν έγγραφη ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος αναφέροντας κατά λέξη τα εξής: "ΕΝΣΤΑΣΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΘΕΣΠΙΣΜΑΤΟΣ 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου του άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π Δ. το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, με ποινή ακυρότητας να περιέχει, πέραν των άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος καθώς και .μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που προβλέπει την απειλούμενη ποινή. Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για ανθρωποκτονία από αμέλεια που τελέστηκε με πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης κατά τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά της στοιχεία και τη διάταξη του ποινικού νόμου που την προβλέπει και την τιμωρεί. 2.Όμως όταν η αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε τον αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. 3.Στην περίπτωση αυτή και αφού η προαναφερόμενη ιδιαίτερη νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο όρο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 302 ΠΚ, εκτός των προβλεπομένων στο άρθρο 321 παρ. 1 του ΚΠΔ στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας δικαίου αυτός. Τα ίδια σε σχέση με το κλητήριο θέσπισμα προβλέπονται και από το άρθρο 6 παρ 3 εδ. ά και β' της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα, α) να πληροφορείται στη γλώσσα που εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια τη φύση και το λόγο της του κατηγορίας και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι, αυτός είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρα σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ.....Ενώ το αποδιδόμενο σε μας έγκλημα φέρεται να οφείλεται με παραλείψεις πλειόνων (συγκλίνουσα αμέλεια), δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αμελής συμπεριφορά εκάστου εξ ημών. Αναφερόμαστε όλοι (συλλήβδην) ως θεράποντες ιατροί της θανούσας (χωρίς να είμαστε), χωρίς να προσδιορίζεται ο χρόνος που καθένας από μας επελήφθη του περιστατικού και με τις αρμοδιότητες. Παρατίθενται (και μάλιστα παρατακτικά και αθροιστικά) οι ειδικότητες όλων μας, χωρίς να εξειδικεύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση οι υποχρεώσεις - και αντίστοιχα οι παραλείψεις - που προκύπτουν για τον καθέναν από μας εκ της ειδικότητάς του και στην ευθύνη του για την αντιμετώπιση του περιστατικού.? Αναφέρεται ότι δεν παραγγείλαμε άμεσα και εντός 12ώρσυ διενέργεια νέας αξονικής τομογραφίας ωσάν να ήταν κοινή απόφαση και επιλογή η ανάγκη παραγγελίας (ή παραλείψεως) χωρίς να προσδιορίζεται αφενός ποιος είχε παραγγείλει την προηγούμενη, ποιος την είχε διενεργήσει, ποιος την είχε εκτιμήσει, καθώς και ποιος οφείλει να παραγγείλει τη νέα. Εν τέλει και το κυριότερο, δεν προσδιορίζεται η πηγή της ιδιαίτερης νομικής μας υποχρέωσης - για τη συγκεκριμένη περίπτωση - και δεν αναφέρεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, που δημιουργεί το νόμιμο λόγο ευθύνης μας ΖΗΤΟΥΜΕ Να γίνει δεκτή η ένστασή μας και να ακυρωθεί το υπ' αριθμ ... και από 12-7-2019 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Βόλου".

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την ένσταση και ακύρωσε το κλητήριο θέσπισμα λόγω αοριστίας του περιεχομένου του με το ακόλουθο διατακτικό "Ακυρώνει το κλητήριο θέσπισμα και το κατηγορητήριο του ότι: στο Βόλο, την 18.8.2014, οι κατηγορούμενοι από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι πράξεις και οι παραλείψεις τους και σκότωσαν άλλο άτομο. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι υπηρετούντες κατά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2014 στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) και στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) του Γενικού Νοσοκομείου Βόλου ...", ετύγχαναν ο Γ. Β. αναισθησιολόγος - εντατικολόγος και Συντονιστής Διευθυντής ΜΕΘ, η Α. Κ. αναισθησιολόγος- εντατικολόγος και Διευθύντρια Κλινικής ΜΕΘ, ο Ι. Κ. παθολόγος- εντατικολόγος και Διευθυντής της ΜΕΘ, ο Τ. Τ. πνευμονολόγος - εντατικολόγος και Επιμελητής Α' της ΜΕΘ, ο Π. Ξ. χειρουργός και επιμελητής Β' της χειρουργικής κλινικής, όλοι δε οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ήταν θεράποντες ιατροί της Α. - Ε. Α., η οποία διακομίσθηκε στο ως άνω νοσοκομείο την 8.7.2014 λόγω βαρύτατου τραυματισμού της κατόπιν πτώσης της από μεγάλο ύψος. Ενώ λοιπόν οι κατηγορούμενοι ιατροί με τις ως άνω αναφερόμενες ιδιότητές τους είχαν εκ της υπηρεσίας τους και του επαγγέλματος τους ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση και έπρεπε να δείξουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, κατά την αντιμετώπιση του περιστατικού, εσφαλμένα έκριναν ότι η πρώτη αξονική τομογραφία εγκεφάλου, στην οποία υποβλήθηκε η ως άνω ασθενής την 8.7.2014 περίπου δύο ώρες μετά τον τραυματισμό της και δεν ανέδειξε σε όλο τον εγκέφαλο κάταγμα κρανίου, αιμάτωμα και θλάση, ήταν αξιόπιστη, καθόσον η συγκεκριμένη αξονική τομογραφία ήταν μειωμένης διαγνωστικής αξιοπιστίας λόγω τεχνικών ελαττωμάτων και παραμορφώσεων, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατό να ελεγχθούν όλα τα τμήματα του εγκεφάλου της ασθενούς και εσφαλμένα δεν παρήγγειλαν άμεσα τη διενέργεια νέας αξονικής τομογραφίας εντός δωδεκαώρου από την πρώτη, ώστε να αναδειχθούν εγκαίρως το κεφαλαιμάτωμα και η λόγω αυτού επελθούσα βαρεία εγκεφαλική αιμορραγία που δεν είχαν διαπιστωθεί με την πρώτη αξονική τομογραφία. Η ως άνω περιγραφόμενη αμελής συμπεριφορά των κατηγορουμένων είχε ως αποτέλεσμα να μην διαπιστωθούν και να μην αντιμετωπισθούν έγκαιρα οι ως άνω βλάβες που είχε υποστεί η Α. - Ε. Α. και τελικά επέφεραν αιτιακά την 18.8.2014 το θάνατο της λόγω πολλαπλών κακώσεων και καταγμάτων και μεταξύ άλλων λόγω εγκεφαλικής νέκρωσης και φλεγμονής μήνιγγας με εξιδρώματα και θέσεις αποστηματοποίησης".

Με την υπό κρίση αναίρεση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο της υπέρβασης εξουσίας με την αιτίαση ότι η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ήταν απαράδεκτη και όφειλε το δικαστήριο να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης, καθόσον κατά τα εκτιθέμενα υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά α) την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων β) τη νομιμοποίηση των παρασταθέντων στη δίκη για την υποστήριξη της κατηγορίας γ) την απαγγελία της κατηγορίας από την εισαγγελέα, με την οποία συντελείται η έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης και δ) την ανάγνωση του καταλόγου των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης.? Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενο και να προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 175 παρ. 2 ΚΠΔ) και στην προκειμένη περίπτωση η σχετική ένσταση προτάθηκε αμέσως μετά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, οπότε δεν είχε αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, αφού δεν είχε ορκισθεί ο πρώτος μάρτυρας ούτε είχε εξετασθεί κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο και επομένως ήταν παραδεκτή και εμπρόθεσμη.

Περαιτέρω, δεν τίθεται θέμα αυτεπάγγελτης έρευνας άλλου αναιρετικού λόγου σχετικά με την ορθότητα της κρίσης του δικαστηρίου περί αοριστίας και εντεύθεν ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, καθόσον η έρευνα ενός τέτοιου αναιρετικού λόγου, υπό το πρίσμα του άρθρου 511 εδ.α' και β' ΚΠΔ, θα καθιστούσε χείρονα τη θέση των κατηγορουμένων και σε κάθε περίπτωση η σχετική ακυρότητα δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στο υπόμνημα της υποστηρίζουσας την κατηγορία ότι το Δικαστήριο τούτο οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομική και ουσιαστική αβασιμότητα της ακύρωσης του κλητηρίου θεσπίσματος, περί της οποίας δεν διέλαβε λόγο αναίρεσης ο Εισαγγελέας, παρά το ότι είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα, είναι κατά συνέπεια αβάσιμα.

Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3/1/2020 αίτηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθ. 1230/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2020. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ             Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login