ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Σκοπός της ρυθμίσεως αυτής, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 2 ΚΠΔ, είναι η χωρίς χρονοτριβή διενέργεια των απολύτως αναγκαίων ανακριτικών πράξεων, ώστε να αποφευχθεί ο άμεσος κίνδυνος ματαιώσεως ή δυσχεράνσεως της βεβαιώσεως του διαπραχθέντος εγκλήματος. Και ναι μεν η διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζει ότι η προανάκριση περατώνεται μόνο αφού κληθεί ο κατηγορούμενος να απολογηθεί πριν από σαράντα οκτώ ώρες, πλην όμως η ρύθμιση αυτή ισχύει μόνο στην τακτική και όχι στην λεγόμενη "αστυνομική" προανάκριση, εκείνη δηλαδή που διενεργείται χωρίς παραγγελία του εισαγγελέα, όταν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 2 ΚΠΔ, η περάτωση της οποίας δικαιολογείται και χωρίς την απολογία του κατηγορουμένου, αφού σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, εφόσον προκύπτει τέλεση κακουργήματος η προανάκριση μπορεί να διακοπεί (δηλαδή να μην ολοκληρωθεί) και με παραγγελία του αρμόδιου Εισαγγελέα να διαβιβασθεί η υπόθεση στον Ανακριτή για διενέργεια κυρίας ανακρίσεως [ΑΠ 1314/2010]
Απόφαση 1314 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1314/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοοντος -κατηγορουμένου Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 17/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Δικαστικό Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Αυγούστου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1238/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 5/13.1.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, την με αριθμό 10/7.8.2009 αίτηση (δήλωση) του Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 17/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η 52/6.5.2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του 432/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί ενώπιον του ακροατηρίου του Πενταμελούς Στρατοδικείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για α) απόπειρα βιασμού κατά συρροή, β) απρόκλητη σωματική βλάβη κατά συρροή και γ) κλοπή (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 2β, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1, 336 παρ. 1, 308Α παρ. 1 - 308 παρ. 1α και 372 παρ. 1α του ΠΚ).
ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή, ασκηθείσα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχει δε με τρόπο ορισμένο ως λόγους αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ.1, 474 παρ. 1, 482 παρ. 1α και 484 παρ.1 στοιχ. α', β' και δ' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 203 και 204 του ΣΠΚ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία.
ΙΙΙ. Οι αναιρετικοί λόγοι που προβάλλονται με την παραπάνω αίτηση, όπως αυτή εκτιμάται, συνίστανται ειδικότερα στο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα: α) δεν απάντησε αιτιολογημένα στο λόγο της εφέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου περί ακυρότητος πράξεων της προδικασίας (άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ) και συγκεκριμένα της αυτεπάγγελτης "αστυνομικής" προανακρίσεως που διενεργήθηκε, κατ' άρθρο 243 παρ. 2 του ΚΠΔ, για μερικότερες μη αυτόφωρες πράξεις, για τις οποίες δεν απολογήθηκε, των καταθέσεων των αστυνομικών μαρτύρων που κατέθεσαν σε βάρος του όσα "εξ ακοής" πληροφορήθηκαν από τον ίδιο, αμέσως μετά τη σύλληψή του πριν απολογηθεί, κατά παράβαση του άρθρου 105 του ΚΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και των συνταχθεισών εκθέσεων αναγνωρίσεως, καθώς και της ποινικής διώξεως που ασκήθηκε εναντίον του για τις πράξεις αυτές (τέταρτος λόγος), β) στερείται της απαιτούμενης κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι για το σχηματισμό της παραπεμπτικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη την από 9.5.2006 απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον της Ανακρίτριας του 2ου Τμήματος του Στρατοδικείου, η οποία είχε ακυρωθεί με το 316α/2008 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών και τις άκυρες, κατά την άποψή του, καταθέσεις των αστυνομικών μαρτύρων, ενώ δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, όλα τα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την κανονική απολογία του ενώπιον της ως άνω Ανακρίτριας και τα σχετικά υπομνήματά του, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν κατά τη διενέργεια της συμπληρωματικής κυρίας ανακρίσεως (λόγοι πρώτος και τρίτος) και γ) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1α του ΠΚ, γιατί η παθούσα Ζ. Λ. δεν είχε υποβάλει έγκληση για κλοπή (εννοώντας προδήλως ότι πρόκειται για κλοπή ευτελούς αξίας), η οποία έχει υποκύψει σε παραγραφή λόγω ελλείψεως εγκλήσεως (δεύτερος λόγος). IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 27, 43, 171 παρ. 1 στοιχ. β' και 243 του ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, επιφέρει και η χωρίς παραγγελία του εισαγγελέα ενέργεια προανακρίσεως, εκτός αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα ή αν από την αναβολή απειλείται άμεσος κίνδυνος να ματαιωθεί ή να δυσχερανθεί η βεβαίωση του διαπραχθέντος εγκλήματος και του δράστη, οπότε, κατά την παρ. 2 του άρθρου 243 του ΚΠΔ, όλοι οι προανακριτικοί υπάλληλοι όχι μόνο δύνανται αλλά και υποχρεούνται, ακόμη και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα, να επιχειρήσουν προς βεβαίωση της πράξεως και ανακάλυψη του δράστη προανακριτικές πράξεις, για τις οποίες ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν, ο δε εισαγγελέας, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43 και επόμενα του ΚΠΔ. Για την ύπαρξη του ως άνω κινδύνου μόνος αρμόδιος να κρίνει είναι ο ανακριτικός υπάλληλος, η δε παράλειψή του να ενημερώσει στην περίπτωση αυτή τον αρμόδιο εισαγγελέα, όπως και η καθυστερημένη υποβολή σ' αυτόν των σχετικών εκθέσεων που συντάχθηκαν χωρίς εισαγγελική παραγγελία, δεν συνεπάγεται απόλυτη κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ ακυρότητα (ΑΠ 1374/2009, ΑΠ 1676/2008, 666/2001, Μπουρόπουλος Ερμ. ΚΠΔ, εκδ. 1957, υπό τα άρθρα 171, 243 και 484, σελ.240, 320 - τόμος 1ος,- και σελ.198-τόμος 2ος). Σκοπός της ρυθμίσεως αυτής, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 2 ΚΠΔ, είναι η χωρίς χρονοτριβή διενέργεια των απολύτως αναγκαίων ανακριτικών πράξεων, ώστε να αποφευχθεί ο άμεσος κίνδυνος ματαιώσεως ή δυσχεράνσεως της βεβαιώσεως του διαπραχθέντος εγκλήματος. Και ναι μεν η διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζει ότι η προανάκριση περατώνεται μόνο αφού κληθεί ο κατηγορούμενος να απολογηθεί πριν από σαράντα οκτώ ώρες, πλην όμως η ρύθμιση αυτή ισχύει μόνο στην τακτική και όχι στην λεγόμενη "αστυνομική" προανάκριση, εκείνη δηλαδή που διενεργείται χωρίς παραγγελία του εισαγγελέα, όταν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 2 ΚΠΔ, η περάτωση της οποίας δικαιολογείται και χωρίς την απολογία του κατηγορουμένου, αφού σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, εφόσον προκύπτει τέλεση κακουργήματος η προανάκριση μπορεί να διακοπεί (δηλαδή να μην ολοκληρωθεί) και με παραγγελία του αρμόδιου Εισαγγελέα να διαβιβασθεί η υπόθεση στον Ανακριτή για διενέργεια κυρίας ανακρίσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα και τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία ελέγχονται παραδεκτώς για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Α. Δ. συνελήφθη επ' αυτοφώρω την 06.05' της 7.5.2006 από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας Μυτιλήνης, για απόπειρα βιασμού κατά συρροή, σε βάρος των Β. Α. και Σ. Ν.. Από το παραπάνω Τμήμα Ασφαλείας διενεργήθηκε για την υπόθεση αυτή αυτεπάγγελτη "αστυνομική" προανάκριση, κατά το άρθρο 243 παρ. 2 του ΚΠΔ, χωρίς παραγγελία του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, ο δε αξιωματικός που επελήφθη του προανακριτικού έργου, ενήργησε, όπως όφειλε, ως προανακριτικός υπάλληλος, όλες τις προανακριτικές πράξεις που ήταν αναγκαίες για τη βεβαίωση των πράξεων αυτών. Όμως, κατά τη διάρκεια της προανακρίσεως προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου για τέλεση και άλλων παρόμοιων εγκληματικών πράξεων (μη αυτοφώρων) και ο ανωτέρω προανακριτικός υπάλληλος ενήργησε και γι' αυτές προανακριτικές πράξεις, γιατί έκρινε ότι από την καθυστέρηση υπήρχε κίνδυνος να δυσχερανθεί η βεβαίωση αυτών και η ανακάλυψη του δράστη. Συγκεκριμένα, εξέτασε τους μάρτυρες, συνέταξε εκθέσεις αναγνωρίσεως και έλαβε απολογία του κατηγορουμένου για τις πράξεις αυτές, εκτός από τρεις περιπτώσεις με παθόντα πρόσωπα τη Μ. Κ., την Α. Α. και τη Ζ. Λ.. Ενημερώθηκε δε, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ, ο αρμόδιος κατά τόπο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης με την από 7.5.2006 έγγραφη αναφορά του Τμήματος Ασφάλειας Μυτιλήνης και την 8.5.2006 προσήχθη ενώπιον του ο κατηγορούμενος, μαζί με τη σχηματισθείσα εναντίον του δικογραφία. Ο παραπάνω Εισαγγελέας διαπιστώνοντας ότι ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του στρατιωτικού, παρέπεμψε αυτόν, μαζί με τη δικογραφία, στον αρμόδιο Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών, ο οποίος στη συνέχεια άσκησε εναντίον του ποινική δίωξη για τις πράξεις που κατηγορείται και παρήγγειλε τη διενέργεια της κυρίας ανακρίσεως. Η παραπάνω αυτεπάγγελτη "αστυνομική" προανάκριση για τα αυτόφωρα εγκλήματα της απόπειρας βιασμού κατά συρροή, αλλά και για εκείνα που ο αρμόδιος προανακριτικός υπάλληλος έκρινε ότι από την καθυστέρηση υπήρχε άμεσος κίνδυνος να δυσχερανθεί η βεβαίωσή τους και η ανακάλυψη του δράστη, διενεργήθηκε νομίμως κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 243 παρ. 2 του ΚΠΔ, η δε περάτωση αυτής χωρίς με την απολογία του κατηγορουμένου για τις μερικότερες μη αυτόφωρες πράξεις είναι επίσης νόμιμη, αφού προέκυψαν εναντίον του επαρκείς ενδείξεις για τέλεση κακουργημάτων, και συναφών πλημμελημάτων, για τα οποία ο αρμόδιος Εισαγγελέας άσκησε εναντίον του ποινική δίωξη με παραγγελία του προς την Τακτική Ανακρίτρια του Στρατοδικείου για διενέργεια κυρίας ανακρίσεως. Άλλωστε, κατά τη διενέργεια της κυρίας ανακρίσεως που επακολούθησε, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε απρόσκοπτα όλα τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 96 επ. του ΚΠΔ δικαιώματά του και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την υπεράσπιση και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο. Επομένως, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα: α) δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα, από τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης "αστυνομικής" προανακρίσεως, κατ' άρθρο 243 παρ. 2 του ΚΠΔ, χωρίς την παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, για τις υποθέσεις που ο αρμόδιος προανακριτικός υπάλληλος (αξιωματικός) έκρινε ότι από την αναβολή υπήρχε κίνδυνος να δυσχερανθεί η βεβαίωση των σχετικών εγκλημάτων και η ανακάλυψη του δράστη, οι δε καταθέσεις των μαρτύρων που ελήφθησαν για τις υποθέσεις αυτές, οι απολογίες του κατηγορουμένου και οι σχετικές εκθέσεις αναγνωρίσεως που συντάχθηκαν, είναι έγκυρες, β) νομίμως ειδοποιήθηκε από το Τμήμα Ασφάλειας Μυτιλήνης ο αρμόδιος κατά τόπο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, για τη διενέργεια προανακρίσεως κατά το άρθρο 243 παρ. 2 του ΚΠΔ και καμία ακυρότητα δεν επήλθε από τη μη ειδοποίηση του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου, στον οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος εντός των ορίων του νόμου όταν διαπιστώθηκε ότι ήταν στρατιωτικός (άρθρ. 201 ΣΠΚ), ενώ νομίμως περατώθηκε η προανάκριση αυτή, χωρίς την απολογία του για τις μερικότερες (τρεις περιπτώσεις) μη αυτόφωρες πράξεις, γ) έγκυρη είναι η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον αυτού από τον Εισαγγελέα του Στρατοδικείου με παραγγελία του προς την Τακτική Ανακρίτρια για διενέργεια κυρίας ανακρίσεως και δ) έγκυρες είναι και όλες οι ανακριτικές πράξεις που επακολούθησαν και είναι άμεσα συνδεδεμένες και εξαρτημένες από την κατά τα άνω "αστυνομική" προανάκριση και την άσκηση