ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΟ ΒΟΥΛΕΥΜΑΤΟΣ - ΑΠ 1267-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Το αμετάκλητο του βουλεύματος στις περιπτώσεις των άρθρων 314 και 319 παρ. 5 Κ.Ποιν.Δ. τέθηκε με την έννοια του σχετικώς αμετακλήτου. Δηλαδή σε σχέση με κάθε κατηγορούμενο, για τον οποίον το παραπεμπτικό βούλευμα κατέστη αμετάκλητο, οπότε νομίμως επιδίδεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 314 και 319 παρ. 5 Κ.Ποιν.Δ. η κλήση προς εμφάνιση αυτού στο ακροατήριο, χωρίς ο κατηγορούμενος που παραπέμπεται να δύναται να προβάλει αντιρρήσεις, ότι το βούλευμα αυτό δεν έχει καταστεί αμετάκλητο για τον εισαγγελέα, λόγω μη παρέλευσης της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων μέσων από αυτόν, όταν, μάλιστα, σε σχέση με τον κατηγορούμενο αυτόν, επίκειται παραγραφή της αξιόποινης πράξης, για την οποίαν παραπέμπεται στο ακροατήριο (ΑΠ 1166/2019, 2037/2018, 54/2017, 137/2015).  Η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν επηρεάζει το κύρος της κλήσης στο ακροατήριο του κατηγορουμένου για τον οποίο το βούλευμα έχει γίνει αμετάκλητο . Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση που ασκηθεί αίτηση αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εντός της εν λόγω προθεσμίας. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι το σχετικώς αμετάκλητο θα τελούσε υπό την ανεπίτρεπτη αίρεση μη άσκησης τυχόν μεταγενέστερης αίτησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθώς  και στην επίσης ανεπίτρεπτη καταστρατήγηση της αρχής του «σχετικώς αμετακλήτου», καθώς με αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση δεν θα είχε νόημα η εν λόγω αρχή, αλλά θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων από τον Εισαγγελέα και ύστερα να επιδίδεται η κλήση προς συζήτηση, εφαρμοζομένης ουσιαστικά της αρχής του «απολύτως αμετακλήτου».

Απόφαση 1267 / 2022    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1267/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Ηλιοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 102/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Μαριάνθη Παγουτέλη, Ευάγγελο Μητσέλο και Ελευθέριο Σισμανίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 13 Απριλίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ζαχαρία Κοκκινάκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1134/2021 αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενους τους: 1. Ι. Τ. του Ι., 2. Β. Τ. του Μ. και 3. Π. Π. του Δ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Δημάκη. Το Γ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουλίου 2021 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Κλεονίκης Μπεγλή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 816/2021.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη 13,14,15/14-7-2021 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ενώπιον της γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της καταχωρηθείσας στις 12-7-2021 στο ειδικό βιβλίου του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ. 1134/2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων α) Ι. Τ. του Ι., β) Β. Τ. του Μ. και γ) Π. Π. του Δ. για την αξιόποινη πράξη της από κοινού χρήσης νοθευμένου εγγράφου, με την οποία προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 3, 474 παρ. 4, 505 παρ.1β, 507 Κ.Ποιν.Δ).
Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, ερήμην της υποστηρίζουσας την κατηγορία Σ. Α. του Π.., η οποία, παρότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίσθηκε, η συζήτηση, όμως, να γίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρα 512 παρ. 1 εδ. β', 515 παρ. 2 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ.).
Ι) Οι περί παραγραφής και περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, δεν άλλαξαν με τον ισχύοντα από 1-7-2019 νέο ΠΚ, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6-2019).
