ΠΕΡΙΛΗΨΗ : ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ Εάν δεν τηρηθούν οι διατάξεις του αρ. 253 Β Πκπδ- 255 ΝΚΠΔ, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα , που μπορεί να προταθεί έως την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Αν δεν προταθεί , καλύπτεται και το δικαστήριο ΝΟΜΙΜΩΣ λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο της επικαλουμένης αστυνομικής διείσδυσης
Απόφαση 1027 / 2022 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1027/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 42/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα και Αγάπη Τζουλιαδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της υπ'αριθ.358/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. 10481/19-11-2021 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1174/21.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 19-11-2021, με αριθμό 10481/2021, αίτηση του Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ... για αναίρεση της απόφασης 358/2021 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της δωροληψίας υπαλλήλου και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α', Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. (απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης) και, συνεπώς είναι παραδεκτή.
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'του ΚΠΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ), κατά δε το άρθρο 171 παρ.1δ'του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υπάρχει, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 παρ.1 του ίδιου κώδικα, η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Αν η απόλυτη ακυρότητα αναφέρεται σε πράξεις της προδικασίας μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως ή να προταθεί ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, κατά δε το άρθρο 175 παρ.1 του ΚΠΔ, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, ενώ, κατά το άρθρο 176 παρ.1 του ιδίου κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας και προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσίας επί της υποθέσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 253 Β' του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, όπως ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο "Ειδικά για τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237 και 237Α του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτές δεν τελούνται στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης, η έρευνα μπορεί να συμπεριλάβει και τη διενέργεια: α)συγκαλυμμένης έρευνας, την οποία ενεργεί ανακριτικός υπάλληλος με παραγγελία του αρμόδιου εισαγγελέα και αφού ενημερωθεί προηγουμένως ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς. Η εν λόγω παραγγελία δίδεται αν συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τελείται ήδη ή πρόκειται να επαναληφθεί η τέλεση κάποιας από τις αξιόποινες πράξεις της παραγράφου 1 και η αποκάλυψη αυτής είναι με άλλον τρόπο αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής. Κατά τη συγκαλυμμένη έρευνα ο ανακριτικός υπάλληλος ή ο ιδιώτης που ενεργεί υπό τις οδηγίες του εμφανίζεται ως ωφελούμενος ή ως μεσολαβητής ωφελούμενου προσώπου από την αξιόποινη πράξη της παραγράφου 1 και διευκολύνει στην τέλεση της τον δράστη που την έχει προαποφασίσει. Η συγκαλυμμένη έρευνα ενεργείται για εύλογο κατά τις περιστάσεις χρονικό διάστημα, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το έτος. Ο ενεργών τη συγκαλυμμένη έρευνα μπορεί να φέρει συγκαλυμμένα στοιχεία ταυτότητας και φορολογικά ή άλλα στοιχεία και να συναλλάσσεται με αυτά για τις ανάγκες της έρευνας που διεξάγει...