ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Στο δικαίωμα ενημέρωσης, δεν περιλαμβάνεται, ούτε από καμία άλλη διάταξη νόμου παρέχεται, δικαίωμα στον ύποπτο και αντίστοιχη υποχρέωση στον ανακρίνοντα να του εκθέσει με σαφήνεια και πληρότητα την πράξη για την οποία καλείται προς παροχή εξηγήσεων, επιδίδοντάς του μάλιστα έγγραφο κατηγορητήριο.
Αριθμός Βουλεύματος:
9 /2022
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Σύρου
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Βασίλειο Παπαθανασίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ειρήνη Καζάκου, Πρωτοδίκη και Μυρτώ Βενέτη, Πρωτοδίκη - Εισηγήτρια.
Συνεδρίασε στο γραφείο του Προέδρου Πρωτοδικών, στις 21 Μαρτίου 2022, παρουσία της Γραμματέως Ελένης Κουμούλα, προκειμένου να αποφανθεί για την παρακάτω ποινική υπόθεση, για την οποία η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Σύρου, Ολυμπία Λαμπροπούλου, υπέβαλε την ΕΓ/1-22/59/1 πρότασή της, η οποία έλαβε στο Πρωτοδικείο Σύρου τον αριθμό 3/14.02.2022, έχει δε ως ακολούθως:
«Εισάγω, ενώπιον του Συμβουλίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ 2 και 4,138 παρί και 244 παρ 5 του ΚΠΔ (όπως ισχύουν), την από 21.01.2022 αίτηση του ………………, κατοίκου Ερμούπολης Σύρου …. και εκθέτω τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με τη διάταξη του στοιχ δ) της παρ. 1 του άρθρου 171 ΚΠΔ : «Απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν : δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε» ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου «2. Αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από τον νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση». Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 243 ΚΠΔ (ως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 παρ26 Ν 4637/2019, ΦΕΚ A 180/18.11.2019): «1. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα «με τα άρθρα 240,241 και 245 παρ. 1 εδάφιο δ' έως ζ' και με αυτή επιδιώκεται η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να αποφασισθεί αν πρέπει να κινηθεί η ποινική δίωξη. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού κατά την προκαταρκτική εξέταση μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 178 αποδεικτικά μέσα και να διενεργηθούν όλες οι ανακριτικές πράξεις των άρθρων 253, 256, 257, 259, 260, 264 και 265 καθώς και όσες προβλέπονται σε ειδικούς νόμους. Κατ' εξαίρεση, αν ενεργείται προκαταρκτική εξέταση για τις πράξεις των άρθρων 187 και 187Α του ΠΚ, είναι δυνατόν να διαταχθούν με την αιτιολογία του εδαφίου β' της παραγράφου 3 του άρθρου 254 και οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού ειδικές ανακριτικές πράξεις, μετά από έγγραφη παραγγελία του εισαγγελέα που ενεργεί κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 εδάφιο γ' έως στ' του άρθρου 254. 2. Η προκαταρκτική εξέταση είναι συνοπτική και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κατά το άρθρο 37 πληροφόρηση της αρμόδιας αρχής μέχρι την κίνηση ή όχι της ποινικής δίωξης δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί έως τρεις το πολύ μήνες ή, εφόσον η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, για εύλογο χρονικό διάστημα, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή εφετών κατά περίπτωση. Επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 244 ΚΠΔ (ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 περ. 11 Ν 4637/2019,ΦΕΚ A 180/18.11.2019): «1. Αν η προκαταρκτική εξέταση διενεργείται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκειά της αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται υποχρεωτικώς πριν από πέντε τουλάχιστον ημέρες αν κατοικεί ή διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στο εσωτερικό και πριν από δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες αν κατοικεί ή διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, για την παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται χωρίς όρκο. Ο ύποπτος έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 89, 90, 91, 92 παρ.1, 95, 96, 99 παρ.1 εδ α', 2 και 4,100,101,102, 103 και 104, καθώς και το δικαίωμα να διορίσει τεχνικό σύμβουλο σε περίπτωση διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, εφαρμοζόμενης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 183. Το δικαίωμα ενημέρωσης του υπόπτου περιλαμβάνει κατ' ελάχιστο τη γνωστοποίηση των ποινικών διατάξεων, η παραβίαση των οποίων διερευνάται, καθώς και των θεμάτων επί των οποίων θα παράσχει εξηγήσεις. Τα ως άνω δικαιώματά του μπορεί να ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε εκπροσωπούμενος από συνήγορο που διορίζεται κατά το άρθρο 89 παρ2, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, κατά την κρίση εκείνου που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Οι διατάξεις των άρθρων 156 και 273 παρ. 1 γ εφαρμόζονται αναλόγως. Εφόσον ο ύποπτος κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέτασή του. 2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο κλήση προς παροχή εξηγήσεων για πράξη τιμωρούμενη σε βαθμό κακουργήματος, μπορεί να παραλειφθεί, αν από τα στοιχεία της προκαταρκτικής εξέτασης προκύπτει σαφώς ότι ο ύποπτος έχει σχεδιάσει την φυγή του ή την τέλεση νέων εγκλημάτων και έχουν προκύψει επαρκείς ενδείξεις για την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης. 3. Προηγούμενη έγγραφη εξέταση του υπόπτου που έγινε με όρκο ή χωρίς τη δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων της παρ.1 εδ β' απαγορεύεται να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας. Τυχόν παραμονή της στη δικογραφία συνιστά προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. 4. Αν, μετά την περάτωση της προκαταρκτικής εξέτασης, πρόκειται να κινηθεί ποινική δίωξη για πράξη ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία διενεργήθηκε αυτή, καλείται ο ύποπτος υποχρεωτικά να ασκήσει εκ νέου τα πιο πάνω δικαιώματά του, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού. 5. Το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο επιλύει όλες τις διαφορές ή αμφισβητήσεις που προκύπτουν κατά την προκαταρκτική εξέταση μεταξύ του υπόπτου και εκείνου που υποστηρίζει την κατηγορία ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα». Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 στοιχ. γ και 2 του άρθρου 273 ΚΠΔ:« 1 γ) Εκείνος που ενεργεί την ανάκριση υπενθυμίζει στον κατηγορούμενο ή στον ύποπτο την υποχρέωσή του, να δηλώσει κάθε μεταβολή της διεύθυνσης κατοικίας ή διαμονής του σύμφωνα με την παρ2 του άρθρου 156 και τις συνέπειες σε περίπτωση παράλειψης, μνημονεύοντας ρητά το γεγονός αυτό στην έκθεση της απολογίας 2. Αφού εξακριβωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου και του εξηγηθούν τα δικαιώματά του, εκείνος που ενεργεί την εξέτασή του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται και τον προσκαλεί να απολογηθεί και να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του. Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει. Επίσης έχει δικαίωμα να παραδώσει την απολογία του γραπτή. Σε αυτήν την περίπτωση όποιος ενεργεί την ανάκριση απευθύνει στον κατηγορούμενο τις απαραίτητες ερωτήσεις για να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο της έγγραφης απολογίας. Οι ερωτήσεις πρέπει να αναγράφονται ρητά στην έκθεση». Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 43 ΚΠΔ (ως ισχύει μετά τον Ν 4620/2019 και διαμορφώθηκε με το άρθρο 102 Ν 4855/2021, ΦΕΚ Α' 215/12.11.2021) : «1. Ο εισαγγελέας όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται ή διαβιβάζοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών στην περίπτωση της επόμενης παραγράφου ή υποβάλλοντας αίτηση για την έκδοση ποινικής διαταγής (άρθρο 409). Στα κακουργήματα ή πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου, καθώς και στα πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς εφετείου (άρθρο 111 παρ. 6), κινεί την ποινική δίωξη μόνο εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ.2 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνησή της. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και επί ανηλίκων, για πράξεις που αν τις διέπραττε ενήλικος, θα διατασσόταν προκαταρκτική εξέταση. Αν έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση ελέγχου των οργάνων ελέγχου της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον η ποινική δίωξη που πρόκειται να ασκηθεί αναφέρεται σε πράξεις ίδιες με εκείνες για τις οποίες διενεργήθηκε η Ε.Δ.Ε. ή αναφέρονται στο πόρισμα ή την έκθεση ελέγχου. 2. Αν διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ. 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση αρμόδιας κατά τον νόμο για έλεγχο αρχής για πλημμέλημα των προσώπων του άρθρου 111 της παρ6, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών κινεί την ποινική δίωξη διαβιβάζοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών με σχέδιο κλητηρίου θεσπίσματος. Αν ο εισαγγελέας εφετών κρίνει ότι δεν συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις για την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο με απευθείας κλήση, υποβάλλει σχετική πρόταση στο συμβούλιο εφετών διατηρώντας το δικαίωμα να διατάξει προηγουμένως προανάκριση για τη συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού» ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51 ΚΠΔ (ως μετά τον Ν 4620/2019 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 7 ν. 4637/2019, ΦΕΚ A 180/18.11.2019: «1. Αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ.2,3 και 4 . Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, την απορρίπτει με διάταξή του, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία και επιδίδεται στον εγκαλούντα. 3. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, απορρίπτει την έγκληση με αιτιολογημένη διάταξή του που επιδίδεται στον εγκαλούντα. 4. Όσα αναφέρονται στα άρθρα 43 παρ. 1 και 6,44,45,47, 48,49 και 50 εφαρμόζονται και ως προς την έγκληση».
