ΕΓΚΛΗΣΗ - ΕΡΜΗΝΕΙΑ 464 ΠΚ -ΑΠ 773-2020

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Η δήλωση βούλησης του παθόντος για την τιμωρία του δράστη δεν απαιτείται να είναι ρητή και πανηγυρική αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της έγκλησης και εφόσον, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ, αρκεί μία απλή δήλωση για την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας, η ρητή δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει να θεωρηθεί ως έγκληση, η οποία έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα.

Απόφαση 773 / 2020  (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 773/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 4 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο - Κόλλια, αλλά και αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Χ. του Α., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε.

Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Αυγούστου 2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1229/2019.

Αφού άκουσε

Την Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την ποινή, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επιμέτρηση ποινής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, τον αναιρεσείοντα με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, αλλά και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 512 παρ. 1 εδ. γ' και 3 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στο άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η υπόθεση σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 25-9-2019 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα του A' AT Λάρισας Χ. Μ., η πολιτικώς ενάγουσα της κρινόμενης υπόθεσης και ήδη υποστηρίζουσα την κατηγορία Ε. Χ. του Α. με αναιρεσείοντα τον Γ. Μ. του Ν., κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 12-11-2019, κατά την οποία, κατόπιν αποδοχής αιτήματος αναβολής λόγω κωλύματος του συνηγόρου του αναιρεσείοντα Δημήτριου Παρασκευόπουλου, με την υπ'αριθμ. 1752/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η πολιτικώς ενάγουσα όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Μετά από αυτά και εφόσον η κρινόμενη από 2-8-2019 και με αριθμό εκθέσεως 11/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1/2019 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της πολιτικώς ενάγουσας σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας η ισχύς του οποίου άρχισε, κατά το άρθρο 460 αυτού και το άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου, από 1-7-2019. Κατά τη διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 αυτού (νέου ΠΚ), για την ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων εγκλημάτων και αυτού της απάτης, που προβλέπεται στο άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ και του οποίου η ποινική δίωξη υπό το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς ασκείτο αυτεπαγγέλτως από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη είδηση για τη διάπραξή του (άρθρα 27 και 36 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ), απαιτείται πλέον έγκληση, ενώ κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του ίδιου Κώδικα "Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδο τους".

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ένοχος απάτης κατ'εξακολούθηση με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία καθώς και απιστίας δικηγόρου. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι οι παθόντες από την πράξη της απάτης, φερομένης ως τελεσθείσας το μήνα Δεκέμβριο 2015 έως και 24-5-2016, Ν. Κ., Θ. Κ. και Ά. Τ., συζ. Θ. Κ. κατέθεσαν στις 24-5-2016 στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας την υπό την αυτή ημερομηνία, επέχουσα θέση μηνύσεως (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 650/2015, ΑΠ 1709/2003), αναφορά κατά του αναιρεσείοντα σχετικά με τη σε βάρος τους αξιόποινη συμπεριφορά του, για την οποία αυτός διώχθηκε, υπογράφοντες οι δύο πρώτοι και τις αντίστοιχες από 24-5-2016 εκθέσεις μηνυτού. Ενόψει δε του ότι η δήλωση βούλησης των εγκαλούντων για την τιμωρία του δράστη δεν απαιτείται να είναι ρητή και πανηγυρική αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της έγκλησης και εφόσον, σύμφωνα με την προαναφερθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ, αρκεί μία απλή δήλωση για την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας, η ως άνω αναφορά πρέπει να θεωρηθεί ως έγκληση, η οποία μάλιστα έχει ασκηθεί εμπροθέσμως (ΑΠ 2010/2019). Περαιτέρω, η παθούσα από την πράξη της απάτης, φερομένης ως τελεσθείσας το Μάιο έως το Δεκέμβριο του 2013, Ε. Χ., με την από 2-12-2015 κατάθεσή της στην Πταισματοδίκη Λάρισας, κατήγγειλε τον αναιρεσείοντα για την σε βάρος της, συνιστώσα την πράξη της απάτης, συμπεριφορά και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, προς υποστήριξη της οποίας παρέστη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που της επιδίκασε για την πράξη αυτή χρηματική ικανοποίηση 50 ευρώ. Η κατά τα ανωτέρω ένορκη κατάθεση αυτής δόθηκε μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος πολύ μεγαλύτερου των τριών μηνών από τότε που έλαβε χώρα η καταγγελλόμενη σε βάρος της απάτη και από τη γνώση του προσώπου που καταγγέλλει ως υπαίτιο ενώ μέχρι την 1-11-2019, ημερομηνία εκπνοής της δοθείσας από το νόμο παραπάνω τετράμηνης προθεσμίας, δεν δήλωσε ότι επιθυμεί την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας για την υπό κρίση υπόθεση. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, ενόψει του ότι η δήλωση βούλησης του εγκαλούντος για την τιμωρία του δράστη δεν απαιτείται να είναι ρητή και πανηγυρική αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της έγκλησης και εφόσον, σύμφωνα με την προαναφερθείσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ, αρκεί μία απλή δήλωση για την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας, η ως άνω ρητή δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην ως άνω ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρα πρέπει να θεωρηθεί ως έγκληση, η οποία έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα (πρβλ. 1700/2019), ενώ για την ποινική δίωξη της προβλεπόμενης από το άρθρο 233 ΠΚ αξιόποινης πράξης της απιστίας δικηγόρου τόσο υπό το προϊσχύσαν όσο και υπό το ισχύον δίκαιο δεν απαιτείται έγκληση, απορριπτομένων, μετά ταύτα, των υποστηριζόντων τα αντίθετα με τον, εξεταζόμενο και αυτεπαγγέλτως, πρώτο λόγο αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ. 1 εδ.α' του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ "όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης στη βασική του μορφή , απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Το ψευδές γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωση του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον. Όταν όμως εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, συνδέονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ήδη στο παρόν ψευδούς πραγματικής κατάστασης ή δυνατότητας του δράστη, που είχε από πριν ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 233 εδ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ, "Δικηγόρος ή άλλος νομικός παραστάτης που βλάπτει με πρόθεσή του εκείνον, των συμφερόντων του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία....τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 233 παρ. 1 του νυν ισχύοντος ΠΚ "Δικηγόρος που βλάπτει εν γνώσει τα συμφέροντα εκείνου του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία...τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας δικηγόρου απαιτείται α) η ιδιότητα του δράστη ως δικηγόρου, β) η ανάθεση σ'αυτόν υποθέσεως, που μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη, με εντολή ή με έμμισθη εντολή ακόμη και ενέργεια στα πλαίσια της εντολής, γ) η από πρόθεση και ήδη εν γνώσει πρόκληση βλάβης των συμφερόντων εκείνου, του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία, η οποία μπορεί να μην είναι αποκλειστικά περιουσιακή και δ) ενέργεια στα πλαίσια του επαγγέλματος του δικηγόρου και όχι άσχετη με αυτό. Η βλάβη, με την επέλευση της οποίας περατώνεται το αδίκημα, είναι δυνατόν να επέλθει τόσο από ενέργεια του δικηγόρου όσο και από παράλειψη (ΑΠ 680/2014). Οσάκις δε η βλάβη είναι απότοκος οφειλόμενης ενέργειας, για την οποία ο δικηγόρος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει δυνάμει της σύμβασης εντολής που έλαβε, πρόκειται για έγκλημα που τελείται με παράλειψη (αρθρ. 15 ΠΚ). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ" ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ'αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Αρκεί μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ" επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε ότι προέκυψαν, στην αληθή έννοιά του αλλά και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας που την εξέδωσε, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος λεπτομερώς αναφέρει (χωρίς όρκο κατάθεση πολιτικώς ενάγουσας, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων), αποδείχτηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