Για τις ενέργειες του συγκαλυμμένα δρώντος συντάσσεται αναλυτική έκθεση κατά τα άρθρα 148 έως 153. Αποδεικτικά στοιχεία που αποκτήθηκαν με ενέργειες του συγκαλυμμένα δρώντος, οι οποίες δεν μνημονεύονται αναλυτικά στην έκθεση, δεν λαμβάνονται υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου....". Περαιτέρω, το άρθρο 5 του ν.2713/1999 ορίζει ότι "δεν είναι άδικη η πράξη αστυνομικού της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων που με εντολή του προϊσταμένου της και με σκοπό την ανακάλυψη ή τη σύλληψη προσώπου εμπλεκομένου σε αξιόποινη πράξη από αυτές που αναφέρονται στο νόμο αυτόν, εμφανίζεται ως συμμέτοχος της πράξης. Το ίδιο ισχύει και για οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που με αυτόν τον τρόπο ενεργεί ύστερα από πρόταση του προϊσταμένου της Υπηρεσίας. Και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του κατά το άρθρο 3 εισαγγελικού λειτουργού" ενώ κατά το άρθρο 3 του ίδιου ως άνω νόμου "η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση που ενεργείται από τη Διεύθυνση και Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων εποπτεύεται από τους Εισαγγελείς Εφετών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα".
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ.Α' και 171 εδ.δ' του ΚΠΔ, διότι ελήφθησαν από αυτό υπόψη αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία αποκτήθηκαν στα πλαίσια της σχετικής "αστυνομικής διείσδυσης" μέσω της συγκαλυμμένης αστυνομικής δράσης χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων, ήτοι χωρίς προς τούτο εντολή του προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος, σύμφωνη γνώμη του αρμοδίου Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και προηγούμενη ενημέρωση του εποπτεύοντος Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Όμως από την μη τήρηση των ως άνω νομίμων προϋποθέσεων της γενομένης ανακριτικής διεισδύσεως δημιουργείται ακυρότητα, η οποία ανάγεται στην προδικασία και έπρεπε να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και όχι ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, που προτάθηκε το πρώτον (ΑΠ 105/2019).
Συνεπώς, εφόσον η ανωτέρω, αναγόμενη στην προδικασία, ακυρότητα δεν προτάθηκε μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καλύφθηκε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο νομίμως έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που αποκτήθηκαν στα πλαίσια της επικαλούμενης "αστυνομικής διείσδυση", και ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 235 παρ.1 εδ.α' του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (Ν.4619/2019) "1. Υπάλληλος ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον οποιαδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα, ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος, για ενέργεια ή παράλειψή του σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή...". Η νέα διάταξη του άρθρου 235 ΠΚ, σε σχέση με αυτήν που ίσχυε αμέσως προηγουμένως, αλλά και με αυτήν που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν διαφέρει ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, αφού, αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, που προέβλεπε η κατά την τέλεση της πράξης ισχύσασα, αλλά και της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματικής ποινής 5.000 έως 50.000 ευρώ, που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, η προβλεπόμενη τώρα ποινή είναι φυλάκιση και χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περίπτ. α' και 263 Α' του ΠΚ (όπως το τελευταίο ίσχυε, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης), η από μέρους αυτού του ίδιου ή δια μέσου άλλου απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων, που δεν δικαιούται ή αποδοχή υποσχέσεως προς παροχή αυτών (ωφελημάτων) για ενέργεια ή παράλειψή του, η οποία σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του (χωρίς όμως να αντίκειται προς αυτά), όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από τον νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, είναι δε αδιάφορο, αν η ενέργεια ή η παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή όχι ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει (Ολ ΑΠ 6/1998). Ωφελήματα μπορεί να είναι και κάθε χαριστική παροχή, υλικής ή μη φύσης, επί της οποίας ο δράστης υπάλληλος δεν έχει νόμιμη αξίωση. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του υπαλλήλου, ότι απαιτεί ή δέχεται τα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών για ενέργεια ή παράλειψή του, αναγόμενη ή αντικείμενη στα καθήκοντά του και θέληση αυτού να πράξει τούτο. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγματώσεώς του, που κατά την άνω διάταξη είναι: α) η απαίτηση ωφελήματος, β) η αποδοχή του και γ) η αποδοχή υποσχέσεως για την ενέργεια ή την παράλειψη, μπορούν να εναλλαχθούν και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων, πραγματώνεται ένα μόνο έγκλημα. (ΑΠ 718/2020). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή, για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για τη έκβαση της δίκης. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης μεταξύ τους των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται σε αυτή, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξης εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού επέλευσης δηλαδή ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του 358/2021, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος σ'αυτή (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και απολογία κατηγορουμένου) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ηλικιωμένος, Χ. Μ., αντιμετώπιζε, κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, οφθαλμολογικό πρόβλημα, καθώς είχε διαγνωσθεί καταρράκτης στο δεξί του μάτι. Προκειμένου αντιμετωπίσει το πρόβλημα μετέβη, στις 03-11-2014, στο πλαίσιο προγραμματισμένου ραντεβού, στην Οφθαλμολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Κατερίνης, όπου και εξετάστηκε από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν και ο μόνος οφθαλμίατρος, που υπηρετούσε στην κλινική αυτή. Μετά την εξέταση ο κατηγορούμενος ενημέρωσε τον ασθενή ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί χειρουργική επέμβαση, η οποία όμως δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε εύλογο χρόνο στο Νοσοκομείο Κατερίνης, για το λόγο ότι ήταν μόνος του και υπήρχε μεγάλη λίστα αναμονής, ενώ, παράλληλα εμφανίζετο περιοδικά και έλλειψη των αναγκαίων υλικών στην κλινική. Συνέστησε, μετά ταύτα, στον ασθενή να απευθυνθεί σε κάποιο άλλο δημόσιο νοσοκομείο, κατά προτίμηση της Θεσσαλονίκης, είτε σε ιδιώτη ιατρό. Να σημειωθεί εδώ ότι όσα ο κατηγορούμενος είπε στον ασθενή, δεν απείχαν της πραγματικότητος, αφού η μη επάνδρωση της άνω κλινικής με οφθαλμιάτρους, αλλά και η κατά καιρούς ελλείψεις στα αναγκαία υλικά, είχαν δημιουργήσει μια μακρά λίστα αναμονής ασθενών, πράγμα που καθιστούσε ανέφικτη την εντός ευλόγου χρόνου εισαγωγή του προαναφερομένου, Χ. Μ., στην άνω κλινική για την πραγματοποίηση της προαναφερομένης επεμβάσεως. Μετά ταύτα ο Χ. Μ. ενημέρωσε για τα προαναφερόμενα τον γιό του, Π. Μ., που είναι αστυνομικός και τότε υπηρετούσε στην ομάδα ΔΙΑΣ του Α.Τ. Κατερίνης. Ο τελευταίος, θέλοντας να έχει άμεση αντίληψη των πραγμάτων και αποβλέποντας στην σε σύντομο χρόνο υποβολή του πατέρα του στην άνω επέμβαση, επισκέφτηκε, αρχομένου του δευτέρου δεκαημέρου του μηνός Νοεμβρίου 2014, τον κατηγορούμενο στο γραφείο του στο Γενικό Νοσοκομείο Κατερίνης. Εκεί ο κατηγορούμενος επανέλαβε και στον Π. Μ., όσα είχε εκθέσει σχετικά και στον πατέρα του και, έναντι της επιμονής του Π. Μ., του κατέστησε σαφές ότι δεν ήταν δυνατός ο σύντομος προγραμματισμός της επέμβασης στον πατέρα του. Μετά από την παραπάνω άρνηση του, ο Π. Μ. ρώτησε τον κατηγορούμενο, αν υπήρχε άλλος τρόπος να βοηθήσει τον άρρωστο πατέρα του, ο οποίος έπασχε, μεταξύ άλλων, και από ψυχολογικά προβλήματα, προσθέτοντας ότι αν το πρόβλημα ήταν οικονομικό, ήταν διατεθειμένος να το συζητήσουν. Η δήλωσή του αυτή προκάλεσε τη μεταστροφή της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, ο οποίος, παρά τις μέχρι τότε επίμονες και διαρκείς αρνήσεις του, προθυμοποιήθηκε αίφνης να προγραμματίσει νέα επίσκεψη για τον ασθενή του. Πράγματι, παρότι ο κατηγορούμενος αρχικά επέμενε ότι δεν μπορούσε να συμπεριλάβει τον ως άνω ασθενή στο ήδη βεβαρημένο πρόγραμμά του, ακολούθως, κατόπιν δήλωσης από μέρους του γιού του ότι θα "τακτοποιούσε το οικονομικό θέμα", του έκλεισε ραντεβού για τη Δευτέρα, 17-11-2014, διευκρινίζοντας προς τον Π. Μ. να φέρει τον πατέρα του στις εννέα (9) το πρωί, να μην περάσει από τη Γραμματεία του Νοσοκομείου και να μην περιμένει στην ουρά, για να τον εξετάσει πρώτο. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι την Πέμπτη (20-11-2014), αν όλα πήγαιναν καλά, θα έβαζε τον πατέρα του κατ' εξαίρεση να τον χειρουργήσει, επιπλέον των προγραμματισμένων ραντεβού για χειρουργείο. Σε ερώτηση δε του Π. Μ. προς τον κατηγορούμενο, για το πότε θα κανονίσουν το οικονομικό θέμα, ο τελευταίος απάντησε ότι θα γινόταν μετά την εγχείρησή. Το προαναφερόμενο όμως, προγραμματισμένο για τη Δευτέρα, 17-11- 2014, ραντεβού, λόγω υπηρεσιακών υποχρεώσεων του Π. Μ., αναβλήθηκε, αρχικά για την επόμενη ημέρα (18-11-2014) και, ακολούθως, για την μεθεπόμενη ημέρα Τετάρτη, 19-11-2014, οπότε, πρωινές ώρες, ο Π. Μ. έφθασε στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία του άνω Νοσοκομείου, συνοδεύοντας τον πατέρα του, προκειμένου ο τελευταίος να πραγματοποιήσει τον αναγκαίο προεγχειρητικό έλεγχο. Ακολούθως, και αφού ο ασθενής υπεβλήθη σε όλες τις απαιτούμενες ιατρικές εξετάσεις, ο κατηγορούμενος ιατρός ζήτησε από αυτόν και τον γιό του να τους μιλήσει ιδιαιτέρως στο γραφείο του, όπου τους ενημέρωσε ότι η επέμβαση θα ελάμβανε χώρα την επόμενη ημέρα. Πριν από την αποχώρησή τους δε από το γραφείο του ο υιός του ασθενή ρώτησε και πάλι τον κατηγορούμενο ιατρό σχετικά με το ύψος της χρηματικής αμοιβής που θα ελάμβανε για τη διενέργεια κατά προτεραιότητα της εγχείρησης καταρράκτη στον πατέρα του, ενημερώνοντάς τον ότι είχε καταφέρει, με τη βοήθεια της αδερφής του, να συγκεντρώσει συνολικά διακόσια με τριακόσια (200- 300) περίπου ευρώ. Επικαλούμενος δε ότι, λόγω της εργασίας του, δεν θα τον συνόδευε την επόμενη ημέρα, του είπε ότι θα ήταν καλύτερα να του δώσει το ως άνω χρηματικό ποσό από σήμερα. Για το λόγο αυτό του υποσχέθηκε ότι, αφού άφηνε τον πατέρα του στην οικία του, θα επέστρεφε ξανά σε λίγο μαζί με την αδερφή του, για να του δώσουν τα χρήματα που από κοινού είχαν συγκεντρώσει. Εν τω μεταξύ την προηγουμένη, 18-11-2014, ο Π. Μ. είχε μεταβεί στον προϊστάμενο του Τμήματος Ερευνών και Δίωξης της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βόρειας Ελλάδας προκειμένου καταγγείλει τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, μετά ταύτα δε, κλιμάκιο αστυνομικών της ως άνω Υπηρεσίας ευρίσκετο από τις πρωινές ώρες της 19-11-2014 στο Γενικό Νοσοκομείο Κατερίνης. Τους αστυνομικούς αυτούς ενημέρωσε ο Π. Μ. εξερχόμενος, κατά τα προαναφερθέντα, από το γραφείο του κατηγορουμένου ιατρού, για όσα περιστατικά είχαν προηγηθεί και οι τελευταίοι, αφού προσημείωσαν το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, ήτοι έξι (6) χαρτονομίσματα των πενήντα (50) ευρώ έκαστο, το παρέδωσαν στην Α. Π., αστυνομικό της παραπάνω