της ποινικής διώξεως που επακολούθησε, όπως αιτιολογημένα δέχθηκε και το προσβαλλόμενο βούλευμα, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που διαλαμβάνονται στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως (πρώτο σκέλος), πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 105 και 223 παρ. 4 του ΚΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974, προκύπτει ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ένορκης ή χωρίς όρκο καταθέσεως που έδωσε προανακριτικώς και πριν ή στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του, οπότε, αν κατά παράβαση της ως άνω απαγορεύσεως, αξιοποιηθεί σε βάρος του καταθέσαντος και στη συνέχεια καταστάντος κατηγορουμένου, η εν λόγω κατάθεσή του, είτε κατά την προδικασία, είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τούτο επάγεται, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που θεμελιώνει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/1999, ΑΠ 15/2008). Ο αναιρεσείων αιτιάται, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως (δεύτερο σκέλος), ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' και 105 ΚΠΔ), γιατί έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις αστυνομικών μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν σε βάρος του στοιχεία που τους αποκάλυψε ο ίδιος αμέσως μετά τη σύλληψή του και πριν από την προανακριτική του απολογία. Οι αιτιάσεις του όμως αυτές είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι οι καταθέσεις των αστυνομικών μαρτύρων, στις οποίες περιέχονται προφορικές αποκαλύψεις αυτού για τις πράξεις που κατηγορείται, δεν πάσχουν ακυρότητα και η εκτίμηση αυτών μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν καθιδρύει λόγο αναιρέσεως, αφού η διάταξη του άρθρου 105 του ΚΠΔ, καταλαμβάνει μόνο εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ελήφθη υπόψη προανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου, με ή χωρίς όρκο, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα από τα προεκτεθέντα, πρέπει, να απορριφθεί, στο σύνολό του, ως ουσία αβάσιμος. V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε άλλη ασελγή πράξη ή σε ανοχή της τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί, εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στην συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της προαναφερθείσας διατάξεως με εκείνη του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, η οποία οριοθετώντας την έννοια της απόπειρας του εγκλήματος ορίζει ότι όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (παρ. 83 ΠΚ), προκύπτει ότι, αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος του βιασμού αποτελεί η έναρξη της σωματικής βίας ή της απειλής αμέσου και σπουδαίου κινδύνου με σκοπό να εξαναγκασθεί κάποιο πρόσωπο σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξεως, η οποία τελικώς δεν πραγματώνεται από περιστατικά τυχαία και ανεξάρτητα από τη θέληση του δράστη. Για να υπάρξει απόπειρα πρέπει να μην έχει πραγματωθεί ένα τουλάχιστον από τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος (ΑΠ 769/2009, ΑΠ 1579/2008, ΑΠ 1519/2008). Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 308 παρ.1 εδ. α' και 308 Α παρ.1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, ενώ αν η απλή αυτή σωματική βλάβη έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων απρόκλητη είναι η απλή σωματική βλάβη, όταν ο δράστης και ο παθών δεν είχαν προηγουμένως καμία σχέση ή επαφή και ο δράστης δεν είχε κανένα λόγο να στραφεί κατά του συγκεκριμένου παθόντος, αλλά ενήργησε με κίνητρο αντικοινωνικά αισθήματα (ΑΠ 1486/2006, ΑΠ 900/1996). Τέλος, κατά τη διάταξη των άρθρων 372 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος αφαιρεί ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής, απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, εν όλω ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο, με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεώς του, στην έννοια δε της κατοχής περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος όσο και η βούληση για την εξουσία του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεώς της και εφόσον η πράξη αυτή δεν χαρακτηρίστηκε ως κλοπή αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εν λόγω εγκλήματος και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που παράνομα αφαιρέθηκε. Μόνο αν υποβληθεί αυτοτελής ισχυρισμός για το ότι το αντικείμενο της κλοπής είναι ευτελούς αξίας, που οδηγεί, σύμφωνα με το άρθρο 377 του ίδιου Κώδικα, στην επιεική μεταχείριση του δράστη, ανακύπτει υποχρέωση για ειδική αιτιολόγηση της κρίσεως του συμβουλίου ή του δικαστηρίου, αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ή όχι ευτελούς αξίας (ΑΠ 965/2009, ΑΠ 2349/2007, ΑΠ 2029/2002). VI. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σε σχέση προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005, Ολ.ΑΠ 9/2001, ΑΠ 932/2009). Η κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Δικαστικό Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα, όταν η αιτιολογία της είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την οποία συντάσσεται το Συμβούλιο (Ολ.ΑΠ 1227/1979, ΑΠ 881/2009, ΑΠ 573/2009, ΑΠ 440/2009). Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.1/2005, Ολ.ΑΠ 9/2001, Ολ.ΑΠ 1778/1993, ΑΠ 1749/2009, ΑΠ 1160/2009). VII. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 17/2009 βούλευμα, το Δικαστικό Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πλήρως αιτιολογημένη Εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις που ελήφθησαν νόμιμα, σε συνδυασμό και συνεκτίμηση με την απολογία του κατηγορουμένου, τα έγγραφα και τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας, προέκυψαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά τους, πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος - εκκαλών Δ. Α. του Δ. κατά το από 23.2.2004 έως 22.6.2006 (χρονικό διάστημα) υπηρετούσε ως ΕΠΟΠ Δεκανέας (ΠΒ) στο 126 ΤΕ που εδρεύει στη νήσο Λέσβο. Στην πόλη της Μυτιλήνης, κατά το από 31.5.2005 έως 22.6.2006 χρονικό διάστημα εκδηλώθηκαν εγκληματικές επιθέσεις, κατά τις νυκτερινές ώρες, εις βάρος διαφόρων γυναικών, νεαρής κυρίως ηλικίας. Οι εν λόγω επιθέσεις είχαν κοινό χαρακτηριστικό ότι ο επιτιθέμενος κατά των γυναικών ήταν άνδρας νεαρής ηλικίας, με κοντά μαλλιά, επιχειρούσε δε χρησιμοποιώντας βία με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις να ικανοποιήσει την γενετήσια επιθυμία του. Συγκεκριμένα: Α. 1) Γύρω στις 03.45' της 31.5.2005, στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Μυτιληναίου (στην πόλη της Μυτιλήνης) ένας άνδρας επετέθη στην Ο. Σ. του Δ., 22 ετών, φοιτήτρια. Συγκεκριμένα, ενώ αυτή βάδιζε κατευθυνόμενη προς την οικία της, κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, αντελήφθη να την ακολουθεί άνδρας άγνωστος σ' αυτήν, μετρίου αναστήματος, με κοντά μαλλιά, ηλικίας 22 έως 23 ετών, να προβαίνει σε αποκούμβωμα της περισκελίδος του βγάζοντας έξω τα γεννητικά του όργανα. Ακολούθως, ο ίδιος άνδρας την άρπαξε από πίσω, την έριξε στο έδαφος, αφού δε έσκισε το επάνω ρούχο της ("μπλούζα") άρχισε να πιάνει την περιοχή του στήθους της και των γεννητικών της οργάνων, επιχειρώντας παράλληλα να της αποκουμβώσει την περισκελίδα. Η Ο. μόλις αντιλήφθηκε αυτή την ενέργεια του αγνώστου ανδρός εις βάρος της, επιχείρησε να τον απωθήσει, πλην όμως ο τελευταίος, εκμεταλλευόμενος την υπέρτερη σωματική του ισχύ, έστρεψε αυτήν με το πρόσωπό της προς το έδαφος (μπρούμυτα) και άρχισε να την χτυπά στο πρόσωπο και σε άλλα σημεία του σώματός της. Η Ο. καθ' όλη τη διάρκεια της εις βάρος της συμπεριφοράς του δράστη επιχείρησε να καλέσει σε βοήθεια, αλλά αυτός της έκλεινε το στόμα. Όμως, παρόλα ταύτα, η συμπεριφορά του δράστη έγινε αντιληπτή από παρακείμενη οικοδομή (συγκεκριμένα από μια ηλικιωμένη γυναίκα και από άνδρα, που δεν διακριβώθησαν τα στοιχεία ταυτότητός των, οι οποίοι ήσαν σε εξώστες διαμερισμάτων τους), γεγονός που τον ανάγκασε να τραπεί σε φυγή, προκειμένου ν' αποφύγει τη σύλληψή του. Συνέπεια της επιθέσεως αυτής ήταν να υποστεί η Ο. εκχυμώσεις σε όλη την θωρακική χώρα και την έσω επιφάνεια των μηρών, μώλωπες στο λαιμό και στον δεξιό μαστό, κάκωση δεξιού αγκώνος και δεξιού γονάτου, όπως αναφέρει η από 31.5.2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. 2) Γύρω στις 01.30' της 02.6.2005 η Φ. Μ. του Α., 19 ετών, φοιτήτρια επιχειρούσε να εισέλθει στην επί της οδού ... της Μυτιλήνης οικία της έχοντας μόλις ξεκλειδώσει την εξώθυρά της. Τότε, άγνωστος σ' αυτήν άνδρας, μικρού αναστήματος (περίπου 1,70μ.), μελαχροινός, με μαύρα κοντά μαλλιά γεροδεμένος της επετέθη χτυπώντας με το ένα χέρι του το αριστερό μέρος του προσώπου της. Μόλις η Φ. άρχισε να καλεί σε βοήθεια ανταποδίδοντάς του κτύπημα με τα πόδια της, ο άγνωστος δράστης τράπηκε σε φυγή χωρίς η παθούσα να κατορθώσει να διακρίνει τα στοιχεία του προσώπου του εκτός του οπισθίου τμήματος του λαιμού του. Συνεπεία αυτής της ενέργειας του δράστη η Φ. υπέστη σωματική κάκωση, ενώ η κατ' αυτής συμπεριφορά του δράστη έλαβε χώρα χωρίς να υπάρχει πρόκληση από την παθούσα, δηλαδή χωρίς να υφίσταται μεταξύ αυτών οιοδήποτε κοινωνική σχέση ή επαφή και η επιλογή της ως θύματος εκ μέρους του δράστη ήταν τυχαία. 3) Γύρω στις 01.30' της 06.6.2005 η Β. Μ. του Δ., 20 ετών, φοιτήτρια, ενώ βάδιζε επί της οδού Καβέτσου (στο ύψος του 6ου Δημοτικού Σχολείου) άγνωστος άνδρας, μετρίου αναστήματος, μελαχροινός, γεροδεμένος, με κοντά και όχι ανοιχτόχρωμα μαλλιά, τρέχοντας (από την περιοχή της Αγίας Ειρήνης), πάντοτε στην πόλη της Μυτιλήνης, την πλησίασε εκ των όπισθεν και τη γρονθοκόπησε στην περιοχή του προσώπου της, ακολούθως δε την έπιασε ανάμεσα από τα πόδια της, την ανασήκωσε από το έδαφος και την πέταξε προς την πλευρά που ευρίσκονται τα κιγκλιδώματα του παρακειμένου σχολείου. Η Β. άρχισε να καλεί σε βοήθεια, με αποτέλεσμα ο δράστης να τραπεί σε φυγή. Από την ενέργεια αυτή του δράστη η παθούσα υπέστη σωματική κάκωση, ενώ έλαβε χώρα χωρίς να υφίσταται οιαδήποτε σχέση, σε κοινωνικό επίπεδο, επαφή ή πρόκληση εκ μέρους της, η δε επιλογή της συγκεκριμένης γυναίκας ως θύματος ήταν τυχαία, 4) Γύρω στις 01.40' της 06.6.2005 η Γ. Ι. του Ν., 22 ετών, φοιτήτρια, επιχείρησε να εισέλθει στην είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... της πόλεως της Μυτιλήνης, όπου διέμενε. Την ώρα που άνοιγε την εν λόγω είσοδο η Γ. αντιλήφθηκε άγνωστο σ' αυτήν άνδρα να τρέχει κατευθυνόμενος προς το μέρος της. Μόλις έφθασε κοντά της, την άρπαξε βίαια την έπληξε με γρονθοκόπημα στο πίσω μέρος της κεφαλής της και ακολούθως την απώθησε βίαια μέσα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Εκεί, άρχισε να την πλήττει εκ νέου με γρονθοκοπήματα και χαστούκια στην περιοχή του προσώπου της, ενώ η Γ. προσπαθούσε να αμυνθεί φωνάζοντας. Ο δράστης στη συνέχεια επιχείρησε με το χέρι του να της ανοίξει τα πόδια τοποθετώντας το δάχτυλό του στην περιοχή του αιδοίου της. Κατά την τελευταία αυτή ενέργεια του δράστη η Γ. κατόρθωσε να τον απωθήσει βίαια και ταυτόχρονα έβγαλε από το θυλάκιό της την συσκευή κινητής τηλεφωνίας της. Μόλις ο δράστης αντιλήφθηκε την κίνηση αυτή της Γ., φοβήθηκε κι έτσι τράπηκε σε φυγή προ του κινδύνου που αυτός διέγνωσε από τυχόν ειδοποίηση της παθούσας προς παροχή βοηθείας. Η παθούσα υπέστη εκδορά του τριχωτού της κεφαλής της, εκχυμώσεις αριστερού ώμου, εκδορά δείκτη δεξιάς άκρας χειρός και εκχύμωση μετωπιαίας χώρας, όπως προκύπτει από την από 06.6.2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ο δράστης, κατά την περιγραφή της ανωτέρω παθούσας (Γ.) ήταν άνδρας ύψους 1,70 έως 1,75μ.