ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Η υποβολή μήνυσης με την οποία ο παθών ζητά ρητά την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου για τη τελεσθείσα και σε βάρος του απάτη, δηλώνει και τη βούλησή του για τη πρόοδο της διαδικασίας και υποκαθιστά την προβλεπόμενη από την μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ απλή άλλωστε δήλωση και επομένως πληροί το σκοπό αυτής.
Απόφαση 210 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 210/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ζ. του Β., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πλεύρη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 78/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.6.2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 885/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 26 Ιουνίου 2018 αίτηση αναίρεσης του Γ. Ζ. του Β. κατά της υπ' αριθ. 78/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων, με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων διάρκειας τριών (3) ετών για το αδίκημα του εμπρησμού ιδιαίτερα μεγάλης έκτασης από κακοβουλία κατ' εξακολούθηση, έχει ασκηθεί νομότυπα με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και εμπρόθεσμα αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε στο κατ' άρθρο 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ στις 07-06-2018 (με αριθμό καταχώρησης 186) και η αναίρεση ασκήθηκε στις 27-06-2018. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Ι.Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α` ΚΠοινΔ "Ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθούν μόνο: Α) η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο( άρθρο 171) ...". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ` του ΚΠοινΔ, (όπως η περ. δ` αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 3904/2010), σε συνδυασμό με το ως άνω άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ιδίου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, ακόμη προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "α)... β) ... γ)... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 101, 325 και 356 ΚΠοινΔ και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα πρόσβασης στη δικογραφία και λήψης αντιγράφων, με δαπάνες του, καθ' όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας. Για την ικανοποίηση του δικαιώματος αυτού είναι αναγκαία αλλά και αρκεί να χορηγείται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να το ασκήσει. Η δυνατότητα αυτή και η εξ αυτής ικανοποίηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι για ορισμένα αποδεικτικά μέσα που περιέχονται στη δικογραφία απαιτείται ιδιαίτερη τεχνική μέθοδος (π.χ. κωδικός, ειδικό αντιγραφικό μηχάνημα) προκειμένου να καταστούν προσβάσιμα και αντιληπτά για στις ανθρώπινες αισθήσεις και να ληφθούν εξ αυτών αντίγραφα (έγχαρτα ή ηλεκτρονικά) και εναπόκειται στον αιτούντα να ζητήσει την εφαρμογή της τεχνικής αυτής, εμμένοντας στο αίτημά του για λήψη αντιγράφων των εν λόγω αποδεικτικών μέσων. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης πλήττει την προαναφερόμενη υπ' αρ. 78/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων προβάλλοντας απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δεν του χορηγήθηκαν αντίγραφα της δικογραφίας, παρά το νομίμως υποβληθέν αίτημά του. Από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Μετά τη νομιμοποίηση των διαδίκων και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, υπέβαλε προφορικά τον εξής ισχυρισμό του: "σύμφωνα με το άρθρο 171δ' του ΚΠΔ υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει πλήρη πρόσβαση στα έγγραφα της δικογραφίας. Με αίτησή του προς τη Γραμματεία του Εφετείου Ιωαννίνων, ο κατηγορούμενος ζήτησε αντίγραφα των CD, που βρίσκονται στη δικογραφία και περιέχουν το σύνολο των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων το τηλέφωνο του κατηγορουμένου, με βάση τα οποία συντάχθηκε το πόρισμα της Πυροσβεστικής για το στίγμα του κατηγορουμένου. Η απάντηση που έλαβε από τη Γραμματεία ήταν ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα αυτή, καθώς για να ανοίξουν τα CD χρειάζεται κωδικός ασφαλείας, πού ήταν άγνωστος.
Συνεπώς, συντρέχει λόγος ακυρότητας της διαδικασίας, κατ' άρθρο 171δ' του ΚΠΔ.". Μετά σύντομη διακοπή, ο Πρόεδρος του δικαστηρίου δήλωσε ότι, "κατά το χρόνο της διακοπής, ερευνήθηκαν τα CD, που βρίσκονταν στη δικογραφία και διαπιστώθηκε ότι ναι μεν υπάρχει κωδικός ασφαλείας για το κάθε CD, πλην όμως ο κωδικός αυτός παρέχεται από τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας για το κάθε CD και Συνεπώς μπορεί να γίνει ανάγνωση του περιεχομένου τους και η αντιγραφή του. Το μόνο που δεν μπορεί να γίνει είναι αντιγραφή από CD σε CD, χωρίς ειδικό μηχάνημα". Στη συνέχεια ο συνήγορος υπεράσπισης του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου υπέβαλλε εγγράφως την ανωτέρω ένσταση την οποία ανέπτυξε και προφορικά, επικαλούμενος συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους η υπεράσπιση θεωρούσε κρίσιμη την πρόσβαση στα εν λόγω CD. Τελικώς, κατόπιν πρότασης του Εισαγγελέα της έδρας, το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου με την εξής αιτιολογία "Σύμφωνα με το άρθρο 171 ΚΠοινΔ, "Ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται: 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α)...β)...γ)...και δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος" [σ.σ. διατύπωση της διάταξης πριν την αντικατάσταση της από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 3904/2010)]. Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 του άρθρου 173 ΚΠοινΔ, "Από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο", ενώ κατά το άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Κώδικα "Ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται". Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται δια του πληρεξούσιου του δικηγόρου ότι δεν έχει πρόσβαση στα στοιχεία της δικογραφίας Και ειδικότερα στον ηλεκτρονικό δίσκο (CD) που καταγράφει τις κλήσεις του κινητού του τηλεφώνου, υπάρχει κωδικός ασφαλείας και δεν μπορεί να αναγνωστεί το περιεχόμενο του δίσκου. Ότι αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελέγξει τα στοιχεία του πορίσματος των τηλεφωνικών κλήσεων, όπως το πόρισμα αυτό έχει καταγραφεί στο αναγνωστέο 9692/2012 έγγραφο και να μην μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα της υπεράσπισης του. Ζητείται για το λόγο αυτό να κηρυχθεί άκυρη η διαδικασία κατά το άρθρο 171 περ. δ' ΚΠοινΔ. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι, εφόσον η ακυρότητα που επικαλείται ο κατηγορούμενος αναφέρεται σε παράβαση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του που έλαβε χώρα κατά την προδικασία (οπότε και δημιουργήθηκε ο ανωτέρω ηλεκτρονικός δίσκος), ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο. Εφόσον δε τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε μέχρι το χρόνο αυτό, αλλά προτείνεται το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου αυτού Δικαστηρίου, η όποια τυχόν ακυρότητα δημιουργήθηκε κατά την προδικασία, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, έχει καλυφθεί και δεν μπορεί πλέον να προταθεί. Ανεξάρτητα, όμως, παραπάνω, όπως καλώς διαπίστωσε το Δικαστήριο κατά την ολιγόλεπτη διακοπή της συνεδρίασης του, όταν τέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου το θέμα αυτό, ναι μεν υπάρχει κωδικός ασφαλείας για το κάθε CD (σημειωτέον ότι οι δίσκοι αυτοί δεν αποτελούν αναγνωστέα στην παρούσα υπόθεση), πλην όμως ο κωδικός αυτός παρέχεται από τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας μαζί με το CD και με τη χρήση του κωδικού καθίσταται δυνατή η ανάγνωση του περιεχομένου του, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, καθώς και η αντιγραφή του. Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί.".