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία είναι υποχρεωτική στα κακουργήματα και στα πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου, που διενεργείται κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, η κλήτευση του υπόπτου για παροχή εξηγήσεων είναι πλέον υποχρεωτική. Τούτο προκύπτει ευθέως από την επαναδιατύπωση και συμπλήρωση των δικαιωμάτων του στο άρθρο 244 ΚΠΔ ώστε να αφαιρεθεί οποιοδήποτε νομοθετικό έρεισμα στην ισχύουσα πρακτική που δεν αποδέχεται την ακυρότητα σε περίπτωση μη κλήτευσης του υπόπτου, όταν αυτός καθίσταται μετέπειτα κατηγορούμενος κι έτσι αποκτά δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του σε μεταγενέστερο διαδικαστικό στάδιο. Περαιτέρω ο ύποπτος που καλείται για την παροχή εξηγήσεων, τηρουμένων για την κλήση του των προβλεπόμενων προθεσμιών, εξετάζεται χωρίς όρκο, έχοντας τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 244 ΚΠΔ δικαιώματα και συγκεκριμένα δικαίωμα (που ασκείται με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στην έκθεση εξέτασής του ως υπόπτου) διορισμού συνηγόρου ή παραίτησης από τον διορισμό συνηγόρου, ο οποίος μπορεί να παρίσταται κατά την εξέτασή του και κατά τη διενέργεια των ανακριτικών πράξεων καθώς και να τον εκπροσωπεί (άρθρα 89, 90, 92 και 99), δικαίωμα παροχής δωρεάν νομικής βοήθειας (άρθρο 91), δικαίωμα ενημέρωσης σε απλή και κατανοητή γλώσσα προφορικώς ή γραπτώς για τα δικαιώματά του (άρθρο 95), δικαίωμα χορήγησης εγγράφου περί των δικαιωμάτων του (άρθρο 96), δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας και ανακοίνωσης των εγγράφων (άρθρο 100), δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης (άρθρο 101), δικαίωμα διεξαγωγής αποδείξεων (102), δικαίωμα παροχής προθεσμίας για την εξέτασή του (άρθρο 103) και δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης (άρθρο 104). Περαιτέρω, το γράμμα της διάταξης του εδαφίου γ της παρ. 1 του άρθρου 244 ΚΠΔ, καθιστά σαφές ότι το δικαίωμα ενημέρωσης του υπόπτου, περιλαμβάνει κατ' ελάχιστο τη γνωστοποίηση των ποινικών διατάξεων, η παραβίαση των οποίων διερευνάται, καθώς και των θεμάτων επί των οποίων θα παράσχει εξηγήσεις. Με τη διατύπωση αυτή, η οποία θεωρήθηκε ότι εναρμονίζεται πλήρως με την αξίωση της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ), περιλαμβάνουσα όλες τις εκφάνσεις του δικαιώματος πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ3 εδαφ. β της ΕΣΔΑ, παρέχεται ένα αρχικά επαρκές πλαίσιο ενημέρωσης ώστε να μην παραβιάζεται το δικαίωμα αντίκρουσης της κατηγορίας και υπεράσπισης, ως σε πλείστες περιπτώσεις συνεπαγόταν, η υπό το καθεστώς του προηγούμενου ΚΠΔ έλλειψη υποχρέωσης ενημέρωσής του υπόπτου σχετικά με την πράξη που αφορούσε η προκαταρκτική εξέταση και καλούνταν να δώσει εξηγήσεις, η οποία, δίχως να προκαλεί καμία απολύτως ακυρότητα, τον έφερνε σαφώς σε μειονεκτική (σε σχέση με τον κατηγορούμενο) θέση καθώς η άγνοια του μελλοντικού από τον αρμόδιο Εισαγγελέα νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών περιήγαγε αυτόν σε κατάσταση αδυναμίας προβολής καταλυτικών της κατηγορίας νομικών ισχυρισμών. Προς εξασφάλιση της αναγκαίας υπεράσπισής του υπόπτου περιελήφθη, άλλωστε, στην παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου 244 ΚΠΔ, υποχρεωτική πρόβλεψη για εκ νέου άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων του, σε περίπτωση που μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης πρόκειται να κινηθεί ποινική δίωξη για ουσιωδώς διαφορετική πράξη από εκείνη για την οποία διενεργήθηκε αυτή. Στο ως άνω δικαίωμα ενημέρωσης όμως, δεν περιλαμβάνεται, ούτε από καμία άλλη διάταξη νόμου παρέχεται, δικαίωμα στον ύποπτο και αντίστοιχη υποχρέωση στον ανακρίνοντα να του εκθέσει με σαφήνεια και πληρότητα την πράξη για την οποία καλείται προς παροχή εξηγήσεων, επιδίδοντάς του μάλιστα έγγραφο κατηγορητήριο. Εξάλλου, όπως και στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν 4620/2019 αναφέρεται, «λόγω της πρώιμης διαδικαστικής φάσης και του υπό διάγνωση αντικειμένου της κατηγορίας δεν είναι δυνατή η σύνταξη κατηγορητηρίου σε αυτή τη φάση χωρίς ταυτοχρόνως να δημιουργούνται ανυπέρβλητες δυσχέρειες σε πρακτικό επίπεδο». Ας μη διαλάθει άλλωστε ότι, στην προκαταρκτική εξέταση, το πρόσωπο που καλείται προς παροχή εξηγήσεων, ήτοι εκείνο κατά του οποίου στρέφεται η μήνυση ή η έγκληση ή του αποδίδεται η τέλεση αξιόποινης πράξης, δεν φέρει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με την έννοια του άρθρου 72 ΚΠΔ, διερευνάται δε ακόμα η πράξη καθώς και οι ιδιαίτερες περιστάσεις της και συνακόλουθα, μόνο μετά το πέρας της και μετά την άσκηση της προσήκουσας ποινικής δίωξης νοείται εξειδίκευση, με πληρότητα και σαφήνεια, της πράξης για την οποία πλέον θα κατηγορείται ο αποκτήσας, με την ποινική δίωξη, ιδιότητα του κατηγορουμένου. Υπογραμμίζεται τέλος ότι, σύμφωνα με την παρ 2 του άρθρου 273 ΚΠΔ, υποχρέωση να εκθέσει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη, καθιερώνεται μόνον σε εκείνον που ανακρίνει, ο οποίος πρέπει να διαλάβει στην έκθεση απολογίας το σχετικό κατηγορητήριο από το οποίο να προκύπτουν κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις όλα τα αναγκαία κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου περιστατικά που θεμελιώνουν την κατηγορία. Η διάταξη όμως αυτή, κατά τη βούληση του νομοθέτη, δεν εφαρμόζεται στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, άλλως τούτο θα είχε προβλεφθεί με σχετική παραπομπή στην ως άνω διάταξη του άρθρου 244 ΚΠΔ, η οποία, σημειωτέον, δεν εθίγη ούτε με την τελευταία τροποποίηση των διατάξεων του ΚΠΔ με τον Ν 4558/2021, όπως προβλέφθηκε για τη διάταξη του στοιχ. γ της παρ. 1 του ως άνω άρθρου 273 ΚΠΔ, στην οποία το ως άνω άρθρο 244 ΚΠΔ ρητώς παραπέμπει σε αναλογική εφαρμογή [σχετ Αιτιολογική Έκθεση Ν 4620/2019 πρβλ και ΕΑ 16/2016 ΠοινΧε 2016.1340, ΣυμβΠλημΑΘ 2228/2017 ΠοινΔνη 2017].
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών, ……………….., κάτοικος Ερμούπολης Σύρου ……, με την υπό κρίση από 21.01.2022 αίτησή του, ζητεί να κηρυχθεί άκυρη η διαδικασία της προκαταρκτικής εξέτασης, που διενεργείται με την από 30.11.2021 παραγγελία μας προς τον Διοικητή του ΤΑ Ερμούπολης, επί της με ABM A 2021/2456 ποινικής δικογραφίας, λόγω απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας και ειδικότερα του δικονομικού σταδίου που αφορά το δικαίωμα ενημέρωσης του, ως υπόπτου. Η αίτηση, η οποία κατατέθηκε ενώπιον μας στις 21.01.2022, εκκρεμούσης της εκτέλεσης της από 30.11.2021 παραγγελίας μας για προκαταρκτική εξέταση, από τον δικηγόρο Σύρου, ………….., ενεργούντος δυνάμει της ομοιόχρονης εξουσιοδότησης, θεωρημένου νομίμως του γνησίου της υπογραφής του αιτούντος, νομίμως και παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου Σας, το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να επιλύσει όλες τις διαφορές ή αμφισβητήσεις που προκύπτουν κατά την προκαταρκτική εξέταση μεταξύ του υπόπτου και του εισαγγελέα.
Περαιτέρω, από τα στοιχεία της υπόθεσης προκύπτει ότι: δυνάμει του με αριθμ πρωτ ……… διαβιβαστικού εγγράφου του Διοικητή του ΤΑ Ερμούπολης υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου δικογραφία που σχηματίσθηκε, κατ' άρθρο 245 παρ2 ΚΠΔ, εξ αφορμής της από 19.10.2021 ένορκης κατάθεσης της ……………, κατοίκου Ερμούπολης …………., επέχουσας θέση έγκλησης, κατά του αιτούντος, η οποία έλαβε ABM ……. και στις 30.11.2021 διαβιβάσθηκε στον Διοικητή του ΤΑ Ερμούπολης με παραγγελία μας για προκαταρτική εξέταση. Ειδικότερα, στο έντυπο του υπηρεσιακού φακέλου, δια του οποίου διαβιβάσθηκε η δικογραφία προς τον ανωτέρω προανακριτικό υπάλληλο και στο οποίο υπάρχει προεκτυπωμένη παραγγελία για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης είχαν αναγραφεί ιδιοχείρως οι πράξεις για τις οποίες αυτές διενεργείται καθώς και τα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που τις προβλέπουν με την επισήμανσή να ληφθεί κατάθεση χωρίς όρκο του εγκαλουμένου (κατ' άρθρο 244 ΚΠΔ). Στις 31.12.2021 ο ανωτέρω δικηγόρος Σύρου, ……………, ενεργούντος δυνάμει της ομοιόχρονης εξουσιοδότησης, θεωρημένου νομίμως του γνησίου της υπογραφής του αιτούντος, προσήλθε ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του ΤΑ Ερμούπολης και με την ομοιόχρονη αίτησή του ζήτησε να του χορηγηθούν αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε σε βάρος του αιτούντος καθώς και να του χορηγηθεί 15νθήμερη προθεσμία προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του για παροχή εξηγήσεων, στο οποίο, ο αϊτών αδυνατούσε να ανταποκριθεί νωρίτερα, λόγω αντιμετώπισης σοβαρότατου προβλήματος στην οικογένειά του. Στις 24.12.2021 ο αϊτών, προσήλθε αυτοπροσώπως ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του ΤΑ Ερμούπολης και με την ομοιόχρονη αίτησή του, ζήτησε να του χορηγηθεί επιπλέον μηνιαία προθεσμία ώστε να αντικρούσει το περιεχόμενο της σε βάρος του έγκλησης, το οποίο αρνήθηκε, επιφυλασσόμενος παντός δικαιώματός του, προκειμένου να ετοιμάσει και καταθέσει υπόμνημα γραπτών εξηγήσεων δια του ως άνω συνηγόρου του, ………, ο οποίος τελούσε σε 30νθήμερη αναρρωτική άδεια λόγω χειρουργικής επέμβασης αριστερής βουβωνοκήλης στην οποία υποβλήθηκε στις 18.12.2021, ως τούτο προκύπτει από την μέ αριθμ συνημμένη ………………. γνωμάτευση χορήγησης αναρρωτικής άδειας του ιατρού χειρουργού, ……………... Εν τούτοις, και παρ' ότι χορηγήθηκε στον αιτούντα κατ' επανάληψη προθεσμία για να συντάξει και προσκομίσει, κατά την εκπεφρασμένη επιθυμία του, υπόμνημα γραπτών εξηγήσεων δια του ως άνω συνηγόρου του, ο τελευταίος στις 21.01.2022 κατέθεσε ενώπιον μας κι ενώ η δικογραφία βρισκόταν ακόμα στα χέρια του Διοικητή του ΤΑ Ερμούπολης, την υπό κρίση αίτηση, με την οποία επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, συνιστάμενη ουσιαστικά και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της αίτησής του, στη μη σύνταξη κατηγορητηρίου. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας από καμία διάταξη νόμου δεν παρέχεται κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης δικαίωμα στον ύποπτο και αντίστοιχη υποχρέωση στον ανακρίνοντα να του εκθέσει με σαφήνεια και πληρότητα την πράξη για την οποία καλείται προς παροχή εξηγήσεων, επιδίδοντάς του μάλιστα έγγραφο κατηγορητήριο, όπως, ισχυρίζεται και πάντως αβάσιμα ο αϊτών, ότι απαιτείται ήδη μετά την τροποποίηση του άρθρου 244 ΚΠΔ, υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι θα πρέπει εγκαταλειφθεί η μέχρι πρότινος νομολογία των Συμβουλίων (στην οποία μάλιστα παραπέμπει) που επελήφθησαν σχετικών ζητημάτων. Εξάλλου, όπως ο ίδιος ο αϊτών ομολογεί στο δικόγραφο της αίτησής του, κληθείς εντός των νομίμων προθεσμιών για παροχή εξηγήσεων και λαβών αντίγραφα της δικογραφίας, έλαβε γνώση με σαφήνεια και πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν τις αποδιδόμενες σε αυτόν από την εγκαλούσα και ήδη διερευνώμενες αξιόποινες πράξεις (τόπος, χρόνος, λοιπές περιστάσεις) αλλά και του νομικού χαρακτηρισμού αυτών μετά των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που τις προβλέπουν και είχε επαρκή χρόνο και ευχέρεια να προετοιμάσει την υπεράσπισή του και να εκθέσει τις απόψεις του, είτε ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του ΤΑ Ερμούπολης είτε, κατά την επιθυμία του, εγχειρίζοντας προς τούτο σημείωμα παροχής έγγραφων εξηγήσεων, αφού κατ' επανάληψη του χορηγήθηκε σχετική προς τούτο προθεσμία, πλέον του μηνός. Αβάσιμη επίσης τυγχάνει και η αιτίαση ότι δήθεν στερήθηκε το δικαίωμα της στοιχειώδους ενημέρωσης για την πραγματική βάση των αδικημάτων που του αποδίδονται, επειδή δήθεν με την ως άνω εισαγγελική παραγγελία δεν περιγράφηκαν τα θέματα επί των οποίων κλήθηκε να παράσχει εξηγήσεις, αφού στην προκειμένη περίπτωση τα διερευνώμενα περιστατικά καταγράφονται επαρκώς και αναλυτικώς στην από 19.10.2021 ένορκη κατάθεση της εγκαλούσας, με συνοχή και χωρίς αντιφάσεις, με συνέπεια να μην τίθεται θέμα διευκρινίσεων ή αποσαφηνίσεων, αναγκαίας μόνον της καταγραφής της θέσης του αιτούντος - εγκαλουμένου. Ωστόσο και αντ'αυτού, ο αϊτών, εκτιμώντας προφανώς ότι θα έπρεπε να του τεθούν συγκεκριμένα ερωτήματα, προέκρινε ως καταλληλότερη υπερασπιστική γραμμή, την προδήλως παρελκυστική υποβολή της παρούσας αίτησης, σπεύδοντας επιπλέον τουλάχιστον προχείρως και οπωσδήποτε αδόκιμα να χαρακτηρίσει την ως άνω εισαγγελική παραγγελία ως αόριστη, ήτοι επιδεχόμενη διάφορες ερμηνείες, τη στιγμή που επιδεχόμενη διάφορες ερμηνείες, αβέβαιη και ακαθόριστη παραμένει μόνο η δική του τοποθέτηση επί των καταγγελιών, η οποία και μόνο ζητήθηκε με την ως άνω παραγγελία μας. Επισημαίνεται ότι η παραγγελία για προκαταρκτική εξέταση, καίτοι μη απαραίτητη στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του ΚΠΔ, εφόσον οι καταγγελλόμενες πράξεις που κατ' εγγύτερη νομική εκτίμηση προσιδιάζουν στα