‚ γυμνασμένος, με κοντά καστανόξανθα μαλλιά, ηλικίας περί τα 25 έτη. Παρατηρείται ότι η απόσταση του τόπου τελέσεως των ανωτέρω περιγραφόμενων (υπό στοιχεία 3 και 4 της παρούσης) πράξεων, δηλαδή από την οδό Καβέτσου (6ο Δημοτικό Σχολείο) μέχρι την πολυκατοικία της οδού ... της πόλεως της Μυτιλήνης είναι περίπου 300 μέτρα, ένα δε άτομο, άνδρας νεαρής ηλικίας, γυμνασμένος διανύει αυτήν τρέχοντας σε χρονικό διάστημα περίπου 3 λεπτών της ώρας. 5) Γύρω στις 02.40' της 22.6.2005 η Γ. Μ. του Α., 33 ετών, σερβιτόρα, κατευθυνόταν βαδίζοντας στην οικία της στην περιοχή του Αγίου Θεράποντος, στην πόλη της Μυτιλήνης. Κατά την ώρα εκείνη η Γ. αντιλήφθηκε ότι άγνωστος άνδρας, ύψους 1,75 μ., εύσωμος ηλικίας 20 έως 22 ετών που φορούσε μια γκρι μπλούζα με κίτρινη στάμπα επιχειρούσε να αποκρυβεί πίσω από ένα οίκημα. Σχεδόν ταυτόχρονα, αιφνιδίως το άτομο αυτό όρμησε κατ' αυτής απωθώντας τη βίαια προς την αδιέξοδη οδό Εθνικής, άρχισε δε να την χτυπά και να την βρίζει, συγχρόνως δε απεκούμβωσε την περισκελίδα του. Η Γ. επιχείρησε να διαφύγει καλώντας σε βοήθεια, πλην όμως ο άγνωστος άνδρας προσπάθησε ν' αποκουμβώσει την δική της περισκελίδα λέγοντάς της "θα σε γαμήσω που γυρνάς τέτοια ώρα εδώ". Όμως η Γ. εξακολουθούσε να ανθίσταται κατά του επιτιθεμένου, μάλιστα δε κάποια στιγμή κατόρθωσε και έπληξε αυτόν στην περιοχή των γεννητικών του οργάνων. Το τελευταίο αυτό γεγονός, σε συνδυασμό με το ότι άναψαν φώτα από παρακείμενη οικία, αποτέλεσε το έναυσμα να φοβηθεί δράστης και να τραπεί σε φυγή. Κατά την φυγή του αυτή ο δράστης συνάντησε τον διερχόμενο από το σημείο εκείνο Κ. Σ., ο οποίος μάλιστα κατόρθωσε να διακρίνει και να συγκρατήσει τα χαρακτηριστικά του. 6) Κατά μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία του μηνός Αυγούστου 2005, γύρω στις 02.30', η Κ. Μ. του Ε., 56 ετών, δικαστική υπάλληλος, ευρίσκετο στην είσοδο της επί της οδού ... πολυκατοικίας της πόλεως της Μυτιλήνης. Κατά την ώρα εκείνη άγνωστος άνδρας, ηλικίας 25 ετών, εύσωμος επετέθη κατ' αυτής, την αγκάλιασε από πίσω και την έριξε στο έδαφος με το πρόσωπό της προς αυτό, ταυτόχρονα δε την πίεζε με τα χέρια του στην κοιλιακή της περιοχή. Μόλις η Κ. άρχισε να καλεί σε βοήθεια ο δράστης τράπηκε σε φυγή. 7) Γύρω στις 02.00' της 07-9-2005, στην συμβολή των οδών Ηρώων Πολυτεχνείου και Μουσών της πόλεως της Μυτιλήνης, άγνωστος άνδρας, ηλικίας 20 έως 25 ετών, ύψους 1,65μ. περίπου, επετέθη κατά της Ο. Ζ. του Β., 30 ετών, ιδιωτικής υπαλλήλου, χτυπώντας την στο πρόσωπο με γροθιές κι έτσι την έριξε στο έδαφος. Η Ο. επιχείρησε ν' αμυνθεί χτυπώντας τον κι αυτή, ταυτοχρόνως δε άρχισε να καλεί σε βοήθεια, με συνέπεια ο δράστης να τραπεί σε φυγή. Από την ανωτέρω επίθεση η Ο. υπέστη κάκωση ρινός με οίδημα μαλακών μορίων, όπως προκύπτει από την υπό ημερομηνία 7.9.2005 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Μυτιλήνης "Βοστάνειο". 8) Γύρω στις 05.15' της 14.01.2006, στη συμβολή των οδών Αρίωνος και Αλκαίου της πόλεως της Μυτιλήνης, άγνωστος άνδρας, ύψους 1,60 περίπου, με στρογγυλό πρόσωπο και μαύρα μαλλιά, επετέθη κατά της Σ. Ά. του Χ., 20 ετών, φοιτήτριας. Ειδικότερα, ο άνδρας αυτός, ακολουθώντας την από πίσω, της έπιασε τα χέρια επιχειρώντας να την ακινητοποιήσει. Η Σ. άρχισε να φωνάζει καλώντας σε βοήθεια και αντιστεκόταν καταφέροντας λακτίσματα στον δράστη, πλην όμως αυτός κατάφερε να τη ρίξει στο έδαφος. Εξαιτίας του γεγονότος ότι κατά την στιγμή εκείνη διήλθε αυτοκίνητο όχημα, ο δράστης αναγκάστηκε να τραπεί σε φυγή. 9) Γύρω στις 05.30' της 11.3.2006, στη συμβολή των οδών ... και ..., άγνωστος άνδρας, ύψους 1,75μ. περίπου, κανονικού βάρους και μελαχροινός, επετέθη κατά της Α. Α. του Σ., 18 ετών, στην είσοδο της επί της οδού αυτής πολυκατοικίας, όπου αυτή διέμενε. Ο άγνωστος αυτός άνδρας αρχικώς την έπληξε δυνατά στην περιοχή του προσώπου της με χαστούκι, με συνέπεια η Α. να πέσει στα σκαλιά της εισόδου της πολυκατοικίας. Ακολούθως, ο δράστης άρχισε να πιάνει με το αριστερό του χέρι την περιοχή του στήθους της, της κοιλιακής της χώρας με περαιτέρω πρόθεση να την αγγίξει στα γεννητικά της όργανα. Όμως η προσπάθεια αυτή του δράστη δεν τελεσφόρησε εξαιτίας του γεγονότος ότι η Α. αντιστεκόταν σθεναρά, καλώντας αρχικώς σε βοήθεια, όταν δε ο δράστης έκλεινε το στόμα της με το δεξί του χέρι (για να σταματήσει προφανώς να καλεί σε βοήθεια), τον δάγκωσε σ' αυτό παράλληλα δε τον χτυπούσε με τον αγκώνα του δεξιού της χεριού. Εν τω μεταξύ, έγινε αντιληπτή η συμπεριφορά αυτή του δράστη από τους ενοίκους του πρώτου ορόφου διαμερίσματος της εν λόγω πολυκατοικίας, οι οποίοι άνοιξαν την εξώθυρα, με συνέπεια ο δράστης να τραπεί σε φυγή φοβούμενος τον εντοπισμό και τη σύλληψή του. 10) Γύρω στις 05.30' της 07.5.2006, άγνωστος άνδρας, ηλικίας 25 ετών, επετέθη στο πάρκο της Αγίας Ειρήνης, της πόλεως της Μυτιλήνης, κατά της Α. Β. του Ν., 16 ετών, μαθήτριας. Ειδικότερα, ο δράστης άρπαξε την Α. από την περιοχή των ώμων της, την έριξε στο έδαφος πέφτοντας στη συνέχεια (και ο ίδιος) στο έδαφος και επιχειρώντας να της κατεβάσει την περισκελίδα. Όμως, η Α. άρχισε να φωνάζει καλώντας σε βοήθεια ενώ κατά την ώρα εκείνη διερχόταν από το σημείο εκείνο αυτοκίνητο όχημα και...ετράπη σε φυγή. Όμως, πριν εξαφανισθεί από το σημείο της επιθέσεως ο δράστης, έπεσε στο έδαφος η συσκευή κινητής του τηλεφωνίας. Μόλις αντιλήφθηκε αυτό η Α. πήρε την συσκευή και ακολούθως (ώρα 06.00' της 07.5.2006) μετέβη στο Τμήμα Ασφαλείας Μυτιλήνης, όπου κατήγγειλε το ανωτέρω γεγονός παραδίδοντας ταυτόχρονα και τη συσκευή της κινητής τηλεφωνίας. Ο δράστης, μετά από λίγη ώρα, όταν η συσκευή αυτή βρίσκονταν στην κατοχή της Αστυνομίας, κατά τα προεκτεθέντα, κάλεσε στον αριθμό της προκειμένου να εντοπίσει που ευρίσκετο, χωρίς φυσικά να φαντάζεται την πραγματικότητα. Έτσι αστυνομικός της ανωτέρω Υπηρεσίας απάντησε στην κλήση του δράστη λέγοντας σ' αυτόν ότι ανηύρε τυχαία την ως άνω συσκευή, έδωσε δε ραντεβού μαζί του προκειμένου να του την παραδώσει. Πράγματι, ο άγνωστος μέχρι την ώρα εκείνη δράστης εμφανίσθηκε στο καθορισθέν σημείο συναντήσεώς των, όπου και συνελήφθη από τον Αρχιφύλακα Κ. Β. οδηγηθείς ακολούθως στο Τ.Α. Μυτιλήνης. Εκεί, μετά από έλεγχο των στοιχείων ταυτότητός του, διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο. Κληθείσα η Α., η οποία ευρίσκετο ακόμη εκεί (μετά την προηγηθείσα καταγγελία της) αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τον εκκαλούντα κατηγορούμενο ως δράστη της εις βάρος της επιθέσεως, όπως σαφώς προκύπτει από την σχετική κατάθεσή της. 11) Εν τω μεταξύ όμως, γύρω στις 05.40' της 07.5.00 (δηλαδή προ της συλλήψεως του κατηγορουμένου, κατά τα προαναφερθέντα) άγνωστος άνδρας, ηλικίας 25 έως 30 ετών, μετρίου αναστήματος, με κοντά καστανά μαλλιά, στη συμβολή των οδών Βοστάνη και Ιακωβίδου επετέθη από πίσω κατά της Ν. Σ. του Π. ετών 24, φοιτήτριας. Ειδικότερα, ο δράστης την απώθησε ρίχνοντάς την στο έδαφος, ακολούθως δε ανέβηκε με το σώμα του επάνω της θωπεύοντας τα πόδια της. Η Ν., ευρεθείσα προ της καταστάσεως αυτής, άρχισε να φωνάζει καλώντας σε βοήθεια. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος ο δράστης φοβήθηκε και τράπηκε σε φυγή. Μετά την σύλληψη του εκκαλούντος - κατηγορουμένου (κατά τα περιγραφόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχεία 10 περίπτωση) στο Τ.Α. Μυτιλήνης, γύρω στις 18.00' της ίδιας ημερομηνίας η Ν. (διαρκούσης της αστυνομικής προανακρίσεως) προσήλθε στο Τ.Α. Μυτιλήνης, προκειμένου να καταγγείλει τη σε βάρος της προηγηθείσα επίθεση. Εκεί μετά από επίδειξη του εκκαλούντος κατηγορουμένου από τους αστυνομικούς, η Ν. αναγνώρισε χωρίς κανένα ενδοιασμό αυτόν ως δράστη της εις βάρος της επιθέσεως, όπως σαφώς προκύπτει από την σχετική κατάθεσή της. Β. Γύρω στις 01.30' της 20.6.2005 άγνωστος άνδρας ακολουθούσε την Λ. Ζ., 31 ετών, η οποία εκινείτο πεζή κατευθυνόμενη προς την οικία της. Μόλις η Λ. έφθασε στην οικία της, η οποία ευρίσκετο σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού ..., στην πόλη της Μυτιλήνης, πριν αυτή να εισέλθει στο διαμέρισμά της, αντιλήφθηκε τον άγνωστο άνδρα να ευρίσκεται κάτω από την πολυκατοικία της και να έχει εστραμμένο το βλέμμα του προς τον εξώστη της. Την επόμενη ημέρα η Λ. αντιλήφθηκε ότι έλειπε μια περισκελίδα της, μαύρου χρώματος, την οποία είχε απλώσει στον εξώστη του διαμερίσματος. Η εν λόγω περισκελίδα της ανευρέθη στη συνέχεια σκισμένη και πεταμένη στα σκαλοπάτια του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας της. Ο εκκαλών κατηγορούμενος παρεδέχθη ότι αυτός αφαίρεσε την περισκελίδα της Λ., ισχυριζόμενος ότι απλώς την πήρε (άγνωστο υπό ποιες συνθήκες) κι εν συνεχεία την πέταξε στο σημείο όπου τελικά ανευρέθη, όπως προκύπτει κατά την ενώπιον του Ανακριτή απολογία του. Εξεταζόμενη ως μάρτυρας την 07.5.2006 η Λ. εξεπλάγη από το γεγονός ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος ενθυμούνταν (μετά από ένα έτος) ακόμη και το χρώμα της περισκελίδος της (βλ. την από 07.5.2006 μαρτυρική της κατάθεση). Απολογούμενος ο κατηγορούμενος αρχικώς, κατά την προανάκριση κι εν συνεχεία ενώπιον του Ανακριτού, απεδέχθη ότι προέβη και στις ένδεκα επιθέσεις των προαναφερθεισών γυναικών. Ειδικότερα, προανακριτικά, δήλωσε ότι επιχείρησε να βιάσει τις Ο., Γ., Γ., Σ., Α. και Ν., πλην όμως δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τις πράξεις του για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του, ενώ τις Φ. , Β. και Ο. δήλωσε ότι με πρόθεση τις προκάλεσε σωματικές κακώσεις. Ακολούθως, στην κυρία ανάκριση ισχυρίσθηκε ότι επιτέθηκε και στις ένδεκα γυναίκες, κατά το κατηγορητήριο, χωρίς να έχει πρόθεση να τις βιάσει, υποστηρίζοντας ότι όλα αυτά συνέβησαν μετά από νυχτερινή διασκέδαση κι έχοντας καταναλώσει ποσότητα αλκοόλης, η οποία όμως δεν τον επέφερε σε κατάσταση πλήρους μέθης, αλλά απλώς δεν ήταν και σε φυσιολογική κατάσταση. Αναφορικά με την Λ. Ζ., παρεδέχθη ότι την ακολούθησε μέχρι την οικία της πλην όμως, όταν πήρε την περισκελίδα της δεν είχε πρόθεση ιδιοποιήσεως, αφού την πέταξε αμέσως. Ήδη ο εκκαλών κατηγορούμενος με την παρούσα έφεσή του, αρνείται εξ ολοκλήρου τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις τις δε ομολογίες του κατά την προδικασία αποδίδει στο γεγονός ότι του ασκήθηκαν αφόρητες (ψυχολογικές) πιέσεις, υπό το βάρος των οποίων και απολογήθηκε. Επιπλέον ο εκκαλών κατηγορούμενος, κατά τα προαναφερόμενα, ζητεί την ακύρωση τόσο των προδιαληφθεισών προανακριτικών καταθέσεων όσο και της επακολουθησάσης ποινικής διώξεως που ασκήθηκε εις βάρος του, καθόσον οι ενεργήσαντες αυτεπάγγελτη (αστυνομική) προανάκριση δεν είχαν παραγγελία του αρμοδίου Εισαγγελέως του Στρατοδικείου Αθηνών (λόγω ιδιότητός του ως στρατιωτικού του Στρατού Ξηράς) και δεν ενημέρωσαν αυτόν άμεσα αλλά τον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης. Ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς του εκκαλούντος κατηγορουμένου, επάγομαι τα εξής: Α) Ως προς την ακυρότητα των ενεργηθεισών κατά την προδικασία (αστυνομική προανάκριση) ανακριτικών πράξεων: Κατά την διάταξη του άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ, όλοι οι ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και ν' ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς παραγγελία του Εισαγγελέα, αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ωσαύτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 239 παρ. 1 ΚΠΔ, σκοπός της ανακρίσεως είναι η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να βεβαιωθεί η τέλεση ή μη εγκλήματος, τέλος δε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠΔ αυτόφωρο θεωρείται το έγκλημα, μεταξύ των άλλων‚ μέχρι του πέρατος της επόμενης ημέρας από της τελέσεώς του (δηλαδή μέχρι τα μεσάνυχτα της επόμενης ημέρας τελέσεως). Στην υπό κρίση υπόθεση, ο εκκαλών συνελήφθη στις 06.05 της 7.5.2006, αφού οι δύο εγκληματικές του επιθέσεις εις βάρος των Α. και Ν. έλαβαν χώρα, κατά τα περιγραφόμενα στο ιστορικό της παρούσης, στις 05.30' και 05. 40' αντιστοίχως της ίδιας ημερομηνίας. Επομένως, νομίμως ενεργήθηκε αρχικώς η σύλληψη του εκκαλούντος, κατηγορουμένου, εφόσον τα αυτόφωρα κακουργήματα έλαβαν χώρα κατά την ημερομηνία συλλήψεώς του, επιπλέον δε οι μαρτυρικές καταθέσεις (των οποίων ζητείται η ακύρωση) ελήφθησαν κατά την αυτή ημερομηνία (7.5.2006), το αυτό δε συνέβη και με τις λοιπές ανακριτικές πράξεις. Περαιτέρω, επί αυτοφώρου εγκλήματος (εν προκειμένω κακουργήματος), όπως σαφώς προκύπτει από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 243 παρ. 2 ΚΠΔ, αλλά και οριοθετείται από την απλή λογική σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα της θεσπισθείσης αυτοφώρου διαδικασίας, δεν απαιτείται προηγούμενη παραγγελία του Εισαγγελέως (αφού ο τελευταίος δεν είναι δυνατό να γνωρίζει τι συνέβη, γι' αυτό άλλωστε τον ενημερώνουν οι ανακριτικοί υπάλληλοι), αλλά αρκεί η ενημέρωσή του εκ των υστέρων φυσικά, το όλο συλλεγέν αποδεικτικό υλικό τελεί υπό την τελική του επεξεργασία εκ μέρους του φυσικού του αποδέκτη που είναι ο αρμόδιος Εισαγγελέας. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 7.5.2006 σηματική αναφορά της αρμόδιας αστυνομικής αρχής (Τ.Α. Μυτιλήνης) που ενήργησε και την κατά προδιαληφθέντα αστυνομική προανάκριση, μ' αυτήν (αναφορά) έγινε έγγραφη ενημέρωση προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, ο οποίος την επόμενη (8.5.2006) απέστειλε αυτήν προς τον Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών. Με βάση όλα τα ανωτέρω, έχουμε τη γνώμη ότι οι αρμόδιοι ανακριτικοί υπάλληλοι νομίμως ενήργησαν όλες τις ως άνω ανακριτικές πράξεις η δε επισήμανση του εκκαλούντος κατηγορουμένου ότι έπρεπε αυτοί να ενημερώσουν τον Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών τυγχάνει όλως εξεζητημένη και καταχρηστική, αφού εξεπληρώθη ο σκοπός του νομοθέτη, να τίθεται δηλαδή υπό τον έλεγχο της δικαστικής αρχής η ενεργουμένη προανάκριση στα πλαίσια της αυτόφωρης διαδικασίας. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση του εκκαλούντος κατηγορουμένου περί κηρύξεως των αναφερομένων ανωτέρω προανακριτικών μαρτυρικών καταθέσεων και της επακολουθησάσης ποινικής διώξεως ως άκυρων, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Β) Ως προς την ουσία των ισχυρισμών του: ο εκκαλών κατηγορούμενος από ουδέν στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει ότι υπέστη σωματική ή ψυχολογική καταπίεση. Αντιθέτως, στις προανακριτικές του απολογίες (που ελήφθησαν κατά τους όρους του άρθρου 273 ΚΠΔ) αφ' ενός μεν δεν ζήτησε προθεσμία για ν' απολογηθεί αφ' ετέρου δε υπέγραψε τις σχετικές εκθέσεις. Μάλιστα, στο τέλος μιας των προανακριτικών του απολογιών αναφέρει ότι περισσότερα θα καταθέσει στο Δικαστήριο με την παρουσία του Δικηγόρου του. Το τελευταίο αυτό γεγονός οδηγεί στην εξ αντιδιαστολής παραδοχή: Αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ήθελε, θα ζητούσε ν' απολογηθεί και κατά την προδικασία παρουσία συνηγόρου. Όμως, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά (καταθέσεις μαρτύρων, παθουσών, αστυνομικών, στους οποίους ο ίδιος εξέθεσε την εγκληματική του δραστηριότητα) κατατείνουν σαφώς περί της εκδοχής της συνδρομής του στοιχείου της πράξεως εις βάρος του αποχρωσών ενδείξεων ενοχής, ικανών να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία για τις προδιαληφθείσες πράξεις. Η τελευταία αυτή παραδοχή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι κατά το παρελθόν οι εξετασθείσες τότε μάρτυρες Φ. και Γ. είχαν αναγνωρίσει εσφαλμένα ως δράστη των εις βάρος των επιθέσεων τον Α. Η., κατηγορηθέντα για αυτές και εκκρεμούσης της κατ' αυτού δικογραφίας ενώπιον των δικαστικών αρχών της Μυτιλήνης (κυρία ανάκριση) όταν συνελήφθη ο εκκαλών κατηγορούμενος. Όμως, μετά την κατ' αντιπαράσταση εξέταση όλων των παθουσών μαρτύρων με τον εκκαλούντα, προέκυψε σαφώς ότι αυτές αναγνώρισαν τον πραγματικό εις βάρος των δράστη. Στην εσφαλμένη αναγνώριση συνετέλεσε το ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος και ο Α.Σ ομοιάζουν εξωτερικώς, επιπλέον δε κατά την κρίση μας τα δεδομένα τελέσεως των εις βάρος των πράξεων (νυκτερινή ώρα, αιφνιδιασμός, μικρή διάρκεια των εγκληματικών επιθέσεων) δικαιολογούν αυτή την εσφαλμένη αντίληψη. Τέλος, δεν αντέχει στην κοινή λογική το προβαλλόμενο από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο επιχείρημα ότι δήθεν οι αστυνομικές αρχές ήθελαν να φορτώσουν σ' αυτόν όλες τις εγκληματικές επιθέσεις εις βάρος γυναικών που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα εκείνο στη Μυτιλήνη και ν' απαλλάξουν τον Α. (διότι η μητέρα του τελευταίου είναι καθαρίστρια στο κατάστημα του Τ.Α. Μυτιλήνης) τυγχάνει απαράδεκτο και ανάγεται στον χώρο των μετανομικών αναζητήσεων και ισχυρισμών του εκκαλούντος. Κι αυτό γιατί, αν γίνει δεκτό αυτό (έστω και ως υπόθεση εργασίας), δεν δίδεται απάντηση γιατί συνελήφθη ο Α.Σ, ο οποίος μάλιστα και κρατήθηκε προσωρινώς για παρόμοιες πράξεις του...... Συμπερασματικά όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την προδικασία, σαφώς προκύπτει ότι προκύπτουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις ενοχής εις βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου για τις πράξεις α) της απόπειρας βιασμού κατά συρροή [επτά πράξεις], εις βάρος των: 1) Ο. Σ., 2) Γ. Ι., 3) Γ. Μ., 4) Σ. Ά., 5) Α. Α., 6) Α. Β. και 7) Ν. Σ., που έλαβαν χώρα κατά το από 31.5.2005 έως 07.5.2006 χρονικό διάστημα στη Μυτιλήνη, β) της απρόκλητης σωματικής βλάβης κατά συρροή [τέσσερις πράξεις], εις βάρος των: 1) Φ. Μ., 2) Β. Μ., 3) Κ. Μ. και 4) Ο. Ζ., που έλαβαν χώρα στη Μυτιλήνη κατά το από 02.6.2005 μέχρι 07.9.2005 χρονικό διάστημα και γ) κλοπής, που έλαβε χώρα εις βάρος της Λ. Ζ., στη Μυτιλήνη την 20.6. 2005 κι ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί η παρούσα έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου ως κατ' ουσία αβάσιμη, επικυρουμένου του υπ' αριθ. 432/2009 Βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών.....".
- Ακολούθως το Δικαστικό Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, με το πληττόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την έφεση του εκκαλούντος, καθώς και τα αιτήματα αυτού για ακύρωση των προανακριτικών καταθέσεων των αστυνομικών μαρτύρων, των εκθέσεων αναγνωρίσεως αυτού και της ποινικής διώξεως που ασκήθηκε σε βάρος του και επικύρωσε το 432/2009 παραπεμπτικό βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστικό Συμβούλιο, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απόπειρας βιασμού κατά συρροή, της απρόκλητης σωματικής βλάβης κατά συρροή και της κλοπής, για τα οποία κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 308Α παρ. 1 - 308 παρ. 1α, 336 παρ. 1 και 372 παρ. 1α του ΠΚ που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στέρησε το βούλευμα από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) προκύπτει με περισσή βεβαιότητα ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όλα τα μνημονευόμενα σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, επομένως και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά την κυρία ανάκριση και την προανάκριση, την απολογία του κατηγορουμένου (προανακριτική και ανακριτική), καθώς και τα απολογητικά υπομνήματα αυτού, στα οποία διατυπώνονται τα σχετικά αιτήματά του επί των οποίων απάντησε το Συμβούλιο και τα οποία (υπομνήματα) είναι ενσωματωμένα και στην 52/6.5.2009 έφεσή του. Δεν έλαβε όμως υπόψη του την από 9.5.2006 απολογία αυτού ενώπιον του Ανακριτή, που είχε ακυρωθεί με το 316α/2008 βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, ενώ η αναφορά στο βούλευμα ότι αρχικά, με τις απολογίες του (προανακριτικές και ανακριτική), ομολόγησε τις επιθέσεις του εναντίον των ένδεκα γυναικών, στηρίζεται στις προανακριτικές του απολογίες και στα ιστορούμενα στην έφεσή του, με την οποία αρνείται εξολοκλήρου τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις και αποδίδει τις ομολογίες του κατά την προδικασία σε αφόρητες (ψυχολογικές) πιέσεις που ασκήθηκαν σε βάρος του από τους αστυνομικούς. β) Αναφέρονται, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πλήρως αιτιολογημένη εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάχθηκε το Συμβούλιο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απόπειρας βιασμού κατά συρροή, της απρόκλητης σωματικής βλάβης κατά συρροή και της κλοπής, τα οποία κατά τις παραδοχές του βουλεύματος τέλεσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε την ιδιότητα του στρατιωτικού και υπηρετούσε ως ΕΠΟΠ Δνέας (ΠΒ) στο 126 ΤΕ και συγκεκριμένα: Α) Αναφέρονται, ως προς το έγκλημα της απόπειρας βιασμού κατά συρροή, οι ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες αυτός επιχείρησε, με τη χρήση σωματικής βίας, να εξαναγκάσει τις πιο κάτω γυναίκες σε εξώγαμη συνουσία, χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις πράξεις αυτές, από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέλησή του, ήτοι: 1) την 31.5.2005 και περί ώρα 03.45', επιτέθηκε εναντίον της Ο. Σ. του Δ. και χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, την άρπαξε από τα μαλλιά και την έριξε κάτω, της έσκισε τη μπλούζα, ξεκούμπωσε το παντελόνι του και έβγαλε έξω τα γεννητικά του όργανα και στη συνέχεια την έπιασε στο στήθος και στην περιοχή των γεννητικών της οργάνων και παράλληλα προσπαθούσε να της ξεκουμπώσει το παντελόνι και να κάμψει την αντίστασή της χτυπώντας την στο πρόσωπο και σε όλο της το σώμα, με πρόθεση να την εξαναγκάσει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, γιατί από την πάλη που προηγήθηκε, την αντίσταση που προέβαλε η παθούσα και τις φωνές της, έγινε αντιληπτός από γείτονες που βγήκαν στα μπαλκόνια τους και φοβούμενος τράπηκε σε φυγή, 2) την 6.6.2005 και περί ώρα 01.40', στην είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., επιτέθηκε με τη βία στη Γ. Ι. του Ν., τη στιγμή που η ανωτέρω άνοιγε την κεντρική πόρτα και χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις την άρπαξε με βία, την πέταξε μέσα στην είσοδο και άρχισε να τη χτυπάει με γροθιές και χαστούκια στο κεφάλι, στο πρόσωπο και στα χέρια κι ακολούθως, προσπάθησε να της ανοίξει τα πόδια και έβαλε ένα δάκτυλό του στην περιοχή του αιδοίου της, με πρόθεση να την εξαναγκάσει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, γιατί από την αντίσταση που προέβαλε η παθούσα, τις φωνές της και την προσπάθειά της να επικοινωνήσει με κάποιον με το κινητό της τηλέφωνο, φοβήθηκε και τράπηκε σε φυγή, 3) την 22.6.2005 και περί ώρα 02.40', στην περιοχή του Αγίου Θεράποντα, επιτέθηκε με τη βία στη Γ. Μ. του Α., η οποία προχωρούσε πεζή και χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, όρμησε από πίσω της, την ώθησε προς την αδιέξοδη οδό Εθνικής και άρχισε να τη χτυπά και να τη βρίζει, ενώ ταυτόχρονα ξεκούμπωσε το παντελόνι του, προσπαθώντας να κάνει το ίδιο και στο δικό της, με πρόθεση να την εξαναγκάσει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, γιατί από την πάλη που προηγήθηκε, την αντίσταση που προέβαλε η παθούσα και τις φωνές της έγινε αντιληπτός από τους γείτονες και φοβούμενος τράπηκε σε φυγή, 4) την 14.1.2006 και περί ώρα 05.15', στη συμβολή των οδών Αρίωνος και Αλκαίου, επιτέθηκε με τη βία στη Σ. Ά. του Χ. και χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, ερχόμενος από πίσω της, της έπιασε τα χέρια και προσπάθησε να την ακινητοποιήσει ρίχνοντάς την στο έδαφος, με πρόθεση να την εξαναγκάσει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, γιατί από την πάλη που προηγήθηκε, την αντίσταση που προέβαλε η παθούσα, τις φωνές της και τη θέα διερχόμενου οχήματος, φοβήθηκε κα τράπηκε σε φυγή, 5) την 11.3.2006 και περί ώρα 05.30', στη συμβολή των οδών ... και ..., στην είσοδο της εκεί ευρισκόμενης πολυκατοικίας, επιτέθηκε με τη βία στην Α. Α. του Σ. και χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, ερχόμενος από πίσω, τη χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο με χαστούκι, με αποτέλεσμα να πέσει αυτή στα σκαλιά της εισόδου, στη συνέχεια άρχισε με το αριστερό του χέρι να της πιάνει το στήθος και χαμηλά την κοιλιά της επιχειρώντας να την αγγίξει στα γεννητικά της όργανα, με πρόθεση να την εξαναγκάσει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, γιατί από την πάλη που προηγήθηκε, την αντίσταση που προέβαλε η παθούσα και τις φωνές της έγινε αντιληπτός από τους γείτονες και φοβούμενος τράπηκε σε φυγή, 6) την 7.5.2006 και περί ώρα 05.30', στο πάρκο της Αγίας Ειρήνης, επιτέθηκε με τη βία στην Α. Β. του Ν. και χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, ερχόμενος από πίσω, την άρπαξε από τους ώμους, την έριξε κάτω και στη συνέχεια έπεσε πάνω της προσπαθώντας να της κατεβάσει το παντελόνι, με