ΠΕΡΙΛΗΨΗ :
Άρθρο 102 ΚΠΔ: Διεξαγωγή αποδείξεων προς αντίκρουση της κατηγορίας .
-Με την ρύθμιση του άρθρου 102 ΚΠΔ τυποποιείται το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε διεξαγωγή αποδείξεων προς αντίκρουση της κατηγορίας που του αποδίδεται, το οποίο ασκείται με την υποβολή αυτοτελούς αιτιολογημένης αίτησης προς τον Ανακριτή. Το εν λόγω δικαίωμα συνδέεται άμεσα με το δικαίωμα «σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης», το δικαίωμα ακροάσεως και με το τεκμήριο της αθωότητας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να καλείται από τον Ανακρίνοντα να εκθέτει πλήρως τους λόγους που συμβάλουν στην υπεράσπισή του: οι λόγοι αυτοί – μεταξύ άλλων – μπορούν να αφορούν και σε αποδεικτικά μέσα, όπως ενδεικτικά έγγραφα, που αποδομούν την κατηγορία.
-Εάν ο Ανακριτής αρνηθεί [ρητώς ή σιωπηρώς] την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος, ήτοι την έρευνα του προταθέντος αποδεικτικού μέσου, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστικό Συμβούλιο προς άρση της διαφωνίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 307 περίπτωση α’ ΚΠΔ.
-Απαραίτητες προϋποθέσεις για να επιληφθεί το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κατ’ άρθρο 307 ΚΠΔ είναι η σχετική προσφυγή να υποβλήθηκε διαρκούσης της κυρίας ανακρίσεως. Ο όρος «κατά τη διάρκεια της ανάκρισης» έχει την έννοια ότι το Συμβούλιο διατηρεί την αρμοδιότητά του για την επίλυση των ζητημάτων του άρθρου 307 ΚΠΔ μέχρι την διαβίβαση περαιωμένης της δικογραφίας από τον Ανακριτή στον Εισαγγελέα: αυτό είναι το κρίσιμο χρονικό σημείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη για την αρμοδιότητα του Συμβουλίου. Ο ΚΠΔ δεν ορίζει προθεσμία μέσα στην οποία γίνεται η εν θέματι προσφυγή, πρέπει όμως αυτή να γίνεται «κατά τη διάρκεια της ανάκρισης» για να υπάρξει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Αυτό που λαμβάνεται υπόψη για το παραδεκτό της προσφυγής, ως οιονεί ενδίκου μέσου, είναι η εμπρόθεσμη άσκηση αυτής και όχι ο χρόνο εισαγωγής της στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο.
-Η προσφυγή που ασκήθηκε μετά το τυπικό πέρας της κυρίας ανακρίσεως (που σηματοδοτείται με τη διαβίβαση της δικογραφίας περαιωμένης από την Ανακρίτρια στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών είναι απαράδεκτη) ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 307 περίπτωση α’, 463 και 476 § 1 ΚΠΔ.
ΒΟΥΛΕΥΜΑ 1116 / 2023
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Φίλιππο Τσιώτα, Πρόεδρο Πλημμελειοδικών, Βηθλεέμ Πίγκα, Πλημμελειοδίκη και Αλεξάνδρα Παπαχρίστου, Πλημμελειοδίκη – Εισηγήτρια.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ στο γραφείο του Προέδρου στις 4 Ιουλίου 2023, παρουσία και της Γραμματέα Αικατερίνης Αντωνιάδου, προκειμένου να αποφανθεί σχετικά με ποινική υπόθεση, περί της οποίας ο Αντεισαγγελέας Γεώργιος Κ. Ηλιόπουλος, εισήγαγε τη με αριθμό 974/15-6-2023 έγγραφη πρότασή του, η οποία έχει ως εξής:
« Ι. Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 § 2 και § 4, 102, 138 § 1 εδάφιο β’ και § 2, 274, 282, 283, 286 § 1, 291 § 2 εδάφιο β’ και 307 περίπτωση α’ ΚΠΔ [Ν.4620/2019], τις συνημμένες προσφυγές του …………… και της ….., γεννηθέντος την …… στην ……, κατοίκου….. επί της οδού ……, προσωρινά κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γρεβενών δυνάμει του με αριθμό 6/22-02-2023 Εντάλματος Προσωρινής Κράτησης της κυρίας Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και ειδικότερα: [Α] την με αριθμό …… προσφυγή [κατ’ άρθρο 307 περίπτωση α’ ΚΠΔ] κατά της με αριθμό 101/01-06-2023 Διατάξεως της ανωτέρω κυρίας Ανακρίτριας, με την οποία απερρίφθη η από 30-05-2023 αυτοτελής αίτηση του κατηγορουμένου για διεξαγωγή αποδείξεων προς αντίκρουση της κατηγορίας [άρθρα 102 και 274 ΚΠΔ] και δη απερρίφθη το αίτημα του για συσχέτιση στην παρούσα ανακριτική δικογραφία αντιγράφων του συνόλου των εγγράφων που εμπεριέχονται στον ιατρικό φάκελο της καταγγέλλουσας [εισιτήριο, εξιτήριο, φύλλα νοσηλείας, καρτέλα φαρμάκων, εξετάσεις πάσης φύσεως και αποτελέσματα αυτών, ιατρικές γνωματεύσεις, ιατρικό ιστορικό, αρχείο συνεντεύξεων με θεράποντα ιατρό κοκ], με την οποία ζητεί εκ νέου «να διαταχθεί η διενέργεια περαιτέρω ανακριτικών πράξεων, ήτοι η συσχέτιση στην σχηματισθείσα δικογραφία του συνόλου των εγγράφων του ιατρικού φακέλου που αφορά τις επανειλημμένες νοσηλείες της ……. [καταγγέλλουσας] στην Παιδοψυχιατρική Κλινική του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης», αίτημα που συνδέεται – κατά τους ισχυρισμούς του – με τα υπερασπιστικά του δικαιώματα ως κατηγορουμένου και το οποίο «εσφαλμένως και κατά παράβαση των βασικών αρχών που διέπουν τη διαδικασία της διενέργειας της κυρίας ανακρίσεως απορρίφθηκε», καθώς «μετά βεβαιότητας [τα ιατρικά αυτά στοιχεία] θα οδηγούσαν στην απόδειξη της αθωότητάς του», [Β] την με αριθμό ……. προσφυγή [κατ’ άρθρο 291 § 2 εδάφιο β’ ΚΠΔ] κατά της με αριθμό 97/30-05-2023 Διατάξεως της ανωτέρω κυρίας Ανακρίτριας, με την οποία απερρίφθη η από 12-04-2023 αίτηση του κατηγορουμένου για άρση, άλλως αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους, με την οποία ζητεί εκ νέου: [i] την άρση της επιβληθείσας εις αυτόν προσωρινής κράτησης και συνακόλουθα την άμεση απόλυση – αποφυλάκισή του, άλλως και όλως επικουρικώς [ii] την αντικατάσταση της επιβληθείσας προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους, που κρίνονται αναγκαίοι προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί του άρθρου 282 ΚΠΔ ή με κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, καθώς – κατά τους ισχυρισμούς του – η προσωρινή του κράτηση διατάχθηκε κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων του ΚΠΔ και κατόπιν ελλιπούς αξιολόγησης του ανακριτικού υλικού, χωρίς να παρέχεται η επιβαλλόμενη ειδική αιτιολογία και χωρίς να εξετασθεί προηγουμένως, κατ’ ουσίαν, η ευχέρεια να επιβληθούν ηπιότερα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού. Επί των εν λόγω αιτημάτων του εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 102 ΚΠΔ: «Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητά με αυτοτελή αιτιολογημένη αίτησή του στον Ανακριτή τη διεξαγωγή αποδείξεων προς αντίκρουση της κατηγορίας», ενώ δυνάμει του άρθρου 274 ΚΠΔ: «Ο κατηγορούμενος πρέπει να καλείται να εκθέτει πλήρως τους λόγους που συμβάλλουν στην υπεράσπισή του. Όποιος ενεργεί την εξέταση πρέπει να ερευνά με επιμέλεια κάθε περιστατικό που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια. Ο Ανακρίνων, αφού προηγουμένως διατυπώσει τη γνώμη του ο Εισαγγελέας, έχει την υποχρέωση με διάταξή του να αιτιολογεί την απόρριψη των αποδεικτικών αιτημάτων του άρθρου 102». Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 307 περίπτωση α’ ΚΠΔ: «Κατά την διάρκεια της ανάκρισης το Συμβούλιο των Πλημμελειοδικών με πρόταση του Εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή με αίτηση του Ανακριτή αποφασίζει: (α) όταν ο Ανακριτής νομίζει ότι δεν πρέπει να συμμορφωθεί με πρόταση των παραπάνω (…)». Με την ρύθμιση του άρθρου 102 ΚΠΔ τυποποιείται το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε διεξαγωγή αποδείξεων προς αντίκρουση της κατηγορίας που του αποδίδεται, το οποίο ασκείται με την υποβολή αυτοτελούς αιτιολογημένης αίτησης προς τον Ανακριτή. Το εν λόγω δικαίωμα συνδέεται άμεσα με το δικαίωμα «σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης», το δικαίωμα ακροάσεως και με το τεκμήριο της αθωότητας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να καλείται από τον Ανακρίνοντα να εκθέτει πλήρως τους λόγους που συμβάλουν στην υπεράσπισή του: οι λόγοι αυτοί – μεταξύ άλλων – μπορούν να αφορούν και σε αποδεικτικά μέσα, όπως ενδεικτικά έγγραφα, που αποδομούν την κατηγορία. Ο Ανακρίνων πρέπει να ερευνά κάθε περιστατικό που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος με την προσήκουσα επιμέλεια, σοβαρότητα και πληρότητα, πάντα υπό την προϋπόθεση ότι τούτο είναι «χρήσιμο για την απόδειξη της αλήθειας». Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι κατά την κρατούσα άποψη από την τυχόν άρνηση του Ανακριτή να ανταποκριθεί στις προτάσεις – αιτήματα του κατηγορουμένου ΔΕΝ επέρχεται ακυρότητα. Επί τακτικής ανάκρισης, εάν ο Ανακριτής αρνηθεί [ρητώς ή σιωπηρώς] την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος, ήτοι την έρευνα του προταθέντος αποδεικτικού μέσου, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστικό Συμβούλιο προς άρση της διαφωνίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 307 περίπτωση α’ ΚΠΔ. Η προσφυγή του άρθρου 307 ΚΠΔ φέρει τον χαρακτήρα οιονεί ενδίκου μέσου, δεδομένου ότι με αυτήν διατυπώνονται παράπονα κατά της δικαιοδοτικής κρίσης του Ανακριτή, της οποίας σκοπείται ο έλεγχος και στην συνέχεια αναλόγως η μεταρρύθμιση ή εξαφάνιση από ανώτερο δικαιοδοτικό όργανο [το Δικαστικό Συμβούλιου]. Ο χαρακτηρισμός της προσφυγής ως οιονεί ένδικο μέσο συνεπάγεται περαιτέρω ότι κατά το άρθρο 463 ΚΠΔ εφαρμόζονται επί αυτής οι ορισμοί που αφορούν τα γνήσια ένδικα μέσα, με την επιφύλαξη αντίθετης ειδικής ή από την φύση του πράγματος συναγόμενης πρόβλεψης. Απαραίτητες προϋποθέσεις για να επιληφθεί το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κατ’ άρθρο 307 ΚΠΔ είναι [α] να έχει προηγηθεί η κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα για την πράξη στην οποία αναφέρεται η κατηγορία και επί της οποία ανακύπτει η διαφωνία και [β] η σχετική προσφυγή να υποβλήθηκε διαρκούσης της κυρίας ανακρίσεως. Ο όρος «κατά τη διάρκεια της ανάκρισης» έχει την έννοια ότι το Συμβούλιο διατηρεί την αρμοδιότητά του για την επίλυση των ζητημάτων του άρθρου 307 ΚΠΔ μέχρι την διαβίβαση περαιωμένης της δικογραφίας από τον Ανακριτή στον Εισαγγελέα: αυτό είναι το κρίσιμο χρονικό σημείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη για την αρμοδιότητα του Συμβουλίου. Ο ΚΠΔ δεν ορίζει προθεσμία μέσα στην οποία γίνεται η εν θέματι προσφυγή, πρέπει όμως αυτή να γίνεται «κατά τη διάρκεια της ανάκρισης» για να υπάρξει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Αυτό που λαμβάνεται υπόψη για το παραδεκτό της προσφυγής, ως οιονεί ενδίκου μέσου, είναι η εμπρόθεσμη άσκηση αυτής και όχι ο χρόνο εισαγωγής της στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο [ΑΠ 670/2016, ΑΠ 424/2015, δημοσιευμένες αμφότερες στην ΤΝΠ NOMOS]. Αρμόδιο είναι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών όπου ανήκει ο Εισαγγελέας και ο Ανακριτής, ακόμη κι αν η διαφωνία ανέκυψε στο πλαίσιο περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως που διατάχθηκε από το Συμβούλιο Εφετών. Το βούλευμα που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 307 ΚΠΔ δεν είναι οριστικό, αλλά παρεμπίπτον [προδικαστικό] και συνεπώς ΔΕΝ υπόκειται σε ένδικα μέσα από τους διαδίκους. Αναφορικά με τις διατυπώσεις της προσφυγής του άρθρου 307 ΚΠΔ λεκτέα είναι τα ακόλουθα: από τον ΚΠΔ δεν προσδιορίζεται ο τρόπος άσκησης της προσφυγής. Επομένως, αρκεί οποιαδήποτε δήλωση διαδίκου «ότι προσφεύγει στο Συμβούλιο», υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται ο έγγραφος τύπος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 241 ΚΠΔ. Έτσι, παραδεκτή πρέπει να θεωρηθεί η κατάθεση εγγράφου επί του οποίου συντάσσεται έκθεση εγχείρισης ή η υποβολή προφορικής δήλωσης για την οποία συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα του Δικαστικού Συμβουλίου ή του Ανακριτή. Σε κάθε περίπτωση, προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής αποτελεί η προηγούμενη έκδοση διάταξης του Ανακριτή, με την οποία ο τελευταίος απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου, καθώς η εν λόγω απορριπτική διάταξη αποτελεί την εμπειρικά διαπιστώσιμη έκφραση της άρνησης του [Ανακριτή] και το δικαιολογητικό λόγο της γέννησης της αρμοδιότητας του Συμβουλίου. Τέλος, ειδικά για την περίπτωση α’ του άρθρου 307 ΚΠΔ [διαφωνία Ανακριτή – διαδίκου] γίνεται νομολογιακά δεκτό ότι αντικείμενο ελέγχου του Συμβουλίου είναι μόνο η αρνητική δράση του Ανακριτή [και όχι η θετική]: με άλλα λόγια, πάγια θέση της νομολογίας είναι ότι επιτρέπεται ο έλεγχος μόνο των παραλείψεων του Ανακριτή για διενέργεια συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων και όχι ο έλεγχος των ενεργειών του [για πάντα τα ανωτέρω σχετικά (α) Μ. Μαργαρίτης – Α. Μαργαρίτη «Κώδικας Ποινικής Δικονομίας: Θεωρία – Νομολογία», Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 2020, άρθρο 102, σελίδες 284 – 285, άρθρο 274, σελίδες 707 – 709 και άρθρο 307, σελίδες 814 – 818 και ομοίως (β) Λ. Μαργαρίτης «Ο Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας: Ερμηνεία κατ’ άρθρο του Ν. 4620/2019», Τόμος Πρώτος (Άρθρα 1 – 461), Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2020, άρθρο 102, σελίδες 471 – 472, άρθρο 274, σελίδες 1536 – 1540 και άρθρο 307, σελίδες 1734 – 1744].
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 282 ΚΠΔ: «(1) Όσο διαρκεί η προδικασία, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, είναι δυνατό να διαταχθούν περιοριστικοί όροι ή κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση ή να επιβληθεί προσωρινή κράτηση, υπό τις προϋποθέσεις των επόμενων άρθρων, (2) Ο σκοπός των περιοριστικών όρων, του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση και της προσωρινής κράτησης είναι να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων και να εξασφαλιστεί ότι εκείνος στον οποίο επιβλήθηκαν θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης, (3) Περιοριστικοί όροι επιβάλλονται εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι για την εκπλήρωση των σκοπών της παραγράφου 2 και αν αυτοί δεν επαρκούν επιβάλλεται κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση και αν αυτό το μέτρο κρίνεται ανεπαρκές τότε μόνο εκδίδεται ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο ένταλμα προσωρινής κράτησης». Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 283 ΚΠΔ: «(1) Περιοριστικοί όροι είναι ιδίως η παροχή εγγύησης, η υποχρέωση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται κατά διαστήματα στον Ανακριτή ή σε άλλη αρχή στην Ελλάδα ή σε ελληνική προξενική αρχή στο εξωτερικό, η απαγόρευση να μεταβαίνει ή να διαμένει σε ορισμένο τόπο ή στο εξωτερικό και η απαγόρευση να συναναστρέφεται ή να συναντάται με ορισμένα πρόσωπα (…), (2) Περιοριστικοί όροι μπορεί να επιβληθούν αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών». Προσέτι, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 286 § 1 και § 3 ΚΠΔ: «(1) Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί: (α) για κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, όταν το μέτρο αυτό δεν επαρκεί ή δεν μπορεί να επιβληθεί λόγω έλλειψης γνωστής διαμονής του κατηγορουμένου στη χώρα ή λόγω μη υποβολής από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος να υποβληθεί σε αυτό και (β) για περιοριστικούς όρους, αν αιτιολογημένα κριθεί ότι τα υπό στοιχεία α’ και β’ μέτρα δεν επαρκούν και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου 282, μόνον αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στην χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει την φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής και από την συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής του ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Αν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στον νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα δέκα πέντε έτη ή αν το έγκλημα τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν, με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος, είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Μόνο η κατά νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης (…), (3) Οι περιοριστικοί όροι που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο για κακούργημα ή πλημμέλημα, αν παραβιασθούν από αυτόν, είναι δυνατόν να αντικατασταθούν με προσωρινή κράτηση κατά το άρθρο 296». Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η προσωρινή κράτηση έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι των περιοριστικών όρων και πρέπει να επιβάλλεται [α] όταν οι σκοποί που ορίζει το άρθρο 282 ΚΠΔ δεν μπορούν να επιτευχθούν με αυτούς [περιοριστικούς όρους] και [β] μόνο όταν οι προϋποθέσεις της προκύπτουν με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, γιατί η προσωρινή κράτηση είναι το επαχθέστερο μέτρο δικονομικού καταναγκασμού. Δεν πρέπει όμως να παραγνωρίζεται η ανάγκη καταφυγής σε αυτήν σε περιπτώσεις βαριάς εγκληματικότητας, εμμονής του δράστη στην τέλεση αξιόποινων πράξεων, διάπραξης εγκλημάτων στα πλαίσια εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης και τέλεσης κακουργηματικών πράξεων σε βάρος μεγάλου αριθμού παθόντων. Έτσι, οι προϋποθέσεις επιβολής προσωρινής κράτησης σε κατηγορούμενο για κακούργημα είναι: [α] να κρίνεται αιτιολογημένα ότι ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση [εφόσον έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από πλευράς του κατηγορουμένου] και οι περιοριστικοί όροι δεν επαρκούν για τους σκοπούς του άρθρου 282 ΚΠΔ, [β] να προκύπτουν σε βάρος του κατηγορουμένου σοβαρές ενδείξεις ενοχής για κακούργημα, όπου οι ενδείξεις θεωρούνται «σοβαρές», όταν από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που έχουν συγκεντρωθεί προκύπτει ότι συντρέχει υψηλός βαθμός πιθανολόγησης ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει το διωκόμενο έγκλημα, ενώ δεν θεωρούνται «σοβαρές», όταν καθ’ εαυτές κρινόμενες, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγορουμένου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, επαρκή για την απαλλαγή του, [γ] να συντρέχει σκοπός φυγής του κατηγορουμένου, όχι ως ενδιάθετη κατάσταση, αλλά ως εμπειρικά διαπιστώσιμη συμπεριφορά, η οποία προκύπτει μέσω της υπαγωγής στις αναλυτικά, αυθεντικά προσδιορισθείσες αντικειμενικές προϋποθέσεις της έλλειψης γνωστής διαμονής του δράστη στην χώρα ή των προπαρασκευαστικών ενεργειών του προς διευκόλυνση της φυγής του ή της ιδιότητάς του ως φυγόποινου ή φυγόδικου κατά το παρελθόν ή της κατάφασης της ενοχής του για το έγκλημα της απόδρασης κρατουμένου ή της παραβίασης των περιορισμών διαμονής, μόνη η επαλήθευση των οποίων δεν παράγει πλέον τεκμήριο για τον σκοπό φυγής του κατηγορουμένου, ή διαζευκτικά [δ] να διαπιστώνεται κίνδυνος υποτροπής του κατηγορουμένου, ο οποίος [i] για τα κακουργήματα που απειλούνται στον νόμο με ποινή ισόβιας κάθειρξης ή με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης με ανώτατο όριο τα δεκαπέντε [15] έτη ή τελέστηκαν κατ’ εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτά, μπορεί να θεμελιωθεί στην αξιολόγηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης, με αιτιολόγηση της σχετικής κρίσης και πάντως μη αρκούσης αποκλειστικά της κατά νόμο βαρύτητας της πράξης για την επιβολή προσωρινής κράτησης, ενώ [ii] για τα υπόλοιπα κακουργήματα, μπορεί να απορρέει μόνο από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις [για πάντα τα ανωτέρω σχετικά (α) Μ. Μαργαρίτης – Α. Μαργαρίτη «Κώδικας Ποινικής Δικονομίας: Θεωρία – Νομολογία», Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 2020, άρθρο 286, σελίδες 742 – 748 και ομοίως (β) Λ. Μαργαρίτης «Ο Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας: Ερμηνεία κατ’ άρθρο του Ν. 4620/2019», Τόμος Πρώτος (Άρθρα 1 – 461), Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2020, άρθρο 286, σελίδες 1596 – 1604]. Υπό τα δεδομένα αυτά, καθίσταται σαφές ότι, ενώ ο νομοθέτης θέλησε να περιορίσει τη δυνατότητα επιβολής της προσωρινής κράτησης για ορισμένη κατηγορία κακουργημάτων, εκείνων δηλαδή που απειλούνται στον νόμο με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης με ανώτατο όριο κατώτερο των δεκαπέντε [15] ετών, θέτοντας σαφή, συγκεκριμένα και δεσμευτικά κριτήρια, από τα οποία δεν χωρεί απόκλιση κατά την στάθμιση της αναγκαιότητας επιβολής προσωρινής κράτησης, για εκείνη την κατηγορία των κακουργημάτων που [1] απειλούνται στον νόμο με ποινή ισόβιας κάθειρξης ή πρόσκαιρης κάθειρξης με ανώτατο όριο τα δεκαπέντε [15] έτη ή [2] τελέστηκαν κατ’ εξακολούθηση ή [3] διαπράχθηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή [4] τελέστηκαν σε βάρος μεγάλου αριθμού παθόντων, οριοθέτησε βέβαια και πάλι το πλαίσιο επιλογής του έσχατου μέτρου δικονομικού καταναγκασμού της προσωρινής κράτησης, αλλά κατέλιπε ευρύτερο περιθώριο αξιολόγησης της προσωπικότητας και της επικινδυνότητας του κατηγορουμένου από πλευράς του Ανακριτή και του Εισαγγελέα ή του Δικαστικού Συμβουλίου, σε περίπτωση κρίσης επί προσφυγής κατά εντάλματος προσωρινής κράτησης. Έτσι, σε κατηγορούμενο που διώκεται για κακούργημα που απειλείται στον νόμο με ισόβια κάθειρξη ή με πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα δεκαπέντε [15] έτη ή τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή σε βάρος μεγάλου αριθμού παθόντων είναι δυνατόν να επιβληθεί το πρώτον ή να μην αρθεί ή να μην αντικατασταθεί η προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους, εφόσον κρίνεται αιτιολογημένα ότι, αν ο συγκεκριμένος δράστης αφεθεί ελεύθερος, είναι πολύ πιθανόν να διαπράξει και άλλα εγκλήματα, κρίση που δεν δύναται μεν να βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην κατά νόμο βαρύτητα της πράξης, πλην όμως δεν απαιτείται να βασίζεται σε προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις, αλλά είναι δυνατόν να ερείδεται στα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης που του αποδίδεται, ως τέτοια νοούμενα χαρακτηριστικά που καταμαρτυρούν μια αντικειμενικά δρομολογημένη εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορούμενου, ήτοι ενδεικτικώς μεταξύ άλλων και η επιτήδεια και μεθοδευμένη εγκληματική δράση με την επιλογή ιδιαίτερων μέσων και τρόπων που συνοδεύουν την προπαρασκευή και την εκτέλεση της πράξης, η ένταση του δόλου και ο επιδιωκόμενος με την εγκληματική ενέργεια σκοπός [σχετικά ΣυμβΠλημΠειρ 344/2010, δημοσιευμένο σε ΤΝΠ ΝΟΜΟS, ΣυμβΠλημΠειρ 59/2010, Αρμ 2010, σελίδα 713, ΣυμβΠλημΘεσ 343/2010, ΠοινΔνη 2010, σελίδα 687, ΣυμβΠλημΣερ 4/2010, ΠοινΔνη 2010, σελίδα 689]. Και τούτο διότι σε κακουργήματα μείζονος για την έννομη τάξη απαξίας, όπου από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τέλεσής τους διακρίνεται εμφανώς η εγκληματική προδιάθεση του κατηγορουμένου, ο νομοθέτης δεν θέλησε να αρκείται το δικαιοδοτικό όργανο [Ανακριτής και Εισαγγελέας αρχικά και Δικαστικό Συμβούλιο μεταγενέστερα] για την κρίση του περί επιβολής της προσωρινής κράτησης λόγω της πιθανολόγησης του κινδύνου διάπραξης και άλλων εγκλημάτων στο κριτήριο της ύπαρξης προηγούμενων αμετάκλητων καταδικών για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις, το οποίο είναι, άλλωστε, και επισφαλές στην περίπτωση αδικημάτων τέτοιας βαρύτητας, καθόσον είναι σφόδρα πιθανόν να μην υφίστανται προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις εξαιτίας ακριβώς της ικανότητας του δράστη να διαφεύγει την σύλληψη, αλλά επέλεξε ως βάση της κρίσης Ανακριτή και Εισαγγελέα ή Δικαστικού Συμβουλίου, σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά εντάλματος προσωρινής κράτησης, για την κατάγνωση του ως άνω μέτρου δικονομικού καταναγκασμού την διάγνωση της επικινδυνότητας του κατηγορουμένου, όπως αυτή σκιαγραφείται από τα ίδια τα επιμέρους χαρακτηριστικά της αποδιδόμενης στον τελευταίο πράξης.
Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 291 § 2 ΚΠΔ: «(…) (2) Εκείνος που προσωρινά κρατείται ή εκείνος στον οποίο έχουν επιβληθεί περιοριστικοί όροι ή κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον Ανακριτή για την άρση των μέτρων αυτών ή για την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους ή με κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση ή για την αντικατάσταση του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση με περιοριστικούς όρους ή των περιοριστικών όρων με άλλους. Εναντίον της διάταξης του Ανακριτή επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο μέσα σε δέκα [10] ημέρες από τότε που κοινοποιήθηκε η ανακριτική διάταξη σ’ εκείνον που υπέβαλε την αίτηση (…)». Η προσφυγή του άρθρου 291 § 2 εδάφιο β’ ΚΠΔ φέρει τον χαρακτήρα οιονεί ενδίκου μέσου, δεδομένου ότι με αυτήν διατυπώνονται παράπονα κατά της δικαιοδοτικής κρίσης του Ανακριτή, της οποίας σκοπείται ο έλεγχος και στην συνέχεια αναλόγως η μεταρρύθμιση ή εξαφάνιση από ανώτερο δικαιοδοτικό όργανο [το Δικαστικό Συμβούλιου]. Ο χαρακτηρισμός της προσφυγής ως οιονεί ένδικο μέσο συνεπάγεται περαιτέρω ότι κατά το άρθρο 463 ΚΠΔ εφαρμόζονται επί αυτής οι ορισμοί που αφορούν τα γνήσια ένδικα μέσα, με την επιφύλαξη αντίθετης ειδικής ή από την φύση του πράγματος συναγόμενης πρόβλεψης. Δικαίωμα άσκησης προσφυγής έχει μόνο ο υποβάλων την αίτηση [στον Ανακριτή] κατηγορούμενος. Η προθεσμία της προσφυγής είναι πλέον δεκαήμερη [και όχι πενθήμερη], υπολογίζεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 168 ΚΠΔ και άρχεται από την κατ’ άρθρο 165 § 1 ΚΠΔ κοινοποίηση της διάταξης του Ανακριτή σε εκείνον που υπέβαλλε την αίτηση. Περαιτέρω, με δεδομένο τον χαρακτήρα της προσφυγής του άρθρου 291 § 2 εδάφιο β’ ΚΠΔ ως οιονεί ενδίκου μέσου, η υποβολή της χωρεί αυτοπροσώπως ή μέσω αντιπροσώπου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 466 § 1 ΚΠΔ. Επιπλέον, η εν θέματι προσφυγή ασκείται κατ’ άρθρο 474 § 1, § 2 και § 4 ΚΠΔ, ήτοι «(1) (…) με δήλωση στον γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σε εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 466 παράγραφος 1) και από εκείνον που τη δέχεται (…), (2) (…) μπορεί επίσης να ασκηθεί και με κατάθεση δικογράφου στα παραπάνω πρόσωπα, για την οποία συντάσσεται έκθεση εγχείρησης (…), (4) Στην έκθεση ή το δικόγραφο πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται (…)». Ακόμη, ως οιονεί ένδικο μέσο η προσφυγή έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα: επομένως, το καλούμενο να αποφανθεί επ’ αυτής Συμβούλιο δεσμεύεται από την σχετική δήλωση άσκησης της προσφυγής ή τους λόγους που αποτυπώνονται στο αυτοτελές δικόγραφο, περιοριζόμενο να αποφασίσει μόνο για όσα διαλαμβάνονται σε αυτά [δήλωση άσκησης ή αυτοτελές δικόγραφο]. Από την άλλη πλευρά, η προσφυγή στερείται ανασταλτικής δύναμης. Αρμόδιο είναι το Συμβούλιο του Δικαστηρίου στο οποίο υπηρετεί ο εκδόσας την προσβαλλόμενη διάταξη Ανακριτής επί της προηγηθείσας αίτησης του κατηγορουμένου. Το Συμβούλιο αποφαίνεται με βάση το συλλεγέν αποδεικτικό υλικό έως την έκδοση της προσβαλλόμενης διάταξης του Ανακριτή και ως εκ τούτου δεν μπορεί να διατάξει περαιτέρω κύρια ανάκριση. Ο κατηγορούμενος, ενόψει του ότι ο νόμος δεν του αναγνωρίζει σχετικό δικαίωμα, δεν μπορεί να ασκήσει ένδικο μέσο κατά του εκδοθέντος βουλεύματος. Τέλος, το Δικαστικό Συμβούλιο καλείται να αποφανθεί αρχικά ως προς την τυπική [παραδεκτό] και ακολούθως ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της προσφυγής, κατόπιν προηγηθείσας αιτιολογημένης πρότασης του Εισαγγελέα [για πάντα τα ανωτέρω σχετικά (α) Λ. Μαργαρίτης «Ο Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας: Ερμηνεία κατ’ άρθρο του Ν.4620/2019», Τόμος Πρώτος (Άρθρα 1 – 461), Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2020, άρθρο 291, σελίδες 1627 – 1637, ομοίως (β) Χ. Σεβαστίδης, «Κώδικας Ποινικής Δικονομίας: Ερμηνεία Κατ’ Άρθρο – Τόμος ΙΙΙ (Άρθρα 177 – 319)», 2015, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα - Θεσσαλονίκη, άρθρο 286, σελίδες 3479 – 3518 και τέλος ομοίως (γ) Μ. Μαργαρίτης – Α. Μαργαρίτη «Κώδικας Ποινικής Δικονομίας: Θεωρία – Νομολογία», Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 2020, άρθρο 291, σελίδες 757 – 762].
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, σε βάρος του προσφεύγοντος κατηγορουμένου, ………………., ασκήθηκε ποινική δίωξη με την από 21-02-2022 γραπτή παραγγελία μας προς τον κ. Ανακριτή Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για τις αξιόποινες πράξεις [α] του βιασμού κατ’ εξακολούθηση και [β] της κατάχρησης ανηλίκου κατ’ εξακολούθηση, πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 § 1, 5 § 1, 13 περίπτωση δ’, 14, 16, 17, 18 εδάφια α’ και β’, 19, 26 εδάφιο α’, 27, 50, 51, 52, 59, 60, 79, 94 § 1, 95, 98 § 1, 336 § 1 και § 2 και 342 § 1 περίπτωση γ’ ΠΚ [Ν.4619/2019], ως το τελευταίο άρθρο 342 ΠΚ ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν.4855/12-11-2021, φέρονται – δε – τελεσθείσες στην Νέα Καλλικράτεια Χαλκιδικής και στην Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιούνιο του έτους 2020 έως και τον μήνα Αύγουστο του έτους 2021.
Μετά την απολογία του ανωτέρω κατηγορουμένου ενώπιον της κυρίας Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κατόπιν γραπτής σύμφωνης γνώμης μας κατ’ άρθρο 288 § 1 εδάφια α’ και β’ ΚΠΔ, επιβλήθηκε σε βάρος του προσωρινή κράτηση και εκδόθηκε για την πρώτη κακουργηματική πράξη του βιασμού κατ’ εξακολούθηση το με αριθμό 6/22-02-2023 Ένταλμα Προσωρινής Κράτησης της ανωτέρω κυρίας Ανακρίτριας, δυνάμει του οποίου αυτός κρατείται προσωρινά στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών [σχετική η με αριθμό πρωτοκόλλου 2646/23-02-2023 έκθεση φυλάκισης εντός της δικογραφίας], με έναρξη της προσωρινής του κράτησης από την 22η-02-2023. Το πέρας της κυρίας ανάκρισης γνωστοποιήθηκε νομοτύπως κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 308 § 4 ΚΠΔ στην δικηγόρο Θεσσαλονίκης…………. [ΑΜ ΔΣΘ 3509], αντίκλητο του κατηγορουμένου [σχετικό το από 01-06-2023 αποδεικτικό επίδοσης της από 31-05-2023 γνωστοποίησης πέρατος ανάκρισης εντός της δικογραφίας] και στην συνέχεια η σχηματισθείσα δικογραφία διαβιβάστηκε σε εμάς με την υπ’ αριθμόν πρωτοκόλλου 318/06-06-2023 αναφορά της κυρίας Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για τις δικές μας περαιτέρω ενέργειες. Υπό τα δεδομένα αυτά, το τυπικό πέρας της κυρίας ανακρίσεως τοποθετείται χρονικά στις 06-06-2023 και επομένως αμφότερες οι επί του παρόντος διερευνώμενες προσφυγές του κατηγορουμένου ασκήθηκαν μετά το ως άνω επελθόν τυπικό πέρας [με ότι αυτό συνεπάγεται ως προς το παραδεκτό της προσφυγής του άρθρου 307 ΚΠΔ – αμέσως κατωτέρω].
Η με αριθμό 22/08-06-2023 προσφυγή [κατ’ άρθρο 307 περίπτωση α’ ΚΠΔ] κατά της με αριθμό 101/01-06-2023 Διατάξεως της κυρίας Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη η από 30-05-2023 αυτοτελής αίτηση του κατηγορουμένου για διεξαγωγή αποδείξεων προς αντίκρουση της κατηγορίας [άρθρα 102 και 274 ΚΠΔ] και δη απερρίφθη το αίτημα του για συσχέτιση στην παρούσα ανακριτική δικογραφία αντιγράφων του συνόλου των εγγράφων που εμπεριέχονται στον ιατρικό φάκελο της καταγγέλλουσας [εισιτήριο, εξιτήριο, φύλλα νοσηλείας, καρτέλα φαρμάκων, εξετάσεις πάσης φύσεως και αποτελέσματα αυτών, ιατρικές γνωματεύσεις, ιατρικό ιστορικό, αρχείο συνεντεύξεων με θεράποντα ιατρό κοκ], όπως προκύπτει από την συνταχθείσα έκθεση εγχειρίσεως, υποβλήθηκε την 08η-06-2023, ημέρα Πέμπτη και ώρα 14.00 στην γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ……, με εγχείριση αυτοτελούς δικογράφου – φέρον την υπογραφή της πληρεξούσιας δικηγόρου του προσφεύγοντος, ……, δυνάμει της από 31-05-2023 έγγραφης ειδικής πληρεξουσιότητας - εξουσιοδότησης που επισυνάφθηκε και φέρει το γνήσιο της υπογραφής του προσφεύγοντος. Επομένως, η εν λόγω προσφυγή ασκήθηκε ΜΕΤΑ το τυπικό πέρας της κυρίας ανακρίσεως που τοποθετείται χρονικά στις 06-06-2023 και είναι εξ αυτού του λόγου – βάσει και της προηγηθείσας νομικής σκέψης – απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 307 περίπτωση α’, 463 και 476 § 1 ΚΠΔ. Ειδικότερα, η προσφυγή ασκήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο ΔΕΝ διαρκούσε η κύρια ανάκριση, ώστε να συντρέχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Σας να επιληφθεί αυτής, αντιθέτως είχε περατωθεί τυπικά η διενεργηθείσα κύρια ανάκριση με τη διαβίβαση της δικογραφίας περαιωμένης από την κυρία Ανακρίτρια στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με την υπ’ αριθμόν πρωτοκόλλου 318/06-06-2023 αναφορά της, την περιέλευση της δικογραφίας στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και την χρέωσή της την επομένη [στις 07-06-2023] σε εμάς προς επεξεργασία [κατάρτιση εισαγγελικής πρότασης επί της ουσίας κατ’ άρθρο 308 § 1 ΚΠΔ]. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση με αριθμό 22/08-06-2023 προσφυγή [κατ’ άρθρο 307 περίπτωση α’ ΚΠΔ] να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη.
Η με αριθμό 23/08-06-2023 προσφυγή [κατ’ άρθρο 291 § 2 εδάφιο β’ ΚΠΔ] κατά της με αριθμό 97/30-05-2023 Διατάξεως της κυρίας Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη η από 12-04-2023 αίτηση του κατηγορουμένου για άρση, άλλως αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους, όπως προκύπτει από την συνταχθείσα έκθεση εγχειρίσεως, υποβλήθηκε την 08η-06-2023, ημέρα Πέμπτη και ώρα 14.00 στην γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ……., με εγχείριση αυτοτελούς δικογράφου – φέρον την υπογραφή της πληρεξούσιας δικηγόρου του προσφεύγοντος, ……., δυνάμει της από 31-05-2023 έγγραφης ειδικής πληρεξουσιότητας - εξουσιοδότησης που επισυνάφθηκε και φέρει το γνήσιο της υπογραφής του προσφεύγοντος. Η πληττόμενη με αριθμό 97/30-05-2023 Διάταξη της κυρίας Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επιδόθηκε στην ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρο του προσφεύγοντος την 01η-06-2023, ημέρα Πέμπτη [σχετικό αποδεικτικό εντός της δικογραφίας]. Επομένως, η με αριθμό 23/08-06-2023 προσφυγή ασκήθηκε νομότυπα και εντός της νόμιμης δεκαήμερης προθεσμίας από την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης ανακριτικής διάταξης: σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή ως νόμω βάσιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις του άρθρου 291 § 2 εδάφιο β’ ΚΠΔ και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
ΙV. Στην συγκεκριμένη περίπτωση από το αποδεικτικό υλικό που συνελέγη τόσο κατά τη διάρκεια της αυτεπάγγελτης [αστυνομικής] προανάκρισης που προηγήθηκε χρονικά, όσο και κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης και της κύριας ανάκρισης που επακολούθησαν, αξιολογούμενο με βάση τις αρχές της ηθικής απόδειξης και του βάρους απόδειξης που προβλέπονται στα άρθρα 177 και 178 ΚΠΔ, και ειδικότερα από όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία, από τις έγγραφες εξηγήσεις, την απολογία και το απολογητικό υπόμνημα του προσφεύγοντος κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: στις 10-08-2021 απεστάλη στην Εισαγγελία Ανηλίκων Θεσσαλονίκης, όπου έλαβε αριθμό εισερχομένου 4984/10-08-2021, ηλεκτρονικό μήνυμα [email] στο οποίο καταγγέλλονταν «αποπλάνηση και βιασμός κατ’ εξακολούθηση» δεκαεξάχρονου κοριτσιού από τον πνευματικό της πατέρα [νονό]. Αποστολέας του μηνύματος φερόταν ο πατέρας της ανήλικης. Αυθωρεί και παραχρήμα παραγγέλθηκε [i] κατεπείγουσα διαβίβαση του ανωτέρω μηνύματος προς διερεύνηση των καταγγελλομένων στο Τμήμα Προστασίας Ανηλίκων της Διεύθυνσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης και [ii] κατεπείγουσα κοινωνική έρευνα. Στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης [αστυνομικής] προανάκρισης – μεταξύ άλλων ανακριτικών ενεργειών – ελήφθησαν καταθέσεις του αποστολέα του ηλεκτρονικού μηνύματος και πατέρα του φερόμενου ανήλικου θύματος, ενός φιλικού προσώπου του δεκαεξάχρονου κοριτσιού, της ίδιας της ανήλικης φερόμενης παθούσας κατόπιν διενεργηθείσας ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης, καθώς και της ειδικευόμενης ιατρού στο Παιδοψυχιατρικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης «Ιπποκράτειο» που παρακολουθούσε την φερόμενη παθούσα από την άνοιξη του έτους 2020. Από τις ανωτέρω ιδιαιτέρως περιγραφικές καταθέσεις σε συνδυασμό με [α] την από 06-09-2021 έκθεση προκαταρκτικής ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης της ψυχολόγου – αστυνόμου Β’ ……., [β] την με αριθμό πρωτοκόλλου 8/21-02-2023 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού ουρολόγου ……, [γ] την από 09-03-2023 ψυχοδιαγνωστική αναφορά της ψυχολόγου …… και [δ] την από 10-04-2023 δικαστική πραγματογνωμοσύνη [κατ’ άρθρο 352 Α § 3 ΠΚ] της κλινική ψυχολόγου – νευροψυχολόγου παιδιών και ενηλίκων, ……., προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του προσφεύγοντος κατηγορουμένου για τις αποδιδόμενες σε αυτόν κακουργηματικού χαρακτήρα πράξεις, ως ακριβώς του αποδόθηκαν στο πλαίσιο της προηγηθείσας κυρίας ανακρίσεως και συγκεκριμένα προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του για το ότι στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα:
[1] Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους, το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούνιο του έτους 2020 έως και το μήνα Αύγουστο του έτους 2021, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση, με σωματική βία, ως τέτοιας νοούμενης και της περιαγωγής άλλου σε κατάσταση ανικανότητας για αντίσταση με ναρκωτικά, εξανάγκασε άλλον σε επιχείρηση και ανοχή γενετήσιας πράξης. Ειδικότερα, στην οικία του κατηγορουμένου στην Καλλικράτεια του νομού Χαλκιδικής, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, κατά τον Ιούνιο του 2020, ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν μόνος του με την ανήλικη βαφτιστήρα του, …….., που γεννήθηκε στις 19-02-2004, και έχοντας περιάγει αυτή σε κατάσταση ανικανότητας προς αντίσταση με τη χρήση ινδικής κάνναβης, την οποία είχε προσθέσει μέσα σε ένα αυτοσχέδιο τσιγάρο, που της πρόσφερε να καπνίσει, ξεκίνησε να τη θωπεύει σε όλο της το σώμα πάνω από τα ρούχα της, τα οποία στη συνέχεια αυτή έβγαλε, κατά απαίτησή του. Καθώς η ανήλικη ήταν καθισμένη δίπλα του στον καναπέ και γυμνή, ο κατηγορούμενος άρχισε να θωπεύει τα γεννητικά της όργανα, κατόπιν έβγαλε και τα δικά του ρούχα και ακουμπώντας το χέρι της στο γεννητικό του όργανο, την εξανάγκασε να προβεί σε ετεροαυνανισμό. Στη συνέχεια, ο προσφεύγων κατηγορούμενος της ζήτησε να καθίσει πάνω στο βρισκόμενο σε στύση πέος του, προκειμένου να το εισχωρήσει στον κόλπο της, αλλά λόγω του δισταγμού της να προβεί στην ενέργεια αυτή, την εξανάγκασε να συνεχίσει τον ετεροαυνανισμό, ώσπου εκσπερμάτωσε. Έκτοτε, άλλοτε στην Καλλικράτεια, κάποιες φορές στην οικία του, κατά την απουσία της συζύγου του, άλλες φορές σε μία μικρή αποθήκη, στο πίσω μέρος της οικίας του και άλλες φορές στο αυτοκίνητό του και άλλοτε στη Θεσσαλονίκη, στην οικία ενός φίλου του, σε αδιευκρίνιστες ημερομηνίες πάντως κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και με συχνότητα αρχικά κάθε δύο ημέρες και στη συνέχεια δύο φορές την εβδομάδα, έχοντας περιαγάγει την ανήλικη σε κατάσταση ανικανότητας προς αντίσταση, με τη χρήση ινδικής κάνναβης και κάποιες φορές με την ταυτόχρονη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, ο κατηγορούμενος την εξανάγκαζε να προβαίνει σε ετεροαυνανισμό, σε πεολειχία και να ανέχεται να έρχεται σε συνουσία μαζί του. Τις ως άνω πράξεις, που έχουν έντονο ηδονιστικό χαρακτήρα, ο κατηγορούμενος τέλεσε με σκοπό τη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και ορμής.
[2] Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους, το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιούνιο του έτους 2020 έως και το μήνα Αύγουστο του έτους 2021, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση, όντας ενήλικος, καθώς γεννήθηκε την 01-01-1945, ο κατηγορούμενος ενήργησε γενετήσιες πράξεις με ανήλικο, τον οποίο του είχαν εμπιστευτεί για να τον επιβλέπει και να τον φυλάσσει, και ο παθών είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη. Ειδικότερα, στην οικία του στην Καλλικράτεια του νομού Χαλκιδικής, σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, κατά τον Ιούνιο του 2020, όταν οι γονείς της …….., η οποία ήταν ανήλικη, που γεννήθηκε στις 19-02-2004, γεγονός το οποίο ο κατηγορούμενος γνώριζε, του εμπιστεύτηκαν την επίβλεψη και τη φύλαξη της κόρης τους, καθόσον ήταν ο πνευματικός της ανάδοχος, αυτός, εκμεταλλευόμενος την απουσία της συζύγου του από την οικίας τους και έχοντας περιάγει την ανήλικη παθούσα σε κατάσταση ανικανότητας προς αντίσταση με τη χρήση ινδικής κάνναβης, την οποία είχε προσθέσει μέσα σε ένα αυτοσχέδιο τσιγάρο, που της πρόσφερε να καπνίσει, ξεκίνησε να τη θωπεύεις σε όλο της το σώμα πάνω από τα ρούχα της, τα οποία στη συνέχεια αυτή έβγαλε, κατά απαίτησή του. Καθώς η ανήλικη ήταν καθισμένη δίπλα του στον καναπέ και γυμνή, ο κατηγορούμενος άρχισε να θωπεύει τα γεννητικά της όργανα, κατόπιν έβγαλε και τα δικά του ρούχα και ακουμπώντας το χέρι της στο γεννητικό του όργανο, την εξανάγκασε να προβεί σε ετεροαυνανισμό. Στη συνέχεια, ο προσφεύγων κατηγορούμενος της ζήτησε να καθίσει πάνω στο βρισκόμενο σε στύση πέος του, προκειμένου να το εισχωρήσεις στον κόλπο της, αλλά λόγω του δισταγμού της να προβεί στην ενέργεια αυτή, την εξανάγκασε να συνεχίσει τον ετεροαυνανισμό, ώσπου εκσπερμάτωσε. Έκτοτε, άλλοτε στην Καλλικράτεια, κάποιες φορές στην οικία του, κατά την απουσία της συζύγου του, άλλες φορές σε μία μικρή αποθήκη, στο πίσω μέρος της οικίας του και άλλες φορές στο αυτοκίνητό του και άλλοτε στη Θεσσαλονίκη, στην οικία ενός φίλου του, σε αδιευκρίνιστες ημερομηνίες πάντως κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και με συχνότητα αρχικά κάθε δύο ημέρες και στη συνέχεια δύο φορές την εβδομάδα, όταν οι γονείς της ανήλικης παθούσας του εμπιστευόταν τη φύλαξη της κόρης τους, προκειμένου να περάσουν χρόνο μαζί ή να πάνε μία βόλτα, ο κατηγορούμενος περιάγοντας αυτή σε κατάσταση ανικανότητας προς αντίσταση, με τη χρήση ινδικής κάνναβης και κάποιες φορές με την ταυτόχρονη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, την εξανάγκαζε να προβαίνει σε ετεροαυνανισμό, σε πεολειχία και να ανέχεται να έρχεται σε συνουσία μαζί του. Τις ως άνω πράξεις, που έχουν έντονο ηδονιστικό χαρακτήρα, ο κατηγορούμενος τέλεσε με σκοπό τη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και ορμής.
Ο προσφεύγων κατηγορούμενος από την πρώτη αρχή τόσο στις έγγραφες εξηγήσεις του ενώπιον της κυρίας Πταισματοδίκη του Β’ Προανακριτικού Τμήματος όσο και στην απολογία του ενώπιον της κυρίας Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης αρνείται τις αποδιδόμενες ως άνω κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία διώκεται. Υποστηρίζει ότι η ανήλικη φερόμενη παθούσα είχε νοσηλευτεί τρεις [3] φορές στην Παιδοψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης «Ιπποκράτειο» προ των καταγγελλομένων, παρουσιάζοντας «αποδιοργανωμένη σκέψη, διακοπτόμενο ειρμό και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά», με αποτέλεσμα να της χορηγηθεί φαρμακευτική αγωγή και συνεπώς – κατά τους ισχυρισμούς του – η κατάθεσή της στερείται αξιοπιστίας και αλήθειας, καθώς πάντα τα κατατεθέντα συνιστούν «προϊόν μυθοπλασίας, απόρροια της γενικότερης ψυχικής κατάστασης της ……. και της διακοπτόμενης φαρμακευτικής αγωγής που ενίοτε ακολουθούσε». Ισχυρίζεται ότι ως πνευματικός ανάδοχος [νονός] της τότε ανήλικης …………….., έχοντας αποκλειστικά και μόνο αγαθά κίνητρα, της συμπαραστάθηκε στα προβλήματα που αντιμετώπιζε [αναφορικά με την ψυχική της υγεία]. Για τους λόγους αυτούς, προέβαινε τακτικά σε χαριστικές παροχές προς την ίδια [δώρα], εξόδους με την οικογένειά του κοκ, ήτοι προσπαθούσε να στηρίζει την τότε ανήλικη βαφτιστήρα του οικονομικά και ψυχολογικά σε κάθε έκφανση της καθημερινότητάς της. Ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι ουδέποτε χορήγησε ναρκωτικές ουσίες [ινδική κάνναβη – χασίς] στην ανήλικη τότε βαφτιστήρα του ούτε προέβη σε άσεμνες πράξεις σε βάρος της. Οι ιδιαίτερα αναλυτικές περιγραφές της ανήλικης για τις γενετήσιες πράξεις που φέρεται να διέπραξε σε βάρος της οφείλονται – κατά τον κατηγορούμενο – στο γεγονός ότι, όπως συνομολογεί και η ίδια, ήδη από τα δεκατρία [13] της έτη είχε ολοκληρωμένες ερωτικές σχέσεις με συνομήλικα αγόρια. Προς επίρρωση των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος προσκομίζει ιατρικά έγγραφα που αποδεικνύουν – κατά την κρίση του – την αδυναμία του να έχει στην προχωρημένη ηλικία του [ετών εβδομήντα πέντε κατά τους χρόνους τέλεσης] σεξουαλικές επαφές, επισημαίνοντας ότι αντιμετωπίζει από νεαρή ηλικία – πολύ, δε, περισσότερο στην τρίτη ηλικία που διανύει επί του παρόντος – προβλήματα στύσης. Περαιτέρω, επικαλείται σοβαρά ιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ίδιος ήδη από παλαιά [έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειοπλαστική δύο αγγείων – μπαλονάκι, χρόνια στεφανιαία νόσο] και συνεπεία των οποίων έχει διαγνωσθεί με ποσοστό αναπηρίας 67% [σχετικές βεβαιώσεις αναπηρίας εντός της δικογραφίας]. Ειδικά για την κατηγορία του βιασμού, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι – κι αν υποτεθούν ως αληθή τα καταγγελθέντα – ουδέποτε άσκησε σωματική βία οιασδήποτε μορφής σε βάρος της ανήλικης τότε βαφτιστήρας του προκειμένου να την εξαναγκάσει σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, γεγονός που – κατά τους ισχυρισμούς του – φέρεται να συνομολογεί και η ίδια. Προσέτι, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι είναι ένας άνθρωπος ήπιων τόνων και ευαίσθητος, που ουδέποτε έδωσε το παραμικρό δικαίωμα στο στενό και ευρύτερο οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό περιβάλλον του για οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά ή μομφή: προς τούτο προσάγει και επικαλείται πλήθος ενόρκων βεβαιώσεων προσώπων που τον γνωρίζουν ήδη από παλαιά. Τέλος, ο κατηγορούμενος αποδίδει την επί του παρόντος διερευνώμενη καταγγελία σε βάρος του σε καθαρά εκδικητική αντίδραση της ανήλικης τότε βαφτιστήρας του, επειδή της αρνήθηκε την καταβολή δύο χιλιάδων [2.000] ευρώ προκειμένου να αγοράσει ναρκωτικές ουσίες [και δη ινδική κάνναβη – χασίς].
Παρά τα όσα υποστηρίζει ο προσφεύγων κατηγορούμενος, θεωρούμε ότι στο παρόν δικονομικό στάδιο υφίστανται σε βάρος του σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τις αποδιδόμενες σε αυτόν κακουργηματικές πράξεις. Ωστόσο, δεν πρέπει να διαλάθουν την προσοχή του Συμβουλίου Σας τα ακόλουθα – εξίσου κρίσιμα – πραγματικά περιστατικά:
[i] ότι ο κατηγορούμενος είναι Έλληνας πολίτης, γεννηθείς την 01-01-1945, ήτοι προχωρημένης σήμερα ηλικίας εβδομήντα οκτώ [78] ετών [εβδομήντα πέντε ετών κατά τους φερόμενους χρόνους τέλεσης των πράξεων], με γνωστή και μόνιμη κατοικία τα τελευταία σαράντα [40] έτη σε ιδιόκτητο ακίνητο στη Νέα Καλλικράτεια Χαλκιδικής,
[ii] ότι η επί πεντηκονταετία σύζυγός του αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία χρήζουν συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης και αρωγής, ενίοτε και νοσηλείας, γεγονός που απαιτεί την διαρκή παρουσία και συνδρομή τρίτου προσώπου: δεδομένου ότι δεν έχουν αποκτήσει τέκνα και δεν υφίστανται συγγενείς να την στηρίξουν, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι είναι το μοναδικό πρόσωπο που της παρείχε μέχρι την έναρξη της προσωρινής του κράτησης την απαραίτητη βοήθεια και στήριξη και ότι σήμερα – λόγω του εγκλεισμού του στην φυλακή – η σύζυγός του διατρέχει κίνδυνο ζωής,
[iii] ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος έχει διαγνωσθεί με ποσοστό αναπηρίας 67% και αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία επιδεινώνονται δραματικά στην φυλακή, θέτοντας εν τέλει σε ευθύ κίνδυνο την ίδια την ζωή του, εφόσον συνεχιστεί η προσωρινή του κράτηση,
[iv] ότι στο ποινικό του μητρώο δεν υπάρχουν αμετάκλητες καταδίκες για ομοειδείς πράξεις [παρά μόνο μικρές ποινές για παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, τροχαίο ατύχημα και για οικοδομικές εργασίες άνευ αδείας, που φέρονται τελεσθείσες τα έτη 1978 έως 1991]. Πάντα, δε, τα ανωτέρω επικαλείται και υποστηρίζει με την προσαγωγή πλήθους εγγράφων.
V. Υπό το πρίσμα πάντων των ανωτέρω, κατά την κρίση μας, η διατήρηση της προσωρινής κράτησης κρίνεται επί του παρόντος ως μέτρο δυσανάλογο, ανεπιεικές, υπερβαίνον το υπέρμετρο, αρκούντων των περιοριστικών όρων [α] να αποτρέψουν τον προσφεύγοντα κατηγορούμενο από το ενδεχόμενο τέλεσης νέων εγκλημάτων και [β] να διασφαλίσουν την παρουσία του οποτεδήποτε στην ανάκριση και στη διαδικασία στο ακροατήριο, καθώς και την υποβολή του στην εκτέλεση της απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί. Σε ακολουθία πάντων των ανωτέρω, καθίσταται εναργές ότι η έκδοση σε βάρος του προσφεύγοντος εντάλματος προσωρινής κράτησης ήτο μεν απολύτως σύννομη, κατά το διαδικαστικό στάδιο που έλαβε χώρα, πλην όμως επί του παρόντος και έπειτα από τέσσερις [4] μήνες κράτησης, με την συνδρομή και των στοιχείων που μνημονεύθηκαν αναλυτικά ανωτέρω κρίνεται ως μέτρο δυσανάλογο, ανεπιεικές, υπερβαίνον το υπέρμετρο. Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η προσωρινή κράτηση δεν αποτελεί «προκαταβολή» ποινής με τιμωρητική επενέργεια, αλλά φέρει «προληπτικό» χαρακτήρα, ήτοι εξυπηρετεί τους σκοπούς που προβλέπονται στο άρθρο 282 ΚΠΔ και δη στοχεύει στο να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση νέων παρόμοιων εγκλημάτων. Συνιστά, δε, το επαχθέστερο μέτρο δικονομικού καταναγκασμού: για αυτό πρέπει να αποτελεί το έσχατο καταφύγιο [ultimum refugium] στην επιλογή των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού, λειτουργώντας καταρχήν επικουρικά σε σχέση με τους περιοριστικούς όρους. Συνακόλουθα, η εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης του κατηγορουμένου οδηγεί σε υπέρβαση της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον το μέτρο αυτό στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι αναγκαίο αλλά ούτε και πρόσφορο προς την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την επιβολή της προσωρινής κράτησης σκοπού, υπό την αυτονόητη παραδοχή του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα του Δικαίου και σύμφωνα προς το άρθρο 5 § 1 περίπτωση γ’ της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι η αποτροπή του κινδύνου τέλεσης νέων εγκλημάτων και η εξασφάλιση της παράστασης του κατηγορουμένου οποτεδήποτε στην ανάκριση και το αρμόδιο δικαστήριο, καθώς και η υποβολή αυτού στην εκτέλεση της απόφασης, μπορεί να επιτευχθεί με την σε βάρος του επιβολή περιοριστικών όρων.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η με αριθμό 23/08-06-2023 προσφυγή [κατ’ άρθρο 291 § 2 εδάφιο β’ ΚΠΔ] του κατηγορουμένου κατά της με αριθμό 97/30-05-2023 Διατάξεως της κυρίας Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη η από 12-04-2023 αίτησή του για άρση, άλλως αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους, καθόσον εξέλιπαν οι λόγοι που επέβαλαν την επιβολή του πληττομένου μέτρου δικονομικού καταναγκασμού. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι υφίστανται – ως προεκτέθηκε – σε βάρος του προσφεύγοντος σοβαρές ενδείξεις ενοχής για τις αποδιδόμενες κακουργηματικές πράξεις, κρίνεται απολύτως αναγκαία, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων από τον κατηγορούμενο και να εξασφαλιστεί ότι αυτός θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης που θα εκδοθεί, η αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης που επιβλήθηκε σε βάρος του με τους ακόλουθους περιοριστικούς όρους:
[Ι] της απαγόρευσης μετάβασης στο εξωτερικό [απαγόρευση εξόδου από την χώρα],
[ΙΙ] της εμφάνισης στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας του, δύο [2] φορές το μήνα, μία φορά εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός [1η έως 5η ημέρα] και μία φορά εντός του τετάρτου πενθημέρου εκάστου μηνός [16η έως 20η ημέρα], συντασσομένης εκθέσεως εμφανίσεως,
[ΙΙΙ] της απαγόρευσης προσέγγισης, συναναστροφής και επικοινωνίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την καταγγέλλουσα. Άπαντες οι ανωτέρω όροι να ισχύσουν μέχρι την οριστική εκδίκαση των σε βάρος του κατηγοριών.
[VΙ] Τέλος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 310 § 2 εδάφια α’ και β’ ΚΠΔ: «(…) (2) Το Συμβούλιο συνεδριάζει χωρίς την παρουσία του Εισαγγελέα και των διαδίκων. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο, μπορεί να διατάξει την εμφάνιση ενώπιον του όλων των διαδίκων, οπότε καλείται και ο Εισαγγελέας (…)», ενώ βάσει του άρθρου 315 § 4 ΚΠΔ: «(…) (4) Όταν το Δικαστικό Συμβούλιο αποφαίνεται με οποιαδήποτε αφορμή για την προσωρινή κράτηση ή μη του κατηγορουμένου, έχει υποχρέωση, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, να τον καλέσει ενώπιόν του προκειμένου να διατυπώσει τις απόψεις του, εκτός αν με ειδική αιτιολογία κρίνει ότι η αυτοπρόσωπη εμφάνιση δεν είναι αναγκαία (…)». Εν προκειμένω – κατά την κρίση μας – συντρέχει περίπτωση αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου Σας, καθόσον ο τελευταίος στην με αριθμό 23/08-06-2023 προσφυγή [κατ’ άρθρο 291 § 2 εδάφιο β’ ΚΠΔ] υπέβαλε σχετικό αίτημα και οι διατυπωθείσες προφορικά απόψεις του κρισιολογείται ότι θα συμβάλουν ουσιωδώς στην δικαιότερη αξιολόγηση των αιτημάτων του περί άρσης και αντικατάστασης της επιβληθείσας προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους. Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υποβάλλει γραπτό υπόμνημα προς το Συμβούλιο, αφού λάβει γνώση – ως αιτήθηκε – της παρούσης εισαγγελικής προτάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
[1] ΝΑ ΑΠΟΡΡΙΦΘΕΙ ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΗΣ ΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ [ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΩΣ ΑΣΚΗΘΕΙΣΑ] η με αριθμό 22/08-06-2023 προσφυγή [κατ’ άρθρο 307 περίπτωση α’ ΚΠΔ] του ……, γεννηθέντος την …. στην , κατοίκου ….. επί της οδού …., , προσωρινά κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γρεβενών δυνάμει του με αριθμό 6/22-02-2023 Εντάλματος Προσωρινής Κράτησης της κυρίας Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κατά της με αριθμό 101/01-06-2023 Διατάξεως της κυρίας Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη η από 30-05-2023 αυτοτελής αίτηση του κατηγορουμένου για διεξαγωγή αποδείξεων προς αντίκρουση της κατηγορίας [άρθρα 102 και 274 ΚΠΔ] και δη απερρίφθη το αίτημα του για συσχέτιση στην παρούσα ανακριτική δικογραφία αντιγράφων του συνόλου των εγγράφων που εμπεριέχονται στον ιατρικό φάκελο της καταγγέλλουσας [εισιτήριο, εξιτήριο, φύλλα νοσηλείας, καρτέλα φαρμάκων, εξετάσεις πάσης φύσεως και αποτελέσματα αυτών, ιατρικές γνωματεύσεις, ιατρικό ιστορικό, αρχείο συνεντεύξεων με θεράποντα ιατρό κοκ], με την οποία ζητεί εκ νέου «να διαταχθεί η διενέργεια περαιτέρω ανακριτικών πράξεων, ήτοι η συσχέτιση στην σχηματισθείσα δικογραφία του συνόλου των εγγράφων του ιατρικού φακέλου που αφορά τις επανειλημμένες νοσηλείες της ….. [καταγγέλλουσας] στην Παιδοψυχιατρική Κλινική του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης»,
[2] ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΤΥΠΙΚΑ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΔΕΚΤΗ η με αριθμό 23/08-06-2023 προσφυγή [κατ’ άρθρο 291 § 2 εδάφιο β’ ΚΠΔ] του……, κατοίκου ……. επί της οδού ……………, προσωρινά κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γρεβενών δυνάμει του με αριθμό 6/22-02-2023 Εντάλματος Προσωρινής Κράτησης της κυρίας Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κατά της με αριθμό 97/30-05-2023 Διατάξεως της κυρίας Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη η από 12-04-2023 αίτηση του κατηγορουμένου για άρση, άλλως αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους,
[3] ΝΑ ΑΡΘΕΙ Η ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΡΑΤΗΣΗ που επιβλήθηκε σε βάρος του ………..γεννηθέντος την … στην ….., κατοίκου …… επί της οδού….. προσωρινά κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γρεβενών, δυνάμει του με αριθμό 6/22-02-2023 Εντάλματος Προσωρινής Κράτησης της κυρίας Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, καταργούμενης της ισχύος του ως άνω Εντάλματος Προσωρινής Κράτησης,
[4] ΝΑ ΔΙΑΤΑΧΘΕΙ Η ΑΜΕΣΗ ΑΠΟΛΥΣΗ ΤΟΥ …..κατοίκου…… προσωρινά κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γρεβενών,
[5] ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΟΥΝ ΟΙ ΚΑΤΩΘΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ σε βάρος του………….., σε αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης, μέχρι την οριστική και επί της ουσίας εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης:
[Ι] της απαγόρευσης μετάβασης στο εξωτερικό [απαγόρευση εξόδου από την χώρα],
[ΙΙ] της εμφάνισης στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας του, δύο [2] φορές το μήνα, μία φορά εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός [1η έως 5η ημέρα] και μία φορά εντός του τετάρτου πενθημέρου εκάστου μηνός [16η έως 20η ημέρα], συντασσομένης εκθέσεως εμφανίσεως,
[ΙΙΙ] της απαγόρευσης προσέγγισης, συναναστροφής και επικοινωνίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την καταγγέλλουσα, ,,,,,,,,,.