αδικήματα της απειλής κατ' εξακολούθηση και της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρα 333 παρ. 1 εδαφ β και 337 παρ.1 συνδ 98 ΠΚ), ως επισύρουσες ποινές φυλάκισης ως ένα έτος ή χρηματική ποινή αμφότερες, υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, δόθηκε πρωτίστως προκειμένου να ενημερωθεί ο αϊτών και να παράσχει εξηγήσεις συνεκτιμωμένων αφενός του ότι η καταγγελία αφορούσε σεξουαλική παρενόχληση παθούσας μετεφηβικής ηλικίας από άνδρα μεγαλύτερό της τουλάχιστον μία τεσσαρακονταετία και αφετέρου ότι η καταγγελλόμενη πράξη φέρεται ότι έλαβε χώρα στο πλαίσιο άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας του αιτούντος, η οποία επίσης ετρώθη σοβαρά εκτός από τη θεμελιωμένη στην ηθική και κοινωνική αξία του προσώπου του εκτίμηση. Ο ισχυρισμός τέλος ότι με την ως άνω παραγγελία προσβάλλεται το δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησής του, αφού, ως διατείνεται, στην περίπτωση που κάποιος καλείται να παράσχει εξηγήσεις, γενικώς και αορίστως, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να καταθέσει αυτοεπιβαρυντικά στοιχεία, τα οποία ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν με οποιονδήποτε τρόπο αργότερα, ακόμα και για να αναδειχθούν αντιφάσεις ή να μειωθεί η αξιοπιστία του ως υπόπτου, το μεν παραβλέπει ότι κλήθηκε να παράσχει εξηγήσεις για συγκεκριμένα πλημμελήματα που μαζί με τις σχετικές διατάξεις που τα προβλέπουν του γνωστοποιήθηκαν επαρκώς, όπως και όλο το υλικό της δικογραφίας, αντίγραφα του οποίου του χορηγήθηκαν κατόπιν αίτησής του, το δε εδράζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης καθώς και στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, παρέχεται ρητώς στον ύποπτο, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφ β της παρ.1 του άρθρου 244 ΚΠΔ, το προβλεπόμενο από το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, η δε άσκηση του δεν μπορεί να αξιοποιηθεί σε βάρος του. Επομένως η υπό κρίση αίτησή του θα πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Να γίνει τυπικά δεκτή και ν' απορριφθεί στη ουσία της η από 21.01.2022 αίτηση του …………………., κατοίκου Ερμούπολης Σύρου ………………… με την οποία, ζητεί να κηρυχθεί άκυρη η διαδικασία της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργείται με την από 30.11.2021 παραγγελίας μας επί της με …………. ποινικής δικογραφίας, λόγω απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας και ειδικότερα του δικονομικού σταδίου που αφορά το δικαίωμα ενημέρωσης του, ως υπόπτου.
Σύρος 07.02.2022
Η Εισαγγελέας
Ολυμπία Λαμπροπούλου Εισαγγελέας Πρωτοδικών
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 του ΚΠΔ (που κυρώθηκε με το ν. 4620/2019 και ισχύει από 01.07.2019), απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: «1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και του παρόντος κώδικα για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του, β) την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στον νόμο, γ) την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος, δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.». Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 174 παρ. 1 του ΚΠΔ (που κυρώθηκε με το ν. 4620/2019 και ισχύει από 01.07.2019), η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμα και στον Άρειο Πάγο. Αν η απόλυτη ακυρότητα αναφέρεται σε πράξεις της προδικασίας, μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως ή να προταθεί ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, ενώ όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 175 παρ. 1 ΚΠΔ (που κυρώθηκε με το ν. 4620/2019 και ισχύει από 01.07.2019), ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, καλύπτεται. Κατά το άρθρο 176 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ (που κυρώθηκε με το ν. 4620/2019 και ισχύει από 01.07.2019), αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων τής διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας και προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (επί μεν παραπομπής δι΄ απευθείας κλήσης μέχρι της παρόδου της προθεσμίας προσφυγής του άρθρου 322 παρ. 1 ΚΠΔ, επί δε παραπομπής διά βουλεύματος, μέχρις ότου καταστεί τούτο αμετάκλητο), διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου, που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας. Ούτε έχει την εξουσία το δικαστήριο να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη (ολΑΠ1/2008 ΠοινΧρ 2008.305). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις της πρώτης και δεύτερης παραγράφου του άρθρου 43 ΚΠΔ (που κυρώθηκε με το ν. 4620/2019 με έναρξη ισχύος από 01.07.2019), όπως εν συνεχεία διαμορφώθηκε με το άρθρο 102 του ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α' 215/12.11.2021): «1. Ο εισαγγελέας όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται ή διαβιβάζοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών στην περίπτωση της επόμενης παραγράφου ή υποβάλλοντας Αίτηση για την έκδοση ποινικής διαταγής (άρθρο 409). Στα κακουργήματα ή πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου, καθώς και στα πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς εφετείου (άρθρο 111 παρ 6), κινεί την ποινική δίωξη μόνο εφόσον έχου ν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ2 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνησή της. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και επί ανηλίκων, για πράξεις που αν τις διέπραττε ενήλικος, θα διατασσόταν προκαταρκτική εξέταση. Αν έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση ελέγχου των οργάνων ελέγχου της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον η ποινική δίωξη που πρόκειται να ασκηθεί αναφέρεται σε πράξεις ίδιες με εκείνες για τις οποίες διενεργήθηκε η Ε.Δ.Ε. ή αναφέρονται στο πόρισμα ή την έκθεση ελέγχου. 2. Αν διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ2 ή ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση αρμόδιας κατά τον νόμο για έλεγχο αρχής για πλημμέλημα των προσώπων του άρθρου 111 της παρθ, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών κινεί την ποινική δίωξη διαβιβάζοντας τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών με σχέδιο κλητηρίου θεσπίσματος. Αν ο εισαγγελέας εφετών κρίνει ότι δεν συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις για την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο με απευθείας κλήση, υποβάλλει σχετική πρόταση στο συμβούλιο εφετών διατηρώντας το δικαίωμα να διατάξει προηγουμένως προανάκριση για τη συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού» ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51 ΚΠΔ (που κυρώθηκε με το ν. 4620/2019), όπως εν συνεχεία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 7 του ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α' 180/18.11.2019): «1. Αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη της αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ2,3 και 4.2. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εξετάζει την έγκληση που έλαβε και αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, την απορρίπτει με διάταξή του, η οποία περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία και επιδίδεται στον εγκαλούντα. 3. Αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρο 245 παρ2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, απορρίπτει την έγκληση με αιτιολογημένη διάταξή του που επιδίδεται στον εγκαλούντα. 4. Όσα αναφέρονται στα άρθρα 43 παρ. 1 και 6, 44, 45, 47, 48, 49 και 50 εφαρμόζονται και ως προς την έγκληση». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 1 του ΚΠΔ (που κυρώθηκε με το ν. 4620/2019), όπως διαμορφώθηκε εν συνεχεία με βάση τό άρθρο 7 παρ. 26 περ. α' του ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α' 180/18.11.2019): «1. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240, 241 και 245 παρ.1 εδάφιο δ1 έως ζ' και με αυτή επιδιώκεται η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να αποφασισθεί αν πρέπει να κινηθεί η ποινική δίωξη. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού κατά την προκαταρκτική εξέταση μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 178 αποδεικτικά μέσα και να διενεργηθούν όλες οι ανακριτικές πράξεις των άρθρων253, 256, 257, 259, 260, 264 και 265 καθώς και όσες προβλέπονται σε ειδικούς νόμους...». Κατά δε το άρθρο 244 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 8 παρ. 11 περ. α' του ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α' 180/18.11.2019): «1. Αν η προκαταρκτική εξέταση διενεργείται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκειά της αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται υποχρεωτικώς πριν από πέντε τουλάχιστον ημέρες αν κατοικεί ή διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στο εσωτερικό και πριν από δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες αν κατοικεί ή διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, για την παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται χωρίς όρκο. Ο ύποπτος έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 89, 90,91,92 παρ. 1, 95, 96, 99 παρ. 1 εδ. α', 2 και 4, 100, 101, 102, 103 και 104, καθώς και το δικαίωμα να διορίσει τεχνικό σύμβουλο σε περίπτωση διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, εφαρμοζόμενης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 183. Το δικαίωμα ενημέρωσης του υπόπτου περιλαμβάνει κατ' ελάχιστο τη γνωστοποίηση των ποινικών διατάξεων, η παραβίαση των οποίων διερευνάται, καθώς και των θεμάτων επί των οποίων θα παράσχει εξηγήσεις. Τα ως άνω δικαιώματά του μπορεί να ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε εκπροσωπούμενος από συνήγορο που διορίζεται κατά το άρθρο 89 παρ. 2, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, κατά την κρίση εκείνου που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Οι διατάξεις των άρθρων 156 και 273 παρ. 1γ εφαρμόζονται αναλόγως. Εφόσον ο ύποπτος κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέτασή του». Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 95 του αυτού Κώδικα, «1. Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ενημερώνεται αμέσως όσον αφορά τουλάχιστον στα ακόλουθα δικαιώματα: α) το δικαίωμα παράστασης με συνήγορο, β) το δικαίωμα και τις προϋποθέσεις παροχής δωρεάν νομικών συμβουλών, γ) το δικαίωμα ενημέρωσης σχετικά με την κατηγορία, δ) το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης και ε) το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης. 2. Η ενημέρωση σύμφωνα με την παρ. 1 παρέχεται σε απλή και κατανοητή γλώσσα, προφορικώς ή εγγράφως, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών αναγκών των υπόπτων ή κατηγορουμένων που είναι ευάλωτα πρόσωπα. Αντικείμενο της ενημέρωσης οφείλει να αποτελεί και η αναφορά των συνεπειών παραίτησης από την άσκηση των δικαιωμάτων. Για την ενημέρωση και την απάντηση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου συντάσσεται έκθεση, η οποία και υπογράφεται.». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 31 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, ως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε πριν το ν. 4620/2019: «1. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών έχει δικαίωμα να ενεργεί: α) προκαταρκτική εξέταση, για να κρίνει αν υπάρχει περίπτωση ποινικής δίωξης β) προανάκριση, για να βεβαιωθεί αξιόποινη πράξη. Μπορεί ακόμα να παρευρίσκεται ο ίδιος ή ένας από τους αντιεισαγγελείς που υπάγονται σ' αυτόν κατά την ενέργεια κάθε ανακριτικής πράξης και να ενημερώνεται οποτεδήποτε ως προς τα έγγραφα που αφορούν την ανάκριση. 2. Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241. Αν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Έχει δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προθεσμία μέχρι σαράντα οκτώ ώρες για την παροχή τους, η οποία μπορεί να παραταθεί από εκείνον που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Επίσης έχει δικαίωμα να ζητήσει να του χορηγηθούν αντίγραφα της δικογραφίας, να προτείνει μάρτυρες προς εξέταση και να προσαγάγει άλλα αποδεικτικά μέσα προς αντίκρουση των καταγγελλομένων σε βάρος του. Oι διατάξεις των άρθρων 96 παράγραφος 3 και 97 παράγραφος 1 εφαρμόζονται αναλόγως. Τα ως άνω δικαιώματά του μπορεί να ασκήσει είτε αυτοπροσώπως είτε εκπροσωπούμενος από συνήγορο που διορίζεται κατά το άρθρο 96 παρ. 2, εκτός αν θεωρείται αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, κατά την κρίση εκείνου που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Αυτός που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση υποχρεούται να ενημερώσει προηγουμένως τον εξεταζόμενο για τα παραπάνω δικαιώματά του. Οι διατάξεις του άρθρου 273 παρ. 1 περιπτώσεις γ', δ' και ε' εφαρμόζονται αναλόγως. Προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας. Εφόσον ο μηνυόμενος ή έγκαλούμενος ή εκείνος κατά του οποίου στρέφονται οι υποψίες κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέτασή του. Σε κάθε περίπτωση, η επικοινωνία του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται η τέλεση αξιόποινης πράξης, με τον συνήγορό του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είναι απόρρητη. 3. Η προκαταρκτική εξέταση είναι συνοπτική και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την κατά το άρθρο 36 πληροφόρηση της αρμόδιας αρχής μέχρι την κίνηση ή όχι της ποινικής δίωξης δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ό χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί έως τρεις το πολύ μήνες ή, εφόσον η φύση της υπόθεσης ή της πράξης που πρέπει να διενεργηθεί το επιβάλλει, για εύλογο χρονικό διάστημα, με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή εφετών κατά περίπτωση».
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς (όπως και υπό το παλαιό), κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης (η οποία έχει δικαιοδοτικό και όχι απλώς διοικητικό χαρακτήρα και αποτελεί στάδιο της όλης ποινικής διαδικασίας, υπό την ευρύτερη έννοιά της), που διενεργείται κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, δεν υπάρχει «κατηγορούμενος», στον οποίο δύναται να αποδοθεί η κατηγορία, αλλά συναντάται η έννοια του «υπόπτου», ήτοι του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η μήνυση ή η έγκληση ή του αποδίδεται η τέλεση αξιόποινης πράξης, ο οποίος καλείται υποχρεωτικά για την παροχή εξηγήσεων, τηρουμένων για την κλήση του των προβλεπόμενων προθεσμιών, εξετάζεται χωρίς όρκο, έχοντας τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 244 ΚΠΔ δικαιώματα και συγκεκριμένα δικαίωμα (που ασκείται με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στην έκθεση εξέτασής του ως υπόπτου) διορισμού συνηγόρου ή παραίτησης από τον διορισμό συνηγόρου, ο οποίος μπορεί να παρίσταται κατά την εξέτασή του και κατά τη διενέργεια των ανακριτικών πράξεων καθώς και να τον εκπροσωπεί (άρθρα 89, 90, 92 και 99 ΚΠΔ), δικαίωμα παροχής δωρεάν νομικής βοήθειας (άρθρο 91 ΚΠΔ), δικαίωμα ενημέρωσης σε απλή και κατανοητή γλώσσα προφορικώς ή γραπτώς για τα δικαιώματά του (άρθρο 95 ΚΠΔ), δικαίωμα χορήγησης εγγράφου περί των δικαιωμάτων του (άρθρο 96 ΚΠΔ), δικαίωμα πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας και ανακοίνωσης των εγγράφων (άρθρο 100 ΚΠΔ), δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης (άρθρο 101), δικαίωμα διεξαγωγής αποδείξεων (άρθρο 102 ΚΠΔ), δικαίωμα παροχής προθεσμίας για την εξέτασή του (άρθρο 103 ΚΠΔ) και δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης (άρθρο 104 ΚΠΔ). Κατά το στάδιο αυτό, το οποίο προηγείται της άσκησης της ποινικής δίωξης, χωρίς να συνιστά τρόπο άσκησης της ποινικής δίωξης, αφού αυτοί αναγράφονται κατά τρόπο περιοριστικό στο άρθρο 43 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, παρέχεται η δυνατότητα στην εισαγγελική αρχή να εξακριβώσει τη βασιμότητα μίας καταγγελίας (έγκλησης, μήνυσης ή αναφοράς) και να αποφευχθεί κατ' αυτόν τον τρόπο αφενός μεν η ταλαιπωρία των πολιτών που συνεπάγεται η άσκηση σε βάρος τους ποινικής δίωξης, αφετέρου δε η απασχόληση των δικαστικών αρχών με αβάσιμες καταγγελίες (βλ. ΣυμΠλημμΑΘ 813/2017 ΠοινΔικ 2017.449 επ.). Εξ αυτών παρέπεται ότι κατά το προκείμενο υπό ευρεία εννοία δικονομικό στάδιο, η καταγγελλόμενη πράξη διερευνάται ακόμη και, συνεπώς, μόνο μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης και μετά την άσκηση της προσήκουσας ποινικής δίωξης νοείται εξειδίκευση με πληρότητα και σαφήνεια της κατηγορίας, ώστε να αποδίδεται αυτή στον φερόμενο δράστη (ΑΠ 1161/2016 δημ. σε ΤΝΠ Νόμος). Τούτο, άλλωστε, συνάγεται ευκρινώς και από το γεγονός ότι τα άρθρα 243 και 244 παρ. 1 του ΚΠΔ (που κυρώθηκε με το ν. 4620/2019, με έναρξη ισχύος την 01.07.2019) που καθορίζουν τις προϋποθέσεις και τους όρους της προκαταρκτικής εξέτασης, δεν παραπέμπουν στο άρθρο 273 παρ. 2 του ΚΠΔ το οποίο εφαρμόζεται στην κύρια ανάκριση και στο οποίο αναφέρεται ότι «αφού εξακριβωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου και του εξηγηθούν τα δικαιώματά του, εκείνος που ενεργεί την εξέτασή, του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται και τον προσκαλεί να απολογηθεί και να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του...». Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, κατά το οποίο διερευνάται από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών η βασιμότητα ή μη των καταγγελλομένων και δεν αποδίδεται κατηγορία στον εγκαλούμενο, δεν τίθεται θέμα σύνταξης εγγράφου κατηγορητηρίου (ΣυμΠλημμΑθ 813/2017 ΠοινΔικ 2017.449 επ.). Προσέτι, εν αντιθέσει με το προϊσχύσαν δίκαιο (άρθρο 31 ΚΠΔ, όπως ίσχυε πριν το ν. 4620/2019), κατά το οποίο δεν προβλεπόταν ρητά το δικαίωμα ενημέρωσης για την κατηγορία, καθόσον εκρίνετο αρκετή η ενημέρωση του υπόπτου για τα στοιχεία της δικογραφίας και η λήψη αντιγράφων αυτών (βλ ΣυμΠλημμΑθ 813/2007 ό.π., X. Σεβαστίδη, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, σελ. 267, αρ. 31), υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς, προβλέπεται ρητώς το δικαίωμα ενημέρωσης του υπόπτου περί των καταγγελλόμενων, κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 244 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, περιλαμβάνει κατ' ελάχιστον τη γνωστοποίηση των ποινικών διατάξεων, η παραβίαση των οποίων διερευνάται, καθώς και των θεμάτων επί των οποίων θα παράσχει εξηγήσεις. Ως γνωστοποίηση δε των θεμάτων επί των οποίων ο «ύποπτος» θα δώσει εξηγήσεις νοείται η γνωστοποίηση θεμάτων, γενικότερων ή ειδικότερων, και όχι γνωστοποίηση πράξεων, οι οποίες συνίστανται δομικά από πραγματικά περιστατικά, δηλαδή εστιακών πεδίων συγκεκριμένων και ειδικών πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν και συγκροτούν πράξεις (βλ. Συλίκο, Η Προκαταρκτική Εξέταση κατά το νέο ΚΠΔ σε Πράξη και Λόγος του Ποινικού Δικαίου έτους 2020, τ. 2, σελ. 501 επ.) Η νεοπαγής αυτή ρύθμιση εισήχθη με το ν. 4620/2019, στο πλαίσιο εναρμόνισης του εσωτερικού δικαίου με την Οδηγία 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22σς Μαΐου 2012 σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 παρ. 1 της ως άνω Οδηγίας ορίζεται ότι «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο ύποπτος ή κατηγορούμενος να ενημερώνεται για την αξιόποινη πράξη την οποία φέρεται, ή κατηγορείται, ότι διέπραξε. Η ενημέρωση αυτή είναι άμεση και δεόντως λεπτομερής προκειμένου να διασφαλισθούν ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του κατηγορουμένου», ενώ στη σκέψη 28 του προοιμίου αυτής, προβλέπεται ότι «Η ενημέρωση του υπόπτου ή κατηγορούμενου για την αξιόποινη πράξη για την οποία φέρεται ως ύποπτος ή κατηγορείται ότι έχει διαπράξει, θα πρέπει να παρέχεται άμεσα και το αργότερο πριν από την πρώτη επίσημη ανάκρισή του από την αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή, και χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η διενέργεια των ερευνών. Η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, περιλαμβανομένων, όπου είναι γνωστοί, και του χρόνου και τόπου τέλεσης της αξιόποινης πράξης, για τη διάπραξη της οποίας το πρόσωπο είναι ύποπτο ή κατηγορείται, καθώς και του ενδεχόμενου νομικού χαρακτηρισμού της, θα πρέπει να αναφέρονται με επαρκείς λεπτομέρειες σε σχέση με το στάδιο της ποινικής διαδικασίας στο οποίο η περιγραφή αυτή παρέχεται, προκειμένου να διασφαλίζεται ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και να καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης». Εξ αυτών συνάγεται ότι ο σκοπός του ευρωπαίου νομοθέτη είναι η εξασφάλιση ενός επαρκούς πλαισίου ενημέρωσης του προσώπου που καλείται να παράσχει εξηγήσεις, είτε υπό την ιδιότητα του υπόπτου (ήτοι του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η μήνυση ή η έγκληση ή του αποδίδεται η τέλεση αξιόποινης πράξης) είτε υπό την ιδιότητα του κατηγορουμένου (σε βάρος του οποίου έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη για συγκεκριμένη πράξη· άρθρο 72 ΚΠΔ), ώστε να μην παραβιάζεται το δικαίωμα αντίκρουσης και υπεράσπισης, κατά τρόπο «δεόντως» λεπτομερή, ανάλογα, όμως, με το δικονομικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση κάθε φορά. Συνεπής προς την κατεύθυνση αυτή τυγχάνει και η νέα ρύθμιση του εσωτερικού δικαίου, καθόσον ο Έλληνας νομοθέτης κατά τη μεταφορά της ως άνω Οδηγίας, σταθμίζοντας αφενός το δικαίωμα ενημέρωσης του υπόπτου περί των σε βάρος του καταγγελλόμενων και αφετέρου την ιδιαίτερη φύση του δικονομικού σταδίου της προκαταρκτικής εξέτασης - κατά την οποία δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και δεν υφίσταται σαφής και ορισμένη κατηγορία που να αποδίδεται στον ύποπτο- προέκρινε ότι τυγχάνει δεόντως επαρκής η ενημέρωση του υπόπτου δια της γνωστοποίησης προς αυτόν των ποινικών διατάξεων και των θεμάτων επί των οποίων θα παράσχει εξηγήσεις. Τούτο άλλωστε συνάγεται ευκρινώς και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4620/2019, σύμφωνα με την οποία «με τη διατύπωση αυτή εναρμονίζεται καταρχήν η διάταξη με την αξίωση της ως άνω Οδηγίας, αφού η αναφορά των ποινικών διατάξεων και των θεμάτων εξήγησης παρέχει ένα αρχικά επαρκές πλαίσιο ενημέρωσης, χωρίς ταυτοχρόνως να δημιουργεί ανυπέρβλητες δυσχέρειες σε πρακτικό επίπεδο, καθώς δεν παραβλέπεται ότι λόγω της πρώιμης διαδικαστικής φάσης και του υπό διάγνωση αντικειμένου της κατηγορίας δεν είναι δυνατή η σύνταξη κατηγορητηρίου σε αυτή τη φάση. Ωστόσο, για λόγους εξασφάλισης της αναγκαίας υπεράσπισης προβλέπεται στην παρ. 4 της ίδιας διάταξης ότι «αν, μετά την περάτωση της προκαταρκτικής εξέτασης, πρόκειται να κινηθεί ποινική δίωξη για πράξη ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία διενεργήθηκε αυτή, καλείται ο ύποπτος υποχρεωτικά να ασκήσει εκ νέου τα πιο πάνω δικαιώματά του, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού».