Συνεπώς, στην προκείμενη υπόθεση, που η αξιόποινη πράξη, για την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση έπαυσε την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων, φέρεται ότι τελέστηκε στις 5-5-2015, εφαρμόζονται οι κατωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του προϊσχύσαντος ΠΚ, καθόσον στην περίπτωση που δύο νόμοι τυγχάνουν ίσης βαρύτητας για τον κατηγορούμενο, εφαρμόζεται ο ισχύων κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (Ολ. ΑΠ 1/2020). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 112 του προϊσχύσαντος ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 2, 3 του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωση στη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κυρία διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 314 και 319 παρ. 5 του ίδιου Κ.Ποιν.Δ, το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, που εκδόθηκε κατά τις παρ. 3 και 4 της τελευταίας διάταξης, επιδίδεται, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, στον κατηγορούμενο και τους υπόλοιπους διαδίκους, με τη φροντίδα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ή Εφετών και μόλις γίνει αμετάκλητο το βούλευμα, γίνεται η κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 321 Κ.Ποιν.Δ. Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 320 και 321 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η μη έγκυρη επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης προς αυτόν στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., η οποία, αν δεν ανακύπτει θέμα αναστολής της παραγραφής της πράξης, μπορεί να καλυφθεί, κατά το άρθρο 175 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Τούτο, πολύ περισσότερο, ισχύει και στην περίπτωση που η κλήση στο ακροατήριο επιδόθηκε πριν καταστεί αμετάκλητο το βούλευμα, παρά τα οριζόμενα στα άρθρα 314 και 319 παρ. 5 Κ.Ποιν.Δ, οπότε και στην περίπτωση αυτή η επίδοση τούτου είναι άκυρη. Το αμετάκλητο, όμως, του βουλεύματος στις περιπτώσεις των άρθρων 314 και 319 παρ. 5 Κ.Ποιν.Δ. τέθηκε με την έννοια του σχετικώς αμετακλήτου. Δηλαδή σε σχέση με κάθε κατηγορούμενο, για τον οποίον το παραπεμπτικό βούλευμα κατέστη αμετάκλητο, οπότε νομίμως επιδίδεται κατά τας διατάξεις των άρθρων 314 και 319 παρ. 5 Κ.Ποιν.Δ. η κλήση προς εμφάνιση αυτού στο ακροατήριο, χωρίς ο κατηγορούμενος αυτός που παραπέμπεται να δύναται να προβάλει αντιρρήσεις, ότι το βούλευμα αυτό δεν έχει καταστεί αμετάκλητο για τον εισαγγελέα, λόγω μη παρέλευσης της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων μέσων από αυτόν, όταν, μάλιστα, σε σχέση με τον κατηγορούμενο αυτόν, επίκειται παραγραφή της αξιόποινης πράξης, για την οποίαν παραπέμπεται στο ακροατήριο (ΑΠ 1166/2019, 2037/2018, 54/2017, 137/2015). Περαιτέρω, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας των μελών της σύνθεσης του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα δε της Προεδρεύουσας Αρεοπαγίτη Βασιλικής Ηλιοπούλου και των Αρεοπαγιτών Μαρίας Κουβίδου, Μαριάνθης Παγουτέλη και Ευάγγελου Μητσέλου, αφού, λοιπόν, γίνεται δεκτό ότι η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν επηρεάζει το κύρος της κλήσης στο ακροατήριο του κατηγορουμένου για τον οποίο το βούλευμα έχει γίνει αμετάκλητο, το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση που ασκηθεί αίτηση αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εντός της εν λόγω προθεσμίας. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι το σχετικώς αμετάκλητο θα τελούσε υπό την ανεπίτρεπτη αίρεση μη άσκησης τυχόν μεταγενέστερης αίτησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθώς και στην επίσης ανεπίτρεπτη καταστρατήγηση της αρχής του "σχετικώς αμετακλήτου", καθώς με αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση δεν θα είχε νόημα η εν λόγω αρχή, αλλά θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων από τον Εισαγγελέα και ύστερα να επιδίδεται η κλήση προς συζήτηση, εφαρμοζομένης ουσιαστικά της αρχής του "απολύτως αμετακλήτου". Το Δικαστήριο, όμως, υπερβαίνει την εξουσία του, μόνο αν, συνεπεία αυτής της κλήσης και πριν την αμετάκλητη απόρριψη της αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επιληφθεί και δικάσει την υπόθεση. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 478 και 483 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι το βούλευμα που παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο δικαστήριο για πλημμέλημα δεν προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ούτε με έφεση, ούτε με αναίρεση, με αποτέλεσμα ένα τέτοιο βούλευμα να γίνεται αμετάκλητο με την έκδοσή του, ως προς τον κατηγορούμενο. Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα δε του Αρεοπαγίτη Ελευθέριου Σισμανίδη, σε περίπτωση άσκησης από τον Εισαγγελέα εμπρόθεσμης και παραδεκτής αίτησης αναίρεσης κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος αυτό δεν καθίσταται αμετάκλητο και για τον κατηγορούμενο που παραπέμπεται στο ακροατήριο, ως προς τον οποίο, εφόσον παραπέμπεται για πλημμέλημα είναι σχετικώς αμετάκλητο, καθόσον και ως προς τον τελευταίο (κατηγορούμενο), μετά την άσκηση της αναίρεσης του εισαγγελέα, δεν έχει περατωθεί η προδικασία. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ναι μεν η επίδοση στον κατηγορούμενο του σχετικώς ως προς αυτόν αμετάκλητου παραπεμπτικού βουλεύματος για πλημμέλημα και η επίδοση της κλήσης να εμφανιστεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου που παραπέμπεται σημαίνουν ότι ο εισαγγελέας δεν θα ασκήσει ένδικο μέσο που δικαιούται κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος, με συνέπεια την εγκυρότητα των ανωτέρω επιδόσεων, εφόσον όμως ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ασκήσει εμπρόθεσμα και παραδεκτά το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος, όπως έχει δικαίωμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 465 του Κ.Ποιν.Δ., ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία κατώτερος σε βαθμό εισαγγελέας το αποδέχθηκε με την πραγματοποίηση των ανωτέρω επιδόσεων, η παραπάνω ενέργειά του ουσιαστικά ακυρώνει τις διαδικαστικές πράξεις που μπορούν να ενεργηθούν μόνον όταν καταστεί απολύτως αμετάκλητο το παραπεμπτικό βούλευμα, αφού η υπόθεση, μετά την άσκηση της αναίρεσης, παραμένει στο στάδιο της προδικασίας. Αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή, παρά την άσκηση αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο για τον κατηγορούμενο είναι σχετικώς αμετάκλητο, οι επιδόσεις στον τελευταίο του ανωτέρω βουλεύματος και της κλήσης να παραστεί στο δικαστήριο που παραπέμπεται είναι έγκυρες, με συνέπεια μάλιστα να διακόπτουν την παραγραφή, οδηγεί στο νομικά παράδοξο φαινόμενο η ίδια υπόθεση να βρίσκεται ταυτόχρονα στο στάδιο της προδικασίας και της κύριας διαδικασίας με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο. Επομένως, σε περίπτωση άσκησης εμπρόθεσμης και παραδεκτής αίτησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά παραπεμπτικού βουλεύματος, αυτό καθίσταται αμετάκλητο και για τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει το εν λόγω ένδικο μέσο, από την απόρριψη της ανωτέρω αναίρεσης, οι προηγηθείσες δε διαδικαστικές πράξεις πριν αυτό καταστεί αμετάκλητο είναι άκυρες και δεν παράγουν έννομες συνέπειες.
ΙΙ) Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε' του Κ.Ποιν.Δ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του Κ.Ποιν.Δ, θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφασίζει για ζήτημα, το οποίο δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να αποφασίσει για ζήτημα, για το οποίο έχει υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: Ύστερα από την από 2-2-2016 έγκληση της υποστηρίζουσας την κατηγορία Σ. Α. του Π.. και του Π. Κ. του Μ.., οι κατηγορούμενοι α) Ι. Τ. του Ι., β) Β. Τ. του Μ. και γ) Π. Π. του Δ. με το 415/21-4-2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι στη ….., στις 5-5-2015, τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της από κοινού χρήσης νοθευμένου εγγράφου(άρθρα 45 και 216 παρ. 2-1 του ισχύοντος ΠΚ). Το εν λόγω βούλευμα επιδόθηκε στους ανωτέρω κατηγορουμένους στις 22-4-2020, ενώ στις 23-4-2020 επιδόθηκαν σ' αυτούς οι 6213, 6214 και 6215/22-4-2020 κλήσεις για να εμφανιστούν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου στις 26-6-2020 για να δικασθούν για την πιο πάνω πράξη, για την οποία είχαν παραπεμφθεί με το ήδη προεπιδοθέν σε αυτούς 415/21-4-2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, στις 16-6-2020, ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η 25/16-6-2020 αίτηση αναίρεσης και για το λόγο αυτό η υπόθεση αποσύρθηκε από τη δικάσιμο της 26-6-2020, προκειμένου να υποβληθεί η δικογραφία στον Άρειο Πάγο. Με την 91/2021 απόφαση - βούλευμα του παρόντος Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (Σε Συμβούλιο) απορρίφθηκε ως αβάσιμη η