ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ - ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΑΝΑΦΕΡΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ - ΑΠ 2055-2019

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:   Από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 3 και 4 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για κατ' ουσίαν συζήτηση στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως στάση, με την έννοια ότι το τελευταίο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης αποφάσεως καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αφού μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και αυτό επανεξετάζει την υπόθεση, τόσο ως προς τη νομική, όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση. Έτσι το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό περί αποβολής της πολιτικής αγωγής στην πρωτοβάθμια δίκη, εφόσον αυτός δεν επαναλήφθηκε στο Εφετείο. Τούτο ισχύει ανεξάρτητα του ότι ο κατηγορούμενος είχε συμπεριλάβει ειδικό λόγο έφεσης στην έκθεση εφέσεώς του και συνακόλουθα το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να τον εξετάσει αυτεπάγγελτα. Το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απάντησε στον ισχυρισμό που υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και που δεν επαναφέρθηκε σε αυτό, δεν υποπίπτει σχετικώς στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του νέου Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως.

Απόφαση 2055 / 2019  (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2055/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 04 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Ανδρέα Αναγνωστάκη και Ανδρέα - Αλεξίου Αναγνωστάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4987Α, 6137Α, 7747/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Γ. Σ. του Κ., κάτοικο που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Δημητρίου Τσοβόλα.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.9.2019 και με αριθμό 727/2019 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 15.11.2019 πρόσθετους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1441/2019.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, καθώς και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 25.9.2019 αίτηση του Ι. Σ. του Μ., κατοίκου ..., με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 4987Α, 6137Α, 7747/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 27.09.2019, καθώς και οι επ' αυτής από 15.11.2019 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα στον Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 25.11.2019 και συντάχθηκε επ' αυτών σχετική έκθεση καταθέσεως.

Σύμφωνα με το άρθρο 509 εδαφ. α και β του νέου Κ.Ποιν.Δ. "Εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση (άρθρο 473 παρ. 2 και 474 παρ. 4), μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης ημέρα στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και συντάσσεται ατελώς σχετική έκθεση επάνω στα έγγραφα που κατατίθενται. Αν δεν τηρηθεί η παραπάνω προθεσμία, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι." Για τον υπολογισμό της προθεσμίας αυτής των δεκαπέντε ημερών, δεν λαμβάνεται υπόψη η ημέρα της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων και η ημέρα της συζήτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 168 παρ. 1 του ίδιου Κ.Ποιν.Δ., 241 και 242 του ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, όπως προκύπτει από την επ'αυτού πράξη του αρμόδιου Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, κατατέθηκε στις 25.11.2019 για την παρούσα δικάσιμο της 4.12.2019.

Συνεπώς, από την επομένη της κατάθεσης των πρόσθετων λόγων (26.11.2019) μέχρι και την προηγούμενη της παρούσας συζήτησης (3.12.2019, ημέρα Τρίτη) μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των δεκαπέντε ημερών, ήτοι οκτώ ημέρες. Κατά συνέπεια, οι πρόσθετοι λόγοι είναι εκπρόθεσμοι και απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν.2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 και ισχύοντος από την 1η.7.2019 (άρθρο δεύτερο του Ν.4619/2019) νέου Ποινικού Κώδικα, "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Περαιτέρω, εάν από τη σύγκριση των περισσότερων διατάξεων προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, επί πλημμελημάτων, λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Προδήλως είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη. Αν έχει καταργηθεί το αξιόποινο της πράξης με μεταγενέστερο νόμο, όμως αυτή τιμωρείται με άλλη διάταξη του ίδιου νόμου, η πράξη δεν καθίσταται ανέγκλητη. Ακόμη, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη. Κατά δε το άρθρο 511 του κυρωθέντος με το Ν.4620/2019, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 περ. 8 του Ν.4637/2019, ΦΕΚ 180/α/18.11.2019 "Τροποποιήσεις Ποινικού Κώδικα, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και συναφείς διατάξεις", και ισχύοντος από την 18η.11.2019 νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. "Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης." Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της". Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ. Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.3500/2006 της 23/24.10.2006 (Φ.Ε.Κ. 232, τ. Α'), ισχύοντος από 24.1.2007 (άρθρ. 28 αυτού), "Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις", "ενδοοικογενειακή βία θεωρείται η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299 και 311 του Π.Κ.". Κατά την παρ. 2 εδ. α' του ίδιου άρθρου, "οικογένεια θεωρείται η κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους" και κατά την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου "θύμα ενδοοικογενειακής βίας θεωρείται κάθε πρόσωπο της προηγούμενης παραγράφου σε βάρος του οποίου τελείται αξιόποινη πράξη κατά τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος ...". Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ως άνω νόμου "το μέλος της οικογένειας το οποίο προκαλεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδ. α' της παρ. 1 του άρ. 308 Π.Κ., ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδ. β' της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Κατά δε το άρθρο 312 παρ. 3 και 1 του νέου ΠΚ, που καλύπτει το έγκλημα της ενδοοικογενειακής βίας, "Όποιος προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε βάρος συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τιμωρείται: α) για την πράξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδάφιο α', με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, β) για την πράξη του άρθρου 309, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) για την πράξη του άρθρου 310 παρ. 1 εδ. α', με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και αν επεδίωκε την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, με κάθειρξη και δ) για την πράξη του άρθρου 311, με κάθειρξη", εξειδικεύεται το θύμα της ενδοοικογενειακής βίας σε σύζυγο ή σύντροφο. Έτσι, τόσο με τον ως άνω Ν.3500/2006, ο οποίος συνεχίζει να ισχύει και μετά την θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 312 του νέου ΠΚ, που τυποποιεί τη σωματική βλάβη αδυνάμων ατόμων, όσο και με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου (312 παρ. 3 νέου ΠΚ), εφαρμοστέου εφεξής ως ειδικού, λόγω του ότι αφορά, όπως προαναφέρθηκε, στα περιοριστικά αναφερόμενα πρόσωπα (σύζυγο και σύντροφο), ποινικοποιείται η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη, υπό την έννοια της προκλήσεως από μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας, χωρίς μάλιστα να θεωρείται πλέον αναγκαία η διαπίστωση συνεχούς σκληρής συμπεριφοράς. Η ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη διακρίνεται από την απλή σωματική βλάβη του άρθρου 308 του Π.Κ., ως προς το στοιχείο της τελέσεως εντός του οικογενειακού πλαισίου και για το λόγο αυτό τιμωρείται αυστηρότερα. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις (άρθρ. 6 παρ. 1 του Ν.3500/2006 και 312 παρ. 3 του νέου ΠΚ), οι οποίες, από πλευράς ποινής, επιβαρύνουν το ίδιο τον κατηγορούμενο και, ως εκ τούτου, στην εδώ εξεταζόμενη περίπτωση εφαρμόζεται η πρώτη, ως ισχύουσα κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, αντιμετωπίζονται οι μορφές ενδοοικογενειακών σωματικών κακώσεων και προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα ιδιωνύμου εγκλήματος σωματικών ενδοοικογενειακών κακώσεων, όταν δράστες και παθόντες είναι μέλη της ίδιας οικογένειας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 του ως άνω νόμου, αλλά και στο άρθρο 312 παρ. 3 πλέον ειδικού, αφού αφορά στο σύζυγο κατά τη διάρκεια του γάμου ή στο σύντροφο κατά τη διάρκεια της συμβίωσης. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 308 παρ. 1 του νέου Π.Κ. "1.Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το αδίκημα της σωματικής βλάβης, που θεσμοθετείται για να προστατευθεί η σωματική ακεραιότητα του ανθρώπου, είναι υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, η αντικειμενική υπόσταση του οποίου περιλαμβάνει όχι μόνο ορισμένη ενέργεια αλλά και ορισμένο αποτέλεσμα, που συνίσταται, είτε στην πρόκληση σωματικής κακώσεως, είτε στην πρόκληση βλάβης της υγείας του παθόντος και που διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής, σε απλή και σε εντελώς ελαφρά, η οποία, χωρίς να είναι επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω ιδιώνυμου εγκλήματος της ενδοοικογενειακής βίας, της απλής σωματικής βλάβης, απαιτείται πέραν της πρόκλησης σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας και δόλος του δράστη κατευθυνόμενος στην παραγωγή αυτών των αποτελεσμάτων. Η σωματική κάκωση μπορεί να είναι ταυτόχρονα και βλάβη της υγείας χωρίς να είναι τούτο απαραίτητο. Αλλά και η βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς σωματική κάκωση. Σωματική κάκωση είναι κάθε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, όπως τραύματα εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις κλπ, ενώ βλάβη της υγείας κάθε διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών, η κάκωση δεν μπορεί να είναι συγχρόνως και βλάβη της υγείας αλλά η βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς κάκωση, καθώς επίσης μπορεί να επέλθει η καθεμία χωριστά ή να είναι η μία συνέπεια της άλλης και δεν δημιουργείται αντίφαση από τη σωρρευτική παραδοχή σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας. Η συνδρομή δε των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως για το έγκλημα αυτό πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, εν όψει της διαβαθμίσεως της σωματικής βλάβης, αναλόγως της σπουδαιότητάς της, σε απλή, επικίνδυνη, βαριά και θανατηφόρα. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη ως προς τον προσδιορισμό με ακρίβεια του είδους της σωματικής κακώσεως ή της βλάβης της υγείας του παθόντος, προκειμένου να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο χαρακτήρας της σωματικής βλάβης από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, προκειμένου να αποφανθεί για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε, δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν.