υπηρεσίας, η οποία θα προσποιείτο τη θυγατέρα του ασθενούς και αδερφή του Π. Μ.. Ακολούθως, ο Π. Μ. και η ανωτέρω αστυφύλακας, περί την 12.00 ώρα μετέβησαν στα εξωτερικά ιατρεία του Οφθαλμολογικού Τμήματος του άνω Νοσοκομείου και μετά από ολιγόλεπτη αναμονή έγιναν δεκτοί από τον κατηγορούμενο στο γραφείο του. Μετά την είσοδο τους σ' αυτό ο κατηγορούμενος κλείδωσε αμέσως την πόρτα, για να διασφαλίσει ότι δεν θα διέκοπτε κάποιος τρίτος τη συνομιλία τους και τους ενημέρωσε για την προγραμματισμένη επέμβαση στον Χ. Μ., ακολούθως δε ο Π. Μ., αφού επανέλαβε στον κατηγορούμενο ότι κατάφεραν να συγκεντρώσουν το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, λαβών το ποσόν αυτό από την παριστάνουσα την αδελφή του αστυνομικό, το παρέδωσε στον κατηγορούμενο, ο οποίος το παρέλαβε και το εναπόθεσε στο γραφείο του. Μετά ταύτα ο Π. Μ. αποχώρησε πρώτος από το γραφείο του κατηγορουμένου, ενώ η αστυνομικός παρέμεινε στην πόρτα για να εισέλθουν οι αστυνομικοί της παραπάνω Υπηρεσίας, που παρακολουθούσαν διακριτικά τα γεγονότα. Όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την πρόθεσή τους να εισέλθουν στο γραφείο του, προσπάθησε να κλείσει την πόρτα, τελικά όμως οι αστυνομικοί εισήλθαν στο χώρο, βρήκαν πάνω στο γραφείο του και κατέσχεσαν το ανωτέρω προσημειωθέν χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και, ακολούθως, προχώρησαν στη σύλληψή του. Υπό την προεκτεθείσα διαδρομή των γεγονότων είναι προφανές για το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε την αποδοθείσα σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, ιδία εν όψει των μη ποσώς πειστικών περί του αντιθέτου ισχυρισμών του, όπως αναδεικνύονται κυρίως μέσω της απολογίας του. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του, κατ' αρχάς, ότι η απόφαση να ενεργήσει άμεσα και κατ' απόλυτη προτεραιότητα την επέμβαση στον προαναφερόμενο ασθενή, Χ. Μ., υπαγορεύθηκε όχι από κίνητρα παρανόμου πλουτισμού του, αλλά αποκλειστικά εκ του γεγονότος ότι ο ασθενής είχε επί πλέον και σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, που επέτειναν το οφθαλμολογικής φύσεως τοιούτο, είναι προφανώς προσχηματικός, ιδία αν ληφθεί υπ' όψιν ότι στη μακρά λίστα αναμονής (άνω των δεκαοκτώ μηνών) των ασθενών του, που ο ίδιος τηρούσε, προδήλως υπήρχαν περιστατικά με πολύ σοβαρότερα συνοδά προβλήματα, από τα αορίστως επικαλούμενα και διογκωμένα εμφανιζόμενα από τον κατηγορούμενο ψυχολογικά προβλήματα του προαναφερόμενου, Χ. Μ., περιστατικά όμως για τα οποία ουδεμία μέριμνα είχε λάβει ο κατηγορούμενος, ώστε να προγραμματισθεί η επέμβασή τους, αν όχι άμεσα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, τουλάχιστον σε ένα εύλογο χρονικό σημείο. Με τον ίδιο τρόπο, δηλονότι ως προφανώς προσχηματικό, αντιμετωπίζει το Δικαστήριο και τον συναφώς υποστηριζόμενο περαιτέρω ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ότι, μη ποσώς αποβλέψας, και δη εξ αρχής, σε οικονομικό όφελος, δεν αποδέχθηκε το προσφερθέν από τον Π. Μ. χρηματικό ποσόν και, αιφνιδιασθείς από την αυθαίρετη ενέργειά του, το πέταξε προς το μέρος του, αφού από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει άνευ ετέρου ότι παρέλαβε το επίμαχο χρηματικό ποσό και το τοποθέτησε στο γραφείο του, όπου και το ανεύρον και το κατέσχεσαν οι εισελθόντες αστυνομικοί. Τελικώς, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος, ιατρός οφθαλμίατρος, διορισμένος στο ενταγμένο στο Ε.Σ.