Θεσσαλονίκη 15 Ιουνίου 2023
Ο Εισαγγελέας
Γεώργιος Κ. Ηλιόπουλος
Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών»
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την προπαρατεθείσα εισαγγελική πρόταση, εισάγονται ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 §2, 138 §§1 και 2, 291 §2β΄ και 307 περ. α΄ ΚΠΔ : Α) η με αριθμό κατάθεσης 22/08.06.2023 προσφυγή του ………….κατοίκου …….. και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γρεβενών, δυνάμει του με αριθμό 6/22.02.2023 Εντάλματος Προσωρινής Κράτησης της Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κατά της με αριθμό 101/01.06.2023 Διάταξης της προαναφερθείσας Ανακρίτριας επί της από 30.05.2023 αίτησής του ενώπιον της τελευταίας για διενέργεια ανακριτικών πράξεων και διεξαγωγή αποδείξεων, καθώς και Β) η με αριθμό κατάθεσης 23/08.06.2023 προσφυγή του ιδίου κατά της με αριθμό 97/30.05.2023 Διάταξης της προαναφερθείσας Ανακρίτριας επί της από 12.04.2023 αίτησής του ενώπιον της τελευταίας για άρση, άλλως αντικατάσταση της επιβληθείσας, κατά τα ανωτέρω, προσωρινής κράτησής του με περιοριστικούς όρους. Ειδικότερα στην υπό κρίση υπόθεση, δυνάμει παραγγελίας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σχηματίστηκε ποινική δικογραφία, που έλαβε αριθμό Β.Μ. ΑΝ 21-24 και ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις: 1) βιασμό κατ’ εξακολούθηση και 2) κατάχρηση ανηλίκου κατ’ εξακολούθηση (άρθρα 13 στοιχ. δ΄, 98, 336 §§1-2, 342 §1 περ. γ΄ ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 76 Ν. 4855/2021, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 §1 ΠΚ), οι οποίες αποδόθηκαν στο πρόσωπο του ……. και φέρεται ότι έλαβαν χώρα το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιούνιο του έτους 2020 έως και τον μήνα Αύγουστο του έτους 2021, στην Καλλικράτεια Χαλκιδικής και στη Θεσσαλονίκη, παραγγέλθηκε δε η διενέργεια κύριας ανάκρισης από την Ανακρίτρια του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης .
Μετά την απολογία του ανωτέρω κατηγορουμένου, εκδόθηκε κατά αυτού το με αριθμό 6/22.02.2023 Ένταλμα Προσωρινής Κράτησης της ως ανωτέρω Ανακρίτριας, δυνάμει του οποίου ο κατηγορούμενος κρατείται στο προαναφερθέν Σωφρονιστικό Κατάστημα, του χρόνου προσωρινής κράτησης υπολογιζόμενου από 22.02.2023. Ήδη ο ως άνω κατηγορούμενος υπέβαλε ενώπιον της Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης : Α) αφενός μεν, την από 30.05.2023 αίτησή του για τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων και διεξαγωγή αποδείξεων προς αντίκρουση της κατηγορίας (άρθρα 102 και 274 ΚΠΔ), και δη για τη συσχέτιση του ιατρικού φακέλου της φερόμενης ως παθούσας, ……, στην επίδικη ποινική δικογραφία, η οποία απορρίφθηκε δυνάμει της με αριθμό 101/01.06.2023 Διάταξης της ίδιας ως άνω Ανακρίτριας, Β) αφετέρου δε, την από 12.04.2023 αίτησή του περί άρσης της προσωρινής του κράτησης, άλλως αντικατάστασής της με περιοριστικούς όρους, η οποία απορρίφθηκε δυνάμει της με αριθμό 97/30.05.2023 Διάταξης της ίδιας ως άνω Ανακρίτριας.
Κατά της πρώτης, ως ανωτέρω, ανακριτικής διάταξης ο κατηγορούμενος άσκησε την επίδικη, με αριθμό 22/08.06.2023 (πρώτη) προσφυγή ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, ήτοι μετά το τυπικό πέρας της ανάκρισης (06.06.2023), η οποία, ως εκ τούτου, κρίνεται ως απαράδεκτη και απορριπτέα, σύμφωνα και με τα λεπτομερώς διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας αναφέρεται εξ ολοκλήρου και το Συμβούλιο, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων (ΟλΑΠ 2/2012, ΟλΑΠ 1227/1979, ΑΠ 1627/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 294/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 33/2011 ΤΝΠ Νόμος). Κατά της δεύτερης, ως άνω, διάταξης της ανακρίτριας, η οποία επιδόθηκε στον προαναφερθέντα κατηγορούμενο την 01.06.2023 (βλ. το από 01.06.2023 αποδεικτικό επίδοσης διάταξης του Κωνσταντίνου Τσακίρη, Επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), ο τελευταίος, άσκησε, ενώπιον της Γραμματέα του παρόντος Συμβουλίου, την 08.06.2023, με δήλωση δια της νόμιμα εξουσιοδοτηθείσας προς τούτο δικηγόρου του, του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης, ……. (βλ. την από 31.05.2023 ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής του ενώπιον της αρμόδιας αρχής) τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 23/08.06.2023 (δεύτερη) προσφυγή του, με την οποία ζητεί την άρση της προσωρινής του κράτησης, άλλως την αντικατάστασή της με περιοριστικούς όρους. Η εν λόγω (δεύτερη) προσφυγή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι, αφενός μεν συντάχθηκε η ανωτέρω έκθεση που υπογράφεται νόμιμα από τη Γραμματέα του παρόντος Συμβουλίου και την ανωτέρω αναφερόμενη πληρεξούσια δικηγόρο του, αφετέρου δε ασκήθηκε εντός της εκ του νόμου προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας (άρθρο 291 §2 τελ. εδ. ΚΠΔ) και τυγχάνει νόμιμη, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 291 §2 ΚΠΔ. Συνεπώς, πρέπει αυτή να εξεταστεί, περαιτέρω, και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που έχει συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης, της προκαταρκτικής εξέτασης και της κύριας ανάκρισης, και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν -και αναφορικά με τη δεύτερη προσφυγή- τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά αναλυτικά και αιτιολογημένα εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας αναφέρεται εξ ολοκλήρου και το Συμβούλιο, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων (ΟλΑΠ 2/2012, ΟλΑΠ 1227/1979, ΑΠ 1627/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 294/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 33/2011 ΤΝΠ Νόμος), ώστε οι προκείμενες αιτιολογίες της να αποτελέσουν και αιτιολογίες του βουλεύματός του. Βάσει αυτών, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου και για την αποδιδόμενη σε αυτόν (πρώτη) αξιόποινη πράξη του βιασμού, απειλούμενη στον νόμο με την ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης με ανώτατο όριο τα δεκαπέντε έτη και τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση, μη εισφερθέντος, έως και σήμερα, οποιουδήποτε νεότερου στοιχείου για την αποδυνάμωση αυτών. Εντούτοις, εξέλιπαν οι λόγοι για τους οποίους διατάχθηκε η προσωρινή κράτηση του προσφεύγοντος-κατηγορουμένου και, ως εκ τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία η συνέχιση της προσωρινής κράτησης αυτού, αρκούντων των περιοριστικών όρων για την επίτευξη του οριζόμενου στη διάταξη του άρθρου 282 §2 ΚΠΔ σκοπού.
Επομένως, αφού απορριφθεί η υπό κρίση (πρώτη) προσφυγή με αριθμό κατάθεσης 22/08.06.2023, πρέπει να γίνει δεκτή και ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη η κρινόμενη (δεύτερη) προσφυγή με αριθμό κατάθεσης 23/08.06.2023, να καταργηθεί η ισχύς του με αριθμό 6/22.02.2023 Εντάλματος της Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και να αντικατασταθεί η προσωρινή κράτηση, που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα- κατηγορούμενο δυνάμει του ως άνω Εντάλματος, με τους περιοριστικούς όρους : α) της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα, β) της υποχρέωσης εμφάνισής του την 1η και 16η εκάστου μήνα στον Διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας του τόπου κατοικίας του, συντασσομένης σχετικής έκθεσης, γ) της απαγόρευσης προσέγγισης της φερόμενης ως παθούσας, ............................................................, και επικοινωνίας μαζί της με οποιονδήποτε τρόπο και δ) της απαγόρευσης συμμετοχής του με οποιονδήποτε τρόπο σε εκδηλώσεις (εορταστικές κλπ.) ανηλίκων, μέχρι την οριστική και επί της ουσίας εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας, σύμφωνα και με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό του παρόντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αριθμό 22/08.06.2023 προσφυγή του κατηγορουμένου, κατοίκου ……. και ήδη προσωρινά κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Γρεβενών, δυνάμει του με αριθμό 6/22.02.2023 Εντάλματος Προσωρινής Κράτησης της Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κατά της με αριθμό 101/01.06.2023 Διάταξης της ίδιας ως άνω Ανακρίτριας.
ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΥΠΙΚΑ και ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ, τη με αριθμό 23/08.06.2023 προσφυγή του ως άνω κατηγορουμένου, κατά της με αριθμό 97/30.05.2023 Διάταξης της Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΡΓΕΙ την ισχύ του με αριθμό 6/22.02.2023 Εντάλματος Προσωρινής Κράτησης της Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.
ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ την προσωρινή κράτηση που επιβλήθηκε στον, δυνάμει του ως άνω εντάλματος, με τους περιοριστικούς όρους : α) της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα, β) της υποχρέωσης εμφάνισής του την 1η και 16η εκάστου μήνα στον Διοικητή του Τμήματος Ασφαλείας του τόπου κατοικίας του, συντασσομένης σχετικής έκθεσης, γ) της απαγόρευσης προσέγγισης της φερόμενης ως παθούσας …….., και επικοινωνίας μαζί της με οποιονδήποτε τρόπο και δ) της απαγόρευσης συμμετοχής του με οποιονδήποτε τρόπο σε εκδηλώσεις (εορταστικές κλπ.) ανηλίκων, μέχρι την οριστική και επί της ουσίας εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας.
ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ και ΕΓΙΝΕ στη Θεσσαλονίκη στις 4 Ιουλίου 2023 και ΕΚΔΟΘΗΚΕ στον ίδιο τόπο στις 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