Περαιτέρω, κατά άρθρο 7 παρ. 2 Ν.3500/2006, "το μέλος της οικογένειας το οποίο προκαλεί τρόμο ή ανησυχία σε άλλο μέλος της οικογένειας, απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση". Κατά δε το άρθρο 333 παρ. 2 εδαφ. β και παρ. 1 του νέου ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο, "Όποιος προκαλεί σε βάρος συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά την διάρκεια της συμβίωσης τρόμο ή ανησυχία απειλώντας αυτόν με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή", ενσωματώνονται στον Ποινικό κώδικα οι πράξεις προσβολής της ελευθερίας που τελούνται στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας. Η ενδοοικογενειακή απειλή (τόσο του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.3500/2006, όσο και του 333 παρ. 2 εδάφ. β και παρ. 1 του νέου ΠΚ), είναι αυτεπαγγέλτως διωκόμενο, μη γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα και αποτελεί διακεκριμένη παραλλαγή του κατ' άρθρ. 333 παρ. 1 ΠΚ αδικήματος. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με το άρθρ. 333 παρ.1 Π.Κ., προκύπτει ότι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του πλημμελήματος της ενδοοικογενειακής απειλής δεν είναι η άσκηση βίας ή παράνομης πράξης εναντίον τρίτου, αλλά η απειλή ασκήσεως βίας ή τελέσεως άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εναντίον μέλους της οικογένειας (εν προκειμένω, συζύγου ή συντρόφου), η οποία να περιήγαγε τον άλλον σε τρόμο ή ανησυχία. Η απειλή δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι προφορικώς, εγγράφως, δια νευμάτων ή άλλων απειλητικών κινήσεων και με οποιαδήποτε γενικώς ενέργεια, με την οποία ο δράστης εξωτερικεύει τη θέλησή του να απειλήσει όχι εν προκειμένω οποιονδήποτε τρίτο αλλά τα μέλη της οικογένειας (σύζυγο, σύντροφο). Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ενδοοικογενειακής απειλής απαιτείται ακόμη δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στην εκ μέρους αυτού γνώση ότι η απειλούμενη ενέργειά του είναι βία ή άλλη παράνομη πράξη και στη θέληση να προκαλέσει σε άλλον τρόμο ή ανησυχία.

Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 333 παρ. 2 του ισχύοντος ΠΚ, με την οποία τυποποιείται διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος της απειλής σε βάρος ανηλίκων και αδύναμων ατόμων, εφόσον βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη και σε βάρος συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου ή σε βάρος συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης και ενσωματώνονται οι πράξεις προσβολής της ελευθερίας που τελούνται στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας, εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθόσον περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, διότι προβλέπεται με αυτή ποινή φυλάκισης, που κυμαίνεται από δέκα ημέρες έως τρία έτη ή χρηματική ποινή, έναντι εκείνης του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 3500/2006, που προβλέπει ποινή φυλάκισης χωρίς ανώτερο όριο και κυμαίνεται από δέκα ημέρες έως πέντε έτη (άρθρο 53 του ιδίου κώδικα).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που δεν συμβαίνει στην απλή σωματική βλάβη και στην απειλή, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης των οποίων αρκεί απλός (κοινός) δόλος.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. Α.Π. 3/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση των κατά το είδος τους μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων [ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, ένορκες καταθέσεις των υπολοίπων μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης (συμπεριλαμβανομένης και της καταθέσεως του δικηγόρου Β. Α., η οποία δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 212 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Ποιν.Δ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον, όσα κατέθεσε αυτός σχετικά με τα γεγονότα που του ανέφερε η πολιτικώς ενάγουσα δεν εμπίπτουν στην έννοια του δικηγορικού απορρήτου, αφενός διότι τα κατέθεσε υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας και αφετέρου, διότι αυτή δεν του τα "εμπιστεύθηκε", δεν του τα ανακοίνωσε δηλαδή ως απόρρητα και σε κάθε περίπτωση όχι υπό την ιδιότητα της πελάτισσάς του), πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, καθώς και απολογία του κατηγορουμένου], δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος και η πολιτικώς ενάγουσα, Γ. Σ., τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο, στην ..., στις 9.6.2007. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο τέκνα και δη, την Α.-Ρ., που γεννήθηκε στις 29.12.2007 και την Κ., που γεννήθηκε στις 29.6.2011. Ο γάμος των διαδίκων δεν ήταν αρμονικός. Υπήρξαν πολλά προβλήματα και έριδες μεταξύ τους, οι οποίες εντάθηκαν περί τα τέλη του έτους 2011, οπότε συνέβησαν και όσα αναφέρονται παρακάτω και αποτελούν αντικείμενο της προκείμενης δίκης. Συγκεκριμένα, στις 29.12.2011, οι διάδικοι διαπληκτίσθηκαν έντονα εντός της οικίας τους, στο ..., επί της οδού .... Κατά τη διάρκεια του διαπληκτισμού τους, ο κατηγορούμενος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της πολιτικώς ενάγουσας (συζύγου του) και την έσπρωξε με δύναμη, με αποτέλεσμα να τη ρίξει στο έδαφος και να χτυπήσει στο πόδι της. Η πολιτικώς ενάγουσα, έντρομη, πήγε να πάρει το παλτό της για να φύγει και τότε ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε για δεύτερη φορά και συγκεκριμένα, την έσπρωξε με δύναμη και την έριξε στο πάτωμα, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει κακώσεις στο κεφάλι και στον αριστερό της βραχίονα (μπράτσο). Στη συνέχεια, προκάλεσε τρόμο και ανησυχία σ' αυτήν, απειλώντας την ότι θα ασκήσει βία εναντίον της ή άλλη παράνομη πράξη και συγκεκριμένα, ακούμπησε με δύναμη στο λαιμό της ένα αιχμηρό μεταλλικό αντικείμενο και της είπε φωνάζοντας "τέλειωσες, αν δε μου φέρεις αυτά που θέλω, είμαι μανιάτης και θα μου τα ακουμπάς αν θες να έχεις τα παιδιά σου". Αποδείχθηκε επομένως, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία τα αδικήματα της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης και της ενδοοικογενειακής απειλής και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων. Σημειωτέον, ότι οι προαναφερόμενες σωματικές κακώσεις που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στην πολιτικώς ενάγουσα δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν ως εντελώς ελαφρές, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 308 παρ. 1 εδάφ. β' του Π.Κ., καθώς οι συνέπειές τους δεν ήταν επιπόλαιες, δεδομένου άλλωστε ότι η πολιτικώς ενάγουσα τραυματίσθηκε και στο κεφάλι που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο του ανθρώπινου σώματος, με αποτέλεσμα να υποφέρει για μέρες μετά το συμβάν από ζάλη και κεφαλαλγίες, ενώ οι κακώσεις στον αριστερό της βραχίονα ήταν εμφανείς ακόμη και μετά παρέλευση δώδεκα ημερών από την πρόκληση τους, οπότε (στις 10.1.2012) η πολιτικώς ενάγουσα εξετάσθηκε από την ιατροδικαστή Σ. Π. και διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορά σε αποδρομή (είχε αποκολληθεί η εφελκίδα) μήκους 5 εκατοστών στην αριστερή ωμοπλατιαία χώρα και εκχύμωση κίτρινης χροιάς μ.δ. 3 εκατοστών στην οπίσθια επιφάνεια του αριστερού βραχίονα..." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, αφού αθώωσε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης, της ενδοοικογενειακής απειλής και της ενδοοικογενειακής παράνομης βίας, φερόμενες ως τελεσθείσες στις 21.12.2011, 21.12.2011 και 7.1.2012, αντιστοίχως, στη συνέχεια κήρυξε αυτόν ένοχο, με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρ. 84 παρ.2 περ.α'και ε'ΠΚ) για τις αξιόποινες πράξεις της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης και της ενδοοικογενειακής απειλής, τελεσθείσες στις 29.12.2011 και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών για κάθε μία από τις ανωτέρω πράξεις και συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπο και χρόνο, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα και δη:

α) Στο ... στις 29.12.2011, με πρόθεση προξένησε σε μέλος της οικογένειάς του σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του και συγκεκριμένα, απώθησε βίαια τη σύζυγό του, Γ. Σ., και την έριξε στο έδαφος με αποτέλεσμα να τραυματίσει αυτήν, προξενώντας της κακώσεις στο κεφάλι και στο μπράτσο του αριστερού της χεριού.

β) Στο ... στις 29.12.2011, προκάλεσε τρόμο ή ανησυχία σε μέλος της οικογένειάς του απειλώντας το με βία ή άλλη παράνομη πράξη και συγκεκριμένα, αφού έβαλε στο λαιμό της συζύγου του, Γ. Σ., ένα αιχμηρό μεταλλικό αντικείμενο, της είπε φωνάζοντας "τέλειωσες, αν δε μου φέρεις αυτά που θέλω, είμαι μανιάτης και θα μου τα ακουμπάς αν θες να έχεις τα παιδιά σου", προκαλώντας έτσι σ' αυτήν τρόμο και ανησυχία." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες περιλαμβάνονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέπονται στον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης και της ενδοοικογενειακής απειλής, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 14,16, 17,18 εδαφ. β, 26 παρ. 1 εδ. α', 27 παρ. 1, 51, 53, 308 παρ. 1α, 333 του ΠΚ, και των άρθρων 1 παρ.1, 2α και 3, 6 παρ.1 περ. α' και 7 παρ. 2 του Ν.3500/2006, οι οποίες ίσχυαν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως και οι οποίες ουδόλως διαφοροποιήθηκαν ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των υπό κρίση εγκλημάτων, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες που να στερούν την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως, κατά το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται, κατά νόμο, αναγκαία η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τί προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική τους εκτίμηση, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το άνω Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το εν λόγω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε το νόμο και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην έννοια της ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης και της ενδοοικογενειακής απειλής των διατάξεων των άρθρων 308 παρ. 1α και 333 του Π.Κ., 1, 6 παρ. 1 περ. α' και 3 και 7 παρ. 2 του Ν.3500/2006. Με πλήρη αιτιολογία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η επενεχθείσα στην παθούσα σωματική βλάβη δεν ήταν αυτή της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης, αλλά της απλής σωματικής βλάβης, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η σωματική βλάβη στην παθούσα σύζυγο του αναιρεσείοντος, προκλήθηκε, αφενός στο κεφάλι, ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο του ανθρώπινου σώματός της, με αποτέλεσμα να υποφέρει για μέρες μετά το συμβάν από ζάλη και κεφαλαλγίες, αλλά και στο αριστερό της βραχίονα, στον οποίο οι κακώσεις που προκλήθηκαν, λόγω του μεγέθους και της εντάσεώς τους παρέμεναν εμφανείς και μετά παρέλευση δώδεκα ημερών από την πρόκλησή τους. Με τις προαναφερθείσες αιτιολογημένες επί της ενοχής παραδοχές του, το άνω Δικαστήριο απάντησε στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η σωματική βλάβη ήταν εντελώς ελαφρά, μη αποδεχόμενο τον ισχυρισμό του αυτόν, ο οποίος πάντως δεν αποτελούσε αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, μη χρήζοντα ιδιαίτερης αιτιολογίας, αφού αντιμετωπίστηκε με την περί ενοχής αιτιολογημένη απόφασή του. Περαιτέρω, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου και με αιτιολογική επάρκεια το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων απείλησε την σύζυγό του, Γ. Σ., με την φράση "τελείωσες, αν δε μου φέρεις αυτά που θέλω, είμαι μανιάτης και θα μου τα ακουμπάς αν θες να έχει τα παιδιά σου", που ενέχει απειλή άσκησης βίας, με την οποία εξωτερίκευσε τη θέλησή του να απειλήσει την σύζυγό του και ότι με τον τρόπο αυτό προκάλεσε σ' αυτή τρόμο και ανησυχία, δεδομένου ότι, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικώς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την διάρκεια που εκτόξευε τις απειλές του περί στερήσεως της επαφής της με τα τέκνα τους, ακουμπούσε στο λαιμό της με δύναμη ένα αιχμηρό μεταλλικό αντικείμενο. Όσον δεν αφορά την ύπαρξη του δόλου δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να υπάρχουν και ειδικές σκέψεις για το υποκειμενικό στοιχείο, διότι ο δόλος στην προκείμενη περίπτωση ενυπάρχει στη βούληση παραγωγής των ως άνω περιστατικών, της αντικειμενικής υποστάσεως των προαναφερομένων εγκλημάτων.

Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως (δεύτερος και τρίτος), με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων, που εμπεριέχονται στους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες, αφού με αυτές, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του μετά την ισχύ από 1.7.2019, με το Ν.4620/2019, νέου Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναίρεσης αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και η οποία διακρίνεται σε θετική και αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφανθεί για ζήτημα που είχε υποχρέωση να αποφασίσει, στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 3 και 4 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για κατ' ουσίαν συζήτηση στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως στάση, με την έννοια ότι το τελευταίο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης αποφάσεως καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αφού μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και αυτό επανεξετάζει την υπόθεση, τόσο ως προς τη νομική, όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση. Έτσι το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό περί αποβολής της πολιτικής αγωγής στην πρωτοβάθμια δίκη, εφόσον αυτός δεν επαναλήφθηκε στο Εφετείο. Τούτο ισχύει ανεξάρτητα του ότι ο κατηγορούμενος είχε συμπεριλάβει ειδικό λόγο έφεσης στην έκθεση εφέσεώς του και συνακόλουθα το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να τον εξετάσει αυτεπάγγελτα. Το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απάντησε στον ισχυρισμό που υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και που δεν επαναφέρθηκε σε αυτό, δεν υποπίπτει σχετικώς στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του νέου Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας σχετικού λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων, κατηγορούμενος για ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη κατ' εξακολούθηση, ενδοοικογενειακή απειλή κατ' εξακολούθηση και ενδοοικογενειακή παράνομη βία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε αντιρρήσεις κατά της δηλωθείσας παράστασης πολιτικής αγωγής της Γ. Σ., συζύγου του, και ζήτησε την αποβολή της, λόγω το ότι η αξίωσή της προς άσκηση πολιτικής αγωγής είχε περιπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Το πρωτοβάθμιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την 12715/2017 απόφασή του, απέρριψε την ένσταση αυτή ως αβάσιμη και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις ως άνω αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις, επιδίκασε δε στην άνω παρασταθείσα πολιτικώς ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο κατηγορούμενος άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής την 1320/13.3.2017 έφεση, με καθολικό το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως, επαναφέροντας στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με ειδικό λόγο έφεσης και τον ίδιο ως παραπάνω ισχυρισμό, ότι έπρεπε να αποβληθεί η πολιτική αγωγή λόγω παρελεύσεως της πενταετίας χωρίς έγκυρη και νομότυπη τέτοια δήλωση και σύμφωνη με τις αξιώσεις του άρθρου 83 του Κ.Ποιν.Δ. Κατά την δευτεροβάθμια δίκη, παρόντος του εκκαλούντος μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του, μετά την τυπική αποδοχή της εφέσεως, η Γ. Σ. δήλωσε εκ νέου ότι παρίσταται στη δίκη ως πολιτικώς ενάγουσα. Κατά της ανωτέρω παράστασης της πολιτικώς ενάγουσας δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση, όπως άλλωστε ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και έτσι το Εφετείο προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως και εξέδωσε την προσβαλλόμενη 4987Α, 6137Α και 7747/2018 απόφασή του, με την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση, χωρίς να ασχοληθεί εκ νέου με τον παραπάνω ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Ήδη ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, παραπονείται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος αυτού, για υπέρβαση εξουσίας του άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που παρέλειψε να αποφανθεί επί του παραπάνω ισχυρισμού του και δεν τον εξέτασε αυτεπάγγελτα, αφού είχε συμπεριλάβει σχετικό ειδικό λόγο εφέσεως στην 1320/12017 έκθεση εφέσεώς του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, είναι απαράδεκτος, αφού, με την παραδοχή από το Τριμελές Εφετείο, ως τυπικά παραδεκτής, της εφέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, η τελευταία, που είχε απορρίψει τον άνω ισχυρισμό, ατόνησε και με την προσβαλλόμενη απόφαση η υπόθεση εξετάσθηκε εκ νέου από το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο στο σύνολό της, οπότε το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αυτεπάγγελτα στον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, αφού ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν επανέφερε τον ισχυρισμό του αυτό στο ακροατήριο του Εφετείου, όπου δηλώθηκε εκ νέου παράσταση πολιτικής αγωγής, για να αποφανθεί το Δικαστήριο, ούτε προέβαλλε κάποια αντίρρηση.

Επίσης, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων παραπονείται για υπέρβαση εξουσίας του άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που παρέλειψε να αποφανθεί επί των ειδικών λόγων περιληφθέντων στην συμπληρωματική 4786/2017 έκθεση εφέσεώς του α) περί απόλυτης ακυρότητας λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, β) περί απόλυτης ακυρότητας λόγω κακής συνθέσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκ της κατοχής της εισαγγελικής έδρας και γ) περί σχετικής ακυρότητας της παρά το νόμο ανάγνωσης εγγράφων πρωτοδίκως και ανεπίτρεπτης λήψης υπ' όψιν της υπ' αριθμ. .../736 ιατροδικαστικής έκθεσης της Σ. Π.. Από τις διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43, 49, σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 57 επ, 246 επ. 250 και 321 του Κ.Ποιν.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε για κάποια άλλη, έστω και συναφή, αλλιώς επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β' ή και εδ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., που ιδρύει τον υπό του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας, η οποία υπάρχει, όταν η πράξη, για την οποία καταδικάζεται ο κατηγορούμενος, είναι ουσιωδώς διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις από εκείνη, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη ή έχει απαγγελθεί κατηγορία και έχει εισαχθεί σε δίκη, ώστε κατ' αντικείμενο να αποτελεί διαφορετικό έγκλημα. Αντιθέτως, δεν υπάρχει τέτοια μεταβολή της κατηγορίας, όταν το Δικαστήριο προσδιορίζει σαφέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη χωρίς να επηρεάζεται η ταυτότητα αυτής ως ιστορικού γεγονότος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας, συνισταμένης στο ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 12715/2017 απόφασή του, και στη συνέχεια καθ' υπέρβαση εξουσίας το προαναφερόμενο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση βάσει του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως, τον καταδίκασαν για πράξη ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη, για την οποία είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο, αφού δέχθηκαν κακώσεις που δεν περιέχονταν στο κλητήριο θέσπισμα και ως εκ τούτου συμπληρώθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης. Από την επισκόπηση, όμως, του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η απόφαση του οποίου ελέγχεται αναιρετικώς στην παρούσα δίκη (και όχι η πρωτοβάθμια, η οποία εξαφανίστηκε μετά την εναντίον της άσκηση παραδεκτής εφέσεως και έπαψε να ισχύει), με το να δεχθεί τα αναφερόμενα στο προπαρατεθέν σκεπτικό, απλώς προσδιόρισε ακριβέστερα, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα κατά την ακροαματική διαδικασία, τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την ανωτέρω πράξη, χωρίς να μεταβάλει το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, ούτε την πραγματική βάση της κατηγορίας, ούτε να τον καταδικάσει για αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα, οπότε, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα από τον ίδιο, δεν καταδικάστηκε για ουσιωδώς διαφορετική πράξη από εκείνη, για την οποία είχε παραπεμφθεί. Συνακόλουθα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας και δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ούτε υπέρβαση εξουσίας, εκ του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, κηρύσσοντας τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, κατά τα προεκτεθέντα, ο δε περί του αντιθέτου πιο πάνω σχετικός πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 15 του Κ.Ποιν.Δ., όλα τα δικαστικά πρόσωπα του άρθρου 14 του ίδιου Κώδικα είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή, αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή, αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Η τυχόν συνδρομή μόνο της τελευταίας περιπτώσεως δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, όπως αποτελεί η συμμετοχή σ' αυτό δικαστικών προσώπων που αποκλείονται κατά το άρθρο 14 του Κ.Ποιν.Δ. από την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά λόγο εξαιρέσεως του διεγείροντος υπόνοιες μεροληψίας δικαστικού προσώπου, ο οποίος πρέπει να προταθεί, κατά τα άρθρα 16 επ. του Κ.Ποιν.Δ., στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, πριν αρχίσει η συζήτηση, μόνο δε αν γίνει δεκτός αυτός και παρά ταύτα συμμετάσχει ο εξαιρεθείς στην έκδοση της αποφάσεως, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 171 παρ.1 περ. α' του Κ.Ποιν.Δ., που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα. Ο κατά την παρ. 3 του άρθρου 14 του Κ.Ποιν.Δ. αποκλεισμός του δικαστή στην εκδίκαση υπόθεσης κατ' έφεση προϋποθέτει ότι αυτός έχει συμπράξει στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης.

Ο Εισαγγελέας, όμως, ο οποίος είναι μεν δικαστικός λειτουργός, με τη συμμετοχή του στη σύνθεση του δικαστηρίου, όπου, αναφορικά με την εκδιδόμενη από αυτό απόφαση, περιορίζεται απλώς να αναπτύσσει την κατηγορία και να προτείνει την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεν συμπράττει στην έκδοση της απόφασης, η οποία προϋποθέτει ψήφο του δικαστή. Επί πλέον, η συμμετοχή του ίδιου Εισαγγελικού λειτουργού κατά την εκδίκαση έφεσης σε υπόθεση που ο ίδιος είχε ασκήσει εισαγγελικά καθήκοντα κατά την πρωτοβάθμια δίκη, δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σε τρόπο που να δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για κακή σύνθεση του δικαστηρίου. Η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο του Εισαγγελικού αυτού λειτουργού κατά την εκδίκαση της έφεσης μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 Κ.Ποιν.Δ., να προταθεί ως λόγος εξαίρεσης και έτσι εξασφαλίζεται το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Με τον πρώτο λόγο κατά το τρίτο σκέλος αυτού της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας του άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που παρέλειψε να αποφανθεί επί του ειδικού λόγου εφέσεώς του, περί απόλυτης ακυρότητας λόγω κακής συνθέσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκ του λόγου ότι υφίστανται, στο πρόσωπο του μετασχόντος στη σύνθεση του εν λόγω Δικαστηρίου Εισαγγελικού λειτουργού, λόγοι εξαίρεσης, ήτοι γεγονότα δικαιολογούντα εμφανώς δυσπιστία ως προς την αμεροληψία του, αφού στον ανωτέρω εισαγγελικό λειτουργό είχε χρεωθεί, προς εκτίμηση, προκαταρκτική εξέταση και άσκηση ποινικής δίωξης, η από 23.7.2014 έγκληση - μήνυση του αναιρεσείοντος κατά της παραστάσας στο ακροατήριο πολιτικώς ενάγουσας με παρεμφερή περιστατικά. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, πέραν του ότι δεν υπάρχει κακή σύνθεση του δικαστηρίου από μόνη τη συνδρομή λόγου εξαίρεσης που δεν αποτελεί ταυτόχρονα και λόγο αποκλεισμού κατ' άρθρο 14 Κ.Ποιν.Δ., εν προκειμένω ουδόλως προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αίτημα εξαιρέσεως του Εισαγγελέα της έδρας και, κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στο συγκεκριμένο λόγο έφεσης.