Υ. Γενικό Νοσοκομείο Κατερίνης και συνεπώς υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α' του Π Κ, ήτοι πρόσωπο στο οποίο είχε ανατεθεί μόνιμα η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, κατά παράβαση των καθηκόντων του, έλαβε για τον εαυτό του ωφελήματα, τα οποία δεν δικαιούνταν, προκειμένου προβεί σε ενέργεια που αναγόταν στα καθήκοντά του και ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο, με την ως άνω ιδιότητα του έλαβε από τον Π. Μ., το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, ως ωφέλημα για τον εαυτό του, για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών στον πατέρα του τελευταίου και δη για μελλοντική ενέργεια σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σε αυτόν αξιοποίνου πράξεως της δωροληψίας υπαλλήλου (παθητικής δωροδοκίας), όπως αυτή τυποποιείται ήδη στην ευμενεστέρα για τον ίδιο διάταξη του άρθρου 235 παρ.1α του ισχύοντος ΠΚ, κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα". Ακολούθως, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' και ε'ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της δωροληψίας υπαλλήλου, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο του ότι, στην ... την 19.11.2014, τέλεσε με πρόθεση το παρακάτω ποινικό αδίκημα, ήτοι όντας υπάλληλος, έλαβε άμεσα για τον εαυτό του χρηματικό αθέμιτο ωφέλημα για μελλοντική ενέργεια σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του. Συγκεκριμένα, όντας ιατρός και Διευθυντής της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Κατερίνης, αφού συνομίλησε με τον Π. Μ. του Χ., Αστυνομικό της Ομάδας ΔΙ.ΑΣ. του Α.Τ. Κατερίνης σχετικά με το ύψος της χρηματικής αμοιβής που θα ελάμβανε για τη διενέργεια κατά προτεραιότητα εγχείρησης καταρράκτη στον πατέρα του αστυνομικού, Χ. Μ., ο οποίος μετέβη το πρωί της 19.11.2014 μαζί με τον υιό του στα εξωτερικά ιατρεία της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Κατερίνης, προς διενέργεια των απαραίτητων προεγχειρητικών εξετάσεων, όπως τους είχε υποδείξει ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια προγενέστερης επίσκεψης, εν συνεχεία και περί ώρα 12.10 εντός του χώρου του γραφείου του στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου παρουσία και της Α. Π. του Α., Αστυνομικού της Υποδ/νσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδας, η οποία προσποιήθηκε την αδερφή του αστυνομικού Π. Μ. του Χρήστου, έλαβε ιδιοχείρως από τον τελευταίο 300€ σε προσημειωμένα (6) χαρτονομίσματα των 50 ευρώ με αριθμούς: ... τα οποία τοποθέτησε πάνω στο γραφείο του, προκειμένου να διενεργήσει κατά άμεση προτεραιότητα την εγχείρηση καταρράκτη στον πατέρα του αστυνομικού Π. Μ.". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της δωροληψίας υπαλλήλου για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 13α, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 235 παρ.1α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται: α)η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α' ΠΚ, αφού αναφέρεται ότι υπηρετούσε ως οφθαλμίατρος και Διευθυντής της οφθαλμολογικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Κατερίνης, β)ότι στα καθήκοντά του, με την ως άνω ιδιότητά του, ήταν και η διενέργεια εγχειρήσεων, γ)ο χρόνος, τόπος, τρόπος και λοιπές περιστάσεις, υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος έλαβε από τον καταγγέλοντα, για τον εαυτό του, το αθέμιτο χρηματικό ωφέλημα των 300 ευρώ, προκειμένου να διενεργήσει, κατά προτεραιότητα, εγχείρηση στον πατέρα του καταγγέλοντος Χ. Μ., ήτοι για μελλοντική ενέργεια που αναγόταν στο πλαίσιο των καθηκόντων του και δ)η δολία προαίρεση του αναιρεσείοντος, συνιστάμενη στη γνώση και θέλησή του να εισπράξει το ως άνω παράνομο ωφέλημα. Σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α)ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ των παραδοχών της απόφασης σχετικά με το είδος και τη βαρύτητα των ψυχολογικών προβλημάτων του πατρός του καταγγέλοντος Χ. Μ., ζήτημα, εξάλλου, το οποίο δεν ασκούσε έννομη επιρροή στην εκδικαζόμενη κατηγορία, β)δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναφορά στην προσβαλλόμενη συγκεκριμένως περιπτώσεων ασθενών, οι οποίοι, αν και με σοβαρά συνοδά προβλήματα ανέμεναν επί μακρόν τον προγραμματισμό της επέμβασής των, αφού το στοιχείο αυτό δεν ανάγεται στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, της δωροληψίας, γ)από τον κατ' είδος προσδιορισμό των αποδεικτικών μέσων στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης, αλλά και από το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα εισφερθέντα στη δίκη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το αναγνωσθέν φύλλο νοσηλείας του Χ. Μ., και τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Φ. και Γ. Π., (η κατάθεση του οποίου δεν έρχεται σε αντίθεση με τις παραδοχές του δικαστηρίου) αλλά και την απολογία του αναιρεσείοντος (για την οποία μάλιστα έκανε ειδική αναφορά στο σκεπτικό του) αφού ουδέν εξ αυτών εξήρεσε ρητά, ενώ δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας του, η αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων, ούτε η αναφορά του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, δ)ουδόλως παραβιάστηκε το δεδικασμένο της πρωτόδικης υπ'αρ. 1436/2014 αθωωτικής, ως προς την πράξη της απείθειας, απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Κατερίνης, από την παραδοχή της απόφασης ότι "όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την πρόθεση του, να εισέλθουν στο γραφείο του, προσπάθησε να κλείσει την πόρτα", αφού από την εν λόγω παραδοχή της προσβαλλόμενης δεν στοιχειοθετείται άνευ άλλου τινός, η αξιόποινη πράξη της απείθειας, ώστε να υπάρχει παραβίαση του δεδικασμένου της προαναφερόμενης, αθωωτικής, ως προς την πράξη της απείθειας, απόφασης και σε κάθε περίπτωση η διάπραξη ή μη της πράξης αυτής δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς την κατηγορία της δωροληψίας, ε)ουδεμία ασάφεια υφίσταται μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο όλο, ως προς την ενέργεια σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του αναιρεσείοντος, για την οποία έλαβε το παράνομο ωφέλημα, αφού με σαφήνεια προκύπτει ότι ο αναιρεσείων έλαβε το χρηματικό ποσό των 300 ευρώ προκειμένου να ενεργήσει κατά προτεραιότητα χειρουργική επέμβαση καταρράκτη στον πατέρα του καταγγέλοντος, ήτοι για πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά του, ως οφθαλμιάτρου της οφθαλμολογικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Κατερίνης και στ)ουδόλως παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ένεκα της επικαλούμενης ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να επέλθει, εξ αυτού του λόγου, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αφού σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι διαλαμβανόμενες σ'αυτή (προσβαλλόμενη) παραδοχές συνιστούν την επιβαλλόμενη, κατά νόμο, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κατόπιν αυτών οι δεύτερος και τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 235 παρ.1α ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στους ανωτέρω λόγους, σχετικές με την κατηγορία για την ως άνω πράξη, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, αμφισβητώντας έτσι την ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση πλημμελειών, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε' του ΚΠΔ, πλήττουν ανεπίτρεπτα την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ'ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η τελευταία στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, κατ'άρθρο 578 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-11-2021, με αριθμό 10481/2021, αίτηση του Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ... για αναίρεση της απόφασης 358/2021 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου