ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ - ΑΝΩ ΤΩΝ 150.000, ΚΑΤ΄ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ - ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ - Α.Π 1475-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση, συνολικής αξίας άνω των 150.000 ευρώ. Στοιχεία εγκλήματος.

ΑΡΙΘΜΟΣ 1475/2022

ΤΟ  ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  ΤΟΥ  ΑΡΕΙΟΥ  ΠΑΓΟΥ

Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ  ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Κουβίδου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο-Εισηγητή,  Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου  Παναγιώτη Παναγιωτόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα – κατηγορουμένου Σ Ρ του Μ, κατοίκου Φλώρινας, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Γαβαλά, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 15/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας και με υποστηρίζον την κατηγορία το  Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από  27 Απριλίου 2021 κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Αναπληρωτή Διευθυντή του Γ.Κ.Κ. Γρεβενών, Ιωάννη Καλαιτζίδη,  έλαβε αριθμό ενδίκου μέσου: 24/2021 και στους από 12 Σεπτεμβρίου 2022 πρόσθετους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 587/2021.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Η  κρινόμενη από 26-4-2001 αίτηση αναίρεσης του Σ Ρ του Μ, η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο (αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο) ενώπιον του Αναπληρωτή Διευθυντή του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών και συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. 24/27-4-2021 έκθεση εγχείρησης, όπως και οι συνεκδικαζόμενοι με αυτήν λόγω συναφείας (άρθρο 128 επ. ΚΠΔ), πρόσθετοι λόγοι αυτής, που ασκήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρο 509 ΚΠΔ) με το από 12-9-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στις 15-9-2022 στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, δηλαδή δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της αναίρεσης, από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του ως άνω αιτούντος και αφορούν την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 15/18-2-2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και, αφού κήρυξε ένοχο αυτόν (αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο) για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση, συνολικής αξίας άνω των 150.000 ευρώ (άρθρα  66 παρ. 1α΄, 2, 4, 6, 67 παρ. 1γ΄, 68 παρ. 2, 4, 6, 7, 69, 70 και 71 του Ν. 4337/2015), του επέβαλε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών, ασκήθηκε εμπροθέσμως, ήτοι εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την καταχώριση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, καθ’ όσον η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 23-4-2021 και νομοτύπως  από δικαιούμενο και έχον προς τούτο συμφέρον πρόσωπο, ενώ στρέφεται κατά υποκείμενης σε άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 463, 473 παρ. 1, 2 και 3, 474 παρ. 1, 2, 504 παρ.1 εδ. α΄ και 505 περ. α΄ ΚΠΔ. Επί πλέον η κρινόμενη αναίρεση αλλά και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι περιλαμβάνουν σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή τόσον η αναίρεση, όσον και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι  και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των σχετικών αυτών λόγων. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η συζήτηση της κρινομένης αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε να συζητηθεί στις 6-4-2022, κατά την οποίαν το «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ», ως υποστηρίζον την εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορία, εκπροσωπήθηκε νομίμως από τον Πάρεδρο του ΝΣΚ, Χρήστο Κοραντζάκη, ύστερα από νομότυπη κλήτευσή του, όπως προκύπτει από το 8-2-2022  αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Ανδριάνας Σκορδάκη. Κατά την προαναφερθείσα όμως δικάσιμο (6-4-2022), κατόπιν σχετικού προς τούτο αιτήματος που υποβλήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του αναιρεσείοντος, αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο (5-10-2022), όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 515/6-4-2022 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, αλλά το «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ», δεν εμφανίσθηκε στην παραπάνω μετ’ αναβολή δικάσιμο, εν τούτοις όμως η συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 515 παρ. 1, 2  ΚΠΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου τέλεσης της παρακάτω αναφερόμενης επίδικης αξιόποινης πράξης (έτος 2007), " Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ", ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή μέρος αυτής....Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας...". Οι ανωτέρω διατάξεις τροποποιήθηκαν με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, ήδη δε ισχύει από 17-10-2015 ως άρθρο 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013 (που εφαρμόστηκε ως επιεικέστερος νόμος στην προκειμένη ένδικη περίπτωση κατ’ άρθρο 2 ΠΚ) και έχει ως εξής: "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος...Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής...Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για την θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, είναι, αντικειμενικώς μεν, η έκδοση από τον δράστη ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ως εικονικού θεωρουμένου από τον νόμο  - εκτός των άλλων - και του στοιχείου εκείνου που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, ενώ, όταν στο φορολογικό στοιχείο αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρείται ότι αυτό είναι εικονικό μόνο κατά το μέρος αυτό της μεγαλύτερης αυτής αξίας, υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και την αποδοχή αυτών και περαιτέρω την θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά ολικά ή εν μέρει φορολογικά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται σκοπός του τελευταίου για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης (ΑΠ 175/2022, ΑΠ 746/2020, ΑΠ 653/2020, ΑΠ 159/2019), ενώ πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την διάταξη του άρθρου 463 παρ. 3 εδ. α΄ του (νέου) Ποινικού Κώδικα που εφαρμόζεται από 1-7-2019, «Όπου σε ειδικούς ποινικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 περ. δ΄ ΠΚ». Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 461 του (νέου) ΠΚ, που κυρώθηκε με τον Ν. 4619/2019 και τέθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 460 του ίδιου κώδικα, από 1-7-2019, ορίζει ότι: «Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό», ενώ η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου παραπάνω κώδικα ορίζει ότι: «Άν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, στον χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στην συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπει καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του (νέου) ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο «όλον». Άν από την σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο της εκ μέρους του τέλεσης της σχετικής πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για τον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 1061/2020), περαιτέρω δε, επιεικέστερος είναι και ο νόμος που δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίσταση (ΑΠ 130/2020). Περαιτέρω από το άρθρο 98 ΠΚ, προκύπτει ότι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Με την διάταξη της παραγράφου 2 του ανωτέρω άρθρου 98 ΠΚ ορίζεται ότι η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Επιπρόσθετα, σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 692/2020).

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή. Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ και 171 παρ. 1 περ. δ΄ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 501/2020). Δεν είναι απαραίτητη όμως, η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα,  αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ  457/2022, ΑΠ 528/2020). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε, αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εξεταζόμενο στην κρινόμενη υπόθεση έγκλημα της φοροδιαφυγής με την μορφή της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, για την στοιχειοθέτηση του οποίου, ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο (ΑΠ 99/2022, ΑΠ  244/2020).

Με τον σχετικό αναιρετικό λόγο του κυρίως δικογράφου, όπως αυτός εκτιμάται (και αναφέρεται στην ενοχή του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου) και επιτρεπτώς συμπληρώνεται με τον πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του για την προαναφερθείσα πράξη, για την οποίαν καταδικάσθηκε και προσάπτει σ’ αυτήν την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, πλημμέλεια.

Στην προκειμένη περίπτωση το προαναφερθέν Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ως προς το θέμα της ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, επί λέξει τα εξής: «…από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την ανάγνωση της εκκαλούμενης απόφασης και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης, αποδείχθηκαν όλα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης, όπως αυτά ορίζονται στις οικείες διατάξεις και αναλυτικά περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας και τα οποία δεν αναιρούνται από κάποιο ανταποδεικτικό μέσο. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό». Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του ότι: «…στους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από το Νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και με χρηματικές ποινές. Συγκεκριμένα: Στη Φλώρινα, το έτος 2007, ως φορέας της ιδιαίτερης ιδιότητας του επιτηδευματία που θεώρησε φορολογικά στοιχεία (αρθρ. 2 παρ. 1 π.δ. 186/1992 (ΚΒΣ), και δη τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, όπως το ακριβές περιεχόμενό τους νοηματοδοτείται από την πρόβλεψη των άρθρων 11 παρ. 1 και 2 και 12 του π.δ. 186/1992 (ΚΒΣ), ενεργώντας με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος που φέρουν κακουργηματικό χαρακτήρα, εξέδωσε εικονικά, κατά την έννοια του άρθρου 19 παρ. 4 Ν. 2523/1997, φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής), ήτοι στοιχεία που εκδίδονται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στα στοιχεία ή το ένα από αυτά που αναγράφονται στα στοιχεία είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία, συνολικής αξίας άνω των 150.000,00 €. Συγκεκριμένα, στους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με την ιδιότητα του υπεύθυνου της επιχείρησης Ρ Σ ΤΟΥ Μ, με αντικείμενο τη χονδρική εμπορία παλαιών σιδήρων και μετάλλων και δηλωθείσα επαγγελματική εγκατάσταση αρχικώς (δυνάμει της υπ' αρ. 290/25.10.2002 δήλωσης έναρξης εργασιών ατομικής επιχείρησης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ Φλώρινας) το Συνοικισμό Νεοφώτιστων Φλώρινας και μετέπειτα (δυνάμει της υπ' αρ. 250/30.07.2004 δήλωσης επανέναρξης εργασιών στην ως άνω Δ.Ο.Υ., οι οποίες είχαν διακοπεί δυνάμει της υπ' αρ. 144/24.03.2004 δήλωσης διακοπής) την κτηματική περιοχή Νίκη του νομού Φλώρινας, εξέδωσε προς τις κάτωθι αναφερόμενες επιχειρήσεις τα κάτωθι αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία που απεικόνιζαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους: 1) Την 14.11.2007, στο συνοικισμό Νεοφώτιστων Φλώρινας, όπου η παλαιά επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης, το με αριθμό 36 τιμολόγιο πώλησης- δελτίο αποστολής, καθαρής αξίας 28.800 ευρώ, πλέον αξία ΦΠΑ 19% 5.472 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 34.272 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση ανταλλακτικών, και δη 1 τεμαχίου μπούμα τσάπας (με τιμή μονάδος 6,200 ευρώ), 3 τεμαχίων μπουκάλων υδραυλικών (με τιμή μονάδος 1.200 ευρώ), 2 τεμαχίων πέδιλων υδραυλικών (με τιμή μονάδος 2.500 ευρώ), 12 τεμαχίων ραούλων ερπύστριας (με τιμή μονάδος 400 ευρώ), 28 τεμαχίων πέδιλων ερπύστριας (με τιμή μονάδος 200 ευρώ) και 2 τεμαχίων καδένας (με τιμή μονάδος 1.800 ευρώ), στην εδρεύουσα στο Πεντάβρυσο Καστοριάς επιχείρηση Π Θ, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 2) Την 20.11.2007, στο συνοικισμό Νεοφώτιστων Φλώρινας, όπου η παλαιά επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης, το με αριθμό 37 τιμολόγιο πώλησης- δελτίο αποστολής, καθαρής αξίας 17.700 ευρώ, πλέον αξία ΦΠΑ 19% 3.363 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 21.063 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση ανταλλακτικών, και δη 1 τεμαχίου μπούμα φορτωτή μετ/νη (με τιμή μονάδος 4,500 ευρώ), 2 τεμαχίων μπουκάλων φορτωτή μετ/νη (με τιμή μονάδος 2.000 ευρώ), 1 τεμαχίου κουβά φορτωτή μετ/νη (με τιμή μονάδος 3.500 ευρώ), 1 τεμαχίου καμπίνας φορτωτή μετ/νη (με τιμή μονάδος 1.000 ευρώ), 1 τεμαχίου σασμάν φορτωτή μετ/νη (με τιμή μονάδος 3.700 ευρώ) και 1 τεμαχίου διαφορικού (με τιμή μονάδος 1.000 ευρώ), στην εδρεύουσα στο Πεντάβρυσο Καστοριάς επιχείρηση Π Ν, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 3) Την 6.11.2007, στο συνοικισμό Νεοφώτιστων Φλώρινας, όπου η παλαιά επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης, το με αριθμό 34 τιμολόγιο πώλησης- δελτίο αποστολής, καθαρής αξίας 12.200 ευρώ, πλέον αξία ΦΠΑ 19% 2.318 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 14.518 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση ανταλλακτικών, και δη 2 τεμαχίων διαφορικών (με τιμή μονάδος 1,500 ευρώ), 1 τεμαχίου σασμάν (με τιμή μονάδος 3.000 ευρώ), 1 τεμαχίου άξονα (με τιμή μονάδος 1.800 ευρώ), 4 τεμαχίων ταμπούρων (με τιμή μονάδος 600 ευρώ) και 8 τεμαχίων ζαντών 9 χιλιοστών (με τιμή μονάδος 250 ευρώ), στην εδρεύουσα στο Πεντάβρυσο Καστοριάς επιχείρηση Π Χ, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 4) Την 2.12.2007, στο συνοικισμό Νεοφώτιστων Φλώρινας, όπου η παλαιά επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης, το με αριθμό 39 τιμολόγιο πώλησης- δελτίο αποστολής, καθαρής αξίας 9.020 ευρώ, πλέον αξία ΦΠΑ 19% 1.713,80 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 10.733,80 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση ανταλλακτικών, και δη σίδερων για κατασκευή κουβά (αξίας 2.700 ευρώ), σίδερων για επένδυση κουβά (αξίας 1.200 ευρώ), 4 τεμαχίων υδραυλικών μπουκαλών μετ/νων (με τιμή μονάδος 800 ευρώ), 2 τεμάχια ζαντών μετ/νων (με τιμή μονάδος 500 ευρώ) και 8 τεμαχίων σιδεροβεργών (με τιμή μονάδος 40 ευρώ) στην εδρεύουσα στο Πεντάβρυσο Καστοριάς επιχείρηση Π Χ, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 5) Την 17.09.2007, στο συνοικισμό Νεοφώτιστων Φλώρινας, όπου η παλαιά επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης, το με αριθμό 27 τιμολόγιο πώλησης- δελτίο αποστολής, καθαρής αξίας 4.000 ευρώ, πλέον αξία ΦΠΑ 19% 760 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 4.760 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση αυτοκινήτου με αρ. πλαισίου CW…… προς διάλυση, στην εδρεύουσα στο … χλμ Θεσσαλονίκης-Κατερίνης εταιρεία με την επωνυμία Χ Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε., συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 6) Την 23.10.2007, στο συνοικισμό Νεοφώτιστων Φλώρινας, όπου η παλαιά επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης, το με αριθμό 29 τιμολόγιο πώλησης- δελτίο αποστολής, καθαρής αξίας 20.500 ευρώ, πλέον αξία ΦΠΑ 19% 3.895 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 24.395 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση φορτηγού MERCEDES με αρ. πλαισίου 624/34-14736656 προς διάλυση, στην εδρεύουσα στη Θεσσαλονίκη εταιρεία με την επωνυμία Λ. Λ- Α. Χ & ΣΙΑ Ο.Ε., συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 7) Την 06.11.2007, στο συνοικισμό Νεοφώτιστων Φλώρινας, όπου η παλαιά επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης, το με αριθμό 33 τιμολόγιο πώλησης- δελτίο αποστολής, καθαρής αξίας 21.190 ευρώ, πλέον αξία ΦΠΑ 19% 4.026,10 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 25.216,10 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 2 τεμαχίων τραπεζιών MERCEDES μεγάλων διαφορικών (με τιμή μονάδος 4.500 ευρώ), 4 τεμαχίων διαφορικών EUROPA (με τιμή μονάδος 850 ευρώ), 5 τεμαχίων σασμάν 110 (με τιμή μονάδος 700 ευρώ), 1 τεμαχίου τραπεζιού MAN μικρών διαφορικών (με τιμή μονάδος 2500 ευρώ), 15 τεμαχίων ρεζερβουάρ (με τιμή μονάδος 130 ευρώ), 7 τεμαχίων σουστών (με τιμή μονάδος 8.400 ευρώ), στην εδρεύουσα στη Θεσσαλονίκη εταιρεία με την επωνυμία Α. Λ-Α. Χ & ΣΙΑ Ο.Ε., συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 8) Την 06.11.2007, στο συνοικισμό Νεοφώτιστων Φλώρινας, όπου η παλαιά επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης, το με αριθμό 35 τιμολόγιο πώλησης- δελτίο αποστολής, καθαρής αξίας 5.000 ευρώ, πλέον αξία ΦΠΑ 19% 950 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 5.950 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση φορτηγού MAN  με αρ. πλαισίου XW….. προς διάλυση, στην εδρεύουσα στη Θεσσαλονίκη εταιρεία με την επωνυμία Λ. Λ-Α .Χ & ΣΙΑ Ο.Ε., συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 9) Την 01.11.2007, στο συνοικισμό Νεοφώτιστων Φλώρινας, όπου η παλαιό επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης, το με αριθμό 31 τιμολόγιο πώλησης- δελτίο αποστολής, καθαρής αξίας 3.000 ευρώ, πλέον αξία ΦΠΑ 19% 570 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 3.570 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση φορτηγού με αρ. πλαισίου 14179453 προς διάλυση, στην εδρεύουσα στο 4,5° χλμ Θεσσαλονίκης- Καλοχωρίου επιχείρηση Α Θ, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 10) Την 01.11.2007, στο συνοικισμό Νεοφώτιστων Φλώρινας, όπου η παλαιά επαγγελματική εγκατάσταση της επιχείρησης, το με αριθμό 32 τιμολόγιο πώλησης- δελτίο αποστολής, καθαρής αξίας 12.000 ευρώ, πλέον αξία ΦΠΑ 19% 2.280 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 14.280 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 1 τεμαχίου καμπίνας MERCEDES ACTROS (με τιμή μονάδος 3.000 ευρώ), 1 τεμαχίου γερανού ΑΤΛΑΣ (με τιμή μονάδος 5.000 ευρώ) και 4 τεμαχίων διαφορικών MERCEDES (με τιμή μονάδος 1.000 ευρώ), στην εδρεύουσα στο 4,5ο χλμ Θεσσαλονίκης-Καλοχωρίου επιχείρηση Α Θ, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 11) Την 21.09.2007, στη Νίκη Φλώρινας το με αριθμό 4 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 5.000 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 25.000 κιλών σκραπ σιδήρου (με τιμή μονάδος 0,200 λεπτά του ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39 Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 12) Την 22.09.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 5 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 5.125 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 25.000 κιλών σκραπ σιδήρου (με τιμή μονάδος 0,205 λεπτά του ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 13) Την 24.09.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 6 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 5.000 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 25.000  κιλών σκραπ σιδήρου (με τιμή μονάδος 0,200 λεπτά του ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 14) Την 25.09.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 7 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 5.000 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 25.000 κιλών σκραπ σιδήρου (με τιμή μονάδος 0,200 λεπτά του ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 15) Την 26.09.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 8 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 5.000 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 25.000 κιλών σκραπ σιδήρου (με τιμή μονάδος 0,200 λεπτά του ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 16) Την 27.09.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 9 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 5.000 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 25.000 κιλών σκραπ σιδήρου (με τιμή μονάδος 0,200 λεπτά του ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 17) Την 28.09.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 10 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 25.500 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 15.000 κιλών σκραπ ανοξείδωτο (με τιμή μονάδος 1,70 ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 18) Την 10.10.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 11 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 53.200 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 14.000 κιλών σκραπ χαλκού (με τιμή μονάδος 3,80 ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 19) Την 11.10.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 12 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 5.125 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 25.000 κιλών σκραπ σιδήρου (με τιμή μονάδος 0,205 ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 20) Την 20.10.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 13 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 5.000 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 25.000 κιλών σκραπ σιδήρου (με τιμή μονάδος 0,200 ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 21) Την 15.11.