Από το άρθρο 362 του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ., που ορίζει ότι στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους, σαφώς προκύπτει ότι επιτρέπεται η ανάγνωση στο ακροατήριο και η λήψη υπόψη κάθε είδους εγγράφου (όπως και έγγραφα ανεπικύρωτα) που τέθηκε υπόψη των διαδίκων, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά του. Δεν απαγγέλλεται ακυρότητα από την ανάγνωση χωρίς αίτηση των διαδίκων ούτε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως. Κατά της σχετικής όμως διάταξης του προέδρου μπορεί, κατά το άρθρ.335 παρ.2 του ίδιου κώδικα, να ασκηθεί αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο, το οποίο υποχρεούται να απαντήσει αιτιολογημένα επ' αυτής. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως κατά το τέταρτο σκέλος αυτού ο αναιρεσείων παραπονείται για υπέρβαση εξουσίας του άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που παρέλειψε να αποφανθεί επί του ειδικού λόγου της συμπληρωματικής εφέσεώς του, περί σχετικής ακυρότητας, λόγω της ανάγνωσης, πρωτοδίκως, εγγράφων παρά τις αντιρρήσεις του και ανεπίτρεπτης λήψης υπ' όψιν της υπ' αριθμ. .../736 ιατροδικαστικής έκθεσης της Σ. Π.. Στην προκείμενη περίπτωση, ορθώς επανελήφθη η ανάγνωσή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο των επίμαχων εγγράφων, εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υποβλήθηκε σχετική δήλωση του κατηγορουμένου περί αμφισβήτησης της γνησιότητας των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και η ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, αλλά ούτε και αντίρρηση για την ανάγνωσή τους κατά τη διαδικασία των αναγνωστέων εγγράφων που να αφορά στην γνησιότητα αυτών. Μετά ταύτα, τυγχάνει απορριπτέος ο ως άνω λόγος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1, και 174 παρ. 1 εδαφ. β' του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ., με την οποία ορίζεται "Αν η απόλυτη ακυρότητα αναφέρεται σε πράξεις της προδικασίας μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως ή να προταθεί ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο.", έχει δε ανάλογο περιεχόμενο με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 173 παρ.2 του εν λόγω κώδικα, προκύπτει ότι η ακυρότητα που δημιουργείται από τη μη τήρηση των διατάξεων, οι οποίες καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα είναι απόλυτη και ότι, εφόσον αναφέρεται σε πράξεις προδικασίας, πρέπει να προτείνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο, άλλως καλύπτεται και η προβολή της καθίσταται μετά ταύτα απαράδεκτη. Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της κατ' εξακολούθηση ενδοοικογενειακής απλής σωματικής βλάβης, κατ' εξακολούθηση ενδοοικογενειακής απειλής και ενδοοικογενειακής παράνομης βίας. Ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων αλλά δεν πρόλαβε ουδεμία ακυρότητα της προδικασίας. Στη συνέχεια και, ενώ δεν είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ακυρότητα της προδικασίας και ούτε προφανώς την πρότεινε με λόγο εφέσεως, καθό δεν είχε δικαίωμα, ενώπιον του Εφετείου υπέβαλε δια των συνηγόρων του ένσταση απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι ο Εισαγγελέας άσκησε ανεπίτρεπτα εναντίον του την ποινική δίωξη, χωρίς προηγουμένως να τον καλέσει, για να υποβάλει δήλωση περί ποινικής διαμεσολάβησης κατά τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν.3500/2006. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη, απέρριψε την ως άνω ένσταση με την αιτιολογία, ότι "η παράλειψη αυτή του Εισαγγελέα, την οποία επικαλείται ο κατηγορούμενος (νυν αναιρεσείων) αφορά πράξη της προδικασίας και συνεπώς μπορούσε να προταθεί σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο. Κατ' ακολουθίαν, αφού στο παρόν δικονομικό στάδιο της υπόθεσης δεν επιτρέπεται η προβολή της ως άνω παράλειψης ως λόγου ακυρότητας, η σχετική ένσταση του κατηγορουμενου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη." Εν όψει των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τη σχετική ένσταση, ο δε τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες που θεσπίζονται με την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του Κ.Ποιν.Δ., με την αιτίαση το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, διότι δεν προέβη σε έλεγχο ουσιωδών δικονομικών προϋποθέσεων για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ως είχε υποχρέωση και αναιτιολόγητα απέρριψε την σχετική ένσταση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επίσης, ως αβάσιμος, θα πρέπει να απορριφθεί και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης περί δικονομικής αξιοποίησης των φωτογραφιών της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων, οι οποίες, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των εγγράφων που προτάθηκαν από την Εισαγγελέα ως αποδεικτικά μέσα αλλά ούτε και από την πολιτικώς ενάγουσα και, ως εκ τούτου, δεν επισκοπήθηκαν κατά την διαδικασία ανάγνωσης των εγγράφων.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 349 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Ποιν.Δ., "1. Το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου "κατ' άρθρο 340 παρ. 3" πληρεξουσίου δικηγόρου. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται με ιατρική πιστοποίηση. 2. Η απόφαση που δέχεται τους λόγους αναβολής πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αναφέρει ότι ο λόγος της αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης. 3. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία το δικαστήριο ανακοινώνει στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτήν κλητεύονται μόνο οι απόντες. Αν ο λόγος αναβολής αναγγέλθηκε από συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του." Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και το οποίο δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους καταλείπεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για λόγους ανώτερης βίας πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά, αν, δηλαδή, το αίτημα αναβολής είναι αόριστο, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να ασχοληθεί με αυτό ή να το απορρίψει με την απαιτούμενη αιτιολογία. Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 349 του Κ.Ποιν.Δ., επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ' της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 2 του ΔΣΑΠΔ, και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, στοιχειοθετεί δε το λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, καθώς και της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου, εφόσον το δικαστήριο, απορρίπτοντας αυτό αναιτιολόγητα ή χωρίς απάντηση του, προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και τον καταδικάζει. Οι λόγοι, όμως, αυτοί δεν ιδρύονται, όταν το ως άνω αίτημα δεν υποβλήθηκε παραδεκτώς, καθώς και όταν ο κατηγορούμενος δεν στερήθηκε την υπεράσπιση, εφόσον εκπροσωπήθηκε από έναν από τους περισσότερους δικηγόρους της επιλογής του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την δικάσιμο της 28.11.2018 (τέταρτη ημέρα συνεδριάσεως του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), ήτοι κατά το στάδιο των αγορεύσεων υπεβλήθη από μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου Ανδρέα Αναγνωστάκη αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης, άλλως διακοπής αυτής, λόγω απουσίας στο εξωτερικό του έτερου συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου Ανδρέα - Αλέξη Αναγνωστάκη. Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το αίτημα αυτό, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στο παρόν διαδικαστικό στάδιο, υφίσταται μόνο δικονομική δυνατότητα διακοπής της δίκης και όχι αναβολής της, δηλαδή προσδιορισμού της σε άλλη δικάσιμο, στην οποία να διεξαχθεί η εκδίκαση της υπόθεσης από Δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση και νέα συζήτηση αυτής από την αρχή. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, καθ' όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, παραστάθηκε με δύο συνηγόρους της επιλογής του και δη, με τους Ανδρέα Αναγνωστάκη και Αλέξιο-Ανδρέα Αναγνωστάκη. Η εκδίκαση της υπόθεσης διακόπηκε κατά τη δικάσιμο της 22.10.2018 για τη σημερινή δικάσιμο (28.11.2018), μετά την ολοκλήρωση της αγόρευσης του εκ των ως άνω συνηγόρων Αλέξιου - Ανδρέα Αναγνωστάκη, ο οποίος ουδόλως αντέλεξε κατά τον ορισμό της τελευταίας αυτής δικασίμου, προβάλλοντας, ενδεχομένως, κάποιο κώλυμα εμφάνισής του τη συγκεκριμένη ημέρα, όπως είχε δικαίωμα, ισχυρίζεται δε ότι τότε δεν γνώριζε το κώλυμά του, διότι δεν είχε ανακύψει ακόμη. Σε κάθε περίπτωση, η απουσία του εν λόγω συνηγόρου στο εξωτερικό, προκειμένου να συμμετάσχει ως ένας εκ των δύο εκπροσώπων της Ένωσης Ευρωπαίων Ποινικολόγων (ΕURΟΡΕΑΝ CRΙΜΙΝΑL ΒΑR ΑSSΟCΙΑΤΙΟΝ), στης οποίας το Διοικητικό Συμβούλιο έχει εκλεγεί, στις κοινές εκδηλώσεις των Οργανώσεων "Ορeη Society" και "European Implementation Network) στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο, δεν συνιστά περιστατικό ανώτερης βίας, ικανό να θεμελιώσει λόγο διακοπής της δίκης, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αφού η μετάβαση του συνηγόρου στο Στρασβούργο για να συμμετάσχει στις ανωτέρω εκδηλώσεις είναι αποτέλεσμα δικής του επιλογής. Επιπλέον, η απουσία του παραπάνω συνηγόρου κατά τη σημερινή δικάσιμο, ουδόλως κωλύει την διεξαγωγή της δίκης ή παραβλάπτει τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, αφού το έργο της υπεράσπισής του δύναται να το εκτελέσει επαρκέστατα, ο έτερος παρών συνήγορος του, Ανδρέας Αναγνωστάκης. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή ή διακοπή της εκδίκασης της υπόθεσης λόγω της προαναφερόμενης απουσίας στο εξωτερικό του ενός εκ των δύο συνηγόρων του και δη, του Αλέξιου-Ανδρέα Αναγνωστάκη, κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο." Εφόσον η απόρριψη του αιτήματος αυτού με την ανωτέρω αιτιολογία (που κρίνεται επαρκής) είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δεν έχει προσβληθεί το δικαίωμα του αναιρεσείοντος για δίκαιη δίκη, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ' της ΕΣΔΑ και δεν έχει επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Εξάλλου, μετά την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος για αναβολή της δίκης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτής, ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον προαναφερόμενο πληρεξούσιο Δικηγόρο Ανδρέα Αναγνωστάκη και, συνεπώς, δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα έκτος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Θ' του Κ.Ποιν.Δ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος.

Με τις παρακάτω διατάξεις του Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται ότι: α) Με αυτή του άρθρου 140 εδ. α: τα πρακτικά της συνεδρίασης συντάσσονται από τον γραμματέα με ευθύνη δική του, καθώς και με την ευθύνη του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση. β) του αρθρ. 141 παρ.1: τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων... γ) του αρθρ. 142 παρ.1: μόλις τελειώσει η συνεδρίαση, όποιος τη διευθύνει, θεωρεί και μονογράφει σε κάθε φύλλο τα πρόχειρα πρακτικά, που συντάχθηκαν από το γραμματέα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Με την παρ.2 του αυτού άρθρου: Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από τη συνεδρίαση, καθαρογράφονται τα πρακτικά από το γραμματέα και υπογράφονται από αυτόν και το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση ή, αν αυτός μετατέθηκε ή,... Αν ο γραμματέας που συμμετείχε στη συζήτηση, απομακρύνθηκε από την υπηρεσία ή, ... πριν από την καθαρογράφηση, τα πρακτικά συντάσσει... με βάσει τα πρόχειρα πρακτικά και τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται στο δικαστικό γραφείο. Τα πρακτικά υπογράφονται από αυτόν και το διευθύνοντα τη συζήτηση, σύμφωνα με τα παραπάνω. Η ημερομηνία υπογραφής των καθαρογραμμένων πρακτικών... Από το περιεχόμενο και τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων, που αναφέρονται στα πρακτικά συνεδρίασης των ποινικών δικαστηρίων, γίνεται σαφές ότι ο νόμος, όταν αναφέρεται σε πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, εννοεί τα καθαρογραμμένα πρακτικά, που συντάσσονται από το γραμματέα της σύνθεσης του δικαστηρίου με βάση τα πρόχειρα πρακτικά, που τηρεί ο ίδιος κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης και τα οποία υπογράφονται από αυτόν και το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση. Πλέον χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του εδ. β' της παρ. 2 του αρθρ. 142 Κ.Ποιν.Δ., όπου, όπως προαναφέρεται, ορίζεται ότι "σε περίπτωση απομάκρυνσης ή θανάτου του γραμματέα που τήρησε τα πρόχειρα πρακτικά, τα πρακτικά συντάσσει όποιος διευθύνει τη γραμματεία του δικαστηρίου, με βάση τα πρόχειρα πρακτικά και τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται στο δικαστικό γραφείο". Είναι σαφές ότι ο νόμος δεν θεωρεί ως πρακτικά επίσημα, αυτά δηλαδή που τίθενται στη δικογραφία και τα οποία λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για την έκδοση της απόφασής του, τα πρόχειρα πρακτικά, αφού, όπως ρητά η διάταξη αυτή αναφέρει, τα (επίσημα) πρακτικά, στην περίπτωση αυτή, συντάσσονται όχι μόνο με βάση τα πρόχειρα πρακτικά, αλλά με βάση και τα σχετικά έγγραφα, που βρίσκονται στο δικαστικό γραφείο. Σε όλες τις διατάξεις του Κ.Ποιν.Δ., όπου γίνεται αναφορά σε πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, γίνεται διάκριση μεταξύ των "πρόχειρων πρακτικών" και των "πρακτικών" και, πάντοτε το δικαστήριο για την έκδοση της απόφασής του λαμβάνει υπόψη τα "πρακτικά" (τα καθαρογραμμένα) και όχι τα "πρόχειρα" πρακτικά, που τηρεί ο γραμματέας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Καμία διάταξη του Κ.Ποιν.Δ. δεν προβλέπει χρήση των πρόχειρων πρακτικών από το Δικαστήριο για την έκδοση της απόφασής του και πολύ περισσότερο, χρήση αυτών (πρόχειρων πρακτικών) από τους διαδίκους. Ακόμα, και η σχετικά νέα διάταξη του άρθρου 142Α' Κ.Ποιν.Δ., που προστέθηκε με το αρθρ. 9 Ν.3346/05 και προβλέπει την εφαρμογή του συστήματος τήρησης των πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία, κάνει διάκριση μεταξύ των "πρακτικών" και των "πρόχειρων πρακτικών", ορίζοντας στην παρ. 5 του αρθρ. αυτού, ότι "το απομαγνητοφωνημένο" κείμενο, υπογραφόμενο από το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση και το γραμματέα, τίθεται στη δικογραφία και συνιστά το κατά την έννοια του 142 παρ.2, κείμενο των πρακτικών. Ενόψει των ανωτέρω, είναι απολύτως βέβαιο ότι δίδονται στους διαδίκους μετά το πέρας της ποινική διαδικασίας αντίγραφα των καθαρογραμμένων (επίσημων) πρακτικών και όχι των πρόχειρων πρακτικών και επομένως απορριπτέος τυγχάνει και ο έβδομος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αιτιάται ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αναιτιολόγητα απέρριψε σιγή το μη νόμιμο αίτημά του για εμφάνιση και γνώση του περιεχομένου των πρόχειρων πρακτικών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 (ήδη 362) και 369 (ήδη 367) του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει, για να θεμελιώσει την κρίση του ως προς την ενοχή ή την επιβλητέα ποινή, έγγραφο που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Ποιν.Δ., επειδή παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου, από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ., να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας ποινικής συζήτησης δεν είναι αναγκαίο να σημειώνεται σε ποιο αποδεικτέο ζήτημα αφορά το έγγραφο που αναγνώστηκε, ποιος είναι ο συντάκτης του, ούτε να καταχωρίζεται σ' αυτά το περιεχόμενο του εγγράφου. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν επαρκώς την ταυτότητα του εγγράφου, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην κρίση του, αφού συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και "..όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής...". Μεταξύ των εγγράφων αυτών, που αναφέρονται στην οικεία θέση των πρακτικών, περιλαμβάνεται και το έγγραφο υπό τον τίτλο "ιδιόχειρο σημείωμα". Το ως άνω έγγραφο, το οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων, για την ανάγνωση του οποίου δεν πρόβαλε καμία αντίρρηση, είναι επαρκώς προσδιορισμένο και δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία για την ταυτότητά του, ούτε ήταν αναγκαία κάποια άλλη αναφορά σχετική με πρόσθετα στοιχεία, αφού με την ανάγνωσή του προσδιορίστηκε και η ταυτότητά του και το περιεχόμενό του, οπότε ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό του. Άλλωστε το έγγραφο αυτό με τα ως άνω στοιχεία είναι μοναδικό στο φάκελο της δικογραφίας και ουδεμία σύγχυση επέρχεται Κατά συνέπεια, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ανεπαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας του ως άνω εγγράφου, που φέρεται ως αναγνωσθέν, είναι αβάσιμος.

Αβάσιμος επίσης τυγχάνει και ο ένατος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας, εκ του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του δύο προσκομισθείσες από την πολιτικώς ενάγουσα φωτογραφίες, που απεικονίζουν ένα αιχμηρό αντικείμενο, οι οποίες επισκοπήθηκαν από όλους τους παράγοντες της δίκης, καίτοι ο αναιρεσείων αρνήθηκε τη γνησιότητά τους. Και τούτο, διότι, πέραν του ότι ο ισχυρισμός του, ως προβλήθηκε, είναι αόριστος, δεν συνιστά η άρνηση της αλήθειας του ουσιαστικού περιεχομένου των φωτογραφιών) αιτιολογημένη αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους, αλλά αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξίας τους για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως περί του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ. 2 του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ., ανάλογου περιεχομένου με την αντίστοιχη προϊσχύσασα, "Ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει επίσης την άδεια στους διαδίκους, όπως και στους συνηγόρους τους, να υποβάλουν ερωτήσεις στους εξεταζόμενους μάρτυρες, ..., και δεν επιτρέπει ερωτήσεις άσκοπες ή έξω από το θέμα. Δίνει επίσης σε αυτούς τον λόγο για να αγορεύσουν ή, όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται. Ο ίδιος διατηρεί το δικαίωμα να υποβάλει πρόσθετες ερωτήσεις στους μάρτυρες, ... καθώς και στους κατηγορουμένους για ζητήματα που θεωρεί αναγκαία για την πληρέστερη διασαφήνιση της υπόθεσης και δημοσιεύει την απόφαση.", 335 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., "εναντίον των διατάξεων που εκδίδονται από τον Πρόεδρο κατά τα άρθρα 141 παρ. 2, 333, 334, της παρ. 1 αυτού του άρθρου και των άρθρων 337 παρ. 2 και 359, μπορεί να ασκηθεί αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1δ, 333 παρ. 2, 334, 335 παρ. 2 και 357 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ., 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 3δ' της ΕΣΔΑ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και μπορεί να ασκήσει όλα τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος για την υπεράσπισή του. Δεν δικαιούται, όμως, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του να ασκεί καταχρηστικά τα δικαιώματα αυτά, όπως συμβαίνει, όταν, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, υποβάλλουν προς τους μάρτυρες ερωτήσεις, που έχουν ήδη υποβληθεί ή άσχετες με το αποδεικτέο ζήτημα, επειδή τότε παραβιάζεται η αρχή της ταχείας διεξαγωγής της ποινικής δίκης και δυσχεραίνεται η αναζήτηση και η ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας. Εξάλλου, επέρχεται έλλειψη ακρόασης, όταν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να εξετάσουν κάποιον μάρτυρα και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το σχετικό αίτημα ή, αν ο διευθύνων τη συζήτηση πολυμελούς δικαστηρίου δεν δώσει το λόγο στον συνήγορο του κατηγορουμένου, για να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες ή, αν απαγορεύσει σε αυτόν περαιτέρω ερωτήσεις, ως άσκοπες ή άσχετες με το αποδεικτέο ζήτημα, εφόσον έγινε αμέσως προσφυγή προς το δικαστήριο για την άσκηση του σχετικού δικαιώματος και αυτό παρέλειψε να αποφανθεί για την προσφυγή ή την απέρριψε παρά το νόμο. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., "... Η απόφαση του δικαστηρίου που αρνείται ή περιορίζει την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων η οποία εκδίδεται μετά από προσφυγή κατά της άρνησης του διευθύνοντος τη συζήτηση, προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται εναντίον της οριστικής απόφασης και μόνο μαζί με αυτήν". Τέλος, η απαιτούμενη, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προέκυψε ότι, κατά την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, Γ. Σ., οι συνήγοροι υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος ρώτησαν αυτήν, εάν η ίδια κατήγγειλε και ενοχοποίησε την αδελφή του αναιρεσείοντος, Δ. Σ., ότι κακοποίησε τα παιδιά του και ειδικότερα την τεσσάρων ετών κόρη της, η πρόεδρος δε του Δικαστηρίου απαγόρευσε την ανωτέρω ερώτηση προς την πολιτικώς ενάγουσα, διότι η ερώτηση αυτή κρίθηκε άσκοπη και εκτός θέματος, καθόσον δεν σχετίζεται με την ουσία της κατηγορίας. Μετά ταύτα, οι συνήγοροι υπεράσπισης, μη αποδεχόμενοι την προεδρική διάταξη, προσέφυγαν άμεσα σε ολόκληρο - Δικαστήριο. Στη συνέχεια, αφού δόθηκε ο λόγος σε όλους τους παράγοντες της δίκης, το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δέχθηκε, κατά πιστή μεταφορά, ότι "...Στην προκείμενη περίπτωση, αντικείμενο της απόδειξης, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να κινούνται οι διάδικοι, είναι τα περιστατικά που αφορούν στην ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου για τις πράξεις που του αποδίδονται, καθώς επίσης, στους λόγους που αποκλείουν το παράνομο της συμπεριφοράς του ή τον καταλογισμό του σε ενοχή, στους λόγους που μειώνουν την ποινή ή έχουν σχέση με τις αξιώσεις της πολιτικώς ενάγουσας κ.λπ.. Οι πράξεις αυτές?συνίστανται σε συγκεκριμένα περιστατικά ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, απειλής και παράνομης βίας σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας, τα οποία φέρονται να έλαβαν χώρα στις 21.12.2011, στις 29.12.2011 και στις 7.1.2012.