ανωτέρω αίτησης αναίρεσης. Ακολούθως, η υπόθεση προσδιορίσθηκε να δικαστεί ενώπιον του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 19-5-2021, επιδόθηκαν δε κλήσεις στους κατηγορουμένους, στις 8-4-2021, για να εμφανισθούν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου για να δικασθούν για την άνω πράξη, σύμφωνα με το ήδη επιδοθέν σ' αυτούς προαναφερόμενο βούλευμα, πλην, όμως, η υπόθεση αποσύρθηκε λόγω αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων, ακολούθως δε επαναπροσδιορίσθηκε, ενώπιον του ίδιου ανωτέρω Δικαστηρίου, για τη δικάσιμο της 30-6-2021,στην οποία επίσης κλήθηκαν οι κατηγορούμενοι για να δικασθούν για την άνω πράξη, σύμφωνα με το ήδη επιδοθέν σ' αυτούς προαναφερόμενο βούλευμα. Κατά τη δικάσιμο αυτή το Γ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 1134/2021 απόφασή του, αφού εξέθεσε τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, έπαυσε την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για την άνω πράξη λόγω παραγραφής, δεχθέν ως βάσιμη τη σχετική ένσταση των κατηγορουμένων, με την ακόλουθη, κατά το ενδιαφέρον μέρος της, αιτιολογία: " Με βάση όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι, όταν επιδόθηκε το υπ' αριθ. 415/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης στους κατηγορουμένους, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου για να δικαστούν για πλημμέλημα, το βούλευμα είχε καταστεί αμετάκλητο για αυτούς, αφού δεν μπορούσαν να το προσβάλουν ούτε με έφεση (διότι δεν αποτελούσε παραπεμπτικό βούλευμα για κακούργημα), ούτε με αναίρεση (διότι στον κατηγορούμενο δεν επιτρέπεται να ασκήσει αίτηση αναίρεσης κατά οποιουδήποτε βουλεύματος). Δεν είχε όμως καταστεί αμετάκλητο για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αφού δεν είχε εκπνεύσει η προθεσμία του για άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά αυτού. Κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο της 26-6-2020 για εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο εκκρεμούσε η από 16-6-2020 και με αριθμό 25/2020 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι δεν άσκησαν προφανώς απαράδεκτα ένδικα μέσα κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος, δεν μπορούσαν να προβάλουν αντιρρήσεις ότι το βούλευμα αυτό δεν έχει καταστεί αμετάκλητο για τον Εισαγγελέα, λόγω μη παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεως ενδίκων μέσων από αυτόν, όταν επίκειτο μάλιστα παραγραφή του αξιοποίνου της πράξης για την οποία παραπέμπονταν στο ακροατήριο. Και τούτο διότι η προθεσμία του αρμόδιου Εισαγγελέα για άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά του βουλεύματος αυτού δεν επηρεάζει το κύρος της κλήσης στο ακροατήριο, η δε ενέργεια του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών να επιδώσει στις 22-4-2020 κλήση στους κατηγορουμένους, προκειμένου να εμφανιστούν οι τελευταίοι στο ακροατήριο για να δικαστούν για την πράξη που παραπέμπονται με το βούλευμα ουσιαστικά υποδήλωνε τη βούληση της εκπροσωπούμενης από αυτόν Εισαγγελικής Αρχής να παραιτηθεί από την άσκηση αναιρέσεως και δεν είχε σε εκείνο το χρονικό σημείο κανένα νόημα να αναμείνει να καταστεί και τυπικά αμετάκλητο το βούλευμα, με την παρέλευση της προβλεπόμενης νόμιμης προθεσμίας, όταν μάλιστα δεν εκκρεμούσε αίτηση στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ασκήσει το ως άνω ένδικο μέσο κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος(ΑΠ 924/2017). Όμως, στη συνέχεια, ήτοι στις 16-6-2020 ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης κατά του εν λόγω βουλεύματος από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ήτοι σε χρόνο μετά την επίδοση του βουλεύματος στους κατηγορουμένους και των κλήσεων για εμφάνισή τους στο ακροατήριο, πράγμα που αναιρεί όσα αναφέρθηκαν παραπάνω και εκφράζει πλέον τη βούληση της εισαγγελικής αρχής να μην παραιτηθεί από την άσκηση αίτησης αναιρέσεως, ώστε να καταστεί αμετάκλητο το βούλευμα. Με την άσκηση του παραδεκτού αυτού ενδίκου μέσου από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εντός της νόμιμης προθεσμίας και για τους προβλεπόμενους στο νόμο λόγους αναίρεσης, καθίσταται πλέον άκυρη η από 21-4-2020 κλήση του εισαγγελέα προς τους κατηγορουμένους για εμφάνιση στο ακροατήριο και επαναφέρεται η υπόθεση στο στάδιο της προδικασίας, ώστε να κριθεί αν συντρέχουν λόγοι για να αναιρεθεί το παραπεμπτικό βούλευμα για πλημμέλημα. Οι κατηγορούμενοι επομένως μπορούν