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 14 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 12.620 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 18.000 κιλών σκραπ αλουμινίου (με τιμή μονάδος 0,70 λεπτά του ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 22) Την 20.11.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 15 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 5.000 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 25.000  κιλών σκραπ σιδήρου (με τιμή μονάδος 0,200 ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 23) Την 30.11.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 16 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 5.000 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 25.000 κιλών σκραπ σιδήρου (με τιμή μονάδος 0,200 ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 24) Την 10.12.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 17 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, αξίας 5.125 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 25.000 κιλών σκραπ σιδήρου (με τιμή μονάδος 0,205 ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 25) Την 15.12.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 18 τιμολόγιο πώλησης- δελτίο αποστολής, αξίας 4.000 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση 20.000 κιλών σκραπ σιδήρου (με τιμή μονάδος 0,200 λεπτά του ευρώ) στην εδρεύουσα στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης εταιρεία με την επωνυμία E ΕΠΕ, η οποία ήταν υπόχρεη δυνάμει του άρθρου 39Α ν. 2859/2000 (όπως προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 19 του Ν. 3091/2002 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3522/2006) καταβολής του φόρου, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 26) Την 20.08.2007, στη Νίκη Φλώρινας, το με αριθμό 25 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, καθαρής αξίας 6.000 ευρώ, πλέον αξία ΦΠΑ 19% 1.140 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 7.140 ευρώ, το οποίο αφορούσε δήθεν την πώληση αγαθών σιδήρου στην εδρεύουσα στη Φλώρινα επιχείρηση Ρ Χ, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. 27) Σε άγνωστο ακριβή χρόνο, πάντως κατά τη διάρκεια της χρήσεως 2007, στο Συνοικισμό Νεοφώτιστων ή στη Νίκη Φλώρινας, 5 τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, καθαρής αξίας 125.500 ευρώ, τα οποία αφορούσαν δήθεν την πώληση Αγαθών στην εδρεύουσα στο Μεσόκαμπο Φλώρινας επιχείρηση Υ Α, βάσει του τηρούμενου από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (Γενική Διεύθυνση ΚΕ.ΠΥ.Ο.) του Υπουργείου Οικονομικών μηχανογραφικού αρχείου διασταύρωσης συγκεντρωτικών καταστάσεων τιμολογίων πελατών-προμηθευτών χρήσης 2007, συναλλαγή όμως η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα, αλλά μόνο εικονικά. Ενδείκτες δε της εικονικότητας των ως άνω φορολογικών στοιχείων για το σύνολο των συναλλαγών αποτελούν τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά: α) ο Ρ Σ δεν διέθετε μεταφορικά μέσα για τη μεταφορά των εμπορευμάτων, β) στη χρήση 2007 διενήργησε μεγάλο όγκο πωλήσεων καθαρής αξίας 430.585,00 ευρώ, ενώ δηλώθηκε ως πελάτης με συνολική αξία αγορών 9.900,00 ευρώ, γ) δύο επιχειρήσεις που έλαβαν παραστατικά από τον Ρ αποδέχτηκαν την εικονικότητα των εν λόγω συναλλαγών και υπέβαλαν δήλωση του άρθρου 12 παρ. 6 του Ν. 3888/2010, δ) ο Ρ υπέβαλε δηλώσεις Φ.Ε. μόνο για τις χρήσεις 2002 και 2004 μόνο με εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, ε) ο Ρ υπέβαλε μηδενικές δηλώσεις ΦΠΑ μέχρι και τη χρήση 2006, ενώ δεν υπέβαλε δήλωση ΦΠΑ για τη χρήση 2007 και στ) ενώ την 23.03.2004 είχε δηλώσει απώλεια του θεωρημένου στη Δ.Ο.Υ. Φλώρινας με ίχνος διάτρησης 4812 ΑΑ10 02 Τ-Δ.Α προκειμένου να προβεί σε διακοπή εργασιών, από το 2007 συνέχιζε να εκδίδει παραστατικά από το κατά δήλωσή του απωλεσθέν Τ-Δ.Α. και μέρος αυτών να εξοφλείται μέσω κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς από τις λήπτριες επιχειρήσεις, όπως προκύπτει από το πόρισμα της από 30.11.2012 έκθεσης ελέγχου του Τμήματος Ελέγχου της Δ.Ο.Υ. Φλώρινας, που θεωρήθηκε και ελέγχθηκε την 10.12.2012. Η συνολική δε αξία των ως άνω εικονικών τιμολογίων-δελτίων αποστολής που εξέδωσε ανέρχεται σε τετρακόσιες δώδεκα χιλιάδες επτακόσια τριάντα πέντε (412.735,00) €, δηλαδή σε ποσό που υπερβαίνει συνολικά τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ».