"Με το Ν 3869/31-7-2010, προς αντιμετώπιση του προβλήματος της υπερχρέωσης καταναλωτών και επαγγελματιών, δόθηκε η δυνατότητα ρύθμισης του, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις των επιμέρους διατάξεων του νόμου αυτού. Ο πρώτος κατηγορούμενος, δικηγόρος του δικηγορικού συλλόγου Λάρισας, από το έτος 2011 ήταν πρόεδρος του συλλόγου δανειοληπτών Λάρισας, με την επωνυμία "...", στον οποίο (σύλλογο) κατέφευγαν διάφοροι δανειολήπτες προς αναζήτηση βοήθειας, κυρίως νομικής, ώστε να αποφύγουν τα εναντίον τους διωκτικά μέτρα των τραπεζών. Εκεί, είτε ο δεύτερος κατηγορούμενος είτε η κόρη του αφού συνομιλούσαν με τους δανειολήπτες, τους παρέπεμπαν στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος δεν τους αντιμετώπιζε ως πρόεδρος του συλλόγου των δανειοληπτών αλλά ως πελάτες του δικηγορικού του γραφείου, υποσχόμενος ότι είχε δυνατότητα να επιτύχει την περικοπή μεγάλου ποσοστού (80%) των οφειλών τους, με την υπαγωγή τους στον "νόμο Κατσέλη" και αφού ανέλαβε τις υποθέσεις τους αξίωσε πολύ μεγάλες αμοιβές που δεν είχε συμφωνήσει μαζί τους αλλά και δεν τους είχε καν προϊδεάσει για τις αμοιβές αυτές, ενώ δεν πέτυχε και θετικό γι' αυτούς αποτέλεσμα, αφού δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στον ως άνω νόμο. Ακολούθησαν μαζικές καταγγελίες στο δικηγορικό σύλλογο Λάρισας, ο οποίος, μέσω του αρμοδίου του οργάνου, τις παρέπεμψε στην εισαγγελία Λάρισας και ακολούθησε και την προβλεπόμενη πειθαρχική διαδικασία.