Με την υπό κρίση αίτησή του, ο αϊτών ζητεί να κηρυχθεί άκυρη η κλήση του προς παροχή έγγραφων εξηγήσεων και συνακόλουθα η διαδικασία της προκαταρκτικής εξέτασης, που διενεργείται με την από 30.11.2021 παραγγελία της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Σύρου, Ολυμπίας Λαμπροπούλου, προς τον Αν. Διοικητή του Τ.Α. Σύρου-Ερμούπολης, επί της με στοιχεία …… ποινικής δικογραφίας, που σχηματίσθηκε εξ αφορμής της από 19.10.2021 ανωμοτί κατάθεσης της ……………., κατοίκου Ερμούπολης …………., επέχουσας θέσης έγκλησης, λόγω απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας, καθώς δεν εκτίθενται στην εισαγγελική παραγγελία τα θέματα επί των οποίων καλείται να παράσχει εξηγήσεις.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αίτηση, η οποία κατατέθηκε στις21.01.2022 με αρ. πρωτ. ………. από τον πληρεξούσιο συνήγορο του αιτούντος, ………….., Δικηγόρο Σύρου, δυνάμει της από 21.01.2022 έγγραφης εξουσιοδότησης που φέρει νόμιμη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του αιτούντος κατ' άρθρο 42 ΚΠΔ, παραδεκτά και νόμιμα φέρεται, με την ανωτέρω πρόταση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Σύρου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 2 και 4,138 παρ. 1 εδ. β' και 3,171 παρ. 1 περ. δ', 174 παρ. 1 εδ. β', 176 παρ. 1 εδ. α', 244 παρ. 5 και 307 ΚΠΔ ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, το οποίο τυγχάνει καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, καθόσον η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, ήτοι σε στάδιο πριν την άσκηση της ποινικής δίωξης και αμετάκλητης παραπομπής στο ακροατήριο δια της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος (ΑΠ 210/2019, ΑΠ 345/2019). Συνεπώς και δεδομένου ότι αϊτών, δια του συνηγόρου του, έχει ειδοποιηθεί για την κατάρτιση της ως άνω εισαγγελικής πρότασης και έχει λάβει αντίγραφο αυτής (άρθρο 138 παρ. 3 ΚΠΔ, βλ. την με αρ. πρωτ. …………… βεβαίωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Σύρου), η υπό κρίση αίτηση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την νομική και ουσιαστική της βασιμότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στην κρινομένη αίτηση πραγματικά περιστατικά και από τα όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, δυνάμει του με αρ. πρωτ. …………….. διαβιβαστικού εγγράφου του Αν. Διοικητή του Τ.Α. Σύρου-Ερμούπολης υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου δικογραφία που σχηματίσθηκε εξ αφορμής της από 19.10.2021 ανωμοτί κατάθεσης της ……………, κατοίκου Ερμούπολης …………., επέχουσας θέσης έγκλησης, κατά του αιτούντος ………………, η οποία έλαβε Α.Β.Μ…………. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 30.11.2021 η δικογραφία αυτή διαβιβάσθηκε στον Αν. Διοικητή του Τ.Α. Ερμούπολης-Σύρου με παραγγελία της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Σύρου, για τη διενέργεια προκαταρτικής εξέτασης και ειδικότερα προκειμένου να ληφθεί ανωμοτί κατάθεση του εγκαλουμένου και ήδη εδώ αιτούντος περί των καταγγελλόμενων στην ως άνω κατάθεση. Μετά ταύτα, ο αϊτών κλήθηκε να εμφανισθεί ενώπιον του ανωτέρω ανακριτικού υπαλλήλου, προκειμένου να λάβει γνώση της κατάθεσης της ……………….., επέχουσας θέσης έγκλησης σε βάρος του για ενδεχόμενη παράβαση των άρθρων 333 παρ. 1 εδ. β', 98 ΠΚ και 337 παρ. 1 ΠΚ και να παράσχει ανωμοτί εξηγήσεις ως προς το περιεχόμενο της ανωτέρω κατάθεσης. Πλέον συγκεκριμένα, το περιεχόμενο της εισαγγελικής παραγγελίας, όπως τίθεται στο εμπροσθόφυλλο της οικείας δικογραφίας είχε επί λέξει ως ακολούθως: «Α Παραγγελία Εισαγγελέως: …., Προς το Διοικητική Τ.Α. Ερμούπολης. Παρακαλούμε όπως διενεργήσετε Προκαταρκτική Εξέταση προς διακρίβωση τέλεσης αξιόποινων πράξεων και ιδίως απειλή κατ' εξακολούθηση (αρ. 333 παρ. 1 εδαφ. β, 98 ΠΚ), προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας (αρ. 337 παρ. 1ΠΚ) [..] προς τούτο ...λάβετε καταθέσεις γ) χωρίς όρκο εγκαλουμένου (άρθρο 244 παρ. 1 ΚΠΔ) [..]». Με την από 13.12.2021 αίτησή του, ο αϊτών εκπροσωπούμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, …………………., δυνάμει της από 13.12.2021 εξουσιοδότησης με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής από δικηγόρο, αιτήθηκε αφενός όπως χορηγούν σε αυτόν αντίγραφα της προκείμενης δικογραφίας και αφετέρου όπως χορηγηθεί προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών, προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του προς παροχή εξηγήσεων, στο οποίο δεν εδύνατο να ανταποκριθεί κατά το χρόνο εκείνο, επικαλούμενος σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα ιατρικής φύσης. Την επομένη δε ημέρα (14.12.2021 και περί ώρα 14.00 μ.μ.), όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου του αιτούντος επί της προαναφερθείσης αίτησης λήψης αντιγράφων και παροχής προθεσμίας, παρελήφθησαν τα έγγραφα της εν λόγω ποινικής δικογραφίας, η οποία αποτελείται: α) από την με ημερομηνία 19.10.2021 έκθεση εξέτασης μάρτυρα χωρίς όρκο της φερομένης ως παθούσας ………….., η οποία κατά τα προεκτεθέντα επέχει θέση έγκλησης και στην οποία αναφέρονται επ' ακριβώς τα καταγγελλόμενα γεγονότα, β) από την με ημερομηνία 10.11.2021 έκθεση εξέτασης μάρτυρα χωρίς όρκο της ……. και γ) από την με ημερομηνία 19.10.2021 έκθεση ένορκης εξέτασης του .... Ακολούθως, ο αϊτών επανήλθε με την από 24.12.2021 αίτησή του και, αρνούμενος το περιεχόμενο της σε βάρος του έγκλησης επιφυλασσόμενος παντός δικαιώματος του, αιτήθηκε τη χορήγηση περαιτέρω προθεσμίας ενός (1) μηνός, προκειμένου να παράσχει τις έγγραφες εξηγήσεις του, επικαλούμενος ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, ….., βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια τριάντα μίας (31) ημερών λόγω χειρουργικής επέμβασης στην οποία υπεβλήθη στην αριστερά βουβωνοκήλη, προσκομίζοντας σχετικά την με αριθμό …………… γνωμάτευση χορήγησης αναρρωτικής άδειας από τον ………., γενικό-χειρουργό…... Ακολούθως, λίγο πριν την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, ο αϊτών υπέβαλε την κρινομένη από 21.01.2022 αίτηση, η οποία κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου με αριθμό κατάθεσης …., με την οποία αιτείται όπως κηρυχθεί άκυρη η επίδικη διαδικασία προκαταρκτικής εξέτασης και συνακόλουθα και η ανωτέρω αναφερόμενη κλήση του για παροχή εξηγήσεων και να διαταχθεί η επανάληψη των ανωτέρω άκυρων πράξεων της προδικασίας, λόγω απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας, ισχυριζόμενος ότι υπήρξε παραβίαση των θεμελιωδών υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, εξαιτίας της έλλειψης έγγραφης διατύπωσης της κατηγορίας που να περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τον τόπο και χρόνο κατά τους οποίους φέρεται ότι τέλέστηκε η ερευνώμενη αξιόποινη πράξη, γεγονός που δεν επιτρέπει κατά τον ως άνω ισχυρισμό, την απαγγελία της κατηγορίας κατά σαφή και πλήρη τρόπο, με αποτέλεσμα την ελλιπή πληροφόρηση του οιονεί κατηγορουμένου, για την πράξη για την οποία κατηγορείται, μη αρκούσης της παράθεσης των άρθρων του ποινικού κώδικα που αναφέρονται αορίστως στην ανωτέρω κλήση, στην οποία, όπως επίσης ισχυρίζεται, δεν γίνεται καμία αναφορά σε συγκεκριμένα θέματα επί των οποίων καλείται να παράσχει εξηγήσεις. Πλην, όμως, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας και το Συμβούλιο αυτό εξ' ολοκλήρου αναφέρεται προς αποφυγήν άσκοπων επαναλήψεων, ώστε οι αιτιολογίες της να αποτελέσουν και αιτιολογίες του βουλεύματός του (βλ. ΟλΑΠ 1227/1979, ΠοινΧρΛ.253, ΑΠ 1627/2011, ΑΠ 294/2011, ΑΠ 33/2011 δημ. σε ΤΝΠ Νόμος), καθώς επίσης και στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη του παρόντος, ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος ακυρότητας των αναγόμενων στην προδικασία πράξεων τυγχάνει αβάσιμος και, εντεύθεν, απορριπτέος. Τούτο καθόσον κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, στο οποίο εκκρεμεί η προκειμένη υπόθεση, η πράξη διερευνάται ακόμη και, συνακόλουθα, μόνο μετά το πέρας της και μετά την άσκηση της προσήκουσας ποινικής δίωξης με έναν από τους μνημονευομένους στα άρθρο 43 και 51 (που στην τέταρτη παράγραφό του παραπέμπει στο άρθρο 43 ΚΠΔ) του ΚΠΔ, τρόπους νοείται εξειδίκευση με πληρότητα και σαφήνεια της κατηγορίας, ενώ παράλληλα από καμία διάταξη νόμου δεν παρέχεται κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης δικαίωμα στον ύποπτο και αντίστοιχη υποχρέωση στον ανακρίνοντα να του εκθέσει με σαφήνεια και πληρότητα την πράξη για την οποία καλείται προς παροχή εξηγήσεων, επιδίδοντάς του μάλιστα έγγραφο κατηγορητήριο, όπως, ισχυρίζεται αβάσιμα ο αϊτών. Προσέτι, στην προκειμένη περίπτωση, ο αϊτών, κληθείς εντός των νομίμων προθεσμιών για παροχή εξηγήσεων και λαβών αντίγραφα του συνόλου της δικογραφίας, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, αποτελείται μόνον από τρεις μαρτυρικές καταθέσεις, έλαβε πληρέστατη και λεπτομερέστερη γνώση των θεμάτων επί των οποίων θα παράσχει εξηγήσεις και συγκεκριμένα των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν τις αποδιδόμενες σε αυτόν από την εγκαλούσα και ήδη διερευνώμενες αξιόποινες πράξεις (τόπος, χρόνος, λοιπές περιστάσεις) αλλά και του νομικού χαρακτηρισμού αυτών μετά των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που τις προβλέπουν, δοθέντος ότι αφενός από το περιεχόμενο της εισαγγελικής παραγγελίας σαφώς συνάγεται ότι του γνωστοποιήθηκαν οι ποινικές διατάξεις η παραβίαση των οποίων διερευνάται και ο χαρακτηρισμός των πράξεων αυτών, αφετέρου δε στην προκειμένη περίπτωση τα διερευνώμενα περιστατικά καταγράφονται επαρκώς και αναλυτικώς στην από 19.10.2021 κατάθεση της εγκαλούσας, με συνοχή και χωρίς αντιφάσεις, με συνέπεια να μην τίθεται θέμα διευκρινίσεων ή αποσαφηνίσεων, αναγκαίας μόνον της καταγραφής της θέσης του αιτούντος - εγκαλουμένου, ενώ άλλα γενικότερα ή ειδικότερα ζητήματα πέρα από τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τα καταγγελλόμενα δεν υφίστανται. Μετά ταύτα, ο αϊτών, κληθείς κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία, σημειωτέον στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι υποχρεωτική, καθόσον οι καταγγελλόμενες πράξεις υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου (άρθρο 115 παρ. 1 ΚΠΔ), δεδομένου ότι η παράβασή τους επισύρει ποινή φυλάκισης έως ένα έτος ή χρηματική ποινή, ουδόλως στερήθηκε το δικαίωμα της στοιχειώδους ενημέρωσης ως προς τα θέματα για τα οποία καλείται να παράσχει εξηγήσεις, ήτοι τα αδικήματα, τα οποία φέρεται ότι τέλεσε, και συνακόλουθα ουδόλως προέκυψε ότι εξ αυτού φαλκιδεύτηκε το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης, όπως αβάσιμα αυτός αιτιάται, ενώ παράλληλα προέκυψε ότι είχε επαρκή χρόνο και ευχέρεια να προετοιμάσει την υπεράσπισή του και να εκθέσει τις απόψεις του, είτε ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Τ.Α. Ερμούπολης-Ερμούπολης είτε, κατά την επιθυμία του, εγχειρίζοντας προς τούτο σημείωμα παροχής έγγραφων εξηγήσεων, αφού κατ' επανάληψη του χορηγήθηκε σχετική προς τούτο προθεσμία, πλέον του ενός μηνός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ευκρινώς προκύπτει ότι δεν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της κλήσης του αιτούντος για παροχή εξηγήσεων και συνακόλουθα της διαδικασίας της προκαταρκτικής εξέτασης, ώστε να διαταχθεί επανάληψη αυτών και η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21.01.2022 και με αριθμό πρωτοκόλλου στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου …. αίτηση του ……………, με την οποία αιτείται την κήρυξη ακυρότητας της κλήσης προς παροχής εξηγήσεων και συνακόλουθα της διαδικασίας της προκαταρκτικής εξέτασης, που διενεργείται με την από 30.11.2021 παραγγελία της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Σύρου, Ολυμπίας Λαμπροπούλου, προς τον Αν. Διοικητή του Τ.Α. Σύρου-Ερμούπολης, επί της με στοιχεία ABM: ……. ποινικής δικογραφίας, που σχηματίσθηκε εξ αφορμής της από 19.10.2021 ανωμοτί κατάθεσης της ……….., κατοίκου Ερμούπολης …………., επέχουσας θέσης έγκλησης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Ερμούπολη Σύρου στις 21 Μαρτίου 2022