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου των εν λόγω οπτικών δίσκων (CD), κάνοντας χρήση ορισμένου κωδικού ή λήψης αντιγράφων εξ αυτών, με τη χρήση ειδικού μηχανήματος, με αποτέλεσμα τη μη πρόκληση απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, δικαίωμα, όμως, το οποίο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης, δεν άσκησε. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ.Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η εν λόγω αιτιολογία πρέπει να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Η αιτιολογία αυτή απαιτείται και για την παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να εμφανιστεί στο δικαστήριο (άρθρο 349 ΚΠΔ), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλιώς το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο αόριστο αυτό αίτημα. Ειδικότερα, η απαιτούμενη, κατά το άρθρο. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αίτησης του κατηγορουμένου, για κήρυξη απόλυτης ακυρότητας της διαδικασία στο ακροατήριο, κατά το άρθρα 171 και 176 του ΚΠΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ούσα ασαφής και αντιφατική επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης κωδικού ασφαλείας, αλλά δεν απάντησε αιτιολογημένα γιατί δεν έλαβε αντίγραφα. Ωστόσο, από το δεύτερο σκέλος του σκεπτικού της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης προκύπτει ότι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογήθηκε από το δικάσαν δικαστήριο η απορριπτική της αίτησης κήρυξης ακυρότητας απόφαση αυτού. Ειδικότερα, όπως προκύπτει, στο εν λόγω σκεπτικό αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: "Ανεξάρτητα, όμως, παραπάνω, όπως καλώς διαπίστωσε το Δικαστήριο κατά την ολιγόλεπτη διακοπή της συνεδρίασης του, όταν τέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου το θέμα αυτό, ναι μεν υπάρχει κωδικός ασφαλείας για το κάθε CD (σημειωτέον ότι οι δίσκοι αυτοί δεν αποτελούν αναγνωστέα στην παρούσα υπόθεση), πλην όμως ο κωδικός αυτός παρέχεται από τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας μαζί με το CD και με τη χρήση του κωδικού καθίσταται δυνατή η ανάγνωση του περιεχομένου του, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, καθώς και η αντιγραφή του. Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί.". Η ανωτέρω αιτιολογία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη αφού με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει ότι υπήρχε η δυνατότητα πρόσβασης στο εν λόγω υλικό της δικογραφίας (η οποία δυνατότητα αρκεί για την ικανοποίηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να έχει πρόσβαση στη δικογραφία και εναπόκειται στον τελευταίο να ζητήσει -εφόσον διαπιστωθεί η δυνατότητα πρόσβασης στο υλικό- ακόμη και κατά την ακροαματική διαδικασία την πρόσβαση σε αυτά και τη λήψη αντιγράφων) και ακολούθως, ορθώς, απέρριψε την προβληθείσα αίτηση-ένσταση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, ως αβάσιμος και αυτός ο λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ.Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 εδ. α` του ΚΠΔ, "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση...". Από τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας δημιουργεί σχετική ακυρότητα (άρθ. 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 ΚΠΔ), η οποία, αν δεν προταθεί κατά τα άρθρα 173 και 174 στο δικαστήριο της ουσίας, καλύπτεται, διαφορετικά, αν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και δεν καλυφθεί, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει ότι, άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή προανάκρισης και όχι η ενέργεια οιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξέτασης.
Περαιτέρω με την διάταξη του άρθρου 292 του ν.δ. 86/1969 περί Δασικού Κώδικα, που ορίζει ότι: "κατ' εξαίρεσιν της διατάξεως του άρθρου 211 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας, τα δασικά εν γένει όργανα παντός βαθμού, δια τα περί τα δάση αδικήματα, δύναται να εξετάζωνται και επ' ακροατηρίω ως μάρτυρες εν τη υποθέσει, εν τη οποία εξετέλεσαν καθήκοντα ανακριτικού υπαλλήλου ή γραμματέως...", εισάγεται εξαίρεση από την απαγόρευση του εδαφίου α' του άρθρου 211 ΚΠοινΔ που απαγορεύει με ποινή (σχετικής) ακυρότητας της διαδικασίας την εξέταση ως μαρτύρων στο ακροατήριο των προσώπων που άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2612/1998 (Ανάθεση της δασοπυρόσβεσης στο Πυροσβεστικό Σώμα και άλλες διατάξεις.) "1. Η ευθύνη και ο επιχειρησιακός σχεδιασμός της καταστολής των πυρκαγιών στα δάση και στις δασικές εν γένει εκτάσεις ανατίθεται στο Πυροσβεστικό Σώμα. Η αρμοδιότητα αυτή ασκείται από τις κατά τόπο Πυροσβεστικές Υπηρεσίες οι οποίες μπορούν να ζητούν, όταν κρίνεται αναγκαίο, τη συνδρομή άλλων αρχών και φορέων. Όλες οι αρχές, φορείς και πρόσωπα που παρέχουν τη συνδρομή τους ενεργούν υπό τις οδηγίες του επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου ως "επιχειρησιακός σχεδιασμός της καταστολής" νοείται η οργάνωση, η διαχείριση και ο συντονισμός των δυνάμεων πυρόσβεσης, του εξοπλισμού και των άλλων μέσων και περιλαμβάνει ενέργειες που εξασφαλίζουν την έγκαιρη επισήμανση, αναγγελία και επέμβαση, ώστε να επιτυγχάνεται η άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών.". Η ως άνω διάταξη καταργήθηκε με το άρθρο 26 παρ. 4 στοιχ. β του Ν. 3511/2006 (Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος, αναβάθμιση της αποστολής του και άλλες διατάξεις), το άρθρο ένα του οποίου έχει αντίστοιχο περιεχόμενο ως εξής: "1. Το Πυροσβεστικό Σώμα (Π.Σ.) είναι Σώμα Ασφαλείας, υπάγεται στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, έχει αρμοδιότητα που εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα άλλων Υπηρεσιών και έχει ως αποστολή: α. Την ασφάλεια και προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών και του Κράτους, του φυσικού περιβάλλοντος και ιδίως του δασικού πλούτου της Χώρας από τους κινδύνους των πυρκαγιών, θεομηνιών και άλλων καταστροφών.", μετά δε την τροποποίηση της τελευταίας αυτής διάταξης με το άρθρο 63 του Ν. 4249/2014, ως εξής: "1. Το Πυροσβεστικό Σώμα (ΠΣ.) είναι ιδιαίτερο Σώμα Ασφαλείας, υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, έχει αρμοδιότητα που εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα άλλων Υπηρεσιών και έχει ως αποστολή: α. Την ασφάλεια και προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών και του Κράτους, του φυσικού περιβάλλοντος και ιδίως, του δασικού πλούτου της Χώρας από τους κινδύνους των πυρκαγιών, θεομηνιών και λοιπών καταστροφών.". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 2612/1998, με τίτλο "Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων": "Οι αρμοδιότητες, υποχρεώσεις και δικαιώματα του Δασάρχη, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 23 έως 37, εκτός του άρθρου 35, του ν. 998/1979, καθώς και όποιες άλλες αφορούν θέματα δασοπροστασίας από τις πυρκαγιές, ασκούνται εφεξής αντίστοιχα από το Διοικητή της οικείας Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Όπου στις διατάξεις αναφέρεται "Υπουργός Γεωργίας", "Δασικό Σώμα", "Δασάρχης", "Δασικοί Υπάλληλοι", νοείται αντιστοίχως "Υπουργός Δημόσιας Τάξης", "Πυροσβεστικό Σώμα", "Διοικητής Πυροσβεστικής Υπηρεσίας" και "Πυροσβεστικοί Υπάλληλοι".". Από την ανωτέρω διάταξη, σαφώς προκύπτει ότι όσον αφορά τις πυρκαγιές σε δασικές εκτάσεις, ρητά ο νόμος εξομοιώνει του αξιωματούχους του πυροσβεστικού σώματος με δασικούς υπαλλήλους, υπαγομένους συνεπώς, κατά ρητή νομοθετική επιταγή στην εξαίρεση της διάταξης του άρθρου 292 του νδ 86/1969, εφόσον πρόκειται για πυρκαγιά σε δασική έκταση.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης παραπονείται για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατ' άρθρο 211 περ. α και 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, παρόλο που δέχτηκε ότι ο μάρτυρας Δ. Δ. δεν δύναται να εξεταστεί ως μάρτυρας για την υπόθεση επειδή είχε ασκήσει καθήκοντα δευτέρου προανακριτικού υπαλλήλου και έκρινε ότι δεν πρέπει να λάβει υπόψη του ως άκυρη την κατάθεση που μέχρι τότε είχε δώσει, δεν ακύρωσε τη διαδικασία και, περαιτέρω, την έλαβε υπόψη του κατά το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι ο μάρτυρας Δ. Δ., ο οποίος ως αξιωματικός της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας είχε ασκήσει καθήκοντα δευτέρου προανακριτικού υπαλλήλου στην εν λόγω υπόθεση ναι μεν πράγματι εξετάσθηκε, ωστόσο, μετά την προβολή της ένστασης του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, το Δικαστήριο απείχε από την περαιτέρω εξέτασή του, κήρυξε δε, ως όφειλε την ακυρότητα της εν λόγω πράξης και δεν έλαβε αυτή (την κατάθεση) υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής του αναιρεσείοντος. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, ότι η ως άνω κατάθεση ελήφθη υπόψη αφού στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρονται περιστατικά που μόνον ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε είναι αβάσιμοι καθώς προκύπτει (και αναφέρεται και στο ίδιο το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης) ότι τα εν λόγω στοιχεία στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αποτελούν λεπτομερή περιγραφή αναγνωστέου εγγράφου, εκ του οποίου προφανώς συνήχθησαν όσα αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 78/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων.
IV.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικος να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ` ΚΠΔ) η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ιδίου Κώδικα, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο εφόσον εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων και κρίθηκε τυπικά παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 511 εδάφ. α` ΚΠΔ) Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο ή στοιχείο του κατηγορητηρίου που είναι έγγραφα μη υπαγόμενα σε μια από τις κατηγορίες του άρθρου 364 ΚΠΔ, ή αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως χωρίς να ληφθεί υπόψη αμέσως από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως για τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (ΑΠ 629/2012).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα διότι το δικαστήριο επικαλέστηκε στο σκεπτικό του προηγούμενη μη τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση για το ίδιο έγκλημα χωρίς αυτή να αναγνωστεί ενώ δεν ήταν και αμετάκλητη.
Εν προκειμένω στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης (σελ. 31) αναφέρονται τα ακόλουθα: "Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι κατά του κατηγορουμένου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για το ίδιο έγκλημα, το οποίο φέρεται ότι τέλεσε στην ευρύτερη περιοχή της ..., έχει καταδικαστεί πρωτοδίκως σε κάθειρξη, δεν έχει εκδοθεί όμως τελεσίδικη απόφαση για την κατηγορία.".
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, το περιεχόμενο της αναφερόμενης απόφασης προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα από τη μαρτυρική κατάθεση του κ. Χ. Κ. (σελ. 15). Άλλωστε, από την ανωτέρω περικοπή του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης σε συνδυασμό με το υπόλοιπο σκεπτικό της προκύπτει ότι το εν λόγω έγγραφο δεν ελήφθη υπόψη από το Τριμελές Εφετείο για το σχηματισμό της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, αλλά μνημονεύεται διηγηματικώς μόνο, διότι αφορούσε, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για περιστατικό αναγόμενο σε χρόνο προγενέστερο εκείνου της εκδήλωσης της αξιόποινης συμπεριφοράς του ίδιου για την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος και δεν άσκησε επιρροή ως προς τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε.
Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα αφού το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του το εν λόγω έγγραφο το οποίο μόνο διηγηματηκά αναφέρεται στο σκεπτικό του και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
V.Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 265 ΠΚ, παρ. 1 και 2: "1. Με την επιφύλαξη της βαρύτερης τιμωρίας κατά τους όρους του άρθρου 264, όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά σε δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια του άρθρου 3 παραγρ. 1 και 2 του Ν. 998/79 ή σε έκταση που έχει κηρυχθεί δασωτέα ή αναδασωτέα, κατά την έννοια της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη και με χρηματική ποινή από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) έως εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Δεν επιτρέπεται μετατροπή ή αναστολή της ποινής που επιβλήθηκε και η έφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Αν η πράξη είχε ως επακόλουθο να εξαπλωθεί η φωτιά σε μεγάλη έκταση, επιβάλλεται κάθειρξη. 2. Αν η πράξη τελέστηκε από ιδιοτέλεια ή κακοβουλία ή η έκταση που κάηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του εμπρησμού δασών (στη βασική του μορφή), απαιτείται αντικειμενικά μεν εμπρησμός, δηλαδή πρόκληση πυρκαγιάς με οποιονδήποτε τρόπο, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν εκραγεί πυρ οπωσδήποτε σημαντικό και όχι συνηθισμένης εκτάσεως με τάση εξαπλώσεως και χωρίς να μπορεί εύκολα να κατασβεσθεί, περαιτέρω δε η πυρκαγιά να έχει προξενηθεί σε δάσος ή δασική έκταση που έχει κηρυχθεί δασωτέα ή αναδασωτέα, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1, 2 και 5 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών". Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος που ενέχει τη θέληση προξένησης πυρκαγιάς και γνώση ότι από αυτή εκδηλώνεται σε έκταση που υπάγεται στις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 998/1979. Για την επιβαρυντική δε περίσταση της παραγράφου 2 απαιτείται, διαζευκτικώς, είτε να κάηκε ιδιαίτερα μεγάλη έκταση, είτε η τέλεση της πράξης από ιδιοτέλεια ή κακοβουλία. Κακοβουλία δε υπάρχει όταν ο δράστης ενεργεί από κακεντρέχεια και κακή θέληση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη του εμπρησμού ιδιαίτερα μεγάλης έκτασης από κακοβουλία κατά συρροή και δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεώς, καθώς και από τα έγγραφα, τα οποία αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τις φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, από την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Κατά το θέρος του έτους 2011 και ειδικότερα κατά την περίοδο από 15-7-2011 έως 5-9-2011 εκδηλώθηκαν πολλές και ασυνήθιστες τον αριθμό πυρκαγιές σε δασικές και λοιπές χορτολιβαδικές εκτάσεις στην περιοχή του νομού …, γεγονός που δημιούργησε στους αξιωματικούς του Πυροσβεστικού Σώματος … υποψίες για εμπρησμούς. Τις υποψίες αυτές επέτεινε και το γεγονός ότι πολλές από τις πυρκαγιές αυτές είχαν ξεκινήσει με τον ίδιο τρόπο, είχαν δηλαδή ταυτόσημα χαρακτηριστικά έναρξης και δράσης. Ειδικότερα, ξεκινούσαν δίπλα από δρόμους και συγκεκριμένα από τα πρανή σημεία των δρόμων, χωρίς να εντοπίζονται ευρήματα - ίχνη εμπρηστικών μηχανισμών, γεγονός που οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι οι πυρκαγιές αυτές είχαν προκληθεί είτε με την εκτόξευση φλεγόμενου αντικειμένου (στουπί-χαρτί) στα ξερά χόρτα του πρανούς του δρόμου είτε με τη χρήση γυμνής φλόγας απευθείας στην υπεδάφια βλάστηση μετά από διαβροχή αυτής με εύφλεκτο υλικό. Στις 4-8-2011 συνελήφθη στην … από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας … ο κατηγορούμενος και στο αυτοκίνητό του μάρκας VW GOLF, χρώματος μπλε σκούρο, που το έχει μισθώσει από εταιρεία της …, βρέθηκε ένας ασύρματος, ο οποίος ήταν συντονισμένος στη συχνότητα της Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, τον οποίο κατείχε χωρίς άδεια, ενώ βρέθηκαν στην κατοχή του μία στολή πυροσβέστη και τρία κινητά τηλέφωνα. Σημειωτέον ότι για την κατοχή του ασυρμάτου, που κατείχε χωρίς άδεια, κηρύχθηκε αθώος με την 1594/2011 απόφαση του Μον. Πλημ/κείου Κοζάνης, ενώ η εταιρεία που του είχε εκμισθώσει το αυτοκίνητο, του το αφαίρεσε, καθώς δεν είχε πληρώσει το συμφωνημένο μίσθωμα. Για τη σύλληψη του κατηγορουμένου, και καθώς βρέθηκε στην κατοχή του η ανωτέρω στολή πυροσβέστη, ενημερώθηκαν οι Πυροσβεστικές Υπηρεσίες της περιοχής, μεταξύ των οποίων και η Πυροσβεστική Υπηρεσία …. Στην τελευταία αυτή Υπηρεσία, ο κατηγορούμενος δεν ήταν άγνωστος, καθώς είχε απασχολήσει την Υπηρεσία αυτή κατά το παρελθόν. Συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε, ο κατηγορούμενος τηλεφωνούσε συχνά στο τηλεφωνικό κέντρο της ανωτέρω Υπηρεσίας …, στις κλήσεις 199, και ανέφερε πυρκαγιές, τις οποίες, όμως, όπως δήλωνε, είχε κατασβέσει ο ίδιος. Ανέφερε, επίσης στις κλήσεις του ότι συμμετείχε στην κατάσβεση πυρκαγιών με πυροσβέστες και ότι είχε στην κατοχή του βυτιοφόρο της Υπηρεσίας Πολιτικής Προστασίας, το οποίο θα χρησιμοποιούσε για την κατάσβεση της φωτιάς, που ήταν όμως ψευδές. Όπως δε κατατέθηκε από τους μάρτυρες, πολλές φορές οι πυροσβέστες τον έβρισκαν στο σημείο όπου είχε εκδηλωθεί η πυρκαγιά, πριν δηλαδή την επέμβαση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και ότι τους δήλωνε ότι είναι εθελοντής της Πολιτικής Προστασίας, πράγμα επίσης ψευδές. Είναι βέβαια γεγονός, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Δ. Μ., προϊστάμενος της Υπηρεσίας Πολιτικής Προστασίας …, ότι ο κατηγορούμενος το έτος 2007 είχε προσέλθει στην υπηρεσία αυτή και είχε καταγραφεί ως εθελοντής. Εκμεταλλευόμενος, όμως, την ιδιότητά του αυτή και χρησιμοποιώντας την ταυτότητα εθελοντή που του είχε παραδοθεί, είχε εφοδιάσει το αυτοκίνητό του με καύσιμα χωρίς να καταβάλει το τίμημα της αγοράς, ισχυριζόμενος ότι θα πληρώσει η Πολιτική Προστασία, εξαπατώντας έτσι τους βενζινοπώλες, ενώ επισκέφθηκε και εστιατόρια της περιοχής, όπου γευμάτισε χωρίς και πάλι να πληρώσει, με την ίδια ως άνω αιτιολογία. Οι ανωτέρω εξαπατηθέντες ζήτησαν στη συνέχεια το τίμημα από τις πωλήσεις και τις σχετικές υπηρεσίες από την Υπηρεσία της Πολιτικής Προστασίας με τα στοιχεία του κατηγορουμένου, χωρίς βέβαια να ικανοποιηθούν, καθώς, όπως κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας, οι εθελοντές πλήρωναν εξ ιδίων τα έξοδα μετακίνησης και φαγητού. Όταν έγινε γνωστή με τον τρόπο αυτό η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, η Υπηρεσία Πολιτικής Προστασίας τον έπαυσε από εθελοντή και δεν ανανέωσε τη συνεργασίας της μαζί του, ενώ προηγουμένως προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με αυτόν στο τηλέφωνο προκειμένου να του γνωστοποιήσει την παύση της ιδιότητας του εθελοντή και να προσέλθει και παραδώσει στην Υπηρεσία την ταυτότητα του εθελοντή, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Επίσης, ο κατηγορούμενος είχε καταταγεί το έτος 2003 ως εθελοντής πυροσβέστης στην Πυροσβεστική Υπηρεσία …. Περαιτέρω, στα πλαίσια της έρευνας που διενήργησε η Πυροσβεστική Υπηρεσία … για το πρόσωπο του κατηγορουμένου, μετά την κατά τα ανωτέρω σύλληψή του στην …, διαπιστώθηκε ότι αυτός είχε εντοπισθεί πλησίον πυρκαγιάς, που είχε εκδηλωθεί στις 28-7-2010 στο χώρο της Πανεπιστημιούπολης …, από άνδρες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας …, φέροντας μάλιστα ίχνη καπνού στα ρούχα και στο πρόσωπό του. Ο ίδιος δικαιολόγησε την παρουσία του στο σημείο, αναφέροντας ότι είναι εθελοντής και βοηθούσε στην κατάσβεσή της. Καθώς θεωρήθηκε ύποπτος, οι πυροσβέστες ερεύνησαν το αυτοκίνητό του, μάρκας HUNDAI, τύπου GENTZ, που ανήκε σε εταιρεία μίσθωσης αυτοκινήτων, όπου βρέθηκε ένας αποσπώμενος φάρος σήμανσης υπηρεσιακών οχημάτων, μπλε χρώματος, όπως αυτούς που χρησιμοποιούν τα συμβατικά οχήματα της ΕΛ.ΑΣ., ένα ζευγάρι χειροπέδες, ένα μπλουζάκι της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, ένα πορτοφόλι με μεταλλικό σήμα της ΕΛ.ΑΣ., μία ταυτότητα εθελοντή Πολιτικής Προστασίας στο όνομά του, που είχε εκδοθεί από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση … και ένα φορητό ασύρματο πομποδέκτη, συντονισμένο στις συχνότητες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και της ΕΛ.ΑΣ., χωρίς να κατέχει νόμιμη άδεια. Σε έρευνα δε που διενεργήθηκε στην οικία του στην …, βρέθηκαν δύο παντελόνια και ένα μπλουζάκι, που έφεραν εμφανή σημάδια από φωτιά και αιθάλη, τα οποία κατασχέθηκαν. Σε περαιτέρω έρευνα της Αστυνομίας για τα αντικείμενα που βρέθηκαν στο αυτοκίνητό του, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος, προσποιούμενος άλλοτε τον αστυνομικό υπάλληλο και άλλοτε τον πυροσβεστικό υπάλληλο, εξαπατούσε επιχειρηματίες προς όφελός του, προκειμένου να λαμβάνει χωρίς να πληρώνει φαγητό, καύσιμα για το αυτοκίνητό του κλπ. Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι λίγες ημέρες πριν, είχε συμμετάσχει σε συλλήψεις τριών Ρουμάνων και στους δύο εξ αυτών είχε βάλει και χειροπέδες, ενώ σε προγενέστερο χρόνο συμμετείχε στην επιχείρηση κατεδάφισης του άτυπου καταυλισμού μεταναστών στην …, προβαίνοντας μάλιστα στη σύλληψη δύο Αφγανών, οι οποίοι είχαν βάλει φωτιά κατά τη διάρκεια της επιχείρησης. Σχηματίστηκε δε στη συνέχεια δικογραφία σε βάρος του από την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας … για αντιποίηση αρχής κατ' εξακολούθηση και παράβαση της νομοθεσίας περί κατοχής και λειτουργίας σταθμών ασύρματης επικοινωνίας, ενώ σχηματίστηκε και δικογραφία σε βάρος του για εμπρησμό στην ανωτέρω θέση από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, καθώς ενώ παρουσιάστηκε στο αρμόδιο ανακριτικό Τμήμα για παροχή εξηγήσεων, έλαβε προθεσμία για να καταθέσει υπόμνημα και στη συνέχεια εξαφανίστηκε (βλ. για τα ανωτέρω, πλην των άλλων, και το 6417 Φ. 706.12/3-10-2011 έγγραφο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας …). Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι με βάση τα τρία κινητά τηλέφωνα που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου και κατασχέθηκαν από τους αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας …, αλλά και με βάση τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει η Πυροσβεστική Υπηρεσία …, ζητήθηκε από την τελευταία, στα πλαίσια προανάκρισης που διενήργησε, η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου των τηλεφωνικών συνδέσεων του κατηγορουμένου, η οποία και διατάχθηκε με το 287/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Ιωαννίνων, όσον αφορά τις τηλεφωνικές συνδέσεις 69...683, 69...874, 69...439, 69...293, 69...092, 69...697 και 69...486. Από την επεξεργασία των στοιχείων που παραχώρησαν σε ψηφιακούς-ηλεκτρονικούς δίσκους (CD) οι εταιρείες κινητής και σταθερής τηλεφωνίας ..., ..., ..., …, ..., ..., ... και ..., προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 15-7-2011 έως 5-9-2011 χρησιμοποίησε 11 διαφορετικές συσκευές κινητής τηλεφωνίας, με τις οποίες είχαν ενεργοποιηθεί 58 διαφορετικοί αριθμοί κινητών συνδέσεων, εκ των οποίων οι 6 ήταν στο όνομά του. Στις ανωτέρω εταιρείες είχε δηλώσει δύο διαφορετικούς αριθμούς αστυνομικών ταυτοτήτων και τέσσερις διαφορετικές κατοικίες και συγκεκριμένα, …, …, … και …. Κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα ήταν συχνή η παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή των …, ενώ είχε συνεχείς μετακινήσεις από … προς … και στη συνέχεια προς … και αντίστροφα. Σημειωτέον ότι ο ίδιος κατάγεται από τους …. Επίσης, από τις εναλλαγές των κεραιών κινητής τηλεφωνίας από 22-8-2011 και μέχρι 25-8-2011, προκύπτει ότι κινούνταν με ιδιαίτερη συχνότητα στις περιοχές ..., περιοχές στις οποίες κατά το ίδιο χρονικό διάστημα σημειώθηκε κατακόρυφη αύξηση αγροτοδασικών πυρκαγιών, ενώ ο ίδιος βρισκόταν τις περισσότερες φορές κοντά στον τόπο εκδήλωσης των πυρκαγιών. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ορισμένες από τις μετακινήσεις του γίνονταν καθ' όλη τη διάρκεια της νύκτας και μέχρι το πρωί στον ίδιο άξονα της Δυτικής Ελλάδος. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι κατά του κατηγορουμένου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για το ίδιο έγκλημα για το οποίο ήδη κατηγορείται, το οποίο φέρεται ότι τέλεσε στην ευρύτερη περιοχή της ..., έχει καταδικαστεί πρωτοδίκως σε κάθειρξη, δεν έχει εκδοθεί όμως τελεσίδικη απόφαση για την κατηγορία. Επίσης, όπως προκύπτει από τις εναλλαγές των κεραιών κινητής τηλεφωνίας, από 26-8-2011 έως 27-8-2011 κινούνταν με ιδιαίτερη συχνότητα κυρίως στις περιοχές της ..., περιοχές στις οποίες υπήρξε ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση πυρκαγιών κατά το ίδιο διάστημα, ενώ ο ίδιος βρισκόταν τις περισσότερες φορές, σύμφωνα με τις κεραίες που ενεργοποιούσε μέσω των κινητών του, κοντά στον τόπο εκδήλωσης των πυρκαγιών. Όσον αφορά ειδικότερα την περιοχή των … από την περαιτέρω επεξεργασία των πιο πάνω στοιχείων προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος κινούνταν στην περιοχή εκδήλωσης των ακόλουθων πυρκαγιών κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Α) Στις 19-7-2011 και περί ώρα 15:10', εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην τοπική κοινότητα ... του Δήμου ..., από την οποία κάηκαν 10.000 στρέμματα δασικής έκτασης και αναδασωτέες εκτάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1, 2 και 5 Ν. 998/1979, καθώς και ένα μικρό μέρος μη δασικών εκτάσεων. Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις κεραίες που ενεργοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των τηλεφωνικών του επικοινωνιών, βρισκόταν στα … από ώρα 21:15 της 18-7-2011 ως και ώρα 12:04 της 19-7-2011 και συγκεκριμένα στις περιοχές ... και .... Από ώρα 12:04 και μέχρι ώρα 18:18 της ίδιας η μέρας δεν πραγματοποίησε καμιά κλήση, ενώ στη συνέχεια και μέχρι ώρα 21:36 της ίδιας επίσης η μέρας, σύμφωνα με τις κλήσεις του, βρισκόταν στις περιοχές ... και ..., γεγονός που δείχνει τη μετακίνησή του από …προς το νομό ... Θα πρέπει να ση μειωθεί εδώ ότι η περιοχή ... βρίσκεται στην πορεία από … προς ... και σε μικρή απόσταση από την Εγνατία Οδό. Β) Στις 27-8-2011 και περί ώρα 16:50, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην τοπική κοινότητα ... Δήμου ..., από την οποία κάηκαν ξερά χόρτα σε δύο στρέμματα αγροτοδασικής έκτασης. Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις ενεργοποιηθείσες κεραίες, βρισκόταν στα … στις 26-8-2011 και από ώρα 10:37 έως ώρα 23:06, ενώ σύμφωνα με τις κεραίες που ενεργοποίησε κινήθηκε στις περιοχές ...-...-...-...-.... Στη συνέχεια κινήθηκε προς …, όπου βρίσκεται από ώρα 10:44 έως ώρα 12:26 της 27-8-2011, ενώ δεν πραγματοποίησε στη συνέχεια κάποια κλήση, ώστε να εντοπιστεί το ακριβές στίγμα που βρισκόταν. Σημειωτέον ότι η περιοχή ... βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την Εγνατία Οδό, που ενώνει τα … με την …. Γ) Στις 22-7-2011 και περί ώρα 19:30 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην τοπική κοινότητα ..., από την οποία κάηκε ένα στρέμμα αγροτοδασικής έκτασης. Σύμφωνα με τις κεραίες που ενεργοποίησε με το κινητό του τηλέφωνο, ο κατηγορούμενος την ίδια η μέρα και από ώρα 14:36 βρισκόταν στην …, ενώ στη συνέχεια και ώρα 21:51 βρισκόταν στην .... Κατά το μεσοδιάστημα αυτό που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά στην ανωτέρω περιοχή, η οποία βρίσκεται πλησίον της Εγνατίας Οδού, είναι δεδομένο ότι κατηγορούμενος διήλθε από την περιοχή των …προκειμένου να μετακινηθεί από … προς ..., μέσω της ανωτέρω οδού. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πραγματοποίησε κλήση από το κινητό του τηλέφωνο (6934739387) ώρα 19:14 της 22-7-2011 (δηλαδή 16 λεπτά πριν την πυρκαγιά) και η κλήση αυτή εντοπίστηκε από κεραία στην περιοχή ..., περιοχή δηλαδή που βρίσκεται σε σχετικά μικρή απόσταση από την .... Δ) Στις 25-7-2011 και περί ώρα 12:05, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην τοπική κοινότητα ... Δήμου ..., από την οποία κάηκαν 5 στρέμματα αγροτοδασικής έκτασης. Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις κεραίες που ενεργοποίησε με τη χρήση του κινητού του τηλεφώνου, βρισκόταν στην ..., μετακινούμενος ώρα 10:27 προς ..., ενώ στη συνέχεια και ώρα 14:03 βρισκόταν στην …. Κατά το μεσοδιάστημα αυτό που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά στην ανωτέρω περιοχή, είναι δεδομένο ότι κατηγορούμενος διήλθε από την περιοχή των …προκειμένου να μετακινηθεί ... προς … Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από ένα μήνυμα (sms) που έστειλε στις 25-7-2011 και ώρα 11:52 (δηλαδή 13 λεπτά πριν την πυρκαγιά) από το κινητό του τηλέφωνο (69...683), το οποίο εντοπίστηκε από κεραία στην περιοχή της πόλης των …. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι στο σχετικό 9692 Φ. 706-6/3-5-2012 έγγραφο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας …, αναφέρεται ότι το μήνυμα αυτό εντοπίστηκε "από την κεραία στην περιοχή ...". Σημειωτέον ότι η ... αποτελεί περιοχή της πόλης των Ιωαννίνων, εγγύτατα δε της πόλης, συνορεύουσα με αυτήν, βρίσκεται και η περιοχή ... Από το με αριθμό ...06/9-2-2018 έγγραφο του Τμήματος Διαχείρισης Φάσματος της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, προκύπτει ότι δεν βρέθηκε άδεια κατασκευής κεραίας που να αφορά σε θέση με την ονομασία "..." στο Δήμο .... Από το έγγραφο, όμως, αυτό δεν αναιρούνται όσα εκτέθηκαν ανωτέρω. Και τούτο διότι, η αναφορά στο πιο πάνω έγγραφο "κεραία στην περιοχή ..." δεν αναιρεί τον εντοπισμό του προαναφερομένου μηνύματος από κεραία που βρίσκεται στην πόλη των …και η οποία λανθασμένα αναφέρεται στο πιο πάνω έγγραφο ως κεραία περιοχής ...ς … Ε) Στις 19-8-2011 και περί ώρα 14:25, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην τοπική κοινότητα … Δήμου ..., από την οποία κάηκε αγροτοδασική έκταση 500 τ.μ. Ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τις κεραίες του ενεργοποίησε με τη χρήση του κινητού του τηλεφώνου, βρισκόταν από ώρα 15:32 έως ώρα 16:04 της 19-8-2011 στις περιοχές ... και κατά το διάστημα αυτό και συγκεκριμένα ώρα 15:44 βρέθηκε και στην πόλη των ….(βλ. για τα ανωτέρω και το με αριθμό ...6-6|3-5-2012 έγγραφο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ….). Από όλες τις ανωτέρω πυρκαγιές, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, είχαν κοινά χαρακτηριστικά έναρξης και δράσης, κάηκε ιδιαίτερα μεγάλη δασική έκταση, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1, 2 και 5 του Ν. 998/1979, ανερχόμενη συνολικά σε 10.008,5 στρέμματα. Τις πυρκαγιές δε αυτές προξένησε κατ' εξακολούθηση, με πρόθεση και από κακοβουλία ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με κακεντρέχεια και κακή προαίρεση, έχοντας γνώση και βούληση της πράξης του, ενώ αν ληφθεί υπόψη ότι οι πυρκαγιές αυτές τέθηκαν πλησίον οικισμών, προέκυψε από αυτές κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, ενώ μπορούσε να προκύψει και κίνδυνος για ανθρώπους (βλ. και τις εκθέσεις αυτοψίας). Τούτο δε, αν ληφθεί υπόψη, πέρα της όλης προηγούμενης αξιόποινης και αξιόμεμπτης συμπεριφοράς του, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω, το γεγονός ότι σε όλες τις ανωτέρω πυρκαγιές, βρισκόταν είτε πριν είτε μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς, πλησίον του τόπου εκδήλωσής της, είτε είχε διέλθει προηγουμένως από τον τόπο εκδήλωσής της. Και βέβαια, το γεγονός αυτό μόνο τυχαία δεν μπορούσε να συμβαίνει, καθώς τέτοια σύμπτωση κάθε φορά ως προς τη θέση του σε σχέση με τους τόπους εκδήλωσης των πυρκαγιών, μόνο λογικά δεν μπορεί να εξηγηθεί. Είναι δε χαρακτηριστικό και επιβεβαιωτικό ως ένα βαθμό των ανωτέρω, το γεγονός ότι όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες πυροσβέστες, την επόμενη χρονιά, αλλά και μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου συνεχίστηκαν μεν οι δασικές πυρκαγιές στις περιοχές του νομού Ιωαννίνων, όχι όμως με την ίδια συχνότητα, όπως το θέρος του 2011. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος αρνήθηκε κατά την απολογία του οποιαδήποτε σχέση με τις πυρκαγιές, δεν έδωσε όμως καμία εξήγηση για τις συμπτώσεις που προαναφέρθηκαν, ενώ είναι αξιοσημείωτο και ενδεχομένως να εξηγεί ως ένα βαθμό την κακοβουλία του ως προς την πρόκληση των πυρκαγιών, ότι, όπως κατέθεσε, ήθελε να ενταχθεί στα σώματα ασφαλείας ή στην πυροσβεστική, δεν κατέστη όμως αυτό δυνατό, λόγω το ότι δεν ήταν αρκετά ψηλός. Πρέπει, επομένως, µε βάση όλα τα παραπάνω, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται και όσον αφορά τις πιο πάνω αναφερόμενες πυρκαγιές. Όσον αφορά, όμως, τις υπόλοιπες πυρκαγιές για τις οποίες κατηγορείται, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος, δεδομένου ότι, από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προξένησε τις πυρκαγιές αυτές. Ειδικότερα: Α) Όσον αφορά την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στις 31-7-2011 και περί ώρα 13:50 στην τοπική κοινότητα ..., που είχε ως αποτέλεσμα να καεί έκταση 2 στρεμμάτων δασικής έκτασης και 1.000 στρέμματα χορτολιβαδικής έκτασης, όπως προκύπτει από το σχετικό πίνακα που περιλαμβάνεται στο με αριθμό ...6-6/3-5-2012 έγγραφο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ..., ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις κεραίες που ενεργοποίησε με τη χρήση του κινητού τηλεφώνου του, κατά την ημέρα εκείνη από ώρα 00:14 έως ώρα 10:44 βρισκόταν στους ..., από ώρα 12:58 έως ώρα 14:53 βρισκόταν στην ... και στους ... και από ώρα 16:25 έως-ώρα 23:53 της ίδιας πάντα η μέρας βρισκόταν στους ... και στην .... Κατά συνέπεια, δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία αυτά η οποιαδήποτε σχέση του κατηγορουμένου με την ως άνω πυρκαγιά, η δε κατάθεση κατά την προδικασία του μάρτυρα Ι. Ζ., η οποία αναγνώσθηκε, χωρίς ο κατηγορούμενος να προβάλλει αντίρρηση, ότι εκτελώντας ανεμοπορεία με αλεξίπτωτο πλαγιάς είδε ένα σκούρου χρώματος (μπλε ή μαύρο) επιβατηγό αυτοκίνητο πλησίον του χώρου όπου ξεκίνησε η φωτιά στην ανωτέρω περιοχή, δεν μπορεί να θεμελιώσει, χωρίς άλλα στοιχεία, τη σχέση του κατηγορουμένου με τη πυρκαγιά αυτή. Β) Όσον αφορά την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στις 11-8-2011 και ώρα 02:20 στην τοπική κοινότητα ... Δήμου ..., από την οποία κάηκαν 23 στρέμματα αγροτοδασικής έκτασης, όπως προκύπτει από το ανωτέρω αναφερόμενο έγγραφο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας …, ο κατηγορούμενος δεν φαίνεται να βρίσκεται στην ως άνω περιοχή, καθόσον μάλιστα δεν έχει πραγματοποιήσει καμία κλήση με το κινητό του τηλέφωνο είτε πριν είτε μετά την εκδήλωση της φωτιάς. Γ) Όσον αφορά, τέλος, την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στις 29-8-2011 και περί ώρα 12:30 στην τοπική κοινότητα ... Δήμου ..., από την οποία κάηκαν ξερά χόρτα σε έκταση 500 τ.μ. αγροτοδασικής έκτασης, δεν προέκυψε κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να προκύπτει οποιαδήποτε σχέση του κατηγορουμένου με τη συγκεκριμένη πυρκαγιά, ενώ επίσης, δεν γίνεται καμία αναφορά στο ως άνω έγγραφο για τη πυρκαγιά αυτή." και (κηρύσσοντάς τον αθώο για μία μερικότερη πράξη) τον κήρυξε ένοχο του ότι: "
Κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι, στους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με πρόθεση και από κακοβουλία, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προξένησε πυρκαγιές, εξαιτίας των οποίων κάηκε ιδιαίτερα μεγάλη δασική έκταση κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 998/1979 και δη: (α) στην Τ/Κ ... του Δ. ... Ν. …, στις 19-07-2011, περί ώρα 15:10', από την οποία κάηκαν δέκα χιλιάδες (10.000) στρέμματα δασικής έκτασης, αναδασωτέες εκτάσεις και μη δασικές εκτάσεις, (β) στην Τ/Κ ... Δ. ... Ν. .., στις 27-08-2011 περί ώρα 16:50', από την οποία κάηκαν ξηρά χόρτα σε δύο στρέμματα αγροτοδασικής έκτασης, (γ) στην Τ/Κ ...ς, στις 22-7-2011, περί ώρα 19:30', από την οποία κάηκε ένα (1) στρέμμα αγροτοδασικής έκτασης, (δ) στην Τ/Κ ... Δ. ... Ν. …, στις 25-07-2011, περί ώρα 12:05', από την οποία κάηκαν πέντε (5) στρέμματα αγροτοδασικής έκτασης και (ε) στην Τ/Κ ….Δ. ... Ν…, στις 19-08-2011, περί ώρα 14:25', από την οποία κάηκαν ξηρά χόρτα σε συνολική αγροτοδασική έκταση 500 τ.μ. Εξαιτίας των προαναφερόμενων πυρκαγιών, τις οποίες ο κατηγορούμενος με κακοβουλία προκάλεσε, ενεργώντας με κακεντρέχεια και κακή προαίρεση κι έχοντας γνώση και βούληση της πράξης του, τελώντας τες με τα ίδια χαρακτηριστικά δράσης δηλαδή είτε με την εκτόξευση φλεγόμενου αντικειμένου (στουπί-χαρτί) στα ξηρά χόρτα στο πρανές της οδού είτε με τη χρήση γυμνής φλόγας απευθείας στην υπεδάφια βλάστηση κατόπιν διαβροχής αυτής με εύφλεκτο υγρό, κάηκε, ιδιαίτερα μεγάλη δασική έκταση συνολικά 10.0008,5 στρεμμάτων περίπου. Εξαιτίας δε, της μεγάλης έκτασης και έντασης των πυρκαγιών καθώς και του γεγονότος ότι αυτές τέθηκαν πλησίον οικισμών, προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα ενώ μπορούσε να προκόψει κίνδυνος για ανθρώπους.". Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 265 παράγραφοι 1 και 2 ΠΚ και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, το οποίο επιτρεπτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, αιτιολογείται ο τρόπος με τον οποίον ο αναιρεσείων προέβη στην πρόκληση πυρκαγιάς, ο δασικός χαρακτήρας των εκτάσεων, στις οποίες αυτή προκλήθηκε και επεκτάθηκε καθώς και το γεγονός ότι η έκταση που κάηκε ήταν ιδιαίτερη μεγάλη και ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου συνέτρεχε το υποκειμενικό στοιχείο της κακοβουλίας. Οι ειδικώς αναφερόμενες τέσσερις ασάφειες - αντιφάσεις που ο αναιρεσείων διατείνεται ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, πέραν του γεγονότος ότι δεν υφίστανται, καθώς το δικαστήριο με ορθούς συλλογισμούς και επιχειρηματολογία καταλήγει στην κρίση του, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί της ουσίας.
Συνεπώς και ο τελευταίος αυτός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2018 αίτηση του Γ. Ζ. του Β., κατοίκου ... (οδός ...) και ήδη κρατούμενου στο κατάστημα κράτησης ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 78/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα διακοσίων (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