Με αυτές τις, κατά τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές, το προαναφερθέν Δικαστήριο της ουσίας  διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις αναφερθείσες στην σχετική προηγηθείσα νομική της αποφάσεως αυτής, διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά κατά την ακροαματική διαδικασία που συγκροτούν την νομοτυπική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, δηλαδή της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση, συνολικής αξίας άνω των 150.000 ευρώ (άρθρα  66 παρ. 1α΄, 2, 4, 6, 67 παρ. 1γ΄, 68 παρ. 2, 4, 6, 7, 69, 70 και 71 του Ν. 4337/2015, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων  1, 2 παρ. 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α΄, 27 παρ. 1, 51, 52 και 98 ΠΚ), για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος.  Ειδικότερα,  στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο κατά νόμο, να εκτίθεται τι ακριβώς προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ούτε από ποιό ακριβώς αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ  αναφέρεται ακόμη ο αριθμός των φορολογικών στοιχείων (δελτίων αποστολής - τιμολογίων) που εξέδωσε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων με την προαναφερθείσα ιδιότητά του και συγκεκριμένα, ως υπεύθυνος της επιχείρησης «Ρ Σ ΤΟΥ Μ», με αντικείμενο την χονδρική εμπορία παλαιών σιδήρων και μετάλλων και δηλωθείσα επαγγελματική εγκατάσταση αρχικώς το Συνοικισμό Νεοφώτιστων Φλώρινας και στη συνέχεια την κτηματική περιοχή Νίκη του νομού Φλώρινας. Επί πλέον, αναφέρονται οι επιχειρήσεις που αφορούσαν τα εν λόγω σχετικά φορολογικά στοιχεία και  εκτίθεται ακόμη η εικονικότητα των φορολογικών αυτών στοιχείων και η από μέρους του αναιρεσείοντος γνώση της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων, με αναφορά των σχετικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η εικονικότητα, ως αφορώντων ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, αλλά και ότι η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων ανέρχεται στο ποσόν των 412.735,00 ευρώ, ενώ το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως τον δόλο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που καλύπτει και την από μέρους του γνώση της εικονικότητας των επίμαχων φορολογικών στοιχείων, διότι αυτός (δόλος) ενυπάρχει κατά τα προεκτεθέντα, στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις αναφερόμενες συνθήκες τέλεσής του, αφού για το παραπάνω έγκλημα δεν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία για την θεμελίωση της υποκειμενικής του υπόστασης. Επομένως, ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά και να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορο υπεράσπισής του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά τα  οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ΟλΑΠ 2/2005). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, που τείνει στην μείωση της επιβλητέας ποινής κατ’ άρθρο 83 ΠΚ, είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του της συνδρομής ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ (ΑΠ 518/2022). Εξάλλου η αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε΄ ΠΚ, υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης (και όχι κράτησης), προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο την στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την  αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης που έχει τελέσει και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 1064/2021, ΑΠ 1042/2021, ΑΠ 20/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, τα οποία σημειωτέον δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), ο συνήγορος υπερασπίσεως του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, αφού έλαβε τον λόγον από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου «…ζήτησε την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε΄ ΠΚ. Το ίδιο ζήτησε και ο κατηγορούμενος», όπως επί λέξει αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Στην συνέχεια, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, αφού εξέθεσε σχετική νομική σκέψη,  απέρριψε τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό με το εξής επί λέξει σκεπτικό: «…Στην προκειμένη περίπτωση ο υποβληθείς δια του συνηγόρου του κατηγορουμένου αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης της επίδειξης καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξεώς του (άρθρο 84 παρ. 2ε΄ ΠΚ), κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρθηκαν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι αυτός επέδειξε καλή συμπεριφορά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξης του. Ακόμη όμως και αν ήθελε κριθεί ορισμένος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος από την τέλεση της πράξεως και εντεύθεν επέδειξε καλή συμπεριφορά». Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόφασή του για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς  ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, περί αναγνώρισης σ’ αυτόν της ως άνω υποβληθείσας ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε΄ ΠΚ, ο οποίος, όπως προβλήθηκε, δηλαδή χωρίς επίκληση των θεμελιούντων την συνδρομή του πραγματικών περιστατικών, δεν ήταν ορισμένος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αμέσως προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη και συνακόλουθα το Δικαστήριο, απορρίπτοντας αυτόν, ως εκ περισσού απάντησε και κρίνοντας ως αβάσιμο αυτόν, τον απέρριψε με την ως άνω επαρκή αιτιολογία, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά θετικής και επωφελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, αλλά ούτε πραγματικά περιστατικά που να υποδηλώνουν την αρμονική κοινωνική συμβίωσή του, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του. Επομένως, ο σχετικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως επίσης επιτρεπτώς συμπληρώνεται με τον πρόσθετο αυτής λόγο, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προαναφερθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση της συνδρομής στον αναιρεσείοντα της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. ε΄ ΠΚ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, όπως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 15/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ), όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της απόφασης ορίζεται  ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-4-2001 αίτηση αναίρεσης και τους ασκηθέντες με το από 12-9-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους,  του Σ Ρ του Μ, για αναίρεση της  υπ’ αριθμ. 15/2021  απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας, ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις  2 Νοεμβρίου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login