να προβάλουν στη συγκεκριμένη περίπτωση αντιρρήσεις ότι το βούλευμα δεν είχε καταστεί αμετάκλητο κατά την επίδοσή του σε αυτούς στις 22-4-2020, αλλά κατέστη αμετάκλητο στις 3-2-2021 με την έκδοση του υπ' αριθ. 91/2021 βουλεύματος του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την παραδεκτώς ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Άλλωστε, όσο εκκρεμούσε η έκδοση βουλεύματος επί του ασκηθέντος από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς όφελος των κατηγορουμένων ενδίκου μέσου, δεν μπορούσε να δικαστεί η υπόθεση στο ακροατήριο, αφού μόνο η αμετάκλητη παραπομπή στο ακροατήριο παρέχει στο Δικαστήριο τη δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης.
Συνεπώς, δεν είναι έγκυρη η επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στους κατηγορουμένους, διότι έλαβε χώρα στις 22-4-2020 πριν αυτό καταστεί αμετάκλητο, καθόσον τούτο κατέστη αμετάκλητο στις 3-2-2021, όταν απορρίφθηκε το επιτρεπόμενο και εμπρόθεσμα ασκηθέν ένδικο μέσο (άρθρο 546 Κ.Π.Δ). Η μη έγκυρη επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στους κατηγορουμένους συνεπάγεται και την ακυρότητα της από 23-4-2020 κλήσης αυτών στο ακροατήριο, ακυρότητα που δεν καλύφθηκε, αφού οι κατηγορούμενοι, μέσω των συνηγόρων υπεράσπισης, πρόβαλαν αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης επικαλούμενοι ότι είναι άκυρη η επίδοση της άνω κλήσης, γιατί είχε γίνει πριν καταστεί αμετάκλητο το παραπεμπτικό βούλευμα, με αποτέλεσμα να μην αρχίζει η κυρία διαδικασία και να μην εκκινεί η τριετής αναστολή της παραγραφής του αξιοποίνου της πράξης, κατ' άρθρο 113 παρ. 2 ΠΚ. Ως εκ τούτου από τον χρόνο τέλεσης της πράξης (5-5-2015) μέχρι την επίδοση νέας έγκυρης κλήσης προς εμφάνιση των κατηγορουμένων στο ακροατήριο στις 8-4-2021 μετά την έκδοση του υπ' αριθ. 91/3-2-2021 βουλεύματος του Αρείου Πάγου και το αμετάκλητο του παραπεμπτικού βουλεύματος, συμπληρώθηκε η πενταετής παραγραφή του άρθρου 111 παρ. 3 του ΠΚ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, γενομένου δεκτού του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων, πρέπει, κατ' άρθρο 368 β' του Κ.Π.Δ., να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων λόγω παραγραφής του αξιοποίνου της πράξης, για την οποία παραπέμπονται να δικαστούν". Έτσι, όμως, όπως αποφάσισε το Γ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 1134/2021 απόφασή του, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των ίδιων ως άνω μελών της σύνθεσης του Δικαστηρίου, αφενός μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 113 παρ. 2, 3 του προϊσχύσαντος ΠΚ, αφετέρου δε υπερέβη την εξουσία του. Ειδικότερα, το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του κρίνοντας ότι στις 23-4-2020, οπότε επιδόθηκαν στους κατηγορουμένους οι κλήσεις για εμφάνιση στο ακροατήριο, σύμφωνα με το προεπιδοθέν, στις 22-4-2020, 415/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το βούλευμα αυτό δεν είχε γίνει αμετάκλητο. Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πρώτη μείζονα σκέψη, το παραπάνω βούλευμα, με το οποίο οι κατηγορούμενοι παραπέμπονταν για πλημμέλημα είχε γίνει γι' αυτούς αμετάκλητο με την έκδοσή του, με αποτέλεσμα να μην πάσχει ακυρότητα ούτε η επίδοση αυτού στις 22-4-2020, ούτε η επίδοση των κλήσεων στις 23-4-2020, παρότι δεν είχε παρέλθει η προθεσμία άσκησης έφεσης ή αναίρεσης κατ' αυτού από τον Εισαγγελέα Εφετών και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αντίστοιχα (άρθρα 479, 480, 483 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ), αφού το αμετάκλητο τίθεται με την έννοια του σχετικώς αμετακλήτου και όχι του απολύτως αμετακλήτου, με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι να μην δύνανται να προβάλουν αντιρρήσεις ότι το βούλευμα δεν είχε γίνει αμετάκλητο και για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι στην προκείμενη περίπτωση ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 16-6-2020, παραδεκτή αίτηση αναίρεσης κατά του 415/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, καθόσον η προθεσμία αλλά και η άσκηση αίτησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν επηρεάζει το κύρος της κλήσης στο ακροατήριο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ίδια ανωτέρω μείζονα σκέψη, λόγω του ισχύοντος "σχετικά αμετακλήτου" του άνω βουλεύματος, πέραν του ότι στην προκείμενη περίπτωση η ως άνω αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε.
Συνεπώς, αφού η υπόθεση εισήχθη για συζήτηση, μετά την απόρριψη της ως άνω αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το Δικαστήριο της ουσίας δεχθέν τα ανωτέρω υπερέβη την εξουσία του. Επίσης, το Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 113 παρ. 2, 3 του προϊσχύσαντος ΠΚ, παύοντας οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αντί να προχωρήσει στην κατ' ουσία εξέταση της υπόθεσης, δεδομένου ότι οι, εντός της πενταετίας από το φερόμενο χρόνο τέλεσης της πράξης (5-5-2015), κλήσεις των κατηγορουμένων στις 23-4-2020 ήταν έγκυρες και είχε ανασταλεί η παραγραφή, με συνέπεια κατά το χρόνο εκδίκασης της ένδικης πλημμεληματικής πράξης από το Δικαστήριο της ουσίας στις 30-6-2021 να μην έχει παρέλθει οκταετία από το φερόμενο χρόνο τέλεσής της και να μην έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής με παραγραφή. Κατά την γνώμη ενός μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου όμως, συγκεκριμένα δε του Αρεοπαγίτη Ελευθέριου Σισμανίδη, το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1134/2021 απόφασή του, κρίνοντας ότι η επίδοση της από 23-4-2020 κλήσης στους αναιρεσίβλητους για εμφάνιση στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστούν σύμφωνα με το προεπιδοθέν την 22-4-2020, υπ' αρ. 415/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ήταν άκυρη και δεν συνεπαγόταν έννομες συνέπειες, συγκεκριμένα δε την αναστολή της παραγραφής του αδικήματος για το οποίο είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου, ακολούθως δε έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ασκηθείσα εναντίον των κατηγορουμένων ποινική δίωξη για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, επειδή συμπληρώθηκε χρόνος πλέον της πενταετίας από την τέλεσή της (5-5-2015) μέχρι την επίδοση της κλήσης, την 8-4-2021, μετά την έκδοση του υπ' αρ. 91/3-2-2021 βουλεύματος του Αρείου Πάγου και το αμετάκλητο του ως άνω υπ' αρ. 415/2020 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ορθώς ενήργησε κατ' αποτέλεσμα, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 113 παρ. 2, 3 του ισχύοντος Π.Κ., αντί να εφαρμόσει τις όμοιες περιεχομένου διατάξεις του προισχύσαντος Π.Κ., χωρίς να υπερβεί την εξουσία του. Κατά ακολουθίαν, κατά την ανωτέρω μειοψηφούσα γνώμη, έπρεπε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, κατ' εφαρμογή δε της διάταξης του άρθρου 514 εδ. β' του Κ.Ποιν.Δ. να παρατεθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση, για την οριστική παύση της ποινικής δίωξης, οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Π.Κ., αντί εκείνων του ισχύοντος Π.Κ., που παρατέθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' του Κ.Ποιν.Δ., κατά την ανωτέρω γνώμη της πλειοψηφίας των μελών της σύνθεσης του Δικαστηρίου, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως(άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά πλειοψηφία την 1134//2021 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login