πρόθεση να την εξαναγκάσει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, γιατί από την αντίσταση που προέβαλε η παθούσα, τις φωνές της και τη θέα διερχόμενου οχήματος, φοβήθηκε και τράπηκε σε φυγή, 7) την 7.5.2006 και περί ώρα 05.40', στη συμβολή των οδών Βοστάνη και Ιακωβίδου επιτέθηκε με τη βία στη Ν. Σ. του Π. και χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, ερχόμενος από πίσω, την έσπρωξε και την έριξε στο έδαφος, στη συνέχεια ανέβηκε πάνω της και της χάιδευε τα πόδια, με πρόθεση να την εξαναγκάσει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του, πλην ,όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, γιατί από τις φωνές της παθούσας, φοβήθηκε μήπως γίνει αντιληπτός και τράπηκε σε φυγή. Β) Αναφέρονται, ως προς την πράξη της απρόκλητης σωματικής βλάβης, κατά συρροή, οι ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος, και ήδη αναιρεσείων, προξένησε σωματικές κακώσεις και βλάβη της υγείας τους στις πιο κάτω παθούσες, χωρίς πρόκληση από αυτές, χωρίς δηλαδή να έχει καμία σχέση ή επαφή μαζί τους σε επίπεδο κοινωνικών σχέσεων και χωρίς να έχει λόγο να στραφεί εναντίον τους, η δε επιλογή τους ήταν τυχαία, ήτοι: α) την 2.6.20Ο5 και περί ώρα 01.30', επί της οδού ..., επιτέθηκε απρόκλητα κατά της Φ. Μ. του Α., τη στιγμή που επιχειρούσε αυτή να εισέλθει εντός της οικίας της και τη χτύπησε με το χέρι του στο αριστερό μέρος του προσώπου της, προκαλώντας σ' αυτή σωματική κάκωση, β) την 6.6.2005 και περί ώρα 01.30', επί της οδού Καβέτσου, στο ύψος του 6ου Δημοτικού Σχολείου, επιτέθηκε απρόκλητα με βία στην πεζή Β. Μ. του Δ., τη γρονθοκόπησε στο πρόσωπο, την έπιασε ανάμεσα στα πόδια της, τη σήκωσε στον αέρα και την πέταξε κάτω προς την πλευρά που είναι τα κάγκελα του παρακείμενου σχολείου, προκαλώντας σ' αυτή σωματική κάκωση, γ) σε μη προσδιορισθείσα ημέρα εντός του μηνός Αυγούστου 2005 και περί ώρα 02.30', στην είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ..., επιτέθηκε απρόκλητα με βία στην Κ. Μ. του Ε. την αγκάλιασε από πίσω, την έριξε κάτω μπρούμυτα και την πίεζε με τα χέρια του δυνατά στην κοιλιά, προκαλώντας σ' αυτή σωματική κάκωση και δ) Την 7.9.2005 και περί ώρα 02.00' στην συμβολή των οδών Ηρώων Πολυτεχνείου και Μουσών, επιτέθηκε απρόκλητα κατά της Ο. Ζ. του Β., χτυπώντας την στο πρόσωπο με γροθιές και ρίχνοντάς την στο έδαφος προκαλώντας σ' αυτήν κάκωση ρινός με οίδημα μαλακών μορίων. Γ) Αναφέρονται οι ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες την 20.6.2005 ο κατηγορούμενος αφαίρεσε από την κατοχή της Λ. Ζ. το παντελόνι της, που ήταν απλωμένο στο μπαλκόνι της και το μετέφερε σε άλλο μέρος όπου το πέταξε (άγνωστο υπό ποιες συνθήκες) κι έτσι τέλεσε την πράξη της κλοπής, αφού με τις παραδοχές του βουλεύματος απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Για την πράξη αυτή δεν υποβλήθηκε κατά την προδικασία αυτοτελής ισχυρισμός ότι πρόκειται για πράγμα ευτελούς αξίας, που οδηγεί, σύμφωνα με το άρθρο 377 του ΚΠΔ, στην επιεική μεταχείριση του δράστη και ανακύπτει υποχρέωση για ειδική αιτιολόγηση της κρίσεως του Συμβουλίου, αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ή όχι ευτελούς αξίας, η οποία και υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Απάντησε δε το συμβούλιο αιτιολογημένα και στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, καίτοι δεν είχε υποχρέωση προς τούτο, αφού, ως προς αυτούς, η αιτιολογία εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία του βουλεύματος για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής αυτού για τις πράξεις που κατηγορείται. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ αναιρετικοί λόγοι, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (πρώτος και τρίτος) και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (δεύτερος), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα από τα προεκτεθέντα, πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι περιεχόμενες στην κρινόμενη αίτηση, με τις οποίες υπό την επίκληση των παραπάνω λόγων, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου είναι απαράδεκτες. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολό της, ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η με αριθμό 10/7.8.2009 αίτηση (δήλωση) του Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 17/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 10 Ιανουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 27, 43, 171 §1 εδ. β' και 243 Κ.Π.Δ. σαφώς προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα επιφέρει και η χωρίς παραγγελία του Εισαγγελέως ενέργεια προανακρίσεως, εκτός αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα ή αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος να ματαιωθεί ή να δυσχερανθεί η βεβαίωση του διαπραχθέντος εγκλήματος και του δράστου, οπότε κατά την §2 του τελευταίου ως άνω άρθρου οι προανακριτικοί υπάλληλοι όχι μόνο δύνανται αλλά και υποχρεούνται ακόμη και χωρίς προηγουμένη παραγγελία του εισαγγελέως να επιχειρήσουν προς βεβαίωση της πράξεως και ανακάλυψη του δράστου προανακριτικές πράξεις, για τις οποίες ουδεμία δημιουργείται ακυρότητα. Δια την ύπαρξη του ως άνω κινδύνου μόνος αρμόδιος να κρίνει είναι ο ανακριτικός υπάλληλος (όλοι οι κατά τα άρθρα 33 και 34 ΚΠΔ δηλαδή, τοιούτοι) και χωρίς παραγγελία του εισαγγελέως. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα, με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις, οι οποίες συνετάχθησαν. Ο εισαγγελεύς, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 43 επόμ. ΚΠΔ. Σκοπός της ρυθμίσεως αυτής που προβλέπεται, από τη διάταξη του άρθρου 243 §2 ΚΠΔ, είναι η χωρίς χρονοτριβή διενέργεια των απολύτως αναγκαίων ανακριτικών πράξεων, ώστε να αποφευχθεί ο άμεσος κίνδυνος ματαιώσεως ή δυσχεράνσεως του διαπραχθέντος εγκλήματος. Και ναι μεν η διάταξη του άρθρου 245 §1 ΚΠΔ ορίζει ότι η προανάκριση περατώνεται μόνο αφού κληθεί ο κατηγορούμενος να απολογηθεί πριν από σαράντα οκτώ ώρες, αλλά η ρύθμιση αυτή ισχύει μόνο στην τακτική προανάκριση και όχι στην λεγόμενη "αστυνομική" προανάκριση, εκείνη, δηλαδή, που διενεργείται χωρίς παραγγελία του εισαγγελέως λόγω κινδύνου από την καθυστέρηση που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 243 §2 ΚΠΔ. Η ταχύτητα δε με την οποία διενεργείται η "αστυνομική" προανάκριση δικαιολογεί την περάτωσή της χωρίς την κλήση για απολογία των κατηγορουμένων. Άλλωστε κατά τη διάταξη του άρθρου 245 §1 στοιχ.δ' Κ.Π.Δ..., εφ' όσον προκύπτει τέλεση κακουργήματος ή προανάκριση μπορεί να διακοπεί με παραγγελία του εισαγγελέως και να διαβιβασθεί η υπόθεση στον ανακριτή για την διενέργεια κυρίας ανακρίσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα και τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Α. Δ. συνελήφθη επ' αυτοφώρω την 06.5' της 7-5-2006 από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας Μυτιλήνης, για απόπειρα βιασμού κατά συρροή εις βάρος των Β. Α. και Σ. Ν.. Από το άνω Α.Τ. διενεργήθη αυτεπάγγελτη "αστυνομική" προανάκριση κατά το άρθρο 243 §2 Κ.Π.Δ. χωρίς παραγγελία του αρμοδίου Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, διότι ο αξιωματικός που επελήφθη της υποθέσεως έκρινεν ως προανακριτικός υπάλληλος ότι υπήρχε κίνδυνος από την καθυστέρηση να δυσχερανθεί η βεβαίωση του εγκλήματος. Όμως κατά τη διάρκεια της προανακρίσεως προέκυψαν ενδείξεις εις βάρος του άνω κατηγορουμένου για τέλεση και άλλων παρομοίων πράξεων μη αυτοφώρων και ο ανωτέρω προανακριτικός υπάλληλος ενήργησε και γι' αυτές προανακριτικές πράξεις που έκρινε αναγκαίες διότι και η γι' αυτές καθυστέρηση θα δυσχέρανε την βεβαίωση αυτών και την ανακάλυψη του δράστου. Ειδικότερα εξήτασε μάρτυρες, συνέταξε εκθέσεις αναγνωρίσεως και έλαβεν απολογία του κατηγορουμένου για τις πράξεις αυτές, εκτός από τρεις περιπτώσεις με παθόντα πρόσωπα τις Μ. Κ., Α. Α. και Ζ. Λ.. Περαιτέρω την αυτήν ημέραν, 7-5-2006, με σηματική αναφορά του Τμήματος Ασφαλείας Μυτιλήνης ενημερώθη ο εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, εις τον οποίον ο κατηγορούμενος προσήχθη με την εναντίον του δικογραφία, την 8-5-2006. Ο άνω εισαγγελεύς διαπιστώσας ότι ο τελευταίος είχε την ιδιότητα του στρατιωτικού τον παρέπεμψε στον αρμόδιο εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών, ο οποίος, ακολούθως ήσκησεν εναντίον του την ποινική δίωξη για τις πράξεις που κατηγορείται και παρήγγειλε την διενέργεια κυρίας ανακρίσεως εντεύθεν και ουδεμία ακυρότης επήλθεν εκ της μη ειδοποιήσεως εξ αρχής του Εισαγγελέως του Στρατοδικείου. Μετά ταύτα η άνω "αστυνομική" προανάκριση νομίμως διενεργήθη για όλα τα αδικήματα για τα οποία ο αρμόδιος προανακριτικός υπάλληλος έκρινεν ότι υπάρχει κίνδυνος εκ της αναβολής, νομίμως δε (και) επερατώθη χωρίς την απολογία του κατηγορουμένου και για τις μη αυτόφωρες μερικότερες πράξεις, για τις οποίες και ησκήθη αρμοδίως η ποινική δίωξη (από τον εισαγγελέα του Στρατοδικείου) με παραγγελία προς τακτικήν ανάκριση. Άλλωστε κατά την διενέργεια της κυρίας ανακρίσεως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ήσκησεν απροσκόπτως όλα τα προβλεπόμενα υπό των διατάξεων των άρθρων 96 επομ. Κ.Π.Δ. δικαιώματά του και συνεπώς δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την υπεράσπιση και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από τον νόμο. Εντεύθεν και ήσαν έγκυρες οι καταθέσεις των μαρτύρων για τις υποθέσεις αυτές, οι απολογίες του κατηγορουμένου και οι σχετικές εκθέσεις αναγνωρίσεως, η ασκηθείσα ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών και η επακολουθήσασα παραγγελία του προς την Τακτική Ανακρίτρια προς διενέργεια κυρίας ανακρίσεως ως και πάσα άλλη ανακριτική πράξη που ηκολούθησε και ήτο αμέσως συνδεδεμένη και εξαρτημένη από την άνω αστυνομική προανάκριση και την εν συνεχεία άσκηση της ποινικής διώξεως, όπως αιτιολογημένως εδέχθη και το προσβαλλόμενο βούλευμα. Εντεύθεν και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, και εις το εν σκέλος αυτού, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 §1 ΕΣΔΑ που εκυρώθη με το ΝΔ 53/1974, 31 §1, 105 §2 και 223 §4 ΚΠΔ συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση εις βάρος του κατηγορουμένου της εγγράφου εξετάσεώς του που έγινε κατά τη διάρκεια προανακριτικής εξετάσεως ή της ενόρκου ή ανωμότου καταθέσεως, που έδωσε κατά τη διενέργεια της προανακρίσεως και πριν ή στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Αν κατά παράβαση της απαγορεύσεως αυτής αξιοποιηθεί εις βάρος εκείνου που κατέθεσε, και στην συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος, τοιαύτη κατάθεσή του, είτε στην προδικασία, είτε στη διαδικασία στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 §1 εδ.δ' ΚΠΔ που θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 484 §1 στοιχ. α' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/1999). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται κατ' εκτίμηση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα ουδόλως απήντησε εις τα αιτιάσεις του ότι το εκκαλούμενο βούλευμα του Στρατοδικείου Αθηνών έλαβεν υπ' όψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών Λ. Σ. και Π. Α., οι οποίοι κατέθεσαν όσα στοιχεία τους απεκάλυψεν ο Δ. αβίαστα και αυτόβουλα, μετά την σύλληψή του και πριν απολογηθεί, περαιτέρω δε ότι οι μάρτυρες Μ. Κ., Ζ. Ο., Ά. Σ. και Ζ. Λ. κατέθεσαν ότι ο Δ. τους ομολόγησε την πράξη του και περιέγραψε τα περιστατικά των εναντίον των αποπειρών βιασμού και συνεπώς αυτοί είναι μάρτυρες εξ ακοής και δεν έχουν ιδίαν αντίληψη των υπ' αυτών κατατιθεμένων, εντεύθεν δε επήλθεν απόλυτος ακυρότης κατά τις ανωτέρω διατάξεις. Οι αιτιάσεις αυτές (με το έτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως) είναι απαράδεκτες, ερειδόμενες επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι οι διατάξεις των επικαλουμένων υπό του αναιρεσείοντος άρθρων (105, κτλ) καταλαμβάνουν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ελήφθη υπ' όψη προανακριτική κατάθεση του μετέπειτα καταστάντος κατηγορουμένου, όπερ κατ' ουδέν συμβαίνει ενταύθα, και όχι όταν οι καταθέσεις μαρτύρων αστυνομικών ή τρίτων, οι οποίες έχουν ληφθεί όπως ανωτέρω εξετέθη, και συνεκτιμώνται με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών ο σχετικός (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 §1 στοιχ. α' ΚΠΔ, εν τω συνόλω του, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' άρθρο 336 §1 ΠΚ "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως τιμωρείται με κάθειρξη". Εκ της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει τη γενετήσια ελευθερία, σαφώς προκύπτει ότι στοιχεία του εγκλήματος του βιασμού είναι α) εξαναγκασμός άλλου με βία ή απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου. Παθητικό υποκείμενο μπορεί να είναι άρρεν ή θήλυ, ανεξαρτήτως ηλικίας, έγγαμο ή άγαμο, αδιαφόρου όντος εάν δράστης και θύμα είχαν παλαιότερες σεξουαλικές σχέσεις. Ως εξαναγκασμός νοείται η επιβολή συμπεριφοράς μη ηθελημένης από τον παθόντα, δηλαδή ο εξαναγκασμός έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής που μπορούν να συνυπάρχουν ή να ασκηθούν διαδοχικώς, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία να ενεργήσει ή να υποστεί εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως. Η σωματική βία είναι η φυσική δύναμη που δεν μπορεί να απωθηθεί και η οποία επιδρώντας στο σώμα του παθόντος, αναγκάζει τούτο, παρά τη θέλησή του να υποστεί, ανεχθεί ή επιχειρήσει εξώγαμη συνουσία, η απειλή δε (ψυχολογική βία) είναι εκείνη που ενέχει απειλή ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος. Ο κίνδυνος πρέπει να είναι "άμεσος" και "σπουδαίος", δηλαδή το επαπειλούμενο κακό να μπορεί να επέλθει σε σύντομο χρονικό διάστημα και να ενέχει σοβαρότητα και βαρύτητα ικανή να οδηγήσει τον εξαναγκαζόμενο να υποστεί συνουσία ή να ανεχθεί ή επιχειρήσει άλλη ασελγή πράξη, προς δε μπορεί να αφορά την ζωή ή την υγεία ή την περιουσία του παθόντος ή των οικείων του β) σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή η επιχείρηση ασελγούς πράξεως. Συνουσία είναι η ένωση των γεννητικών μορίων ατόμων διαφόρου φύλου, χωρίς να απαιτείται και εκσπερμάτιση και μάλιστα εντός του κόλπου. Η συνουσία να είναι εξώγαμη, δηλαδή να μην έχει τελεσθεί γάμος της παθούσης με τον δράστη, ασελγείς πράξεις δε νοούνται εκείνες που ανάγονται στη γενετήσια σφαίρα που αντικειμενικώς προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών και υποκειμενικώς κατευθύνονται στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας γ) δόλος (αρκεί και ενδεχόμενος), που συνίσταται στη βούληση του δράστου, όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τα δύο μαζί, εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί σ' αυτή. Το έγκλημα είναι διαζευκτικώς ή υπαλλακτικώς μικτόν και συνεπώς ο δράστης μπορεί να χρησιμοποιήσει ταυτοχρόνως, παράλληλα ή διαδοχικώς όλα τα μέσα διαπράξεως του βιασμού (βία και απειλή) οπότε μόνο μία πράξη τελείται. Περαιτέρω από τον συνδυασμό της άνω διατάξεως με την του άρθρου 42 §1 ΠΚ κατά την οποία "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης τιμωρείται αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83)", σαφώς προκύπτει ότι για την απόπειρα στο έγκλημα του βιασμού πρέπει να υπάρχει αρχή εκτελέσεως, δηλαδή έναρξη της σωματικής βίας ή της απειλής αμέσου και σπουδαίου κινδύνου, με τον σκοπόν εξαναγκασμού του προσώπου σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξεως, η οποία όμως δεν επραγματώθη από άλλα περιστατικά τυχαία και ανεξάρτητα από την θέληση του δράστου διότι λ.χ. η παθούσα αντεστάθη σθεναρώς και επί πλέον εφώναξε και την άκουγαν οι περίοικοι ή διότι τον είχαν αντιληφθεί και εγκατέλειψε τις προσπάθειες, ή από τις φωνές της παθούσης προσέτρεξαν άλλοι εις βοήθεια. Για να υπάρξει απόπειρα πρέπει να μη έχει πραγματωθεί εν τουλάχιστον από τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 §1 εδ.α' και 308Α §1 όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, ενώ εάν η απλή αυτή σωματική βλάβη έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Ούτως απρόκλητη είναι η σωματική βλάβη όταν δράστης και παθών ουδεμία σχέση ή επαφήν είχον προηγουμένως εις οποιοδήποτε επίπεδο κοινωνικών σχέσεων και ο δράστης ουδένα λόγον είχε, δικαιολογημένο ή μη, να στραφεί κατά του συγκεκριμένου παθόντος• ήτοι ενεργεί χωρίς αιτία, με στόχο το έννομο αγαθό της σωματικής ευεξίας τρίτων ως κοινωνικό αγαθό με τυχαία επιλογή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 §1 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Με αυτή τη διάταξη προστατεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, όπως αυτή νοείται κατά τον Α.Κ., απαιτείται δε αφαίρεση με θετική ενέργεια από την κατοχή άλλου ξένου εν όλω ή εν μέρει κινητού πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του. Ξένο είναι το κινητό πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα κατά την έννοια του αστικού δικαίου, ως πράγματος νοουμένου κάθε ενσωμάτου αντικειμένου δεκτικού εξουσιάσεως, στερεού, υγρού ή αερίου, και κινητού, εκείνου που κατά την κοινή αντίληψη μπορεί να μετακινηθεί. Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό την νομική έννοια του αστικού δικαίου, αλλά υπό την έννοια της δυνατότητος ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως κατά τον προορισμόν του, ο δε σκοπός της παρανόμου ιδιοποιήσεως ταυτίζεται με τον σκοπό να έχει οριστικά το πράγμα ο υπαίτιος στην ιδιοκτησία του, δηλαδή να το οικειοποιηθεί και να το διαθέτει ως κύριος. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες εκρίθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται, τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως, Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν και εφ' όσον αυτή είναι σαφής και πλήρης και με αυτήν συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήτο άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το τελευταίο των ιδίων περιστατικών αποδείξεων και συλλογισμών, (ενώ η εισαγγελική πρόταση μπορεί να αναφέρεται και εις τις αιτιολογίες του πρωτοδίκου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του). Η με τον τρόπο αυτό θεμελιουμένη αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης, που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που εκυρώθη: με το ΝΔ 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (άρθ. 28 παρ.3 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ.1 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ίδιας Συμβάσεως, που υπεγράφη στο Στρασβούργο στις 22-11-1984 και εκυρώθη με το Ν. 1705/1978, δικαίωμα αυτού που διώκεται για εγκληματική πράξη και προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, να μην αποστερηθεί της κρίσεώς του από εμπειρότερους δικαστές, διότι στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση, ούτε προς το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, αφού ο αναιρεσείων δεν εστερήθη του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας από το Δευτεροβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο, στο οποίο μπόρεσε και ανέπτυξε με την ασκηθείσα έφεση του, τα υποβληθέντα υπομνήματά του και τα προσκομισθέντα σ' αυτό έγγραφα, τις απόψεις του. Εξ άλλου λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστικό Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 17/2009 βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση - εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, και δη "μαρτυρικές καταθέσεις που ελήφθησαν νόμιμα (αξιολογούμενες εκάστη χωριστά και στο σύνολό τους), σε συνδυασμό και συνεκτίμηση με την απολογία του κατηγορουμένου, τα έγγραφα και τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας" προέκυψαν κατά πιστή εδώ μεταφορά τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος-εκκαλών Δ. Σ. Α. του Δ. κατά το από 23/2/2004 έως 22/6/2006 υπηρετούσε ως ΕΠΟΠ Δεκανέας (ΠΒ) στο 126 ΤΕ που εδρεύει στη Νήσο Λέσβο.
Στην πόλη της Μυτιλήνης, κατά το από 31-5-2005 έως 22-6-2006 χρονικό διάστημα εκδηλώθηκαν εγκληματικές επιθέσεις - κατά τις νυκτερινές ώρες - εις βάρος διαφόρων γυναικών νεαράς κυρίως ηλικίας. Οι εν λόγω επιθέσεις είχαν κοινό χαρακτηριστικό ότι ο επιτιθέμενος κατά των γυναικών ήταν άνδρας νεαράς ηλικίας, με κοντά μαλλιά, επιχειρούσε δε - χρησιμοποιώντας βία με τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις - να ικανοποιήσει την γεννετήσια επιθυμία του. Συγκεκριμένα: Α. 1) Γύρω στις 03,45'της 31-5-2005 στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Μυτιληναίου (στην πόλη της Μυτιλήνης) -ένας άνδρας επετέθη στην Ο. Σ. του Δ., 22 ετών, φοιτήτρια. Συγκεκριμένα ενώ αυτή εβάδιζε κατευθυνόμενη προς την οικία της, κατά τους προαναφερόμενους τόπο και χρόνο, αντελήφθη να την ακολουθεί άνδρας άγνωστος σ' αυτήν, μετρίου αναστήματος, με κοντά μαλλιά, ηλικίας 22 έως 23 ετών, να προβαίνει σε αποκούμβωμα της περισκελίδος του βγάζοντας έξω τα γεννητικά του όργανα.
Ακολούθως, ο ίδιος άνδρας την άρπαξε από πίσω, την έριξε στο έδαφος, αφού δε έσχισε το επάνω ρούχο της ("μπλούζα") άρχισε να πιάνει την περιοχή του στήθους της και των γεννητικών της οργάνων, επιχειρώντας παράλληλα να της αποκουμβώσει την περισκελίδα Η Ο. μόλις αντιλήφθηκε αυτή την ενέργεια του αγνώστου ανδρός εις βάρος της επιχείρησε να τον απωθήσει, πλην όμως ο τελευταίος, εκμεταλλευόμενος την υπέρτερη σωματική του ισχύ, έστρεψε αυτήν με το πρόσωπο της προς το έδαφος (μπρούμυτα) και άρχισε να την χτυπά στο πρόσωπο και σε άλλα σημεία του σώματός της. Η Ο. καθ'όλη τη διάρκεια της εις βάρος της συμπεριφοράς του δράστη επιχείρησε να καλέσει σε βοήθεια, αυτός της έκλεινε το στόμα. Όμως, παρόλα ταύτα, η συμπεριφορά του δράστη έγινε αντιληπτή από παρακείμενη οικοδομή (συγκεκριμένα από μια ηλικιωμένη γυναίκα και από άνδρα - που δεν διακριβώθησαν τα στοιχεία ταυτότητός των - οι οποίοι ήσαν σε εξώστες διαμερισμάτων τους), γεγονός που τον ανάγκασε να τραπεί σε φυγή, προκειμένου ν' αποφύγει τη σύλληψή του.
Συνέπεια της επιθέσεως αυτής ήταν να υποστεί η Ο. εκχυμώσεις σε όλη την θωρακική χώρα και στην έσω επιφάνεια των δύο μηρών, μώλωπες στον λαιμό και στον δεξιό μαστό κάκωση δεξιού αγκώνος και δεξιού γονάτου, όπως αναφέρει η από 31-5-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, 2) Γύρω στις 01.30 της 02-6-2005 η Φ. Μ. του Α., 19 ετών φοιτήτρια επιχειρούσε να εισέλθει στην επί της οδού -... της Μυτιλήνης οικία της έχοντας μόλις ξεκλειδώσει την εξώθυρά της. Τότε, άγνωστος σ' αυτήν άνδρας, μικρού αναστήματος (περίπου 1,70μ.), μελαχροινός, με μαύρα κοντά μαλλιά γεροδεμένος της επετέθη κτυπώντας με το ένα χέρι του το αριστερό μέρος του προσώπου της. Μόλις η Φ. άρχισε να καλεί σε βοήθεια ανταποδίδοντάς του κτύπημα με τα πόδια της, ο άγνωστος δράστης τράπηκε σε φυγή χωρίς η παθούσα να κατορθώσει να διακρίνει τα στοιχεία του προσώπου του εκτός του οπισθίου τμήματος του λαιμού του.
