ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 του νέου Κ.Ποιν.Δ., μετά την αναίρεση της απόφασης, εάν η νέα συζήτηση, διατάχθηκε συνεπεία αίτησης αναιρέσεως που έγινε μόνο από ή υπέρ του καταδικασθέντος, το δικαστήριο της παραπομπής έχει δικαιοδοσία να εξετάσει εξ υπαρχής την υπόθεση όταν η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου, αν, όμως, η αναίρεση υπήρξε μερική, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, δεν θίγεται δε η απόφαση κατά τις λοιπές αυτής διατάξεις. Και τούτο διότι, στη δεύτερη περίπτωση, κατά τα λοιπά μέρη της αναιρεθείσας απόφασης, για τα οποία δεν προβλήθηκαν λόγοι αναιρέσεως ή οι τυχόν προβληθέντες απορρίφθηκαν από την αναιρετική απόφαση, η προσβληθείσα απόφαση κατέστη αμετάκλητη (άρθρο 546 Κ.Ποιν.Δ.), οπότε και δεν επιτρέπεται νέα συζήτηση επί των μερών τούτων, γι' αυτό και όταν προτείνονται λόγοι αναιρέσεως, κατά των μερών αυτών, τυγχάνουν, κατ' άρθρο 57 Κ.Ποιν.Δ., απαράδεκτοι, αφού προσκρούουν στο δεδικασμένο που γεννήθηκε ως προς αυτά, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι τα εν λόγω κεφάλαια είναι αυτοτελή και η υπόστασή τους δεν εξαρτάται από το αναιρεθέν μέρος. Το Δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται, κατά το άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ. η υπόθεση, δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί εκ νέου με την ενοχή του κατηγορουμένου ως προς τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη, αλλά ούτε και με τις επιβληθείσες για αυτές ποινές, αν δε το πράξει ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ.) (ΑΠ 1367/2020).
Απόφαση 758 / 2022 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 758/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουβίδου και Μαριάνθη Παγουτέλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μωυσίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφημία Παπαϊωάννου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 362/2020 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 5 Μαΐου 2021 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης 'Αννας Αρναούτη, έλαβε αριθμό 8/2021, και στους από 15 Νοεμβρίου 2021 πρόσθετους λόγους αναίρεσης που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 473/2021.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεση, να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και την πληρεξούσια δικηγόρο του, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 05.05.2021 με αριθμ. εκθ. καταθ. 8/06.05.2021 αίτηση του Σ. Π. του Π., κατοίκου ..., που ασκήθηκε με δήλωση της νομοτύπως διορισθείσας πληρεξουσίας δικηγόρου του, κατόπιν της από 05.05.2021 ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας, ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέως του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου και ο από 15-11-2021 προταθείς πρόσθετος επ' αυτής λόγος που ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρο 509 ΚΠΔ) ενώπιον της Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθμ.362/2020 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταχωρηθείσας καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο στις 09.12.2020, λαμβανομένης υπόψη της αναστολής προθεσμιών λόγω Covid-19, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος απάτης άνω των 120.000 ευρώ, μετά δε την αναγνώριση στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' ΠΚ, του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 3 ετών, ανασταλείσα επί τριετία, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.473 παρ.1, 2 και 3 ΚΠΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των σχετικών ΚΥΑ και του άρθρου 84 παρ.1 ν.4790/2021) και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 του νέου Κ.Ποιν.Δ., μετά την αναίρεση της απόφασης, εάν η νέα συζήτηση, διατάχθηκε συνεπεία αίτησης αναιρέσεως που έγινε μόνο από ή υπέρ του καταδικασθέντος, το δικαστήριο της παραπομπής έχει δικαιοδοσία να εξετάσει εξ υπαρχής την υπόθεση όταν η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου, αν, όμως, η αναίρεση υπήρξε μερική, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, δεν θίγεται δε η απόφαση κατά τις λοιπές αυτής διατάξεις. Και τούτο διότι, στη δεύτερη περίπτωση, κατά τα λοιπά μέρη της αναιρεθείσας απόφασης, για τα οποία δεν προβλήθηκαν λόγοι αναιρέσεως ή οι τυχόν προβληθέντες απορρίφθηκαν από την αναιρετική απόφαση, η προσβληθείσα απόφαση κατέστη αμετάκλητη (άρθρο 546 Κ.Ποιν.Δ.), οπότε και δεν επιτρέπεται νέα συζήτηση επί των μερών τούτων, γι' αυτό και όταν προτείνονται λόγοι αναιρέσεως, κατά των μερών αυτών, τυγχάνουν, κατ' άρθρο 57 Κ.Ποιν.Δ., απαράδεκτοι, αφού προσκρούουν στο δεδικασμένο που γεννήθηκε ως προς αυτά, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι τα εν λόγω κεφάλαια είναι αυτοτελή και η υπόστασή τους δεν εξαρτάται από το αναιρεθέν μέρος. Το Δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται, κατά το άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ. η υπόθεση, δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί εκ νέου με την ενοχή του κατηγορουμένου ως προς τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη, αλλά ούτε και με τις επιβληθείσες για αυτές ποινές, αν δε το πράξει ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ.) (ΑΠ 1367/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου και ειδικότερα από τις αναγνωσθείσες δικαστικές αποφάσεις προκύπτουν τα ακόλουθα: Εναντίον του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βάρος των εγκαλεσάντων αγροτικών συνεταιρισμών ... και ..., εκ της οποίας το περιουσιακό του όφελος και η αντίστοιχη ζημία των παθόντων συνεταιρισμών υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, φερόμενο τελεσθέν από κοινού με τον αθωωθέντα στην πορεία συγκατηγορούμενό του, Α. Π.. Μετά ταύτα, παραπεμφθείς στο ακροατήριο καταδικάσθηκε τόσο σε πρώτο, με την υπ' αριθμ. 968,999/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, όσο και μετά έφεσή του, σε δεύτερο βαθμό με την υπ' αριθμ. 192/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου του ίδιου Δικαστηρίου για το έγκλημα που του αποδόθηκε και του επεβλήθη με την κατ' έφεση εκδοθείσα απόφαση, και αφού αναγνωρίστηκαν υπέρ αυτού οι ελαφρυντικές περιστάσεις του συννόμου βίου και της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, που μετατράπη σε χρηματική αντί πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως (υπ' αριθμ. 192/2019) ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος, με την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 514/2020 απόφασή του έκρινε μετ' απόρριψη πάντων των λοιπών, πλην του τρίτου, λόγων του αναιρετηρίου δικογράφου, ότι η προσβληθείσα απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο κρίση της για το (βασικό) αδίκημα της απάτης σε βάρος των εγκαλεσάντων συνεταιρισμών. Περαιτέρω όμως ο Άρειος Πάγος, με την ίδια απόφασή του έκρινε ότι οι παραδοχές του Εφετείου περί του αν το έγκλημα του κατηγορουμένου τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, όπως καταδικάστηκε ή άπαξ, είναι ασαφείς και καθιστούν ανέφικτο τον περί την ορθή εφαρμογή του νόμου έλεγχο από τον Άρειο Πάγο, μετά ταύτα δε, κατ' αποδοχή του αντιστοίχου τρίτου λόγου του αναιρετηρίου, αναίρεσε μερικά και δη μόνο ως προς το σημείο αυτό την προσβληθείσα απόφαση, δηλονότι μόνο ως προς τη διάταξή της, με την οποία κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο για το έγκλημα της απάτης ως κατ' εξακολούθηση" τελεσθέν και συνακόλουθα ως προς τη διάταξή της περί επιβολής σε αυτόν ποινής και παρέπεμψε, κατά το μέρος αυτό, την υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ήδη, με βάση την προπαρατεθείσα διαδρομή της υποθέσεως έχει κριθεί αμετακλήτως ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απάτης, κατ' αρχάς στη βασική της μορφή, σε βάρος των προαναφερομένων συνεταιρισμών, όπως τα ειδικότερα περιστατικά της καταγράφονται στο σκεπτικό της υπ' αριθμ. 192/2019 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου και έχουν ως ακολούθως: "Μεταξύ των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (ΑΣΟ) Ν. Α., Μ. και Μ. συστήθηκε κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΣΟ Ν. Α. - Μ. - Μ." και το διακριτικό τίτλο "ΑΛ.Μ.ΜΕ" με έδρα τη .... Η εν λόγω κοινοπραξία διέθετε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, και εκμεταλλεύετο ένα πλήρες σύστημα μεταποίησης βιομηχανικού ροδάκινου σε κομπόστα. Η συγκρότηση αυτής σε κοινοπραξία με τους αγροτικούς συνεταιρισμούς Ν. Α., Μ., Μ. είχε σκοπό, βάσει εσωτερικής συμφωνίας των μελών της κοινοπραξίας, αλλά και καταστατικής πρόβλεψης, τη μεταποίηση του βιομηχανικού ροδάκινου, που διαθέτουν τα μέλη της σε αυτήν, σε κομπόστα και την εν συνεχεία εμπορία του παραγομένου προϊόντος. Οι εγκαλούντες αγροτικοί συνεταιρισμοί ... και ... του νομού ..., εμπορεύονται, επίσης, για λογαριασμό των μελών τους - παραγωγών, επιτραπέζια ροδάκινα, τα οποία οι εν λόγω παραγωγοί καλλιεργούν και προσκομίζουν προς εμπορία στους ως άνω αγροτικούς συνεταιρισμούς. Κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 εμφανίσθηκε ο κατηγορούμενος στα καταστατικά όργανα των εγκαλούντων αγροτικών συνεταιρισμών, μέσω του πολιτικού γραφείου του βουλευτή ..., Μ. Χ., και αφού ανέπτυξε ότι η ρωσική αγορά προσφέρει ευνοϊκές δυνατότητες μαζικής διάθεσης των παραγομένων προϊόντων των μελών τους, προέτρεψε αυτούς να επιχειρήσουν τη μαζική διάθεση των προϊόντων τους στη ρωσική αγορά, προσφερόμενος να παράσχει τη βοήθειά του. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε στους εκπροσώπους των πιο πάνω συνεταιρισμών ότι λόγω της επιχειρηματικής του δραστηριότητας στη ρωσική αγορά για μεγάλο χρονικό διάστημα και της επί μακρόν διαμονής του στη Ρωσία, είχε γνωριμίες και δημόσιες σχέσεις με υψηλόβαθμα στελέχη της ρωσικής οικονομίας, όπως υπουργούς και στελέχη της διοίκησης και ότι η συγκεκριμένη χρονική περίοδος παρουσίαζε ευνοϊκές συνθήκες διείσδυσης των προϊόντων των εγκαλούντων στη ρωσική αγορά, διότι η ρωσική κυβέρνηση ήθελε να αφαιρέσει το εμπόριο των οπωροκηπευτικών από τα χέρια των Αζέρων, που μονοπωλούσαν τη σχετική αγορά. Οι εκπρόσωποι των εγκαλούντων συνεταιρισμών πείσθηκαν στις ως άνω διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου, επειδή επιθυμούσαν πράγματι τα προϊόντα τους να αποκτήσουν ευκολότερη πρόσβαση σε μία μεγάλη