Συνεπώς, η ερώτηση που απηύθυναν οι συνήγοροι του κατηγορουμένου προς την παραπάνω μάρτυρα - πολιτικώς ενάγουσα και δη, αν αυτή κατήγγειλε και ενοχοποίησε την αδερφή του κατηγορουμένου, Δ. Σ., ότι κακοποίησε τα παιδιά και ειδικότερα την τεσσάρων ετών κόρη τους, είναι παντελώς εκτός αποδεικτέου θέματος οι δε συνήγοροι του κατηγορουμένου με την υποβολή της ερωτήσεως αυτής ασκούν καταχρηστικώς τα υπερασπιστικά τους καθήκοντα και παραβιάζουν τις προεκτεθείσες δικαιικές αρχές. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή του κατηγορουμένου προς το Δικαστήριο, η οποία αφορά την παραπάνω ερώτηση." Εν όψει των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β' και Δ' Κ.Ποιν.Δ., ενδέκατος λόγος της αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ότι επήλθε έλλειψη ακρόασης και ότι τέλος στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας η παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή σ' αυτό των συνηγόρων υπεράσπισης κατά της διάταξης της διευθύνουσας, με την οποία δεν επιτράπηκε η υποβολή συγκεκριμένης ερώτησης προς την πολιτικώς ενάγουσα είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 79 του νέου ΠΚ, ορίζεται ότι "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι "Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του." Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2,3,4,5 και 6 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά με την προηγηθείσα απόφαση για την ενοχή του. Υποχρέωση επανάληψης των περιστατικών αυτών στην περί της ποινής απόφαση δεν υφίσταται. Η τελευταία αποκτά την κατά νόμο αιτιολογία με την απλή επανάληψη του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 79 ΠΚ και την δια μέσου αυτών, σιωπηρή έστω, επίκληση των όσων ήδη έγιναν δεκτά με την απόφαση επί της ενοχής, χωρίς να έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά, αφού το περί ποινής σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο με εκείνο επί της ενοχής.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, με ειδική σκέψη του για την επιβολή της επιβληθείσας απ' αυτό ποινής, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα της πράξης και την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση, περιλαμβανομένων και των αιτιολογιών για τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' του ΠΚ, όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του γι' αυτά άλλη ειδικότερη αιτιολογία και εκ νέου αναφορά των διατάξεων των άρθρων 84 παρ. 2 α' και ε', και 83 του ΠΚ. Συγκεκριμένα όσον αφορά τη βαρύτητα των εγκλημάτων, εκτίμησε τα ακόλουθα στοιχεία: Τη βλάβη, που προξένησαν τα εγκλήματα, καθώς και τον κίνδυνο που προκλήθηκε εξαιτίας αυτών, τη φύση, το είδος και το αντικείμενο των εγκλημάτων, το είδος, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία της πολιτικώς ενάγουσας, και επίσης όλες τις περιστάσεις (χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου), που συνόδευσαν την προπαρασκευή και την εκτέλεσή τους, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και εκτίθενται ειδικότερα στην προηγούμενη περί ενοχής απόφαση, όσον αφορά δε το βαθμό ενοχής του υπαιτίου, το άνω Δικαστήριο εκτίμησε τα ακόλουθα στοιχεία: την ένταση του δόλου του κατηγορουμένου, τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση των εγκλημάτων, την αφορμή που του δόθηκε και το σκοπό που επεδίωξε, τον χαρακτήρα του και το βαθμό της αναπτύξεώς του, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του, τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια των πράξεων και ιδίως τη συμπεριφορά του για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και εκτίθενται ειδικότερα στην προηγούμενη περί ενοχής αλλά και περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων απόφαση. Περαιτέρω, το δικάσαν Δικαστήριο δεν απομακρύνθηκε από την αρχή της αναλογικότητας, καθώς, για απλή ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη και απειλή, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων ως το μέγεθος και η ποιότητα αυτών περιγράφονται στο περί ενοχής σκεπτικό και με δεδομένο πλαίσιο ποινής, για μεν την ενδοοικογενειακή απλή σωματική βλάβη από ένα (1) έτος έως πέντε (5) έτη, για δε την ενδοοικογενειακή απειλή από (10) ημέρες έως τρία (3) έτη ή χρηματική ποινή, επέβαλε ποινή ύψους τεσσάρων (4) μηνών για κάθε πράξη. Επί πλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών δεν απαιτούντο.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., δέκατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ισχυριζόμενος ότι δεν υπάρχει επάρκεια αιτιολογίας σχετικά με την επιμέτρηση της ποινής, που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα. Τέλος οι, σχετικές με την κατηγορία, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στον δωδέκατο λόγο αναίρεσης και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, διότι, κατά την άποψή του, από αυτά συνάγονται διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών σε βάρος αυτού (αναιρεσείοντος) παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει, κατ' εφαρμογή αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο της προαναφερθείσας επιεικέστερης διάταξης του άρθρου 333 παρ. 2 εδαφ. β του ισχύοντος ΠΚ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και δη μόνον ως προς την επιβληθείσα για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής (τελεσθείσας την 29.12.2011) ποινή, καθώς και ως προς τον καθορισμό της συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές (άρθρο 522 Κ.Ποιν.Δ.), απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 4987Α, 6137Α, 7747/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και δη μόνον κατά τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής για το αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής και του καθορισμού συνολικής ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, αν είναι δυνατό, διαφορετικά από άλλους.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 25-9-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 27-9-2019 με αριθ.πρωτ. 10249/2019) του Ι. Σ. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης, καθώς και τους από 15-11-2019 πρόσθετους λόγους αυτής (κατατεθέντες αρμοδίως στις 25-11-2019).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login