Στην προκειμένη περίπτωση ειδικότερα αποδείχθηκαν τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε συνολική προξενηθείσα περιουσιακή ζημία ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, συνολικού ποσού δεκατεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα (14.440) ευρώ. Ειδικότερα:

1.α) Κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2015 έως και 24-5-2016, στη ……, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους εγκαλούντες Ν. Κ. του Α., κάτοικο ..., Θ. Κ. του Α. και Ά. Τ. του Σ., σύζυγο Θ. Κ., ... ότι έχει τη δυνατότητα να επιτύχει με βεβαιότητα, με δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, την υπαγωγή τους στο Ν. 3869/2010 "περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" και την περικοπή ποσοστού 80%-95% των οφειλών τους από δάνεια προς τη Συνεταιριστική Τράπεζα Θεσσαλίας και ότι απαιτείται η προκαταβολή προς αυτόν του χρηματικού ποσού των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ από το Ν. Κ., του ποσού των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα (4.690) ευρώ από το Θ. Κ. και του ποσού των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ από την Ά. Τ. για σύνταξη εξώδικων οχλήσεων προς πιστώτριες τράπεζες, σύνταξη και κατάθεση αιτήσεων στο Δικαστήριο, επιδόσεις και παράσταση στο δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 2-6-2016. Ωστόσο, τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθώς η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο 1ος κατηγορούμενος, ήταν ότι δεν είχε τη δυνατότητα να επιτύχει με βεβαιότητα, με δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, την υπαγωγή των εγκαλούντων στο Νόμο 3869/2010 "περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών" και την περικοπή ποσοστού 80%-95% των οφειλών τους από δάνεια προς τη Συνεταιριστική Τράπεζα Θεσσαλίας, πρωτίστως διότι κατά ρητή επιταγή του άνω νόμου, δυνατότητα υπαγωγής είχαν μόνο φυσικά πρόσωπα, ενώ οι Ν. και Θ. Κ. ήταν μέλη ομόρρυθμης εταιρίας. Με τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις έπεισε τους εγκαλούντες να του προκαταβάλουν τμηματικά τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, συνολικού ποσού δέκα χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα (10.790) ευρώ, ζημιώνοντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία του εγκαλούντος Ν. Κ. κατά το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ, την περιουσία του εγκαλούντος Θ. Κ. κατά το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα (4.690) ευρώ και την περιουσία της εγκαλούσας Ά. Τ. κατά το ποσό των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ προς ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος αυτού του κατηγορουμένου, δικηγόρου Γ. Μ., ο οποίος είχε εκ των προτέρων ειλημμένη την απόφαση να μην υλοποιήσει τα ως άνω συμφωνηθέντα, καθώς δεν προέβη σε αποτελεσματικές δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την υπαγωγή των εγκαλούντων στον ευνοϊκό νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Εάν οι εγκαλούντες γνώριζαν την αλήθεια και την αβέβαιη έκβαση της δικαστικής υπόθεσής τους, δεν θα προέβαιναν στην καταβολή των ανωτέρω χρηματικών ποσών προς τον 1ο κατηγορούμενο.

1.β) Κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο έως το Δεκέμβριο του έτους 2013, στη ……, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στην εγκαλούσα Ε. Χ. του Α., κάτοικο ..., ότι έχει τη δυνατότητα να επιτύχει με βεβαιότητα, με δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010 "περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", την περικοπή ποσοστού 80% των οφειλών της από δάνεια στην πρώην Εμπορική Τράπεζα και την Τράπεζα Πειραιώς και τη διάσωση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας της και ότι απαιτείται η προκαταβολή προς αυτόν του χρηματικού ποσού των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για άσκηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και χιλίων εξακοσίων πενήντα (1.650) ευρώ για υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010, σύνταξη και κατάθεση αιτήσεων στο Ειρηνοδικείο, επιδόσεις και παράσταση στο αρμόδιο δικαστήριο, από το οποίο χρηματικό ποσό 600 ευρώ απαιτείται δήθεν για την υποχρεωτική τήρηση προδικασίας επίδοσης εξώδικων προτάσεων εξωδικαστικού συμβιβασμού προς τις πιστώτριες τράπεζες σύμφωνα με ρητή διαβεβαίωσή του, αποκρύπτοντας της ότι κατά την κατάθεση της αίτησης την 28-8-2013 κατέστη προαιρετική η διαδικασία εξωδικαστικού συμβιβασμοί κατ' άρθρο 2 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με αρ. 11 Ν. 4161/2013, ενώ το άρθρο 9 Ν. 3869/2010 προέβλεπε διαδικασία ρευστοποίησης της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη που δεν διασφάλιζε επαρκώς την ακίνητη περιουσία της. Περαιτέρω, την 10-12- 2013 παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα ότι η υπ' αριθμόν 732/2013 ανακοπή της κατά της υπ' αριθμόν 457/2013 διαταγής πληρωμής Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας αιτήσει της αντιδίκου της ALPHA Τράπεζας συζητήθηκε και αναμένεται η έκδοση ευνοϊκής απόφασης. Ωστόσο, τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθώς η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο 1ος κατηγορούμενος, ήταν ότι δεν είχε τη δυνατότητα να επιτύχει με βεβαιότητα, με δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, την υπαγωγή της εγκαλούσας στο Νόμο 3.869/2010 "περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" και την περικοπή ποσοστού 80% των οφειλών της από τραπεζικά δάνεια και δεν προαπαιτούνταν η επίδοση εξωδίκων για την επίτευξη του εξωδικαστικού συμβιβασμού πριν την υποβολή αίτησης υπαγωγής στο Ειρηνοδικείο την 28-8-2013, ενώ η ασκηθείσα από 5-6- 2013 ανακοπή της εγκαλούσας κατά της διαταγής πληρωμής της ALPHA Τράπεζας δεν συζητήθηκε στη δικάσιμο της 10-12-2013, αλλά αναβλήθηκε η συζήτησή της αιτήσει του κατηγορουμένου για τη δικάσιμο της 10-3-2015, οπότε ο κατηγορούμενος πληρεξούσιος δικηγόρος της ανακόπτουσας δεν παρέστη, η υπόθεση συζητήθηκε ερήμην και η ανακοπή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμόν 170/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Με τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις του ο 1ος κατηγορούμενος έπεισε την εγκαλούσα, Ε. Χ. του Α., να του προκαταβάλει το προαναφερόμενο συνολικό χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων εξακοσίων πενήντα (3.650) ευρώ, παρουσία του στενού συνεργάτη του και υπευθύνου του Συλλόγου Δανειοληπτών με το διακριτικό τίτλο "...", Ι. Β., 2ου κατηγορουμένου, ζημιώνοντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία της κατά το προαναφερθέν χρηματικό ποσό προς ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος του 1ου κατηγορουμένου, δικηγόρου Γ. Μ., ο οποίος γνώριζε εκ των προτέρων ότι δεν είχε τη δυνατότητα να υλοποιήσει τα ως άνω συμφωνηθέντα, δεν προέβη σε αποτελεσματικές δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την υπαγωγή της εγκαλούσας στον ευνοϊκό νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και δεν παρέστη στη δικάσιμο της 10-12-2013 κατά τη συζήτηση της από 5-6-2013 ανακοπής, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμόν 170/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, καθώς επίσης κατά την κατάθεση της αίτησης υπαγωγής στο Ν. 3869/2010 την 28-8-2013 γνώριζε ότι δεν ήταν υποχρεωτική η προεπίδοση των εξώδικων οχλήσεων προς τις πιστώτριες τράπεζες, για την οποία η εγκαλούσα κατέβαλε σε αυτόν το ποσό των 600 ευρώ. Εάν η εγκαλούσα γνώριζε την αλήθεια και την αβέβαιη έκβαση της δικαστικής υπόθεσής της, δεν θα προέβαινε στην καταβολή του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού των τριών χιλιάδων εξακοσίων πενήντα (3.650) ευρώ προς τον 1ο κατηγορούμενο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, τους κατωτέρω τόπο και χρόνους ως δικηγόρος ,με πρόθεση έβλαψε εκείνον, των συμφερόντων του οποίου είχε αναλάβει τη νομική προστασία. Ειδικότερα: Κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο έως το Δεκέμβριο του έτους 2013 στη …… αφού ανέλαβε τη νομική προστασία της εγκαλούσας Ε. Χ. του Α., κατοίκου ..., ήτοι ανέλαβε να προβεί στις απαιτούμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010 "περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", την περικοπή ποσοστού των οφειλών της από δάνειο στην πρώην Εμπορική Τράπεζα, τη διάσωση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας της, την άσκηση ανακοπής κατά της υπ' αριθμ. 457/2013 διαταγής πληρωμής Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας αιτήσει της αντιδίκου της ALPHA Τράπεζας και την παράσταση κατά τη συζήτησή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας την 10¬Ι 2-2013, λαμβάνοντας το χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για την άσκηση και συζήτηση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και χιλίων εξακοσίων πενήντα (1.650) ευρώ για την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010, εντούτοις την 10-12-2013 δεν παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας κατά την ορισθείσα ημέρα συζήτησης της από 5-6-2013 ανακοπής, αλλά χωρίς τη συναίνεση της εγκαλούσας αιτήθηκε αναβολή της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 10-12-2013 για τη δικάσιμο της 10-3-2015, όπου η ανακοπή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 170/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, καθώς ο κατηγορούμενος δεν ενημέρωσε την ανακόπτουσα για την αναβολή, δεν παρέστη στη συζήτηση της ανακοπής κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, αλλά ψευδώς την διαβεβαίωσε ότι κατά τη δικάσιμο της 10-12-2013 η υπόθεση συζητήθηκε και αναμένεται η έκδοση ευνοϊκής απόφασης, καθώς επίσης δεν προέβη σε ορθές δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την υπαγωγή της εγκαλούσας στον ευνοϊκό νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, δεν κατέθεσε πλήρη φάκελο προτάσεων με τα απαιτούμενα εκ του Ν. 3869/2010 δικαιολογητικά λόγω μη καταβολής εκ μέρους της μη συμφωνηθέντος επιπλέον χρηματικού ποσού των πεντακοσίων πενήντα (550) ευρώ, το οποίο χρηματικό ποσό απαιτούσε αντισυμβατικά από αυτήν. Με τον τρόπο αυτό με πρόθεση δεν περαίωσε την εντολή που ανέλαβε, βλάπτοντας την εγκαλούσα πελάτισσα του, Ε. Χ. του Α., των συμφερόντων της οποίας είχε αναλάβει τη νομική προστασία έναντι ληφθείσης δικηγορικής αμοιβής. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η εγκαλούσα ανακάλεσε την εντολή της στον ίδιο, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να ενημερώσει την εντολέα του για την πρόθεση αναβολής, πριν την αίτηση αυτής αλλά και για την ημερομηνία αναβολής, για την οποία ουδέποτε ενημερώθηκε από τον ίδιο, ενώ εάν επιθυμούσε να απεκδυθεί των καθηκόντων του, ούτως ώστε αυτή να έχει τη δυνατότητα προσφυγής και ανάθεσης της υπόθεσης σε άλλον νομικό παραστάτη, όφειλε να της το γνωστοποιήσει πριν ζητήσει και λάβει αναβολή της ανακοπής, κατά τη συζήτηση της οποίας δεν παρέστη, καθόσον δεν είχε ενημερωθεί από τον κατηγορούμενο, παρά πίστευε, όπως της είχε δηλώσει, ότι είχε συζητηθεί και ανέμενε την απόφαση και η ανακοπή απορρίφθηκε. Με τα δεδομένα αυτά στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το πλημμέλημα της απιστίας, το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο δικηγόρο.

Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, των προαναφερόμενων πράξεων της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση και της απιστίας δικηγόρου, κατά τα ανωτέρω και τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας και να του αναγνωρισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του ότι έζησε έως το χρόνο που έγιναν τα εγκλήματα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, όπως έγινε δεκτό και με την εκκαλούμενη απόφαση...." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, του ότι : "στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε συνολική προξενηθείσα περιουσιακή ζημία ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, συνολικού ποσού δεκατεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα (14.440) ευρώ. Ειδικότερα : Ι.α) Κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2015 έως και 24-5-2016, στη …., με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους εγκαλούντες Ν. Κ. του Α., κάτοικο ..., Θ. Κ. του Α. και Ά. Τ. του Σ., σύζυγο Θ. Κ., ... ότι έχει τη δυνατότητα να επιτύχει με βεβαιότητα, με δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, την υπαγωγή τους στο Ν. 3869/2010 "περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" και την περικοπή ποσοστού 80%-95% των οφειλών τους από δάνεια προς τη Συνεταιριστική Τράπεζα Θεσσαλίας και ότι απαιτείται η προκαταβολή προς αυτόν του χρηματικού ποσού των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ από το Ν. Κ., του ποσού των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα (4.690) ευρώ από το Θ. Κ. και του ποσού των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ από την Ά. Τ. για σύνταξη εξώδικων οχλήσεων προς πιστώτριες τράπεζες, σύνταξη και κατάθεση αιτήσεων στο Δικαστήριο, επιδόσεις και παράσταση στο δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 2-6-2016. Ωστόσο, τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθώς η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο 1ος κατηγορούμενος, ήταν ότι δεν είχε τη δυνατότητα να επιτύχει με βεβαιότητα, με δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, την υπαγωγή των εγκαλούντων στο Νόμο 3869/2010 "περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών" και την περικοπή ποσοστού 80%-95% των οφειλών τους από δάνεια προς τη Συνεταιριστική Τράπεζα Θεσσαλίας. Με τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις έπεισε τους εγκαλούντες να του προκαταβάλουν τμηματικά τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, συνολικού ποσού δέκα χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα (10.790) ευρώ, ζημιώνοντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία του εγκαλούντος Ν. Κ. κατά το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ, την περιουσία του εγκαλούντος Θ. Κ. κατά το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα (4.690) ευρώ και την περιουσία της εγκαλούσας Ά. Τ. κατά το ποσό των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ προς ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος αυτού του κατηγορουμένου, δικηγόρου Γ. Μ., ο οποίος είχε εκ των προτέρων ειλημμένη την απόφαση να μην υλοποιήσει τα ως άνω συμφωνηθέντα, καθώς δεν προέβη σε αποτελεσματικές δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την υπαγωγή των εγκαλούντων στον ευνοϊκό νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Εάν οι εγκαλούντες γνώριζαν την αλήθεια και την αβέβαιη έκβαση της δικαστικής υπόθεσής τους, δεν θα προέβαιναν στην καταβολή των ανωτέρω χρηματικών ποσών προς τον 1ο κατηγορούμενο.

1.β) Κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο έως το Δεκέμβριο του έτους 2013, στη ….., με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στην εγκαλούσα Ε. Χ. του Α., κάτοικο ..., ότι έχει τη δυνατότητα να επιτύχει με βεβαιότητα, με δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010 "περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", την περικοπή ποσοστού 80% των οφειλών της από δάνεια στην πρώην Εμπορική Τράπεζα και την Τράπεζα Πειραιώς και τη διάσωση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας της και ότι απαιτείται η προκαταβολή προς αυτόν του χρηματικού ποσού των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για άσκηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και χιλίων εξακοσίων πενήντα (1.650) ευρώ για υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010, σύνταξη και κατάθεση αιτήσεων στο Ειρηνοδικείο, επιδόσεις και παράσταση στο αρμόδιο δικαστήριο, από το οποίο χρηματικό ποσό 600 ευρώ απαιτείται δήθεν για την υποχρεωτική τήρηση προδικασίας επίδοσης εξώδικων προτάσεων εξωδικαστικού συμβιβασμού προς τις πιστώτριες τράπεζες σύμφωνα με ρητή διαβεβαίωσή του, αποκρύπτοντάς της ότι κατά την κατάθεση της αίτησης την 28-8-2013 κατέστη προαιρετική η διαδικασία εξωδικαστικού συμβιβασμοί κατ' άρθρο 2 Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με αρ. 11 Ν. 4161/2013, ενώ το άρθρο 9 Ν. 3869/2010 προέβλεπε διαδικασία ρευστοποίησης της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη που δεν διασφάλιζε επαρκώς την ακίνητη περιουσία της. Περαιτέρω, την 10-12- 2013 παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα ότι η υπ' αριθμόν 732/2013 ανακοπή της κατά της υπ' αριθμόν 457/2013 διαταγής πληρωμής Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας αιτήσει της αντιδίκου ALPHA Τράπεζας συζητήθηκε και αναμένεται η έκδοση ευνοϊκής απόφασης. Ωστόσο, τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθώς η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο 1ος κατηγορούμενος, ήταν ότι δεν είχε τη δυνατότητα να επιτύχει με βεβαιότητα, με δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, την υπαγωγή της εγκαλούσας στο Νόμο 3.869/2010 "περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" και την περικοπή ποσοστού 80% των οφειλών της από τραπεζικά δάνεια και δεν προαπαιτούνταν η επίδοση εξωδίκων για την επίτευξη του εξωδικαστικού συμβιβασμού πριν την υποβολή αίτησης υπαγωγής στο Ειρηνοδικείο την 28.8..2013, ενώ η ασκηθείσα από 5.6.2013 ανακοπή της εγκαλούσας κατά της διαταγής πληρωμής της ALPHA Τράπεζας δεν συζητήθηκε στη δικάσιμο της 10.12.2013, αλλά αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσει του κατηγορουμένου για τη δικάσιμο της 10-3-2015, οπότε ο κατηγορούμενος πληρεξούσιος δικηγόρος της ανακόπτουσας δεν παρέστη, η υπόθεση συζητήθηκε ερήμην και η ανακοπή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμόν 170/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Με τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις του ο 1ος κατηγορούμενος έπεισε την εγκαλούσα, Ε. Χ. του Α., να του προκαταβάλει το προαναφερόμενο συνολικό χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων εξακοσίων πενήντα (3.650) ευρώ, παρουσία του στενού συνεργάτη του και υπευθύνου του Συλλόγου Δανειοληπτών με το διακριτικό τίτλο "...", Ι. Β., 2ου κατηγορουμένου, ζημιώνοντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία της κατά το προαναφερθέν χρηματικό ποσό προς ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος του 1ου κατηγορουμένου, δικηγόρου Γ. Μ., ο οποίος γνώριζε εκ των προτέρων ότι δεν είχε τη δυνατότητα να υλοποιήσει τα ως άνω συμφωνηθέντα, δεν προέβη σε αποτελεσματικές δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την υπαγωγή της εγκαλούσας στον ευνοϊκό νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και δεν παρέστη στη δικάσιμο της 10-12-2013 κατά τη συζήτηση της από 5-6-2013 ανακοπής, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμόν 170/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, καθώς επίσης κατά την κατάθεση της αίτησης υπαγωγής στο Ν. 3869/2010 την 28-8-2013 γνώριζε ότι δεν ήταν υποχρεωτική η προεπίδοση των εξώδικων οχλήσεων προς τις πιστώτριες τράπεζες, για την οποία η εγκαλούσα κατέλαβε σε αυτόν το ποσό των 600 ευρώ. Εάν η εγκαλούσα γνώριζε την αλήθεια και την αβέβαιη έκβαση της δικαστικής υπόθεσής της, δεν θα προέβαινε στην καταβολή του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού των τριών χιλιάδων εξακοσίων πενήντα (3.650) ευρώ προς τον 1ο κατηγορούμενο.

2) Στους κατωτέρω τόπο και χρόνους ως δικηγόρος με πρόθεση έβλαψε εκείνον, των συμφερόντων του οποίου είχε αναλάβει τη νομική προστασία. Ειδικότερα:

Κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο έως το Δεκέμβριο του έτους 2013 στη…. αφού ανέλαβε τη νομική προστασία της εγκαλούσας Ε. Χ. του Α., κάτοικου ..., ήτοι ανέλαβε να προβεί στις απαιτούμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010 "περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", την περικοπή ποσοστού των οφειλών της από δάνειο στην πρώην Εμπορική Τράπεζα, τη διάσωση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας της, την άσκηση ανακοπής κατά της υπ' αριθμ. 457/2013 διαταγής πληρωμής Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας αιτήσει της αντιδίκου ALPHA Τράπεζας και την παράσταση κατά τη συζήτησή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας την 10-12-2013, λαμβάνοντας το χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για την άσκηση και συζήτηση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και χιλίων εξακοσίων πενήντα (1.650) ευρώ για την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010, εντούτοις την 10-12-2013 δεν παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας κατά την ορισθείσα ημέρα συζήτησης της από 5-6-2013 ανακοπής, αλλά χωρίς τη συναίνεση της εγκαλούσας αιτήθηκε αναβολή της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 10-12-2013 για τη δικάσιμο της 10-3-2015, όπου η ανακοπή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 170/2015 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, καθώς ο κατηγορούμενος δεν ενημέρωσε την ανακόπτουσα για την αναβολή, δεν παρέστη στη συζήτηση της ανακοπής κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, αλλά ψευδώς την διαβεβαίωσε ότι κατά τη δικάσιμο της 10-12-2013 η υπόθεση συζητήθηκε και αναμένεται η έκδοση ευνοϊκής απόφασης, καθώς επίσης δεν προέβη σε ορθές δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την υπαγωγή της εγκαλούσας στον ευνοϊκό νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, δεν κατέθεσε πλήρη φάκελο προτάσεων με τα απαιτούμενα εκ του Ν. 3869/2010 δικαιολογητικά λόγω μη καταβολής εκ μέρους της μη συμφωνηθέντος επιπλέον χρηματικού ποσού των πεντακοσίων πενήντα (550) ευρώ, το οποίο χρηματικό ποσό απαιτούσε αντισυμβατικά από αυτήν. Με τον τρόπο αυτό με πρόθεση δεν περαίωσε την εντολή που ανέλαβε, βλάπτοντας την εγκαλούσα πελάτισσα του, Ε. Χ. του Α., των συμφερόντων της οποίας είχε αναλάβει τη νομική προστασία έναντι ληφθείσης δικηγορικής αμοιβής".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει & αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26§1 α, 27§1, 45, 98 386 παρ. 1 εδ. β' και 233 εδ. α' ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναλυτικά ο τρόπος και η μεθόδευση, με την οποία ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων έδρασε στην τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης της απάτης κατ'εξακολούθηση προκειμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας των παθόντων, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης για κάθε επιμέρους μερικότερη πράξη. Ακόμη, με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια αιτιολογείται το στοιχείο του δόλου και δη η γνώση του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντα περί της παράστασης των ως άνω ψευδών γεγονότων, θεμελιούμενη, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης, σε προσωπική αντίληψη αυτού λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, καθώς και ο σκοπός τον οποίο επεδίωκε, συνιστάμενος στο να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος και συγκεκριμένα να αποσπάσει από καθένα εκ των παθόντων τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό χρηματικά ποσά. Περαιτέρω, το Δικαστήριο προκειμένου να αχθεί στην ανωτέρω καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη, συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης Ι. Ν. και Α. Γ. καθώς και τις αναγνωσθείσες με αριθμούς 356/2017 και 168/2017 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Λάρισας, δεν προέβη δε σε επιλεκτική αξιολόγηση αυτών, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να παραθέσει όλα τα αποδεικτικά μέσα αναλυτικά, να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά και να αιτιολογήσει ποιο βάρυνε περισσότερο στην κρίση του, το γεγονός δε ότι δεν συντάχθηκε πλήρως με το περιεχόμενο των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων δεν σημαίνει ότι δεν τα έλαβε υπόψη του και δεν τα συναξιολόγησε μαζί με τα υπόλοιπα. Εξάλλου, με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων, έχοντας εκ των προτέρων ειλημμένη την απόφαση να μην υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα με τους παθόντες, ζήτησε και έλαβε χρήματα από αυτούς, διαβεβαιώνοντάς τους ψευδώς ότι οι υποθέσεις τους αναφορικά με την υπαγωγή τους στο ν. 3869/10 επρόκειτο με βεβαιότητα να έχουν αίσια έκβαση καίτοι γνώριζε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να επιτύχει με βεβαιότητα τούτο, ήτοι την υπαγωγή τους στον εν λόγω νόμο και τη μη διακινδύνευση, δια της ρευστοποίησής της, της ακίνητης περιουσίας της εξ αυτών Ε. Χ., προκύπτει σαφώς ότι, ακόμη και οι αναγόμενες στο μέλλον υποσχέσεις αυτού προς τους παθόντες περί της αίσιας έκβασης των υποθέσεών τους, συνοδεύονταν από ψευδείς εκ μέρους του βεβαιώσεις και παραστάσεις αναφερομένων στο παρόν γεγονότων, ήτοι αυτών περί της βεβαίας, χωρίς επιφύλαξη, δυνατότητάς του όπως προβεί στην δια της υπαγωγής τους στο ν. 3869/10 περικοπής των οφειλών τους σε ποσοστό 80-95%, με αποτέλεσμα, παρά τα αντίθετα υπ'αυτού υποστηριζόμενα, να θεμελιώνεται εν προκειμένω η εκ μέρους του τέλεση του εγκλήματος της απάτης. Περαιτέρω, σε σχέση με το έγκλημα της απιστίας δικηγόρου σε βάρος της Ε. Χ., η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την ιδιότητα του αναιρεσείοντα ως δικηγόρου, την ανάθεση σ'αυτόν συγκεκριμένων υποθέσεων εκ μέρους της παθούσας και την προκληθείσα εκ των ειδικότερα αναφερομένων στο σκεπτικό ενεργειών και παραλείψεων αυτού στα πλαίσια του επαγγέλματος του εν γνώσει του ως απαιτείται πλέον από τη διάταξη του αρθ. 233§1 νέου Π.Κ., βλάβη των συμφερόντων της ως τούτο προκύπτει εκ του συνόλου των παραδοχών της αποφάσεως, ενώ με την απαιτούμενη αιτιολογία, συνισταμένη στο ότι "ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η εγκαλούσα ανακάλεσε την εντολή της στον ίδιο, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να ενημερώσει την εντολέα του για την πρόθεση αναβολής, πριν την αίτηση αυτής αλλά και για την ημερομηνία αναβολής, για την οποία ουδέποτε ενημερώθηκε από τον ίδιο, ενώ αν επιθυμούσε να απεκδυθεί των καθηκόντων του....όφειλε να της το γνωστοποιήσει πριν ζητήσει και λάβει αναβολή της ανακοπής, κατά τη συζήτηση της οποίας δεν παρέστη, καθόσον δεν είχε ενημερωθεί από τον κατηγορούμενο, παρά πίστευε, όπως της είχε δηλώσει, ότι είχε συζητηθεί και ανέμενε την απόφαση...", το Δικαστήριο απάντησε στον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό αυτού ότι η μη περαίωση της εντολής, που είχε λάβει από την ανωτέρω, οφείλετο στην εκ μέρους της ανάκληση αυτής, η οποία (ανάκληση), εκ του συνόλου των παραδοχών της απόφασης και ειδικότερα αυτής ότι "την είχε διαβεβαιώσει ότι η ανακοπή της συζητήθηκε στις ΙΟ¬Ι 2-2013 και αναμένετο η έκδοση ευνοϊκής απόφασης", εμμέσως πλην σαφώς προκύπτει ότι έλαβε χώρα μετά την 10-12-2013 και πριν την 10-3- 2015 (ημερομηνία συζήτησης της ένδικης ανακοπής), δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας περαιτέρω εξειδίκευση κατά τούτο, αφού το γεγονός της ανάκλησης της εντολής δεν αμφισβητείται. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές, διαλαμβανόμενες στον ανωτέρω λόγο, σχετικές με την κατηγορία εκτενείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών αυτού, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται καθόσον, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, πλήττουν ανεπίτρεπτα την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Με το άρθρο 2 παρ. 1 του νέου, ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, ορίζεται ότι "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ'αυτές. Έτσι, είναι πλέον δυνατό σε περίπτωση ισχύος περισσότερων του ενός νόμων από την τέλεση μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση μιας πράξεως, το Δικαστήριο να εφαρμόζει επιλεκτικά κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του ενός από τους ισχύσαντες νόμους και κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του άλλου, εφόσον ο συνδυασμός αυτός οδηγεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Εάν από την ως άνω σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ'αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δεν ποινών στερητικών της ελευθερίας, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. δ' του νέου, ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, πράγμα που συμβαίνει ακόμη και σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου (άρθρο 514 εδ. δ' περ. β' ΚΠΔ). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος για την εκδίκαση αίτησης αναίρεσης απόφασης, που εκδόθηκε πριν την 1-7-2019, συζητήθηκε όμως μετά την ημερομηνία αυτή (1-7-2019), στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από το αν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος κατά τη συζήτηση της τελευταίας.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, ως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης ( 22-3-2019) της προσβαλλόμενης απόφασης, το πλημμέλημα της απάτης στη βασική του μορφή τιμωρείτο με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ενώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 α του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, το εν λόγω πλημμέλημα τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ενώ η επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας δεν διαλαμβάνεται πλέον στην ως άνω διάταξη. Επίσης, το αδίκημα της απιστίας δικηγόρου τιμωρείτο, σύμφωνα με το άρθρο 233 εδ. α του ισχύοντα κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης ΠΚ, με φυλάκιση έως τρία έτη, ενώ, σύμφωνα με το αντίστοιχο άρθρο 233 παρ. 1 του νυν ισχύοντα ΠΚ, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. Επομένως, οι ως άνω διατάξεις του του νέου ΠΚ τυγχάνουν επιεικέστερες των αντίστοιχων προηγουμένων εφόσον με την πρώτη απειλείται πλέον ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο, αναφορικά δε με τη δεύτερη, η χρηματική ποινή συνιστά, με βάση τις αξιολογήσεις του Ποινικού Κώδικα, επιεικέστερη μεταχείριση έναντι της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων "Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία".

Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με τις προαναφερθείσες πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση και της απιστίας δικηγόρου, η προσβαλλόμενη απόφαση επιμέτρησε την ποινή φυλάκισης των δώδεκα (12) και οκτώ (8) μηνών αντίστοιχα, που επέβαλε στον κηρυχθέντα για τις πράξεις αυτές ένοχο αναιρεσείοντα, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του προϊσχύσαντα ΠΚ. Εν όψει όμως των προαναφερθέντων, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ και εφόσον η ένδικη αίτηση αναίρεσης κρίθηκε παραδεκτή, συντρέχει περίπτωση για τυχόν νέα επιμέτρηση των ποινών και συνακόλουθα της συνολικής ποινής, που επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα για τις παραπάνω πράξεις, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες, επιεικέστερες γι'αυτόν, διατάξεις του νυν ισχύοντος ΠΚ. Επομένως, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, πρέπει, εφαρμοζομένων αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 511 εδ. τελευταίο ΚΠΔ) των ευμενέστερων για τον αναιρεσείοντα διατάξεων που προαναφέρθηκαν, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής σ'αυτόν ποινών και, απαλειφομένης τόσο από το σκεπτικό όσο και από το διατακτικό της προσβαλλόμενης της αναφοράς της επιβαρυντικής περίστασης της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας ως προς την πράξη της απάτης, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές (αρθρ. 522 ΚΠΔ), απορριπτόμενης κατά τα λοιπά, της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 1/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας και δη μόνο κατά τις διατάξεις της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινών.

Απαλείφει τόσο από το σκεπτικό όσο και από το διατακτικό της ως άνω απόφασης την αναφορά της επιβαρυντικής περίστασης της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας αναφορικά με την πράξη της απάτης.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της για νέα ως προς αυτό συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 2-8-2019 και με αριθμό εκθέσεως 11/2019 αίτηση του Γ. Μ. του Νικολάου, κατοίκου ..., οδός ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ      Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login