αγορά, όπως η ρωσική, αφού μέχρι τότε οι ποσότητες προϊόντων που διακινούσαν στην ανωτέρω αγορά δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες και γι' αυτό οι σχετικές συναλλαγές με τους τοπικούς εμπόρους λάμβαναν χώρα με μετρητά που τους καταβάλλονταν προκαταβολικά με τη κατάρτιση της σχετικής συμφωνίας. Για το λόγο αυτό ακολούθησαν πολλές συναντήσεις του πρώτου των κατηγορουμένων με τους εκπροσώπους των εγκαλούντων, ενώ αντιπροσωπεία των καταστατικών οργάνων των εγκαλούντων επισκέφθηκε τη Μόσχα κατά το Μάρτιο του έτους 2005, προκειμένου να σχηματίσουν ιδία αντίληψη για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη ρωσική αγορά. Κατά την επίσκεψή τους αυτή ο κατηγορούμενος ανέλαβε την ενημέρωσή τους σε γραφείο, το οποίο παρουσίασε ως χώρο της δικής του επαγγελματικής δραστηριότητας, ενώ στην πραγματικότητα αυτό είχε μισθωθεί από τρίτον. Για τη μετακίνηση της αντιπροσωπείας των εγκαλούντων συνεταιρισμών, ο κατηγορούμενος είχε προβεί σε μίσθωση λιμουζίνας. Στο πλαίσιο της εν λόγω επίσκεψης στη Μόσχα οι εκπρόσωποι των εγκαλούντων επισκέφθηκαν πολλά υπερκαταστήματα (super market), όπου διαπίστωσαν την έλλειψη προϊόντων ελληνικής παραγωγής και συνακόλουθα τις μεγάλες προοπτικές διάθεσης των προϊόντων των συνεταιρισμών στη τοπική αγορά. Και έτσι οι εγκαλούντες πείστηκαν ότι ήταν ευκαιρία για τη διοχέτευση των προϊόντων τους στην Ρωσική αγορά, ενώ ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε σ' αυτούς ότι για να πετύχουν αυτό έπρεπε να γίνει μία "στρατηγική διείσδυση" από μέρους τους στη ρωσική αγορά, η οποία θα επιτυγχανόταν μόνο με την ίδρυση τοπικού φορέα. Έτσι έπεισε τους εκπροσώπους των εγκαλούντων για την ανάγκη δημιουργίας ενός εταιρικού φορέα στη Ρωσία, που θα αναλάμβανε την αγορά και τη διάθεση των προϊόντων των εγκαλούντων στη ρωσική αγορά. Για το λόγο αυτό υπογράφηκε το από 29-3-2005 πρωτόκολλο συνεργασίας και εμπιστευτικότητας μεταξύ του κατηγορουμένου, ως εκπροσώπου της εταιρείας I. και όλων των εκπροσώπων των συμμετεχόντων στον υπό σύσταση εταιρικό φορέα εταίρων, ως και πρωτόκολλα της συνέλευσης των ιδρυτών του υπό σύσταση εταιρικού φορέα με διάφορα θέματα ημερήσιας διάταξης, για την δημιουργία μεταξύ τους φορέα ανάπτυξης ενεργειών κοινής δράσης, ήτοι εταιρείας που θα συστήσουν τα δύο μέρη στη Μόσχα σύμφωνα με τους νόμους της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Μετά ταύτα ο κατηγορούμενος, με τη συνδρομή και του συνεργάτη του, Α. Π., ανέλαβε τις νομικές διεργασίες που απαιτούντο για τη σύσταση του εν λόγω φορέα, ενημέρωσε δε τα καταστατικά όργανα των εγκαλούντων αγροτικών συνεταιρισμών ότι η σχετική δαπάνη για την ίδρυση και αρχική λειτουργία της εταιρείας "A.-R.", ανερχόταν στο ποσό των 30.000 ευρώ. Τη σχετική δαπάνη ανέλαβε να χρηματοδοτήσει η άνω κοινοπραξία, με βάση το ως άνω πρωτόκολλο συνομιλιών και συνεργασίας, η οποία και κατέβαλε προς τούτο το άνω ποσόν στον κατηγορούμενο, μέσω του συνεργάτη του, Α. Π.. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στα πλαίσια του άνω από 29.3.2005 πρωτοκόλλου ανάπτυξης και συνερνασίας των συμβαλλόμενων μερών, στις 7.6.2005 από την ΓΣ των ιδρυτών της ΕΠΕ, με την επωνυμία "A.-R.", συνετάγη και υπογράφηκε το καταστατικό της ως άνω ΕΠΕ. Ο υπό σύσταση εταιρικός φορέας έλαβε την εταιρική μορφή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης κατά τη ρωσική νομοθεσία και είχε την επωνυμία "Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης A.-R.", με την έδρα του στη Μόσχα. Στο φορέα αυτό μετείχαν η άνω κοινοπραξία με την επωνυμία "Κοινοπραξία ΑΣΟ Ν. Α. - ... - ..." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΛ.Μ.ΜΕ" κατά ποσοστό 60%, η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία R. LTD και έδρα τη Μόσχα κατά ποσοστό 20% και η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία E. - A. και έδρα τη Μόσχα με ποσοστό 20%. Στην τελευταία εταιρία μετείχε ως εταίρος κατά ποσοστό 10% ο κατηγορούμενος και στην προτελευταία εταιρία μετείχε ως αφανής εταίρος. Προέκυψε, περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενος κατήρτισε με δική του επιμέλεια το καταστατικό του υπό σύσταση εταιρικού φορέα με την επωνυμία "Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης A.-R." και προχώρησαν οι σχετικές διαδικασίες, χωρίς όμως αυτές να ολοκληρωθούν πλήρως, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η έναρξη εμπορικής δραστηριότητας της ως άνω εταιρείας. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι το καταστατικό του ως άνω εταιρικού φορέα υπογράφηκε στις 7-6-2005 και σύμφωνα με το άρθρο 1.5 της ιδρυτικής σύμβασης της ΕΠΕ η εταιρεία αποκτά δικαιώματα νομικού προσώπου από την στιγμή της επίσημης καταχώρησής της σύμφωνα με την καθοριζομένη διαδικασία. Με το από 7.6.2005 πρωτόκολλο αριθμ. 2 της ΓΣ της ως άνω εταιρείας ορίζεται ως γενικός Διευθυντής αυτής ο Α. Π., ενώ με το από 10-6-2005 με αριθμό 1 πρωτόκολλο της ΓΣ της ως άνω εταιρείας διορίσθηκε στη θέση του Γενικού Διευθυντή της ως άνω εταιρείας η Β. Γ.. Η επίσημη δε καταχώρηση της ως άνω εταιρείας στο Ενιαίο Κρατικό Μητρώο Νομικών Προσώπων έγινε στις 10-6-2005, όπως προκύπτει από το με αριθμό 67893/10.6.2005 απόσπασμα από το Ενιαίο Κρατικό Μητρώο Νομικών προσώπων, με ημερομηνία κατάθεσης εγγράφου 8.6.2005 και με επικεφαλής του νομικού προσώπου την Β. Γ..
Συνεπώς η "Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης A.-R." αποκτά δικαιώματα νομικού προσώπου στις 10.6.2005, κατά την επίσημη καταχώρησή της και με νόμιμο εκπρόσωπο την Β. Γ.. Όμως ο κατηγορούμενος επέδειξε σκόπιμα παρελκυστική τακτική, όσον αφορά την ολοκλήρωση των διαδικασιών ενεργοποίησης του υπό σύσταση εταιρικού φορέα κατά το ρωσικό δίκαιο με την επωνυμία, επικαλούμενος στους εγκαλούντες ότι έπρεπε να εμφανιστεί ο Α. Π. ως ο γενικός διευθυντής της A.-R. και να ανοίξει λογαριασμό σε τράπεζα ώστε να ενεργοποιηθεί η ως άνω εταιρία. Όμως η τακτική αυτή ήταν παρελκυστική, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η υπό σύσταση ως άνω εταιρεία από την εγγραφή της στο ως άνω μητρώο απέκτησε δικαιώματα νομικού προσώπου. Ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας εμφαίνεται ότι ήταν μόνο η Β. Γ. και αυτή ηδύνατο και όφειλε να ανοίξει λογαριασμούς KOL να ενεργοποιήσει τον υπό σύσταση φορέα. Αντί αυτού όμως ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε την ιδέα για την ενεργοποίηση αυτού, χωρίς ωστόσο να ενημερώσει τα καταστατικά όργανα των εγκαλούντων, σχετικά με την εκ μέρους του εγκατάλειψη, επί της ουσίας, των διαδικασιών ενεργοποίησης του φορέα και δραστηριοποίησης αυτού στη ρωσική αγορά. Αντιθέτως διαβεβαίωνε τα καταστατικά όργανα των εγκαλούντων συνεταιρισμών ότι επίκειται η παραπάνω ενεργοποίηση του ως άνω εταιρικού φορέα, αλλά υπήρχαν ορισμένα γραφειοκρατικά εμπόδια στην ολοκλήρωση των διαδικασιών ενεργοποίησης της εταιρείας A.-R., τα οποία απέδιδε στην μη εμφάνιση του Α. Π. ως γενικού διευθυντή για άνοιγμα λογαριασμών και ενεργοποίηση του φορέα. Τούτο έπραττε διότι σκοπός του ήταν όχι η ενεργοποίηση της A.-R., αλλά η διοχέτευση των προϊόντων των εγκαλούντων στην εταιρεία R. LTD με εμφανή εταίρο την Β. Γ., και αφανή τον ίδιο. Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ενώ η κατάθεση της αίτησης έγινε 8.6.2005, η καταχώρηση της A.-R. έγινε στις 10.6.2005, με επίσημη εκπρόσωπο την Β. Γ.. Όμως ο κατηγορούμενος συνέχισε τη παρελκυστική του τακτική σχετικά με την ολοκλήρωση των διαδικασιών ενεργοποίησης της εταιρείας A.-R. μέχρι του χρονικού σημείου της έναρξης της συγκομιδής της παραγωγής επιτραπέζιων ροδάκινων το καλοκαίρι του έτους 2005 από τους παραγωγούς, μέλη των δευτέρου και τρίτου των εγκαλούντων αγροτικών συνεταιρισμών ... και ..., οπότε, εκμεταλλευόμενος τη πίεση της επικείμενης ανάγκης διάθεσης της ευπαθούς παραγωγής των ροδάκινων, ο κατηγορούμενος έπεισε τα καταστατικά όργανα των εγκαλούντων συνεταιρισμών να φορτώσουν και παραδώσουν μεγάλες ποσότητες ροδάκινων στη ρωσική εταιρεία με την επωνυμία R. LTD (εταίρο του υπό σύσταση εταιρικού φορέα A.-R.) με εκπρόσωπο αυτής την Γ. Β. (G. V.), συμφερόντων κυρίως του κατηγορουμένου. Έτσι, στις 9.6.2005 οι εκπρόσωποι των εγκαλούντων συνεταιρισμών, πειθόμενοι στις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου ότι υπάρχουν γραφειοκρατικά προβλήματα και θα καθυστερήσει η ενεργοποίηση της ΕΠΕ A.-R., πιεσμένοι από την ύπαρξη παραγωγής ροδάκινων και την μη διοχέτευση αυτών στην αγορά, υπέγραψαν στις 9.6.2005, ήτοι μία ημέρα πριν την καταχώρηση της ως άνω εταιρείας, τα από 9.6.2005 συμβόλαια, με τα οποία διοχέτευαν φρούτα αξίας 300.000 δολαρίων ΗΠΑ στην εταιρεία R. LTD, συμφερόντων εμφανώς της Β. Γ., αλλά αληθώς του κατηγορουμένου, ο οποίος και υπέδειξε τη διαδικασία αυτή. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι οι διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου προς τα καταστατικά όργανα των εγκαλούντων συνεταιρισμών ότι ο έχει υψηλές γνωριμίες στα ανώτερα κυβερνητικά κλιμάκια και σε υψηλόβαθμα στελέχη της διοίκησης και της ρωσικής οικονομίας και ότι γνωρίζει καλά τη ρωσική αγορά, με αυτονόητη συνέπεια να μπορούν, μέσω των γνωριμιών του, να συνδράμει τους εγκαλούντες συνεταιρισμούς στη "στρατηγική διείσδυση" των προϊόντων τους στη ρωσική αγορά ήταν ψευδείς, αφού ουδέποτε έφερε τους εκπροσώπους των εγκαλούντων συνεταιρισμών σε επαφή με οποιοδήποτε οικονομικό παράγοντα ή πολιτικό πρόσωπο, το οποίο θα μπορούσε να προσφέρει βοήθεια στην προώθηση των προϊόντων αυτών στη ρωσική αγορά ή και να βοηθήσει στην επιτάχυνση των διαδικασιών ενεργοποίησης του ως άνω εταιρικού φορέα, μέσω του οποίου θα διοχετεύονταν τα προϊόντα τους στη ρωσική αγορά. Και ότι ο κατηγορούμενος επίσης δεν είχε καμία γνώση της ρωσικής αγοράς στο τομέα αυτό. Οι φορτώσεις δε που συμφωνήθηκαν με τα ως άνω από 9.6.2005 συμφωνητικά κατά τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου θα λάμβαναν χώρα προσωρινά, μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών ενεργοποίησης της εταιρείας A.-R., χωρίς την οποία η τελευταία στερείτο της ικανότητας να συναλλάσσεται, που σημειωτέον η Β. Γ., ως Γενική Διευθύντρια απέφευγε να ενεργοποιήσει με το άνοιγμα λογαριασμών σε τράπεζα Παράλληλα ο κατηγορούμενος, προκειμένου να πείσει τα καταστατικά όργανα των εγκαλούντων αγροτικών συνεταιρισμών να παραδώσουν τα προϊόντα τους προς φόρτωση στην εν λόγω αγοράστρια ρωσική εταιρεία R. LTD, διαβεβαίωσε αυτούς ψευδώς για την οικονομική και ηθική φερεγγυότητα, τη συνέπεια, την εντιμότητα και την ευθύτητα της στις συναλλαγές. Με τις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις, αλλά και ως εμπορικός συνεργάτης στον υπό την επικείμενη δήθεν ενεργοποίηση εταιρικό φορέα A.-R., στον οποίο οι ως άνω αγροτικοί συνεταιρισμοί συμμετείχαν μέσω της πρώτης εγκαλούσας κοινοπραξίας κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά, παραπλάνησε τα καταστατικά όργανα του δευτέρου και τρίτου των εγκαλούντων αγροτικών συνεταιρισμών και έπεισε αυτά να αρχίσουν φορτώσεις από τις 14 Ιουνίου 2005 μεγάλων ποσοτήτων επιτραπέζιων ροδάκινων με αγοράστρια τη ρωσική εταιρεία R. LTD. Με βάση τη σχετική συμφωνία, τα εμπορεύματα θα ήταν παραδοτέα στις εγκαταστάσεις των εγκαλούντων αγροτικών συνεταιρισμών, οι φορτώσεις θα γίνονταν με την επίβλεψη του κατηγορουμένου ως προς τη ποιότητα και ποσότητα των προϊόντων, η τιμολόγηση θα γινόταν στο τόπο φόρτωσης και η καταβολή του τιμήματος θα γινόταν εντός μίας (1) εβδομάδας από τη παραλαβή κάθε φορτίου στη Μόσχα, τα δε έξοδα μεταφοράς θα βάρυναν τη αγοράστρια ρωσική εταιρεία, πλην όμως θα καταβάλλονταν από τους πωλητές συνεταιρισμούς στους μεταφορείς επιλογής του κατηγορουμένου και τα σχετικά ποσά θα προσαύξαναν την τιμολόγηση κάθε φορτίου Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, κατά τη χρονική περίοδο από 14 Ιουνίου έως 18 Ιουλίου 2005 ο δεύτερος των εγκαλούντων Αγροτικός Συνεταιρισμός ... στη ... του νομού ..., φόρτωσε διαδοχικά σε φορτηγά αυτοκίνητα - ψυγεία με προορισμό τη Μόσχα και παραλήπτρια την αγοράστρια ρωσική εταιρεία R. LTD είκοσι τέσσερις συνολικά φορές τις αναγραφόμενες στο διατακτικό επί μέρους ποσότητες επιτραπέζιων ροδάκινων, συνολικής τιμολογιακής αξίας 308.252,87 ευρώ, περιλαμβανόμενης της δαπάνης μεταφοράς. Την ίδια χρονική περίοδο από 14 Ιουνίου έως 17 Ιουλίου 2005 ο τρίτος των εγκαλούντων Αγροτικός Συνεταιρισμός ... στη Μέση του νομού ..., κατά το χρονικό διάστημα από 14 Ιουνίου έως 17 Ιουλίου 2005 φόρτωσε διαδοχικά σε φορτηγά αυτοκίνητα - ψυγεία με προορισμό τη Μόσχα και παραλήπτρια την αγοράστρια ρώσικη εταιρεία R. LTD δεκαέξι συνολικά φορές τις αναγραφόμενες στο διατακτικό επί μέρους ποσότητες επιτραπέζιων ροδάκινων, συνολικής τιμολογιακής αξίας 216.035,55 ευρώ, περιλαμβανομένης της δαπάνης μεταφοράς. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τις ως άνω ποσότητες επιτραπέζιων ροδάκινων παρέλαβε στην έδρα της στη Μόσχα η ως άνω αγοράστρια ρωσική εταιρεία R. LTD, τις οποίες στη συνέχεια διέθεσε στη ρωσική αγορά. Ακολούθως επειδή δεν τηρήθηκε από την αγοράστρια εταιρεία ο συμβατικός χρόνος αποπληρωμής των επί μέρους αποσταλέντων φορτίων επιτραπέζιων ροδάκινων, παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου ότι θα πληρωθεί το οφειλόμενο τίμημα στις διαμαρτυρίες των καταστατικών οργάνων των εγκαλούντων αγροτικών συνεταιρισμών, οι τελευταίοι διέκοψαν πλέον, από 18 Ιουλίου 2005, τις φορτώσεις, υποψιαζόμενοι ότι έπεσαν θύματα απάτης. Τελικώς, ο κατηγορούμενος κατέβαλε διαδοχικά μέχρι τις 4 Αυγούστου 2005 το ποσό των 47.108,69 ευρώ στον εγκαλούντα αγροτικό συνεταιρισμό ... και το ποσό των 32.050,55 ευρώ στον εγκαλούντα αγροτικό συνεταιρισμό ..., προς εξόφληση μέρους της ως άνω αξίας των παραδοθέντων εμπορευμάτων. Η ως άνω καταβολή επιβεβαιώνει και τον ισχυρισμό των εγκαλούντων ότι η εξόφληση του τιμήματος είχε συμφωνηθεί σε μία εβδομάδα από τον χρόνο παραλαβής και όχι στις 90 ημέρες από τον εκτελωνισμό των προϊόντων όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος και περιέχεται ως όρος στα από 9.6.2005 ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ των εγκαλούντων συνεταιρισμών και της R. LTD. Επίσης, επιβεβαιώνει και των ισχυρισμό των εγκαλούντων συνεταιρισμών ότι αφανής εταίρος της R. LTD ήταν κατηγορούμενος. Όταν δε οι εκπρόσωποι των εγκαλούντων αγροτικών συνεταιρισμών απαίτησαν ολόκληρο το οφειλόμενο τίμημα των μέχρι τότε πωληθέντων και παραδοθέντων ποσοτήτων επιτραπέζιων ροδάκινων, ο κατηγορούμενος μέσω τηλεομοιοτυπήματος (FAX) προέβαλε για πρώτη φορά ως λόγο μη αποπληρωμής το γεγονός ότι τα πωληθέντα ροδάκινα εμφάνιζαν πραγματικά ελαττώματα. Μετά τις ως άνω αιτιάσεις, οι εγκαλούντες συνεταιρισμοί απέστειλαν στη Μόσχα τον προϊστάμενο της γεωπονικής υπηρεσίας της άνω κοινοπραξίας και εξετασθέντα μάρτυρα Κ. Π., γεωπόνο, συνοδευόμενο από τον διευθυντή του αγροτικού συνεταιρισμού ... και εξετασθέντα μάρτυρα Π. Κ., οι οποίοι κατά τη μετάβασή τους, με τη συνοδεία του κατηγορουμένου, σε κάποιο χώρο που τους αναφέρθηκε ως τελωνειακός χώρος διαπίστωσαν ότι εκεί ήταν σταθμευμένα τέσσερα φορτηγά αυτοκίνητα - ψυγεία με φορτία επιτραπέζιων ροδάκινων που είχαν πωληθεί στην εταιρεία R. LTD (επί συνόλου σαράντα φορτηγών αυτοκινήτων - ψυγείων που είχαν σταλεί σε αυτήν), στα οποία δεν επικρατούσε η σωστή θερμοκρασία για τη διατήρηση και συντήρηση των ευπαθών αυτών προϊόντων, με συνέπεια να έχει αλλοιωθεί ποσότητα της τάξης του 20 - 30% του προϊόντος, ενώ επίσης σε κάποια από αυτά είχε αφαιρεθεί μεγάλος αριθμός τελλάρων από αυτά που κατά τα δελτία αποστολής είχαν φορτωθεί στους τόπους φόρτωσης. Σημειώνεται ότι το κίνδυνο της μεταφοράς των προϊόντων τον έφερε κατά τη συμφωνία η παραλήπτρια εταιρεία. Από τα παραπάνω πρόεκυψε ότι η παραλήπτρια εταιρεία R. LTD, υπεύθυνη κατά τη σύμβαση για τη παραλαβή των φορτίων ροδάκινων και την αποπληρωμή του τιμήματος, δεν ήταν οικονομικά και ηθικά φερέγγυα, συνεπής στις υποχρεώσεις της και αξιόπιστη στις συναλλαγές της, όπως ψευδώς ο κατηγορούμενος διαβεβαίωνε τους εκπροσώπους των εγκαλούντων αγροτικών συνεταιρισμών. Επειδή δε οι τελευταίοι εμπιστεύθηκαν τις διαβεβαιώσεις αυτές, απέστειλαν στην ως άνω ρωσική παραλήπτρια εταιρεία R. LTD τις ως άνω μεγάλες ποσότητες επιτραπέζιων ροδάκινων. Μία τέτοια όμως κατάσταση, συνδυαζόμενη με τη προαναφερθείσα μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της αγοράστριας ρωσικής εταιρείας προς τους εγκαλούντες αγροτικούς συνεταιρισμούς και παραλλήλως με το γεγονός της διάθεσης των προϊόντων στη ρωσική αγορά καταδεικνύει όχι έλλειψη ορθής διαχείρισης, αλλά κυρίως αφερεγγυότατα οικονομική και εν γένει συναλλακτική της εν λόγω ρωσικής επιχείρησης. Ο κατηγορούμενος όμως, παρά το γεγονός ότι γνώριζε την αφερεγγυότητα αυτής, διαβεβαιώνοντας τους εγκαλούντες συνεταιρισμούς για το αντίθετο, τους παραπλάνησε και τους έπεισε να αποστείλουν με πίστωση του τιμήματος μεγάλες ποσότητες επιτραπέζιων ροδάκινων, αποσκοπώντας στο όφελος που ο ίδιος θα αποκόμιζε, αφού συμφερόντων του ήταν η ως άνω ρωσική εταιρεία R. LTD, από τη διάθεση των προϊόντων στη ρωσική αγορά, με αντίστοιχη ζημία των εγκαλούντων. Η δε ζημία των εγκαλούντων αγροτικών συνεταιρισμών ... και ... ανέρχεται στα ποσά των 261.144,18 ευρώ (308.252,87 ευρώ τιμολογηθείσα αξία πωληθέντων προϊόντων μείον 47.108,69 ευρώ μερική καταβολή} και των 183.985 ευρώ (216.035,55 ευρώ τιμολογηθείσα αξία πωληθέντων προϊόντων μείον 32.050,55 ευρώ μερική καταβολή) αντιστοίχως, ποσά που υπερβαίνουν τις 120.000 ευρώ για κάθε εγκαλούντα αγροτικό συνεταιρισμό. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η ανωτέρω ζημία είναι κατά πολύ μικρότερη διότι η συμφωνηθείσα τιμή πώλησης ήταν 0,54 ευρώ το κιλό, όπως αναγράφεται στις σχετικές διασαφήσεις εισαγωγής των ρωσικών τελωνειακών αρχών και όχι στην αναγραφόμενη στα τιμολόγια μεγαλύτερη αξία, δεν κρίνεται βάσιμος, διότι η ως άνω μικρότερη τιμή αφορά το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο εξαγωγής συναλλάγματος για την εισαγωγή των αντιστοίχων προϊόντων στη ρωσική επικράτεια κατά τη ρωσική νομοθεσία, που αποσκοπούσε στον περιορισμό της εξαγωγής συναλλάγματος από τη ρωσική ομοσπονδία για τη διενέργεια εισαγωγών από το εξωτερικό και δεν αφορούσε τη συμφωνηθείσα τιμή διάθεσης των πωληθέντων ποσοτήτων επιτραπέζιων ροδάκινων στην εταιρεία R. LTD. Μάλιστα, η τιμή των 0,54 ευρώ ανά χιλιόγραμμο πωληθέντος προϊόντος δεν κάλυπτε το κόστος παραγωγής των ροδάκινων και συνακόλουθα δεν μπορούσε να συμφωνηθεί από τους εγκαλούντες αγροτικούς συνεταιρισμούς ως τιμή πώλησης αυτών στη πιο πάνω ρωσική εταιρεία. Από τα όσα προαναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ήτοι των γνωριμιών του με ανώτερα στελέχη της ρωσικής οικονομίας και της ρωσικής διοίκησης, με τις οποίες θα προωθούσε τα προϊόντα των εγκαλούντων στη ρωσική αγορά, της εκ μέρους του καλής γνώσης της ρωσικής αγοράς, των διαβεβαιώσεών του μέχρι την έναρξη της περιόδου συγκομιδής των επιτραπέζιων ροδάκινων, ότι επίκειται η ενεργοποίηση του ρωσικού εταιρικού φορέα με την επωνυμία A.-R., δια του οποίου θα επιτυχγάνετο η προώθηση των προϊόντων των εγκαλούντων στη ρωσική αγορά και των διαβεβαιώσεών του για τη φερεγγυότητα και την αξιοπιστία στις συναλλαγές με τρίτους της ρωσικής εταιρείας R. LTD, συμφερόντων του ιδίου, παραπλάνησε τους εκπροσώπους των εγκαλούντων αγροτικών συνεταιρισμών και τους έπεισε να φορτώσουν σε φορτηγά αυτοκίνητα - ψυγεία και να αποστείλουν στη πιο πάνω ρωσική εταιρεία R. LTD μεγάλες ποσότητες επιτραπέζιων ροδάκινων, στις οποίες (ενέργειες) οι εκπρόσωποι των πιο πάνω εγκαλούντων δεν θα προέβαιναν, εάν γνώριζαν τη πραγματική κατάσταση. Από τις πιο πάνω παράνομες ενέργειές του οι εγκαλούντες αγροτικοί συνεταιρισμοί υπέστησαν αντιστοίχως τις προαναφερθείσες ζημίες της τάξης των 261.144,69 και 183.985 ευρώ, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισε ο κατηγορούμενος και τρίτοι από την περαιτέρω διάθεση στη ρωσική αγορά των πωληθέντων και παραδοθέντων ποσοτήτων επιτραπέζιων ροδάκινων. Εξ άλλου, εν όψει του άρθρου 17 Π.Κ., ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται αυτός, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του παραπλανηθέντα ... Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες, στο ακροατήριο, καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, την κατάθεση, επίσης στο ακροατήριο, του ιερομονάχου μάρτυρος υπερασπίσεως και την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, αλλά και εν όψει των αμετακλήτων παραδοχών του παρόντος Δικαστηρίου, όπως εκφράζονται στο προαναφερθέν σκεπτικό του, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, αποβλέποντας εξ αρχής στο παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο και, με βάση τα προαναφερθέντα, επέτυχε, προήλθε, κατά το χρονικό διάστημα από του Δεκεμβρίου 2004 έως και των αρχών Ιουνίου 2005, σε επαναλαμβανόμενες ψευδείς προς τους παθόντες, υπό κοινή εκπροσώπηση και ενιαίως ενεργούντες, παραστάσεις, όπως αυτές εξαντλητικά ανωτέρω περιγράφονται και επέτυχε δι' αυτών όπως καλλιεργηθεί και εμπεδωθεί στους παθόντες συνεταιρισμούς η επιδιωχθείσα πλάνη, κατ' ακολουθίαν της οποίας, άπαξ επελθούσης, αυτοί προήλθαν, σε μεταγενέστερο χρόνο, στις επιζήμιες για τα συμφέροντά τους φορτώσεις των αναφερομένων στο διατακτικό ποσοτήτων επιτραπεζίων ροδάκινων, την αξία των οποίων, όπως εξ αρχής απέβλεψε και επεδίωξε, καρπώθηκε, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ο κατηγορούμενος. Με βάση, μετά ταύτα, το σύνολο των προαναφερθέντων παραδοχών του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με όσα στη μείζονα σκέψη εκτίθενται, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος του εγκλήματος της απάτης σε βάρος των, υπό κοινή, όπως προαναφέρθηκε, εκπροσώπηση και ενιαίως ενεργούντων, παθόντων, άπαξ τελεσθέντος και όχι κατ' εξακολούθηση, όπως του αποδόθηκε, εκ του οποίου η προκληθείσα ζημία, τόσο συνολικά όσο και χωριστά για κάθε παθόντα συνεταιρισμό, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, κατά τα στο διατακτικό ειδικότερον οριζόμενα. Στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, πάντως, πρέπει ν' αναγνωρισθούν συντρέχουσες οι ήδη αναγνωρισθείσες υπέρ αυτού (άρθρο 470α' ΚΠΔ) ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου εντίμου, ήδη συννόμου, βίου και του γεγονότος ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (άρθρο 84 παράγραφος 2α και ε' του Ποινικού Κώδικα".
Επομένως ο πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση ως προς την πράξη της απάτης στη βασική της μορφή, ως προς το πρόσωπο που καρπώθηκε το παράνομο περιουσιακό όφελος από την απατηλή συμπεριφορά, πράγμα που έχει κριθεί αμετακλήτως, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Η διάταξη του άρθρου 79 παρ. 4 του προϊσχύσαντος Π.Κ. όριζε: "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη του άρθρου 79 παρ.7 του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019) όριζε: "Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία". Η διάταξη του άρθρου 79 παρ.7 του νέου Π.Κ., όπως ισχύει μετά το Ν. 4637/2019 ορίζει "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα της πράξης και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προηγηθείσα απόφαση για την ενοχή του. Υποχρέωση επανάληψης των περιστατικών αυτών στην περί της ποινής απόφαση δεν υφίσταται. Η τελευταία αποκτά την κατά νόμο αιτιολογία με την απλή επανάληψη του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 79 ΠΚ και την δια μέσου αυτών, σιωπηρή έστω, επίκληση των όσων ήδη έγιναν δεκτά με την απόφαση επί της ενοχής, χωρίς να έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά (ΑΠ 984/2019, ΑΠ 66/2017, ΑΠ 181/2016).
Κατά τη διάταξη, εξ άλλου, της παραγράφου 3 του άρθρου 463 του νυν ισχύοντος Π.Κ (ν. 4619/2019) Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα έτη, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 περ. γ' Η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της. Προσέτι, κατά το άρθρο 83 του νυν ισχύοντος Π.Κ Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιο της καθορίζεται ως εξής: α) ...., β). ..., γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι έτη, δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 85 (Συρροή λόγων μείωσης της ποινής): 1. Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής: α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος, σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή. Από το συνδυασμό της ανωτέρω μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 463 και αυτής του άρθρου 85 του ισχύοντος Π.Κ, που είναι ευμενέστερες, συνάγεται ότι είναι δυνατή η περαιτέρω μείωση των μειωμένων ποινών και, συγκεκριμένα, επιτρέπεται πλέον, σε αντίθεση με το προϊσχύσαν καθεστώς, η διπλή μείωση της ποινής, σε περίπτωση περισσοτέρων του ενός ελαφρυντικών περιστάσεων ή λόγων μείωσης της ποινής (ΑΠ 263/2020, ΑΠ 93/2020).
Με το μοναδικό λόγο του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια α) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη μη επιμέτρηση της ποινής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.7 Π.Κ., όπως ίσχυε με το ν. 4619/2019 από 1.7.2019 και πριν το Ν. 4637/2019, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 18.11.2019, η οποία είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και β) λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 85 Π.Κ., που προβλέπει περαιτέρω ελάττωση του κατώτατου ορίου της μειωμένης ποινής, κατ' άρθρο 83 Π.Κ., λόγω αναγνώρισης στο πρόσωπό του περισσότερων ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 Π.Κ.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε, σχετικά με την επιμέτρηση και την περαιτέρω ελάττωση του κατώτατου ορίου της μειωμένης ποινής, τα ακόλουθα: "Με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τη βαρύτητα της προπεριγραφόμενης πράξεως που τέλεσε ο κατηγορούμενος και το βαθμό της ενοχής του, να επιβληθεί σε βάρος του η αναφερόμενη ειδικότερα στο διατακτικό ποινή, η οποία αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών της συγκεκριμένης ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του και αφού λήφθηκαν, ιδίως, υπόψη, μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησε η ανωτέρω αξιόποινη πράξη του, η φύση και το είδος της εν λόγω πράξης του, τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες οι προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεσή της, σε συνδυασμό τόσο με την όλη στάση και διαγωγή του κατά τη διάρκεια και μετά από αυτήν, όσο και με το γεγονός της αναγνωρίσεως δύο ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπό του". Κατ' ακολουθία, με τις πιο πάνω παραδοχές, για την επιβληθείσα στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο ως άνω ποινή φυλάκισης, που κυμάνθηκε εντός των ορίων του πλαισίου των προβλεπόμενων για την προαναφερόμενη πράξη ποινών, λαμβανομένων υπόψη για την επιμέτρησή της και των προβλέψεων του άρθρου 79 Π.Κ., το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των περί ενοχής και ποινής σκεπτικών του, που, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν ενιαίο σύνολο, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, ως προς την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του Π.Κ. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της, με ειδική σκέψη του, για την επιβολή της άνω ποινής έλαβε υπόψη του, αφού η επιμέτρηση της ποινής ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, τη βαρύτητα της πράξεως που τελέστηκε και το βαθμό ενοχής του κατηγορουμένου, για την εκτίμηση δε των στοιχείων αυτών χρησιμοποίησε και τα ειδικώς μνημονευόμενα στην απόφαση κριτήρια του άρθρου 79 Π.Κ. (βλάβη που προξένησε η πράξη, φύση, είδος και αντικείμενο αυτών, περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεσή τους, ένταση του δόλου του κατηγορουμένου, αίτια που τον ώθησαν στην τέλεση της πράξεως, σκοπό που επιδίωκε, χαρακτήρα και βαθμό ανάπτυξής του, ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις, διαγωγή κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τις πράξεις της και δη μετάνοια που τυχόν επέδειξε, προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες των πράξεών του), ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφαση αυτή άλλη ειδικότερη αιτιολογία, αφού η περί ποινής αιτιολογία συμπληρώνεται και από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά για την ενοχή του κατηγορουμένου, στο κυρίως σκεπτικό του, για την οποία αποτελεί ενιαίο σύνολο με εκείνο περί ποινής, και από την οποία αντλεί στοιχεία, είτε υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 79 του παλαιού Π.Κ., είτε υπό το πρίσμα του νέου Π.Κ. (Ν.4619/2019) ή του νέου Π.Κ., όπως ισχύει μετά το Ν. 4637/2019. Η μη αναφορά, ότι λήφθηκε υπόψη η μακρά διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, χωρίς άλλωστε να προσδιορίζεται, δεν συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, αφού η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι πράγματι έχει διαγνωσθεί η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, κάτι που δεν συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως δεν υπήρχε υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, συνεπώς δε ούτε να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Κατ' ακολουθία, ο ως άνω, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. μοναδικός λόγος του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, για τη θεμελίωση του οποίου προβάλλεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν έλαβε υπόψη τη μακρά διάρκεια της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 84 παρ.3 Π.Κ.), που αποτελεί αυτοτελή λόγο μείωσης της ποινής, κατά την παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν. 4239/2014, την οποία κατά τους ισχυρισμούς του αγνόησε και δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί αυτού, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ενόψει του ότι στον αναιρεσείοντα Σ. Π. αναγνωρίστηκαν περισσότερα του ενός ελαφρυντικά, ήτοι του σύννομου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη ( 84 παρ.2 περ. α' και ε' Π.Κ. ) τα οποία είχαν αναγνωριστεί πρωτοδίκως, το δικαστήριο προέβη σε περαιτέρω ελάττωση του κατώτατου ορίου της μειωμένης ποινής, κατ' άρθρο 83 Π.Κ., λόγω αναγνώρισης στο πρόσωπό του περισσότερων ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 Π.Κ. μνημονεύοντας και τη σχετική διάταξη του άρθρου 85 του Π.Κ.
Κατ' ακολουθία, ο ως άνω, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, για τη θεμελίωση του οποίου προβάλλεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την επιμέτρηση και την περαιτέρω ελάττωση της επιβληθείσας μειωμένης ποινής, δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 05.05.2021 αίτηση αναιρέσεως, καθώς και ο από 15.11.2021 πρόσθετος λόγος και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 §1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05.05.2021 αίτηση του Σ. Π. του Π., κατοίκου ..., (αγροτεμάχιο 414), καθώς και τον από 15.11.2021 πρόσθετο επ' αυτής λόγο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 362/2020 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