Συνεπεία αυτής της ενέργειας του δράστη η Φ. υπέστη σωματική κάκωση, ενώ η κατ' αυτής συμπεριφορά του δράστη έλαβε χώρα χωρίς να υπάρχει πρόκληση από την παθούσα δηλαδή χωρίς να υφίσταται μεταξύ αυτών οιαδήποτε κοινωνική σχέση ή επαφή και η επιλογή της ως θύματος εκ μέρους του δράστη ήταν τυχαία, 3) Γύρω στις 01.30 της 06-6-2005 η Β. Μ. του Δ., 20 ετών, φοιτήτρια, ενώ εβάδιζε επί της οδού Καβέτσου (στο ύψος του 6ου Δημοτικού Σχολείου) άγνωστος άνδρας, μετρίου αναστήματος, μελαχροινός, γεροδεμένος, με κοντά και όχι ανοικτόχρωμα μαλλιά, τρέχοντας (από την περιοχή της Αγίας Ειρήνης), πάντοτε στην πόλη της Μυτιλήνης, την πλησίασε εκ των όπισθεν, την γρονθοκόπησε στην περιοχή του προσώπου της, ακολούθως δε την έπιασε ανάμεσα από τα πόδια της, την ανεσήκωσε από το έδαφος και την πέταξε προς την πλευρά που ευρίσκονται τα κιγκλιδώματα του παρακειμένου σχολείου. Η Β. άρχισε να καλεί σε βοήθεια, με αποτέλεσμα ο δράστης να τραπεί σε φυγή. Από την ενέργεια αυτή του δράστη η παθούσα υπέστη σωματική κάκωση, ενώ έλαβε χώρα χωρίς να υφίσταται οιαδήποτε σχέση, σε κοινωνικό επίπεδο, επαφή ή πρόκληση εκ μέρους της, η δε επιλογή της συγκεκριμένης γυναίκας ως θύματος ήταν τυχαία, 4) Γύρω στις 01.40 της 06-6-2005 η Γ. Ι. του Ν., 22 ετών, φοιτήτρια, επιχείρησε να εισέλθει στην είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... της πόλεως της Μυτιλήνης, όπου διέμενε. Την ώρα που άνοιγε την εν λόγω είσοδο η Γ. αντιλήφθηκε άγνωστον σ' αυτήν άνδρα να τρέχει κατευθυνόμενος προς το μέρος της. Μόλις έφθασε κοντά της, την άρπαξε βίαια την έπληξε με γρονθοκόπημα στο πίσω μέρος της κεφαλής της και ακολούθως την απώθησε βίαια μέσα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Εκεί, άρχισε να την πλήττει εκ νέου με γρονθοκοπήματα και χαστούκια στην περιοχή του προσώπου της, ενώ η Γ. προσπαθούσε να αμυνθεί φωνάζοντας. Ο δράστης στη συνέχεια επιχείρησε με το χέρι του να της ανοίξει τα πόδια τοποθετώντας το δάχτυλό του στην περιοχή του αιδοίου της. Κατά την τελευταία αυτή ενέργεια του δράστη η Γ. κατόρθωσε να τον απωθήσει βίαια και ταυτόχρονα έβγαλε από το θυλάκιό της την συσκευή κινητής τηλεφωνίας της. Μόλις ο δράστης αντιλήφθηκε την κίνηση αυτή της Γ., φοβήθηκε κι έτσι τράπηκε σε φυγή προ του κινδύνου που αυτός διέγνωσε από τυχόν ειδοποίηση της παθούσης προς παροχή βοηθείας. Η παθούσα υπέστη εκδορά του τριχωτού της κεφαλής της, εκχυμώσεις αριστερού ώμου, εκδορά δείκτη δεξιάς άκρας χειρός και εκχύμωση μετωπιαίας χώρας, όπως προκύπτει από την από 06-6-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ο δράστης, κατά την περιγραφή της ανωτέρω παθούσης (Γ.) ήταν άνδρας ύψους 1,70 έως 1,75μ., γυμνασμένος, με κοντά καστανόξανθα μαλλιά, ηλικίας περί τα 25 έτη. Παρατηρείται ότι η απόσταση του τόπου τελέσεως των ανωτέρω περιγραφομένων (υπό στοιχεία 3 και 4 της παρούσης) πράξεων, δηλαδή από την οδό Καβέτσου (6° Δημοτικό Σχολείο) μέχρι την πολυκατοικία της οδού ... της πόλεως της Μυτιλήνης είναι περίπου 300 μέτρα, ένα δε άτομο, άνδρας νεαρής ηλικίας, γυμνασμένος διανύει αυτήν τρέχοντας σε χρονικό διάστημα περίπου 3 λεπτών της ώρας. 5) Γύρω στις 02.40 της 22-6-2005 η Γ. Μ. του Α., 33 ετών, σερβιτόρα, κατευθυνόταν βαδίζοντας στην οικία της στην περιοχή του Αγίου Θεράποντος, στην πόλη της Μυτιλήνης. Κατά την ώρα εκείνη η Γ. αντιλήφθηκε ότι άγνωστος άνδρας, ύψους 1,75 μ., εύσωμος ηλικίας 20 έως 22 ετών που φορούσε μια γκρι μπλούζα με κίτρινη στάμπα επιχειρούσε να αποκρυβεί πίσω από ένα οίκημα. Σχεδόν ταυτόχρονα, αιφνιδίως το άτομο αυτό όρμησε κατ'αυτής απωθώντας τη βίαια προς την αδιέξοδη οδό Εθνικής, άρχισε δε να την χτυπά και να την βρίζει συγχρόνως δε απεκούμβωσε την περισκελίδα του. Η Γ. επιχείρησε να διαφύγει καλώντας σε βοήθεια, πλην όμως ο άγνωστος άνδρας προσπάθησε ν' αποκουμβώσει την δική της περισκελίδα λέγοντάς της "Θα σε γαμήσω που γυρνάς τέτοια ώρα εδώ". Όμως η Γ. εξακολουθούσε να ανθίσταται κατά του επιτιθεμένου, μάλιστα δε κάποια στιγμή κατόρθωσε και έπληξε αυτόν στην περιοχή των γεννητικών του οργάνων. Το τελευταίο αυτό γεγονός, σε συνδυασμό με το ότι άναψαν φώτα από παρακείμενη οικία, αποτέλεσε το έναυσμα να φοβηθεί ο δράστης και να τραπεί σε φυγή. Κατά την φυγή του αυτή ο δράστης συνάντησε τον διερχόμενο από το σημείο εκείνο Κ. Σ., ο οποίος μάλιστα κατόρθωσε να διακρίνει και να συγκρατήσει τα χαρακτηριστικά του. 6) Κατά μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία του μηνός Αυγούστου 2005, γύρω στις 02.30, η Κ. Μ. του Ε., 56 ετών, δικαστική υπάλληλος ευρίσκετο στην είσοδο της επί της οδού ... πολυκατοικίας της πόλεως της Μυτιλήνης. Κατά την ώρα εκείνη άγνωστος άνδρας, ηλικίας 25 ετών, εύσωμος επετέθη κατά της Κ.. Ειδικότερα, την αγκάλιασε από πίσω, την έριξε στο έδαφος με το πρόσωπό της προς αυτό ταυτόχρονα δε την επίεζε με τα χέρια του στην κοιλιακή της περιοχή. Μόλις η Κ. άρχισε να καλεί σε βοήθεια ο δράστης τράπηκε σε φυγή. 7) Γύρω στις 02.00 της 07-9-2005, στην συμβολή των οδών Ηρώων Πολυτεχνείου και Μουσών της πόλεως της Μυτιλήνης άγνωστος άνδρας, ηλικίας 20 έως 25 ετών, ύψους 1,65μ. περίπου, επετέθη κατά της Ο. Ζ. του Β., 30 ετών, ιδιωτικής υπαλλήλου, κτυπώντας την στο πρόσωπο με γροθιές κι έτσι την έριξε στο έδαφος. Η Ο. επιχείρησε ν' αμυνθεί κτυπώντας τον κι αυτή, ταυτοχρόνως δε άρχισε να καλεί σε βοήθεια, με συνέπεια ο δράστης να τραπεί σε φυγή. Από την ανωτέρω επίθεση η Ο. υπέστη κάκωση ρινός με οίδημα μαλακών μορίων, όπως προκύπτει από την υπό ημερομηνία 7-9-2005 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Μυτιλήνης "Βοστάνειο". 8) Γύρω σης 05.15' της 14-01-2006 στη συμβολή των οδών Αρίωνος και Αλκαίου της πόλεως της Μυτιλήνης άγνωστος άνδρας, ύψους 1,60 περίπου με στρογγυλό πρόσωπο και μαύρα μαλλιά, επετέθη κατά της Σ. Ά. του Χ., 20 ετών, φοιτήτριας. Ειδικότερα ο άνδρας αυτός, ακολουθώντας την από πίσω της έπιασε τα χέρια επιχειρώντας να την ακινητοποιήσει. Η Σ. άρχισε να φωνάζει καλώντας σε βοήθεια και αντιστεκόταν καταφέροντας λακτίσματα στον δράστη, πλην όμως αυτός κατάφερε να τη ρίξει στο έδαφος. Εξαιτίας του γεγονότος ότι κατά την στιγμή εκείνη όμως διήλθε αυτοκίνητο όχημα, γεγονός που ανάγκασε τον δράστη να τραπεί σε φυγή. 9) Γύρω στις 05.30 της 11-3-2006, στη συμβολή των οδών ... και ..., άγνωστος άνδρας, ύψους 1,75 μ. περίπου, κανονικού βάρους και μελαχροινός, επετέθη κατά της Α. Α. του Σ. 18 ετών στην είσοδο της επί της οδού αυτής πολυκατοικίας όπου αυτή διέμενε. Ο άγνωστος αυτός άνδρας αρχικώς την έπληξε δυνατά στην περιοχή του προσώπου της με χαστούκι, με συνέπεια η Α. να πέσει στα σκαλιά της εισόδου της πολυκατοικίας. Ακολούθως, ο δράστης άρχισε να πιάνει με το αριστερό του χέρι την περιοχή του στήθους της, της κοιλιακής της χώρας με περαιτέρω πρόθεση να την αγγίξει στα γεννητικά της όργανα. Όμως η προσπάθεια αυτή του δράστη δεν τελεσφόρησε εξαιτίας του γεγονότος ότι η Α. αντιστεκόταν σθεναρά καλώντας αρχικώς σε βοήθεια, όταν δε ο δράστης έκλεινε το στόμα της με το δεξί του χέρι (για να σταματήσει προφανώς να καλεί σε βοήθεια), τον δάγκωσε σ'αυτό παράλληλα δε τον χτυπούσε με τον αγκώνα του δεξιού της χεριού. Εν τω μεταξύ, έγινε αντιληπτή η συμπεριφορά αυτή του δράστη από τους ενοίκους του πρώτου ορόφου διαμερίσματος της εν λόγω πολυκατοικίας, οι οποίοι άνοιξαν την εξώθυρα, με συνέπεια ο δράστης να τραπεί σε φυγή φοβούμενος τον εντοπισμό και τη σύλληψή του. 10) Γύρω στις 05.30 της 07-5-2006 άγνωστος άνδρας, ηλικίας 25 ετών: επετέθη στο πάρκο της Αγίας Ειρήνης, της πόλεως της Μυτιλήνης, κατά της Α. Β. του Ν., 16 ετών, μαθήτριας. Ειδικότερα, ο δράστης άρπαξε την Α. από την περιοχή των ώμων της, την έριξε στο έδαφος πέφτοντας στη συνέχεια στο έδαφος και επιχειρώντας να της κατεβάσει την περισκελίδα. Όμως η Α. άρχισε να φωνάζει καλώντας σε βοήθεια ενώ κατά την ώρα εκείνη διερχόταν από το σημείο εκείνο αυτοκίνητο όχημα. Ευρεθείς ο δράσης προ της καταστάσεως, ετράπη σε φυγή. Όμως, πριν εξαφανισθεί από το σημείο της επιθέσεως ο δράστης, έπεσε στο έδαφος η συσκευή κινητής του τηλεφωνίας. Μόλις αντιλήφθηκε αυτό η Α., πήρε την συσκευή και ακολούθως (ώρα 06.00 της 07-5-2006) μετέβη στο Τμήμα Ασφαλείας Μυτιλήνης όπου κατήγγειλε το ανωτέρω γεγονός παραδίδοντας ταυτόχρονα και τη συσκευή της κινητής τηλεφωνίας. Ο δράστης, μετά από λίγη ώρα, όταν η συσκευή αυτή βρίσκονταν στην κατοχή της Αστυνομίας - κατά τα προεκτεθέντα - κάλεσε στον αριθμό της προκειμένου να εντοπίσει που ευρίσκετο, χωρίς φυσικά να φαντάζεται την πραγματικότητα. Έτσι αστυνομικός της ανωτέρω Υπηρεσίας απάντησε στην κλήση του δράστη λέγοντας σ' αυτόν ότι ανηύρε τυχαία την ως άνω συσκευή, έδωσε δε ραντεβού μαζί του προκειμένου να του την παραδώσει. Πράγματι, ο άγνωστος μέχρι την ώρα εκείνη δράστης εμφανίσθηκε στο καθορισθέν σημείο συναντήσεώς των, όπου και συνελήφθη από τον Αρχιφύλακα Κ. Β. οδηγηθείς ακολούθως στο Τ.Α. Μυτιλήνης. Εκεί, μετά από έλεγχο των στοιχείων ταυτότητός του, διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον εκκαλούντα- κατηγορούμενο. Κληθείσα η Α., η οποία ευρίσκετο ακόμη εκεί (μετά την προηγηθείσα καταγγελία της) ανεγνώρισε ανεπιφύλακτα τον εκκαλούντα -κατηγορούμενο ως δράστη της εις βάρος της επιθέσεως, όπως σαφώς προκύπτει από την σχετική κατάθεσή της. 11) Εν τω μεταξύ όμως, γύρω στις 05.40 της 07-5-2006 (δηλαδή προ της συλλήψεως του κατηγορουμένου, κατά τα προαναφερθέντα) άγνωστος άνδρας, ηλικίας 25 έως 30 ετών, μετρίου αναστήματος, με κοντά καστανά μαλλιά, στη συμβολή των οδών Βοστάνη και Ιακωβίδου επετέθη από πίσω κατά της Ν. Σ. του Π. ετών 24, φοιτήτριας. Ειδικότερα, ο δράστης την απώθησε ρίχνοντάς την στο έδαφος, ακολούθως δε ανέβηκε με το σώμα του επάνω της θωπεύοντας τα πόδια της. Η Ν., ευρεθείσα προ της καταστάσεως αυτής, άρχισε να φωνάζει καλώντας σε βοήθεια. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος ο δράστης φοβήθηκε και τράπηκε σε φυγή. Μετά την σύλληψη του εκκαλούντος- κατηγορουμένου (κατά τα περιγραφόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχεία 10 περίπτωση) στο Τ.Α. Μυτιλήνης, γύρω στις 18.00 της ίδιας ημερομηνίας η Ν. (διαρκούσης της αστυνομικής προανακρίσεως) προσήλθε στο Τ.Α. Μυτιλήνης, προκειμένου να καταγγείλει τη σε βάρος της προηγηθείσα επίθεση. Εκεί μετά από επίδειξη του εκκαλούντος - κατηγορουμένου από τους αστυνομικούς, η Ν. ανεγνώρισε χωρίς κανένα ενδοιασμό αυτόν ως δράστη της εις βάρος της επιθέσεως, όπως σαφώς προκύπτει από την σχετική κατάθεσή της. Β. Γύρω στις 01.30 της 20-6-2005 άγνωστος άνδρας ακολουθούσε την Λ. Ζ., 31 ετών, η οποία εκινείτο πεζή κατευθυνόμενη προς την οικία της. Μόλις η Λ. έφθασε στην οικία της, η οποία ευρίσκετο σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού ..., στην πόλη της Μυτιλήνης, πριν αυτή να εισέλθει στο διαμέρισμά της, αντιλήφθηκε τον άγνωστο άνδρα να ευρίσκεται κάτω από την πολυκατοικία της και να έχει στραμμένο το βλέμμα του προς τον εξώστη της. Την επομένη ημέρα η Λ. αντιλήφθηκε ότι έλειπε μια περισκελίδα της, μαύρου χρώματος, την οποία είχε απλώσει στον εξώστη του διαμερίσματος. Η εν λόγω περισκελίδα της ανευρέθη στη συνέχεια σκισμένη και πεταμένη στα σκαλοπάτια του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας της. Ο εκκαλών - κατηγορούμενος παρεδέχθη ότι αυτός αφήρεσε την περισκελίδα της Λ., ισχυριζόμενος ότι απλώς την πήρε (άγνωστο υπό ποίες συνθήκες) κι εν συνεχεία την πέταξε στο σημείο όπου τελικά ανευρέθη, όπως προκύπτει κατά την ενώπιον της Ανακρίτριας απολογία του. Εξεταζόμενη ως μάρτυρας την 07-5-2006 η Λ. εξεπλάγη από το γεγονός ότι ο εκκαλών -κατηγορούμενος ενθυμούνταν (μετά από ένα έτος) ακόμη και το χρώμα της περισκελίδος της (βλ. την από 07-5-2006 μαρτυρική της κατάθεση).
Απολογούμενος ο κατηγορούμενος αρχικώς, κατά την προανάκριση κι εν συνεχεία ενώπιον του Ανακριτού, απεδέχθη ότι προέβη και στις ένδεκα επιθέσεις των προαναφερθεισών γυναικών. Ειδικότερα, προανακριτικά, δήλωσε ότι επιχείρησε να βιάσει τις Ο., Γ., Γ., Σ., Α. και Ν., πλην όμως δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τις πράξεις του για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του, ενώ τις Φ. , Β. και Ο. δήλωσε ότι με πρόθεση τις προκάλεσε σωματικές κακώσεις. Ακολούθως, στην κυρία ανάκριση ισχυρίσθηκε ότι επιτέθηκε και στις ένδεκα γυναίκες, κατά το κατηγορητήριο, χωρίς να έχει πρόθεση να τις βιάσει, υποστηρίζοντας ότι όλα αυτά συνέβησαν μετά από νυχτερινή διασκέδαση κι έχοντας καταναλώσει ποσότητα αλκοόλης, η οποία όμως δεν τον επέφερε σε κατάσταση πλήρους μέθης αλλά απλώς δεν ήταν και σε φυσιολογική κατάσταση. Αναφορικά με την Λ. Ζ., παρεδέχθη ότι την ακολούθησε μέχρι την οικία της πλην όμως, όταν πήρε την περισκελίδα της δεν είχε πρόθεση ιδιοποιήσεως, αφού την πέταξε αμέσως.
Ήδη ο εκκαλών - κατηγορούμενος με την παρούσα έφεσή του, αρνείται εξ ολοκλήρου τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις, τις δε ομολογίες του κατά την προδικασία αποδίδει στο γεγονός ότι του ασκήθηκαν αφόρητες (ψυχολογικές) πιέσεις, υπό το βάρος των οποίων και απολογήθηκε. Επιπλέον ο εκκαλών - κατηγορούμενος, κατά το προαναφερόμενα, ζητεί την ακύρωση τόσο των προδιαληφθεισών προανακριτικών καταθέσεων όσο και της επακολουθησάσης ποινικής διώξεως που ασκήθηκε εις βάρος του, καθόσον οι ενεργήσαντες αυτεπάγγελτη (αστυνομική) προανάκριση δεν είχαν παραγγελία του αρμοδίου Εισαγγελέως του Στρατοδικείου Αθηνών (λόγω ιδιότητός του ως στρατιωτικού του Στρατού Ξηράς) και δεν ενημέρωσαν αυτόν άμεσα αλλά τον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης.
Ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς του εκκαλούντος- κατηγορουμένου, επάγομαι τα εξής: Α) Ως προς την ακυρότητα των ενεργηθεισών κατά την προδικασία (αστυνομική προανάκριση) ανακριτικών πράξεων: Κατά την διάταξη του άρθρου 243 παρ. 2 ΚΠΔ, όλοι οι ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και ν' ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς παραγγελία του Εισαγγελέα, αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ωσαύτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 239 παρ. 1 ΚΠΔ, σκοπός της ανακρίσεως είναι η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να βεβαιωθεί η τέλεση ή μη εγκλήματος, τέλος δε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠΔ αυτόφωρο θεωρείται το έγκλημα, μεταξύ των άλλων, μέχρι του πέρατος της επομένης ημέρας από της τελέσεώς του (δηλαδή μέχρι τα μεσάνυχτα της επομένης ημέρας τελέσεως). Στην υπό κρίση υπόθεση, ο εκκαλών συνελήφθη στις 06.05' της 7-5-2006, αφού οι δύο εγκληματικές του επιθέσεις εις βάρος των : Α. και Ν. έλαβαν χώρα - κατά τα περιγραφόμενα στο ιστορικό της παρούσης - στις 05.30' και 05.40' αντιστοίχως της ίδιας ημερομηνίας. Επομένως, νομίμως ενεργήθηκε αρχικώς η σύλληψη του εκκαλούντος -κατηγορουμένου, εφ' όσον τα αυτόφωρα κακουργήματα έλαβαν χώρα κατά την ημερομηνία συλλήψεώς του, επιπλέον δε οι μαρτυρικές καταθέσεις (των οποίων ζητείται η ακύρωση) ελήφθησαν κατά την αυτή ημερομηνία (7-5-2006), το αυτό δε συνέβη και με τις λοιπές ανακριτικές πράξεις.
Περαιτέρω, επί αυτοφώρου εγκλήματος (εν προκειμένω κακουργήματος), όπως σαφώς προκύπτει από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 243 παρ.2 ΚΠΔ, αλλά και οριοθετείται από την απλή λογική σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα της θεσπισθείσης αυτοφώρου διαδικασίας, δεν απαιτείται προηγούμενη παραγγελία του Εισαγγελέως (αφού ο τελευταίος δεν είναι δυνατό να γνωρίζει τι συνέβη, γι' αυτό άλλωστε τον ενημερώνουν οι ανακριτικοί υπάλληλοι), αλλά αρκεί η ενημέρωσή του εκ των υστέρων- φυσικά, το όλο συλλεγέν αποδεικτικό υλικό τελεί υπό την τελική του επεξεργασία εκ μέρους του φυσικού του αποδέκτη που είναι ο αρμόδιος Εισαγγελέας. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 7-5-2006 σηματική αναφορά της αρμοδίας αστυνομικής αρχής (Τ.Α. Μυτιλήνης) που ενήργησε και την κατά προδιαληφθέντα αστυνομική προανάκριση, μ' αυτήν (αναφορά) έγινε έγγραφη ενημέρωση προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, ο οποίος την επομένη (8-5-2006) απέστειλε αυτήν προς τον Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών. Με βάση όλα τα ανωτέρω, οι αρμόδιοι ανακριτικοί υπάλληλοι νομίμως ενήργησαν όλες τις ως άνω ανακριτικές πράξεις η δε επισήμανση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου ότι έπρεπε αυτοί να ενημερώσουν τον Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών τυγχάνει όλως εξεζητημένη και καταχρηστική, αφού εξεπληρώθη ο σκοπός του νομοθέτη, να τίθεται δηλαδή υπό τον έλεγχο της δικαστικής αρχής η ενεργουμένη προανάκριση στα πλαίσια της αυτόφωρης διαδικασίας. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου περί κηρύξεως των αναφερομένων ανωτέρω προανακριτικών μαρτυρικών καταθέσεων και της επακολουθησάσης ποινικής διώξεως ως άκυρων, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.
Β) Ως προς την ουσία των ισχυρισμών του: ο εκκαλών- κατηγορούμενος από ουδέν στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει ότι υπέστη σωματική ή ψυχολογική καταπίεση. Αντιθέτως, στις προανακριτικές του απολογίες (που ελήφθησαν κατά τους όρους του άρθρου 273 ΚΠΔ) αφ' ενός μεν δεν ζήτησε προθεσμία για ν' απολογηθεί αφ' ετέρου δε υπέγραψε τις σχετικές εκθέσεις. Μάλιστα, στο τέλος μιας των προανακριτικών του απολογιών αναφέρει ότι περισσότερα θα καταθέσει στο Δικαστήριο με την παρουσία του Δικηγόρου του. Το τελευταίο αυτό γεγονός οδηγεί στην εξ αντιδιαστολής παραδοχή: Αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ήθελε, θα ζητούσε ν' απολογηθεί και κατά την προδικασία παρουσία συνηγόρου.
Όμως, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά (καταθέσεις μαρτύρων - παθουσών, αστυνομικών, στους οποίους ο ίδιος εξέθεσε την εγκληματική του δραστηριότητα) κατατείνουν σαφώς περί της εκδοχής της συνδρομής του στοιχείου της πράξεως εις βάρος του αποχρωσών ενδείξεων ενοχής, ικανών να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία για τις προδιαληφθείσες πράξεις. Η τελευταία αυτή παραδοχή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι κατά το παρελθόν οι εξετασθείσες τότε μάρτυρες Φ. και Γ. είχαν αναγνωρίσει -εσφαλμένα -ως δράστη των εις βάρος των επιθέσεων τον Α. Η., κατηγορηθέντα για αυτές και εκκρεμούσης της κατ' αυτού δικογραφίας ενώπιον των δικαστικών αρχών της Μυτιλήνης (κυρία ανάκριση) όταν συνελήφθη ο εκκαλών - κατηγορούμενος. Όμως μετά την κατ' αντιπαράσταση εξέταση όλων των παθουσών - μαρτύρων με τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο, προέκυψε σαφώς ότι αυτές ανεγνώρισαν τον πραγματικό εις βάρος των δράστη. Στην εσφαλμένη αναγνώριση συνετέλεσε το ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ο Α.Σ ομοιάζουν εξωτερικώς, επιπλέον δε - κατά την κρίση μας - τα δεδομένα τελέσεως των εις βάρος των πράξεων (νυκτερινή ώρα - αιφνιδιασμός - μικρή διάρκεια των εγκληματικών επιθέσεων) δικαιολογούν αυτή την εσφαλμένη αντίληψη. Τέλος δεν αντέχει στην κοινή λογική το προβαλλόμενο από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο "επιχείρημα" ότι δήθεν οι αστυνομικές αρχές ήθελαν να "φορτώσουν" σ' αυτόν όλες τις εγκληματικές επιθέσεις εις βάρος γυναικών που έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα εκείνο στη Μυτιλήνη και ν' απαλλάξουν τον Α. (διότι η μητέρα του τελευταίου είναι καθαρίστρια στο κατάστημα του Τ.Α. Μυτιλήνης) τυγχάνει απαράδεκτο και ανάγεται στον χώρο των μετανομικών αναζητήσεων και ισχυρισμών του εκκαλούντος. Κι αυτό γιατί, αν γίνει δεκτό αυτό (έστω και ως υπόθεση εργασίας), δεν δίδεται απάντηση γιατί συνελήφθη ο Α.Σ, ο οποίος μάλιστα και κρατήθηκε προσωρινώς για παρόμοιες πράξεις του.
Συμπερασματικά όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την προδικασία, σαφώς προκύπτει ότι προκύπτουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις ενοχής εις βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για τις πράξεις α) της απόπειρας βιασμού κατά συρροή (επτά πράξεις, εις βάρος των: 1) Ο. Σ., 2) Γ. Ι., 3) Γ. Μ., 4) Σ. Ά., 5) Α. Α., 6) Α. Β. και 7) Ν. Σ., που έλαβαν χώρα κατά το από 31-5-2005 έως 07-5-2006 χρονικό διάστημα στη Μυτιλήνη, β) της απρόκλητης σωματικής βλάβης κατά συρροή (τέσσερις πράξεις εις βάρος των 1) Φ. Μ., 2) Β. Μ., 3) Κ. Μ. και 4) Ο. Ζ., (που έλαβαν χώρα στη Μυτιλήνη κατά το από 02-6-2005 μέχρι 07-9-2005 χρονικό διάστημα) και γ) κλοπής (που έλαβε χώρα εις βάρος της Λ. Ζ.ς στη Μυτιλήνη την 20-6-2005) κι ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί η παρούσα έφεση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου ως κατ' ουσία αβάσιμη, επικυρουμένου του υπ' αριθ. 432/2009 Βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών..." κατά το οποίο η απρόκλητη σωματική βλάβη κατά της Φ. Μ. (φέρεται να) έλαβε χώραν την 2/6/2005 η δε τοιαύτη κατά της Β. Μ. (φέρεται να) έλαβε χώραν την 6/6/2005. Μετά ταύτα το Δικαστικό Συμβούλιο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του βουλεύματος υπ' αριθμ. 432/2009 του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, ως και τα αιτήματα αυτού για ακύρωση των προανακριτικών καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας-παθουσών (άρθρ. 243 § 2 ΚΠΔ) των καταθέσεων των αστυνομικών ως και της ασκηθείσης εις βάρος του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως και επεκύρωσε το τελευταίο παραπεμπτικό βούλευμα. Με αυτά που εδέχθη το άνω Δικαστικό Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απόπειρας βιασμού κατά συρροή, της απρόκλητης σωματικής βλάβης κατά συρροή και της κλοπής τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1, 27 §1, 42, 94 §1, 308 §1α, 336 §1 και 372 §1α ΠΚ που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στέρησε το βούλευμα νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, έλαβε υπ' όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρει, συνεπώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι εξητάσθησαν τόσο κατά την προανάκριση όσο και την κυρία ανάκριση και μετά το 316α/2008 βούλευμα του Στρατοδικείου Αθηνών, τις απολογίες του κατηγορουμένου τόσο κατά την προανάκριση όσο και κατά την (συμπληρωματική) κυρία ανάκριση ως και τα απολογητικά του υπομνήματα, μεταξύ των οποίων και τα από 3-12-2008 και 19-5-2009, όπου και διατυπώνονται και τα σχετικά αιτήματά του και η άρνηση της κατηγορίας εν εκτάσει, αφού ουδέν (των αποδεικτικών μέσων) εξήρεσε και δεν υπήρξε επιλεκτική λήψη υπ' όψη μερικών εξ αυτών, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, προς δε δεν ήτο ανάγκη, για την αιτιολογία του βουλεύματος, να αναφέρεται από ποίο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ποίο περιστατικό απεδείχθη, όπως επίσης αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Σαφώς βέβαια δεν ελήφθη υπ' όψη η από 9-5-2006 απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον του Ανακριτού του 2ου Τμ. του Στρατοδικείου Αθηνών, η οποία είχε ακυρωθεί δια του υπ' αριθμ. 316α/2008 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών, η δε μνεία στο βούλευμα ότι αρχικώς με τις απολογίες του στην προανάκριση και εν συνεχεία στην ανάκριση ομολόγησε τις επιθέσεις στις ένδεκα γυναίκες αναφέρεται στις προανακριτικές του απολογίες και στις νέες του ανακριτικές απολογίες (ήτοι από 3-12-2008 και 13-2-2009), με τις οποίες ηρνήθη εξ ολοκλήρου την κατηγορία και δη την πρόθεσή του για βιασμό, ως και στην έφεσή του, όπου και πάλι ηρνήθη ταύτα και απέδωσε τις ομολογίες του εις αφόρητες ψυχολογικές πιέσεις (στην προδικασία). Επίσης το βούλευμα αναφέρει τον τρόπον με τον οποίον ετελέσθησαν οι απόπειρες βιασμού των αναφερθεισών γυναικών (Ο. Σ., Γ. Ι., Γ. Μ., Σ. Ά., Α. Α., Α. Β. και Ν. Σ.), και οι περιστάσεις δια μίαν εκάστην, υπό τας οποίας ο αναιρεσείων επεχείρησε με την χρήση σωματικής βίας να τις εξαναγκάσει σε εξώγαμη συνουσία και τη γνώση του ότι αυτές δεν συναινούν, χωρίς να ολοκληρώσει τις πράξεις αυτές, από λόγους εξωτερικούς και ανεξαρτήτους της θελήσεώς του, οι οποίοι αναφέρονται ειδικώς δια μίαν εκάστην παθούσα, τον τρόπο καθ' ον ετελέσθησαν οι απρόκλητες σωματικές βλάβες εις βάρος των Φ. Μ., Β. Μ., Κ. Μ. και Ο. Ζ., ως και τις περιστάσεις, υπό τις οποίες ο αναιρεσείων αφήρεσε το παντελόνι, από την κατοχή της Ζ. Λ., που ήτο απλωμένο στο μπαλκόνι της, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα ώστε ετέλεσε την πράξη της κλοπής, αφού το βούλευμα δεν εδέχθη ότι δεν είχε σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα και συνεπώς δεν πρόκειται περί φθοράς και δη ευτελούς αξίας, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Τέλος το βούλευμα απήντησε εις όλους και τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, καίτοι ουδεμία είχεν υποχρέωση προς τούτο, αφού ως προς αυτούς περιέχεται η αιτιολογία εκ των πραγμάτων στην κυρία τοιαύτη για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής για τις πράξεις για τις οποίες παρεπέμφθη ως ανωτέρω.
Συνεπώς οι προβαλλόμενοι εκ του άρθρου 484 §1 στοιχ. β' και δ' λόγοι αναιρέσεως, δι' έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (πρώτος και τρίτος) και δι' εσφαλμένην ερμηνεία και εφαρμογήν ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (δεύτερος), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ο μέρος με αυτούς και υπό την επίκλησή των πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου, επί της ουσίας, εις μεγάλην έκταση της αναιρέσεως, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, όσον αφορά τις δύο απρόκλητες σωματικές βλάβες που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα και φέρονται να έχουν τελεσθεί την 2-6-2005 εις βάρος της Φ. Μ. και 6-6-2005 εις βάρος της Β. Μ. ως και την κλοπή που επίσης αποδίδεται στον αναιρεσείοντα και φέρεται να έχει τελεσθεί την 20-6-2005 εις βάρος της Λ. Ζ., και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη γι' αυτές λόγω παραγραφής, αφού από της άνω τελέσεώς τους μέχρι την έκδοση του παρόντος βουλεύματος παρήλθε χρονικό διάστημα πέντε ετών και πλέον, χωρίς εν τω μεταξύ να έχει μεσολαβήσει λόγος αναστολής της παραγραφής (άρθρ. 111 αριθμ. 1, 3, 5, 112, 113, 310 §1, 485 ΚΠΔ), απορριφθεί δε κατά τα λοιπά ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται εν μέρει την υπ' αριθμ. 10/7 Αυγούστου 2009 αίτηση του Α. Δ., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 17/2009 βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών.
Παύει οριστικώς την κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για τις πράξεις της σωματικής βλάβης που φέρονται ότι ετελέσθησαν την 2-6-2005 εις βάρος της Φ. Μ. και 6-6-2005 εις βάρος της Β. Μ. ως και για την πράξη της κλοπής που φέρεται ότι ετελέσθη την 20-6-2005 εις βάρος της Λ. Ζ.. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την άνω αίτηση αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2010.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης.
Αποβιωσάσης της Γραμματέως, η παρούσα απόφαση υπογράφεται από την Γραμματέα Αικατερίνη Φωτοπούλου, κατόπιν της υπ' αριθμό 152/2010 πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου