ΠΕΡΙΛΗΨΗ : -Ο νόμος 1608/1950 δεν καθιέρωνε αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μετέβαλλε τους όρους και τα στοιχεία που ορίζονται από τις οικείες διατάξεις του Π.Κ. για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, αλλά απλώς επαύξανε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ποινή ή και καθιστούσε τις πράξεις κακουργηματικές, καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 462 του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα.-Οι ιδιαίτερα διακεκριμένες μορφές των εγκλημάτων της ψευδούς βεβαίωσης και της υπεξαίρεσης, αντιστοίχως των άρθρων 242 παρ. 5 και 375 παρ. 3 του ισχύοντος Π.Κ., που στρέφονται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου κ.λπ., εισήχθησαν προς αντικατάσταση των διατάξεων αντιστοίχως των άρθρων 242 παρ. 3 και 258 παρ. γ’ του προϊσχύσαντος Π.Κ., όταν συνέτρεχαν όμως οι επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950, ο οποίος ίσχυε μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου Π.Κ. και καταργήθηκε όχι προγενέστερα αλλά ταυτόχρονα με τον ισχύσαντα μέχρι 30-6-2019 παλαιό Π.Κ.. -Για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της υπεξαίρεσης, που τελέστηκαν μέχρι 30-6-2019, σε βάρος του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου κ.λπ., σε βαθμό κακουργήματος, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. β’ του Ν. 1608/1950, προβλέπουν εικοσαετή παραγραφή και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερης διάταξης, αφού η παραγραφή ήταν και εξακολουθεί να είναι εικοσαετής (Α.Π. 1035/2022). -Στην περίπτωση κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ( άρθρο 98 παρ.2 ΠΚ), εκτός από τη βαρύτερη ποινική μεταχείριση, ο χρόνος παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης (Ολ. Α.Π. 5/2002, Α.Π. 403/2022, Α.Π. 557/2020).
Αριθμός 953/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Βάρκα, Ελευθέριο Σισμανίδη – Εισηγητή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Απριλίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, περί αναιρέσεως της υπ΄αριθμ. 490/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. Με κατηγορούμενο τον , κάτοικο …. Ζ, ο οποίος δεν παραστάθηκε και με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ βαθμού με την επωνυμία ΔΗΜΟΣ Ζ, που εδρεύει στη Ζ, νομίμως εκπροσωπούμενος από το Δήμαρχο Ν Α, ο οποίος παραστάθηκε και διόρισε δικηγόρο τον παριστάμενο Θεόδωρο Χρονόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Πατρών ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 2/8-2-2023 έκθεση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα Εφετών Πατρών, Ηλία Κωνσταντακόπουλου, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πατρών Σπυρίδωνος Κουλουφάκου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 156/2023.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του υποστηρίζοντος την κατηγορία, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ. [Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο)], «Όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 368)», κατά τη διάταξη δε του άρθρου 505 παρ. 1 περ. β’ του ανωτέρω Κ.Ποιν.Δ., «(…) την αναίρεση μπορούν να ζητήσουν (…) β) (…) και ο εισαγγελέας εφετών για τις αποφάσεις του εφετείου, του μικτού ορκωτού εφετείου και των μικτών ορκωτών δικαστηρίων της περιφέρειάς του». Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 507 του αυτού ως άνω Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 155 του Ν. 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο), «Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν.». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο εισαγγελέας εφετών έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση, μεταξύ και άλλων, απόφασης του τριμελούς εφετείου κακουργημάτων της περιφέρειάς του, με την οποία έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα εναντίον του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την καταχώρισή της, καθαρογραμμένης, στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε.
- Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ’ και 2 του Κ.Ποιν.Δ. [που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο)], με έναρξη ισχύος την 1η Ιουλίου 2019, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο του ως άνω Ν. 4620/2019 και το άρθρο 585 του παραπάνω νέου Κ.Ποιν.Δ., «Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 – 162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ή στην Ολομέλειά του. Στην κλήση αναφέρεται ρητά ότι, αν ο αναιρεσείων δεν παραστεί στη συζήτηση ή στη μετ’ αναβολή αυτής με συνήγορο, η αναίρεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Σε περίπτωση αναίρεσης του εισαγγελέα εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 340. (…) 2. Αν ζητεί την αναίρεση ο εισαγγελέας, δεν κλητεύεται αλλά εκπροσωπείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 4 του ίδιου ανωτέρω Κ.Ποιν.Δ., «Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον νομίμως έχει κλητευθεί και έχει ενημερωθεί ότι σε περίπτωση μη εμφάνισης ή μη εκπροσώπησής του θα δικαστεί ερήμην». Εξάλλου, ως «υπόλοιποι» διάδικοι, οι οποίοι πρέπει να καλούνται στη συζήτηση της αναίρεσης, θεωρούνται όλοι εκείνοι, οι οποίοι νομίμως απέκτησαν την ιδιότητα αυτή, δηλαδή του διαδίκου, μεταξύ των οποίων πρωτίστως περιλαμβάνεται ο κατηγορούμενος, ο οποίος πρέπει να καλείται, για να παραστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης που άσκησε ο εισαγγελέας, καθόσον το έννομο συμφέρον του είναι προφανές να αντικρούσει την αναίρεση, εφόσον στρέφεται εναντίον του, προκειμένου να υποστηρίξει την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, στην περίπτωση δε κατά την οποία η αναίρεση του εισαγγελέα ασκήθηκε υπέρ αυτού (κατηγορουμένου) να υποστηρίξει τη βασιμότητα των λόγων της. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 155 παρ. 1 και 2 του ως άνω ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ., η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου διαδίκου από ποινικό ή δικαστικό επιμελητή ή σε περίπτωση που δεν υπάρχουν, από όργανο της δημόσιας δύναμης, αν δε αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του ή του καταστήματος ή στον τόπο όπου εργάζεται τούτος, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους που, έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς του ή στον θυρωρό της κατοικίας που μένει ή στον διευθυντή ή σε κάποιον από όσους εργάζονται στον ίδιο τόπο, ενώ αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά τον ως άνω φάκελο στην πόρτα της. Η επίδοση αυτή, με θυροκόλληση, είναι έγκυρη μόνον όταν επακολουθήσει νομότυπη κλήτευση και του τυχόν διορισθέντος αντικλήτου του ενδιαφερομένου διαδίκου, ανεξάρτητα αν ο διορισμός του ήταν ή όχι υποχρεωτικός από το νόμο, σε αυτή δε την περίπτωση τα αποτελέσματα αρχίζουν από την τελευταία χρονικά επίδοση (Α.Π. 476/2021). Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, σε περίπτωση αναίρεσης του εισαγγελέα, εφόσον ο κατηγορούμενος έχει κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεν εμφανίστηκε όμως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο υπεράσπισης, η συζήτηση της υπόθεσης προχωρεί κανονικά και δικάζεται σαν να ήταν και αυτός, δηλαδή ο κατηγορούμενος, παρών.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση η υπό κρίση από 8-2-2023 αίτηση του Αντεισαγγελέα Εφετών Πατρών, Ηλία Κωνσταντακόπουλου, για αναίρεση της υπ’ αρ. 490/19-10-2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων (Α’ Βαθμού) Πατρών, που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ., που τηρείται στη Γραμματεία του Ποινικού Τμήματος του ανωτέρω Δικαστηρίου, την 31-1-2023, με αριθμό 72, με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, .., κατοίκου ….., λόγω παραγραφής, για τις αξιόποινες πράξεις: α) της υπεξαίρεσης, κατά συναυτουργία, κατ’ εξακολούθηση, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €), και β) της ψευδούς βεβαίωσης, κατ’ εξακολούθηση, με σκοπό πορισμού οφέλους και πρόκλησης βλάβης ανώτερης των εκατό είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €), που τελέστηκαν σε βάρος οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωση στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Πατρών …., την 8-2-2023, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αρ. 2/8-2-2023 έκθεση αναίρεσης, είναι δε παραδεκτή, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη, καθόσον ασκήθηκε από δικαιούμενο προς τούτο πρόσωπο, κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 504 παρ. 1, 505 παρ. 2, 507, 509 παρ. 1, 473 παρ. 3, 474 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.), περιλαμβάνει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, συνιστάμενους σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης από το δικαστήριο που την εξέδωσε (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ αντιστοίχως του Κ.Ποιν.Δ.). Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, παρά την απουσία του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, …., σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη, λαμβανομένου υπόψη ότι ο τελευταίος (κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσίβλητος) κλητεύθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, να παραστεί στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου [με την επίδοση σ’ αυτόν της υπ’ αρ. 156/2023, με ημερομηνία 2-3-2023, κλήσης, που παρέλαβε αυτοπροσώπως ο ίδιος (αναιρεσίβλητος – κατηγορούμενος)], στη συζήτηση της ανωτέρω από 8-2-2023 αίτησης του Αντεισαγγελέα Εφετών Πατρών, για αναίρεση της υπ’ αρ. 490/19-10-2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων (Α’ Βαθμού) Πατρών, όπως προκύπτει από το από 2-3-2023 αποδεικτικό, που συντάχθηκε από τον αρχιφύλακα του Α.Τ. Α Ζ Γ και έχει επισυναφθεί στον φάκελο της δικογραφίας, με την υπόμνηση ότι αν δεν παραστεί θα δικαστεί σαν να ήταν παρών, πλην όμως δεν παρουσιάστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, με την παρουσία του υποστηρίζοντος την κατηγορία, Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) Α’ βαθμού, με την επωνυμία …., νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχό του …, κάτοικο της Τοπικής Κοινότητας …..
- Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, «Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης». Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, μεταγλωττίστηκε δε και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το Π.Δ. 76/2022 (Φ.Ε.Κ. 205/1-11-2022, τεύχος πρώτο), «Κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί για πράξη ή παράλειψη, η οποία τη στιγμή της διάπραξής της δεν αποτελούσε αδίκημα κατά το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο. Ούτε και επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη η οποία θα επιβαλλόταν κατά τη στιγμή της διάπραξης αδικήματος», ενώ, κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, «Κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήσαν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν». Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ., «Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις». Με την αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ., που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019, τεύχος πρώτο) και ισχύει από 1-7-2019 (βλ. άρθρο δεύτερο αυτού) ορίζεται ότι: «Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ. Α.Π. 1/2014, Α.Π. 1025/2020). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος, με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο «όλον». Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ισχύοντος Π.Κ. είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο σε σχέση μ’ εκείνην του προϊσχύσαντος Π.Κ.. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται υπόψη, κατ’ αρχάς, το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ η πρώτη θεωρείται βαρύτερη της δεύτερης, σε περίπτωση δε χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής (Α.Π. 88/2023, Α.Π. 86/2020, Α.Π. 1820/2019), περαιτέρω δε επιεικέστερος είναι ο νόμος που απαιτεί πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης, εκείνος που δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίσταση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη (Α.Π. 130/2020), καθώς και ο νόμος που προβλέπει βραχύτερο χρόνο παραγραφής της αξιόποινης πράξης (Α.Π. 1035/2022).
- Οι διατάξεις του άρθρου 242 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ., όπως συμπληρώθηκε με την περ. β’ της παρ. 7 του άρθρου 1 του Ν. 2408/1996 (Φ.Ε.Κ. 104/4-6-1996, τεύχος πρώτο) και την παρ. 6 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999 (Φ.Ε.Κ. 112/3-6-1999, τεύχος πρώτο), το αναφερόμενο δε στην παρ. 3 αυτού ποσό αναπροσαρμόστηκε με την παρ. 1 περ. ζ’ του άρθρου 24 του Ν. 4055/2012 (Φ.Ε.Κ. 51/12-3-2012, τεύχος πρώτο), ορίζουν ότι: «1. Υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του. 3. Αν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ», οι διατάξεις δε του άρθρου 258 του επίσης προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ., όπως η περ. γ’ αυτού αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 5 περ. β’ του Ν. 2721/1999 (Φ.Ε.Κ. 112/3-6-1999, τεύχος πρώτο), τα αναφερόμενα δε σ’ αυτό χρηματικά ποσά αναπροσαρμόστηκαν με την παρ. 1 περ. θ’ και παρ. 2 περ. γ’ του άρθρου 25 του Ν. 4055/2012 (Φ.Ε.Κ. 51/12-3-2012, τεύχος πρώτο), ορίζουν ότι: «Υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι’ αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών· β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών· γ) με κάθειρξη δέκα ετών, αν: α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.». Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως ίσχυαν μέχρι 30-6-2019, καθόσον έχουν καταργηθεί από 1-7-2019, δυνάμει των άρθρων 460, 461 και 462 του νέου Π.Κ., ορίζουν ότι: «Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα (…) 242 (…) 258 (…) του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης (…)». Ο ανωτέρω νόμος (1608/1950) και κάθε διάταξη που τον τροποποιούσε, ο οποίος δεν καθιέρωνε αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μετέβαλλε τους όρους και τα στοιχεία που ορίζονται από τις οικείες διατάξεις του Π.Κ. για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, μεταξύ των οποίων και αυτά της ψευδούς βεβαίωσης και της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, αλλά απλώς επαύξανε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ποινή ή/και καθιστούσε τις πράξεις κακουργηματικές, καταργήθηκε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, με τη διάταξη του άρθρου 462 του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019, τεύχος πρώτο). Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 242 του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ. ορίζουν ότι: «1. Υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του. 3. Αν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ. 4. Με την ποινή της παρ. 1 τιμωρείται όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί. Αν όμως είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της παραγράφου 3. 5. Αν οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων στρέφονται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες. Οι πράξεις αυτές παραγράφονται μετά είκοσι έτη.». Εξάλλου, το άρθρο 258 του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα (Π.Δ. 283/1985), που ίσχυε μέχρι 30-6-2019, το οποίο προέβλεπε και τιμωρούσε την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κατά τα προαναφερόμενα, καταργήθηκε με την ισχύ, από 1-7-2019, του νέου Ποινικού Κώδικα (άρθρο 461), μετά την κατάργησή του όμως, η προβλεπόμενη σ’ αυτήν αξιόποινη πράξη δεν κατέστη ανέγκλητη, αλλά υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 375 του νέου Ποινικού Κώδικα, το οποίο, όπως η παρ. 1 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 87 του Ν. 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο), ορίζει ότι: «1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή. 2. Αν η αξία του αντικειμένου στην παράγραφο 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 3. Αν η υπεξαίρεση στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι έτη. 4. Με το ξένο πράγμα εξομοιώνεται και: α) το τίμημα που έλαβε ο υπαίτιος για κινητό πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για να το πουλήσει, καθώς και β) το κινητό πράγμα που απέκτησε ο υπαίτιος με χρήματα ή με άλλο πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για να αγοράσει ή να ανταλλάξει αντίστοιχα το πράγμα που απέκτησε». Περαιτέρω, ταυτόχρονα με την κατάργηση του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ. καταργήθηκε και ο Ν. 1608/1950, όπως ήδη προαναφέρθηκε, συγκεκριμένα δε, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 462 του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ.: «Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Νόμος 1608/1950 που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό». Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι οι ανωτέρω ιδιαίτερα διακεκριμένες μορφές των εγκλημάτων της ψευδούς βεβαίωσης και της υπεξαίρεσης, αντιστοίχως των άρθρων 242 παρ. 5 και 375 παρ. 3 του ισχύοντος Π.Κ., που στρέφονται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου κ.λπ., εισήχθησαν προς αντικατάσταση των προαναφερθεισών διατάξεων αντιστοίχως των άρθρων 242 παρ. 3 και 258 παρ. γ’ του προϊσχύσαντος Π.Κ., όταν συνέτρεχαν όμως οι επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950, ο οποίος ίσχυε μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου Π.Κ. και καταργήθηκε όχι προγενέστερα αλλά ταυτόχρονα με τον ισχύσαντα μέχρι 30-6-2019 παλαιό Π.Κ., όπως ήδη προαναφέρθηκε. Έτσι, η σύγκριση για την εύρεση της ευμενέστερης και εφαρμοστέας διάταξης, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα υπό στοιχείο IV νομική σκέψη, καθόσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που αποδίδονται σε κατηγορούμενο και τελέστηκαν μέχρι 30-6-2019, σε βάρος του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου κ.λπ., σε βαθμό κακουργήματος, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. β’ του Ν. 1608/1950, θα γίνει μεταξύ αφενός των ως άνω διατάξεων των άρθρων 242 παρ. 5 εδ. β’ και 375 παρ. 3 εδ. β’ του ισχύοντος Π.Κ., αφετέρου δε των άρθρων 242 και 258 του προϊσχύσαντος Π.Κ., σε συνδυασμό όμως με το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. β’ του Ν. 1608/1950, δεδομένου ότι ο νόμος αυτός δεν καθιέρωνε αυτοτελώς το αξιόποινο, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης των επίδικων πράξεων και αναφέρεται στην τέλεση των εν λόγω εγκλημάτων υπό την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του να είναι το αντικείμενό τους ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ευμενέστερες για τον υπαίτιο, ως προς την στερητική της ελευθερίας ποινή, που ενδιαφέρει στην κρινόμενη υπόθεση, είναι οι διατάξεις των 242 παρ. 5 (για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης) και 375 παρ. 3 (για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης) του ισχύοντος Π.Κ., αφού η απειλούμενη με αυτές ποινή της κάθειρξης των δέκα (10) τουλάχιστον ετών με ανώτερο όριο αυτό των δεκαπέντε (15) ετών, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 52 του ισχύοντος Π.Κ., είναι ευμενέστερη της ισόβιας κάθειρξης, που προβλεπόταν για την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 περ. β’ του Ν. 1608/1950, όταν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Περαιτέρω, για την εύρεση της ευμενέστερης διάταξης ως προς το ζήτημα της παραγραφής, λαμβανομένου υπόψη ότι η απειλούμενη ποινή για την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 περ. β’ του Ν. 1608/1950 ήταν αυτή της ισόβιας κάθειρξης, σε σύγκριση τίθενται αφενός η διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 περ. α’ του προϊσχύσαντος Π.Κ., κατά την οποία τα κακουργήματα παραγράφονται μετά είκοσι έτη, αν ο νόμος προβλέπει γι’ αυτά την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, αφετέρου δε οι διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 5 εδ. β’ και 375 παρ. 3 εδ. β’ του ισχύοντος Π.Κ., κατά τις οποίες οι πράξεις αυτές παραγράφονται μετά είκοσι (20) έτη. Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι τόσο εκείνες του προϊσχύσαντος Π.Κ. όσο και αυτές του νέου Π.Κ., για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της υπεξαίρεσης, που τελέστηκαν μέχρι 30-6-2019, σε βάρος του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου κ.λπ., σε βαθμό κακουργήματος, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. β’ του Ν. 1608/1950, προβλέπουν εικοσαετή παραγραφή και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερης διάταξης, αφού η παραγραφή ήταν και εξακολουθεί να είναι εικοσαετής (Α.Π. 1035/2022).
- Η διάταξη του άρθρου 98 του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ., που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019, τεύχος πρώτο), ορίζει ότι: «1. Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 96Α παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. 2. Η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.», παρόμοια δε είναι και η διατύπωση του ταυτάριθμου άρθρου του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε μετά την προσθήκη της παρ. 2 με το άρθρο 14 παρ. 11 του Ν. 2721/1999 (Φ.Ε.Κ. 112/3-6-1999, τεύχος πρώτο). Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Από την ανωτέρω διάταξη, που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, στην οποία (συρροή) το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, εντός του πλαισίου της ποινής του οικείου εγκλήματος. Οι μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα διατηρούν την αυτοτέλειά τους και η παραγραφή των κατ’ ιδίαν μερικότερων πράξεων επί του ανωτέρω εγκλήματος της παραγράφου 1 είναι αυτοτελής, έναντι των άλλων, παύει δε η δίωξη μόνον ως προς τις πράξεις που παραγράφηκαν. Στο κατ’ εξακολούθηση έγκλημα όμως, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 του Π.Κ., η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δε αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Σκοπός της παρ. 2 του άρθρου 98 του Π.Κ., η οποία αντιμετωπίζει το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ως νέο είδος εγκλήματος, είναι το αυξημένο άδικο της εξακολουθητικής εγκληματικής συμπεριφοράς στις αξιόποινες πράξεις περιουσιακής βλάβης ή οφέλους να αξιολογείται βάσει της συνολικής βλάβης που προκλήθηκε από τις μερικότερες πράξεις και όχι βάσει του αντικειμένου καθεμιάς από αυτές, καταλαμβάνει δε όλα τα εγκλήματα που περιέχουν στην αντικειμενική τους υπόσταση ως στοιχείο την περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, αφού αναφέρεται αδιακρίτως στο «έγκλημα», συνακόλουθα δε έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις περιουσιακών εγκλημάτων, εφόσον βέβαια ο υπαίτιος απέβλεψε στο συνολικό περιουσιακό όφελος ή στην συνολική περιουσιακή βλάβη, που προέκυψε από την κατ’ εξακολούθηση τέλεσή του (εγκλήματος). Πρόκειται για ρύθμιση που αφορά τη βαρύτητα του αδίκου των πράξεων, ανεξαρτήτως του εάν προβλέπεται διακεκριμένη παραλλαγή του οικείου εγκλήματος επί τη βάσει ποσοτικού κριτηρίου. Στην τελευταία βέβαια περίπτωση, εκτός από τη βαρύτερη ποινική μεταχείριση, ο χρόνος παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης (Ολ. Α.Π. 5/2002, Α.Π. 403/2022, Α.Π. 557/2020).
VIΙ. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (Α.Π. 95/2022). Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ του Κ.Ποιν.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από την ανωτέρω διάταξη προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, κατ’ άρθρο 511 του Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ. Α.Π. 3/2005, Α.Π. 783/2022).
VIIΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων (Α’ Βαθμού) Πατρών, που δίκασε ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, όπως προκύπτει, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αρ. 490/19-10-2022 απόφασής του, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα: «Με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 2 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα και 590 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές. Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι μεν πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και, επομένως, και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, “Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου”. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο “όλον”. Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά, εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης ή κάθειρξης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Εξάλλου, ήδη σειρά αποφάσεων του Αρείου Πάγου, εφαρμόζοντας την νέα αυτή διάταξη, αναζητούν και συνδυάζουν τις κατά περίπτωση ευνοϊκές διατάξεις, πριν και μετά την εισαγωγή του νέου ΠΚ, επισημαίνοντας ότι «δεν αποκλείεται [σε μια] συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς» (…). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 όπως ίσχυε προ της τροποποίησής της με το Ν. 4619/2019 “Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών”. Με την τροποποίηση που επέφερε ο ως άνω Νόμος προστέθηκε η παράγραφος 3 στη διάταξη του άρθρου 375 Π.Κ. με την οποία ορίσθηκε ως ποινή η κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή 1.000 ημερήσιες μονάδες για την περίπτωση που η υπεξαίρεση στρεφόταν κατά του ελληνικού δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και σωρευτικά ξεπερνούσε το ποσό των 120.000,00 ΕΥΡΩ, προσθήκη που επαναλήφθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4855/2021. Ακολούθως με τη διάταξη του άρθρου 242 όπως ίσχυε προ των τροποποιήσεων του Νόμου 4619/2019 “1. Υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 3. Αν όμως ο υπαίτιος κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα άλλον, επιβάλλεται κάθειρξη, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ”. Με την τροποποίηση που επέφερε ο ως άνω Νόμος προστέθηκε η παράγραφος 5 στη διάταξη του άρθρου 242 Π.K. με την οποία ορίσθηκε ως ποινή η κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή 1.000 ημερήσιες μονάδες για την περίπτωση που η ψευδής βεβαίωση στρεφόταν κατά του ελληνικού δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και σωρευτικά το όφελος ή η βλάβη ξεπερνούσε το ποσό των 120.000,00 ΕΥΡΩ, προσθήκη που επαναλήφθηκε με τις διατάξεις του Ν. 4855/2021. Στη συνέχεια κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950 (όπως ίσχυε μετά από τροποποιήσεις), αν η απάτη στρέφεται κατά του Δημοσίου ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή των λοιπών νομικών προσώπων, που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ (μεταξύ των οποίων οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το Νόμο ή το καταστατικό τους) και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε σ’ αυτά υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, τότε επιβάλλεται κάθειρξη και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη. Ο ανωτέρω νόμος και κάθε διάταξη που τον τροποποιούσε, δεν καθιέρωνε αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μετέβαλλε τους όρους και τα στοιχεία που ορίζονται από τις οικείες διατάξεις του ΠΚ για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, μεταξύ των οποίων και αυτά της υπεξαιρέσεως και της ψευδούς βεβαίωσης, αλλά απλώς επαύξανε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ποινή και καθιστούσε την πράξη κακουργηματική. Οι προϋποθέσεις αυτές ήταν η βλάβη της εν ευρεία εννοία “δημόσιας περιουσίας” (για την προστασία και της οποίας είχε θεσπισθεί μετά τον εμφύλιο πόλεμο και ο κατακριτέος για την πλειοψηφία της νομικής επιστήμης Νόμος) κατά ποσό μεγαλύτερο των 150.000,00 ΕΥΡΩ (όπως τελικά ορίσθηκε μετά την εισαγωγή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη) και κατά την επιβαρυντική περίσταση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 1 Ν. 1608/1950 τα όλως αόριστα κριτήρια και ερχόμενα σε ευθεία αντίθεση με την αρχή που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 7 Ελληνικού Συντάγματος nullum crimen sine lege certa, αυτά της “επί μακρόν χρόνο τέλεσης της πράξης” ή “ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας” που επέσυρε ποινή ισόβιας κάθειρξης αμφισβητούμενη ως επαπειλούμενη ποινή και για τη σύμπνοιά της με την αρχή της αναλογικότητας ποινικής απαξίας και ποινής. Ο νόμος όμως αυτός καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 462 του νέου Ποινικού Κώδικα, η οποία, ως ευμενέστερη εφαρμόζεται πλέον, οπότε για το χαρακτηρισμό της πράξης των πράξεων που απαριθμούνταν αποκλειστικά στο κείμενο του ως άνω Νόμου (1608/1950) θα προβούμε σε σύγκριση μόνο των διατάξεων των απαριθμούμενων αποκλειστικά εγκλημάτων κατά την ισχύ τους στη διαδρομή των κωδίκων (παλαιού, μετά τις τροποποιήσεις του ν. 4619/2019, και μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4855/2021). Σε επίπεδο ποινής εφόσον η πράξη της υπεξαίρεσης και η πράξη της ψευδούς βεβαίωσης με περιουσιακό όφελος ή ζημία άνω των 120.000 ευρώ τιμωρούνταν ως προαναφέρθηκε, ευμενέστερες είναι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα (προ Ν. 4619/2019), αφού μεγαλύτερες στερητικές της ελευθερίας ποινές με τις νέες διατάξεις ως προς το κατώτερο όριο τους (…). Και τούτο γιατί η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3β’ – 1 ΠΚ, η οποία περιέγραφε την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της κακουργηματικής απάτης και την προβλεπόμενη ποινή και ίσχυε μέχρι και την 30η.6.2019 αποτελεί τη μόνη συγκρινόμενη διάταξη με την αντίστοιχη του νέου Ποινικού Κώδικα για την εύρεση της επιεικέστερης αυτών στις περιπτώσεις που το αδίκημα έχει τελεσθεί σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή ΟΤΑ και τούτο διότι αμφότερες είναι πλήρεις και θεμελιώνουν αυτοτελώς το αξιόποινο. Ομοίως και στο αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως για την εύρεση της επιεικέστερης διάταξης στις περιπτώσεις που το αδίκημα έχει τελεστεί προ της 30.6.2019 και σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή ΟΤΑ, μόνες συγκρινόμενες διατάξεις είναι η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 3 πΠΚ και η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 242 νΠΚ. Ακολούθως η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου εμπεριέχει τη παραδοχή ότι αυτά είναι αμετάβλητα στο χρόνο, γεγονός το οποίο δεν ισχύει απαραίτητα για τις νομικές διατάξεις. Η υποχρέωση που καθιερώνει ο νομοθέτης για την εφαρμογή της επιεικέστερης κάθε φορά διάταξης στο άρθρο 2 παρ. 1 νΠΚ δεν μπορεί να καμφθεί, ούτε ευθέως με την εφαρμογή δυσμενέστερης διάταξης, ούτε πλαγίως με την υποχρεωτική υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε ρητά καταργηθείσα δυσμενέστερη διάταξη. Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση που επιχειρείται να δοθεί ορθότερος νομικός χαρακτηρισμός. Σε πλήρη αρμονία με τα ανωτέρω και για την ταυτότητα του νομικού λόγου ειδικά ως προς την υποχρέωση εύρεσης της in concreto επιεικέστερης διάταξης για τον κατηγορούμενό στη διαδρομή του χρόνου πρέπει να αντιμετωπισθεί ομοίως και το θέμα της εύρεσης της επιεικέστερης διάταξης ως προς το θέμα της παραγραφής. Οι διατάξεις των άρθρων 386 παρ. 3β’ – 1 πΠΚ και 242 πΠΚ δεν θέτουν ειδικό χρόνο παραγραφής ομοίως και η διάταξη του άρθρου 1 Ν. 1608/1950. Συνεπώς μέχρι και την 30.6.2019 η παραγραφή για το αδίκημα της απάτης και της ψευδούς βεβαίωσης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή ΟΤΑ ήταν άνω των 150.000,00 ΕΥΡΩ ρυθμιζόταν σε σχέση με την προβλεπόμενη ποινή και οριζόταν με τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2β’ πΠΚ σε δεκαπέντε έτη ενόψει του ότι το αδίκημα τιμωρούνταν με κάθειρξη. Ο χρόνος παραγραφής οριζόταν με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.2α’ πΠΚ σε είκοσι έτη στην περίπτωση που συνέτρεχαν οι αόριστοι εννοιολογικά όροι της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή της επί μακρό χρόνο τέλεσης της πράξης (αμφότεροι επιβαρυντικοί όροι διαζευκτικά εφαρμοζόμενοι), που τιμωρούνταν με ισόβια κάθειρξη. Ο νΠΚ διατήρησε στη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 ΠΚ τα ίδια χρονικά όρια παραγραφής. Με την κατάργηση όμως του ν. 1608/1950, που είχε κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα το χαρακτήρα της επιβαρυντικής περίστασης και υπό το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 2 παρ.1 νΠΚ εφαρμοστέα ως επιεικέστερη καθίσταται η γενική διάταξη περί παραγραφής κατά τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος (άρθρο 111 παρ.2β’ πΠΚ) κατά το σκέλος της που αφορά στα αδικήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη και προβλέπει την παραγραφή μετά από 15 έτη. Η νέα διάταξη του άρθρου 386 παρ. 2 νΠΚ όπως και αυτή του άρθρου 242 παρ. 5 νΠΚ καθιερώνουν από την 1.7.2019 ένα νέο πλήρες και αυτοτελές αδίκημα στην αντικειμενική υπόσταση του οποίου εξειδικεύεται το πρόσωπο του παθόντος (Ελληνικό Δημόσιο, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ) και το ύψος της ζημίας (άνω των 120.000,00) ΕΥΡΩ και καθορίζεται νέο πλαίσιο ποινής (κάθειρξη 5 έως 15 έτη) και ειδικής παραγραφής (20 έτη), κατά ρητή εξαίρεση της καθοριζόμενης στο άρθρο 111 νΠΚ γενικής ρύθμισης (βλ. όμως για το θέμα της εξαιρετικής παραγραφής, Μαργαρίτη Λ. σε Ποινολογία – Άρθρα 50 – 133 νέου ΠΚ, σ. 143, όπου αναφέρεται ότι η πρόβλεψη περί εικοσαετούς παραγραφής για αδικήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη είναι «συνταγματικά προβληματική» και Καϊάφα – Γκμπάντι, Βασικές αρχές του κράτους δικαίου, ο νέος Ποινικός Κώδικας και οι τροποποιήσεις του, ΠοινΧρ Ο/2020, 161, 173, η οποία φρονεί ότι: «Πρόβλημα αναλογικότητας δημιουργεί ο ΠΚ και με την κομβική επιλογή του να συνοδεύσει, μετά από την κατάργηση του ν. 1608/1950, όλες τις κακουργηματικές προσβολές της περιουσίας του δημοσίου με μια εικοσαετή παραγραφή. Αυτό, βέβαια, μπορεί να έγινε για λόγους σκοπιμότητας, ώστε να στηριχθεί η αποδοχή της (ορθής) κατάργησης του συγκεκριμένου νόμου). Η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοσθεί για αδικήματα που τελέστηκαν πριν από την 30.6.2019, διότι είναι νεότερη διάταξη και δυσμενέστερη. Αντίθετη άποψη που θα υποστήριζε ότι θα πρέπει και στο θέμα της παραγραφής να ισχύει η τριμερής σύγκριση των διατάξεων που διαχρονικά έχουν ισχύσει (386 παρ.3β’ – 1 πΠΚ, 386 παρ. 2 νΠΚ ή 242 πΠΚ και 242 νΠΚ ) και άρθρου 1 ν. 1608/1950), πέραν των όσων αναφέρονται παραπάνω, επιπλέον παραβλέπει την υποχρεωτική υπαγωγή στη σύγκριση και της διάταξης του άρθρου 111 πΠΚ και νΠΚ σε συνδυασμό με την απειλούμενη κάθε φορά ποινή που υποχρεωτικά οδηγεί στην εφαρμογή ως επιεικέστερης της ρύθμισης του άρθρου 111 πΠΚ ως επιεικέστερης για την παραγραφή ρύθμισης, δεδομένου ότι η εικοσαετής παραγραφή εξαρτάτο αποκλειστικά από το όλως επιβαρυντικό τελευταίο εδάφιο του άρθρου 1 Ν. 1608/1950 που ως προειπώθηκε είχε ως διάταξη τον χαρακτήρα της εισάγουσας επιβαρυντικής περίστασης διάταξης από την ποινή της ισόβιας κάθειρξης που καταργήθηκε σε κάθε περίπτωση με το νΠΚ για το αδίκημα της απάτης και της ψευδούς βεβαίωσης. Προς επίρρωση των ανωτέρω δεν θα πρέπει να παροράται το γεγονός ότι το επιχείρημα περί αυτούσιας μεταφοράς των βασικών αδικημάτων που επιβάρυναν οι διατάξεις των άρθρων που περιλαμβάνονταν στο άρθρο 1 του Ν. 1608/1950, ώστε να εμφανίζεται και αυτός ως συγκρινόμενο μέγεθος στον καθορισμό του άρθρου 2 νΠΚ εκτός του ότι επιχειρεί τριμερή σύγκριση διατάξεων εκ των οποίων η μία (αυτή του Ν. 1608/1950) δεν εισάγει αξιόποινο, εισάγοντας πλαγίως έναν ήδη καταργημένο νομοθετικό κείμενο σε διαρκή εφαρμογή, κείται και εκτός του σκοπού του Νομοθέτη καθώς βούλησή του, όπως αποτυπώθηκε και στην οικεία αιτιολογική έκθεση ήταν η προστασία της δημόσιας περιουσίας με την τυποποίηση στις αντίστοιχες παραγράφους των οικείων άρθρων ενός νέου αδικήματος κάτι που δεν προϋποθέτει άμεσα την εμφάνιση του Ν. 1608/1950 ως πρόγονου αυτών (στην υποθετική περίπτωση υιοθέτησης της άποψης περί “διαδοχής” της επιβαρυντικής περίστασης της διάταξης του άρθρου 1 Ν. 1608/1950 με τις νέες παραγράφους των αντίστοιχων περιουσιακών αδικημάτων κατά συστηματική ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεων είναι σαφές ότι μεταφέρθηκε στις νέες διατάξεις η όλως επιβαρυντική διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 1 Ν. 1608/1950, διότι άλλως θα υπήρχε μη συνταγματικά ανεκτή υπερέκταση της παραγραφής κατά καταστρατήγηση των αρχών της ισότητας και της αναλογίας.(…) Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 113 νΠΚ, περί αναστολής της παραγραφής, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο, σύμφωνε με διάταξη νόμου, δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη, καθώς και για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου η κατά την προηγούμενη παράγραφο αναστολή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από πέντε έτη για τα κακουργήματα και τρία έτη για τα πλημμελήματα. Ως κύρια διαδικασία δε, νοείται εκείνη που αρχίζει από την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης για την εκδίκαση στο ακροατήριο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 320 επ. ΚπολΔ, διότι έκτοτε η κατηγορία καθίσταται εκκρεμής στο δικαστήριο (Ολ. ΑΠ 2/1997). Στην προκείμενη περίπτωση σε βάρος του κατηγορούμενου ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις: α. Της υπεξαίρεσης κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσας με την επιβαρυντική περίσταση της νομοθεσίας περί καταχραστών Δημοσίου από την οποία ο δράστης ζημίωσε το Δημόσιο κατά ποσό των 150.000,00 ΕΥΡΩ και β. Της ψευδούς βεβαίωσης από την οποία ο υπαίτιος είχε σκοπό να προσπορίσει σε άλλον αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ΕΥΡΩ, υπό την επιβαρυντική περίσταση της νομοθεσίας περί καταχραστών δημοσίου από την οποία η ζημία που προκλήθηκε σε βάρος του ΟΤΑ είναι άνω των 150.000,00 ΕΥΡΩ και παραπέμφθηκε σε δίκη με το με αριθμ. 11/2021 βούλευμα. Το ως άνω παραπεμπτικό βούλευμα κατέστη αμετάκλητο στις 25.11.2021. Τέλος το αμετάκλητο βούλευμα και η κλήση στο ακροατήριο επιδόθηκε στον παρόντα κατηγορούμενο στις 7.2.2022. Κατόπιν των ανωτέρω σύμφωνα με τις σκέψεις που αναφέρθηκαν και τις οποίες και υιοθετεί το παρόν Δικαστήριο ως ορθότερες εκ των τριών που υποστηρίζονται στη νομική επιστήμη και δεν έχουν εισέτι παγιωθεί (βλ. ΤΕΚΑΘ 1857/2020, ΤΕΚΑΘ 1534/2020, ΤΕΚΑΘ 3151/2019, ΤΕΚΠατρ 596/2019 ήδη αμετάκλητες, contra ΑΠ 1035/2022 με την οποία αφού ερμηνεύθηκε η ΟλΑΠ 1/2020 ως προς το εύρος του περιεχομένου της, αναιρέθηκε η ΤΕΚΑΘ 1266/2021 που είχε υιοθετήσει σε ad hoc υπόθεση την άποψη που υιοθετήθηκε, προ της καθαρογραφής της ως άνω αναιρετικής, και με την παρούσα απόφαση) το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι από την τέλεση των αδικημάτων ακόμη και εάν ήθελε να θεωρηθεί ως χρόνος τέλεσης συνολικά ο χρόνος της τελευταίας μερικότερης πράξης που έλαβε χώρα στις 31.12.2006 μέχρι και την επίδοση της κλήσης στον κατηγορούμενο που έλαβε χώρα στις 7.2.2022 έχει παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος των 15 ετών, που ορίζεται από τις εφαρμοζόμενες διατάξεις ως ο χρόνος παραγραφής των ως άνω κακουργημάτων, επιπλέον δε, δεν έχει λάβει χώρα η πενταετής αναστολή της παραγραφής αυτών και ως εκ τούτου, γενομένων δεκτών και των σχετικών αυτοτελών ισχυρισμών, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορούμενου λόγω παραγραφής κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.». Ακολούθως, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσίβλητου – κατηγορουμένου, ….., ποινική δίωξη για τις ανωτέρω αποδιδόμενες στον τελευταίο αξιόποινες πράξεις: α) της υπεξαίρεσης, κατά συναυτουργία, κατ’ εξακολούθηση, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €), και β) ψευδούς βεβαίωσης, κατ’ εξακολούθηση, με σκοπό πορισμού οφέλους και πρόκλησης βλάβης ανώτερης των εκατό είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €), φερόμενες ως τελεσθείσες, αμφότερες, σε βάρος οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, λόγω παραγραφής, ειδικότερα δε, κατά πιστή μεταφορά, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα εναντίον του (αναιρεσίβλητου – κατηγορουμένου) ποινική του ότι: «(…) Στον παρακάτω τόπο και χρόνους, τέλεσε με δόλο περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: Α. Στη … και σε ημεροχρονολογίες που δεν διαπιστώθηκαν επακριβώς, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από τις 29.06.2005 ως και τις 31.12.2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με τρίτα άτομα, ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή χωρίς σχετικό δικαίωμα, ξένα ολικά κινητά πράγματα, συνολικά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνουσας το ποσό των 150.000 και δη ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 310.616,78 €, στο οποίο συνολικό ποσό απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών και ταμία του Δήμου …., ζημιώνοντας αντίστοιχα και ισόποσα την περιουσία του Δήμου ….. και του δημοτικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ….. και ειδικότερα: Α – Ι) Στη ….., ενώ ήταν Προϊστάμενος Οικονομικών Υπηρεσιών και Ταμίας του Δήμου ….. και με την ιδιότητα αυτή, εξέδωσε, στις 29.06.2005, ενεργώντας από κοινού με τον ήδη αποβιώσαντα συγκατηγορούμενό του, τότε Δήμαρχο Δήμου του …, το υπ’ αριθ. 606/29.06.2005 χρηματικό ένταλμα του Δήμου …, το οποίο αφορούσε επιχορήγηση του Δήμου προς το δημοτικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία ….. ποσού 170.000 € για την πληρωμή των καρναβαλικών εκδηλώσεων του έτους 2005, το οποίο (ένταλμα) ήταν πληρωτέο ως τις 31.12.2005 και ενώ στις 30.06.2005 έθεσε πάνω στο σώμα του ανωτέρω χρηματικού εντάλματος μια σφραγίδα εξόφλησης του ποσού του εντάλματος, στον Πρόεδρο του νομικού προσώπου …… ώστε να φαίνεται ότι στις 30.06.2005, το ποσό καταβλήθηκε στο ανωτέρω νομικό πρόσωπο, γεγονός που βεβαίωσε και ο ήδη αποβιώσας συγκατηγορούμενός του και τότε Πρόεδρος του ανωτέρω νομικού προσώπου, υπογράφοντας στη θέση του «λαβόντος», ωστόσο στην πραγματικότητα το ποσό των 170.000 €, δεν εισήχθη ποτέ στην διαχείριση του δημοτικού νομικού προσώπου αλλά ιδιοποιήθηκε μέρος αυτού ύψους 120.000 € [καθώς κατέβαλε ποσό 50.000 € για την κάλυψη δαπανών των καρναβαλικών εκδηλώσεων έτους 2005 στην εταιρία …. AE], ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με τους ως άνω ήδη αποβιώσαντες συγκατηγορουμένους του, ενσωματώνοντάς το χωρίς νόμιμη αιτία στην περιουσία τους. Συγκεκριμένα σε ημερομηνίες που δεν διαπιστώθηκαν επακριβώς, πάντως κατά το χρονικό διάστημα από τις 29.06.2005 ως και τις 31.12.2005, προέβη μαζί με τους ως άνω ήδη αποβιώσαντες συγκατηγορουμένους του, στη σταδιακή απόληψη από τα ταμειακά διαθέσιμα του Δήμου (τραπεζικούς λογαριασμούς, ταμείο του Δήμου) μερικότερων ποσών, μη δυνάμενων να ταυτοποιηθούν αυτοτελώς, συνολικού ποσού 170.000 €, προκειμένου δήθεν να καλύψουν τα έξοδα των καρναβαλικών εκδηλώσεων που πραγματοποιήθηκαν τον χειμώνα του 2005, στη Ζ, με μέριμνα του δημοτικού νομικού προσώπου ……, ωστόσο από τα ποσά αυτά, που ήρθαν στην κατοχή τους λόγω της ιδιότητας εκάστου και δη στην κατοχή τη δική του, λόγω της ιδιότητάς του ως Προϊσταμένου της Ταμειακής Υπηρεσίας και Ταμία του Δήμου, στην κατοχή του ….. ως Προέδρου του δημοτικού νομικού προσώπου ….., αυτοί (ενεργώντας πάντα από κοινού και συναπόφασής τους), δεν απέδωσαν στη διαχείριση του νομικού προσώπου ….. για την κάλυψη των εξόδων του καρναβαλιού έτους 2005 ούτε και διέθεσαν για την κάλυψη των εξόδων αυτών, μέρος αυτών συνολικού ύψους 120.000 €, αλλά τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα ενσωματώνοντάς τα με επιμέρους πράξεις τους, στην περιουσία τους. Με τον τρόπο αυτό, όμως, ζημίωσαν ισόποσα, ήτοι κατά το ποσό των 120.000 €, που αναφερόταν στο υπ’ αριθ. 606/2005 χρηματικό ένταλμα, την περιουσία του Δήμου Ζ, καθώς αφαίρεσαν και ιδιοποιήθηκαν το ποσό αυτό, τμηματικά, χωρίς νόμιμη αιτία, από τα ταμειακά διαθέσιμα του Δήμου, ενώ απέκρυψαν την πράξη τους εμφανίζοντας το επίμαχο υπ’ αριθ. 606/29.06.2005 χρηματικό ένταλμα στον οικονομικό απολογισμό του Δήμου Ζακύνθου για το έτος 2005 ως εξοφλημένο προς το νομικό πρόσωπο ….. αλλά και την περιουσία του ανωτέρω νομικού προσώπου καθώς αυτό δεν εισέπραξε ποτέ το επίδικο ποσό και έτσι δεν κατόρθωσε να καλύψει τις οφειλές του από τις καρναβαλικές εκδηλώσεις έτους 2005. Α – ll) Στη …, το 2006, ενώ ήταν Προϊστάμενος Οικονομικών Υπηρεσιών και Ταμίας του …… και με την ιδιότητα αυτή, εξέδωσε, ενεργώντας από κοινού με τον ήδη αποβιώσαντα συγκατηγορούμενό του, τότε Δήμαρχο Δήμου ….., στις κάτωθι ημερομηνίες τα εξής χρηματικά εντάλματα, ήτοι: (1) στις 15-03-2006 το υπ’ αριθμόν Α86/2006 χρηματικό ένταλμα του Δήμου … προς την εταιρεία ..μμμ, ποσού …… €, (2) στις 15-03-2006 το υπ’ αριθμόν Α87/2Ο06 χρηματικό ένταλμα του Δήμου προς την εταιρεία …, ποσού 44.496,84 €, (3) στις 10-04-2006 το υπ’ αριθμόν Α197/2006 χρηματικό ένταλμα του Δήμου … προς την εταιρεία ….., ποσού 1.000 €, (4) στις 10-04-2006 το υπ’ αριθμόν A198/2006 χρηματικό ένταλμα του Δήμου Ζ προς την εταιρεία ….., ποσού 15.000 €, (5) στις 15-03-2006 το υπ’ αριθμόν Α200/2006 χρηματικό ένταλμα του Δήμου Ζ προς την εταιρεία …… ΑΕ, ποσού 44.550 €, (6) στις 10-04-2006 το υπ’ αριθμόν A201/2006 χρηματικό ένταλμα του Δήμου … προς την εταιρεία , ποσού 44.549,99 €, (7) στις 15-03-2006 το υπ’ αριθμόν Α202/2006 χρηματικό ένταλμα του Δ προς την εταιρεία …. ΑΕ, ποσού 44.549,99 € και (8) στις 10-04-2006 το υπ’ αριθμόν A203/2006 χρηματικό ένταλμα του Δήμου Ζ προς την εταιρεία …….., ποσού 44.549,99 €, συνολικού ποσού 296.835,84 € για την πληρωμή αντίστοιχων τιμολογίων παροχής υπηρεσιών που είχε εκδώσει η Α I ΑΕ, για την πραγματοποίηση του ζακυνθινού καρναβαλιού έτους 2006 στην Ζ, για λογαριασμό του Δήμου Ζ, τα οποία (εντάλματα) όρισαν πληρωτέα ως 31-12-2006 και τα οποία τελικά εγκρίθηκαν από την Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις 24-11-2006 (αφού πρώτα απορρίφθηκαν και επανυποβλήθηκαν με αντιρρήσεις του δήμου που τελικά έγιναν δεκτές) και ενώ σε ημερομηνίες που δεν διαπιστώθηκαν επακριβώς, πάντως καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 01-01-2006 ως και 31-12-2006, προέβη μαζί με τον ως άνω ήδη αποβιώσαντα συγκατηγορούμενό του, στη σταδιακή απόληψη από τα ταμειακά διαθέσιμα του Δήμου (τραπεζικούς λογαριασμούς, ταμείο του Δήμου) μερικότερων ποσών, μη δυνάμενων να ταυτοποιηθούν αυτοτελώς, συνολικού ποσού 296.835,84 € για την εξόφληση των ανωτέρω χρηματικών ενταλμάτων, ωστόσο τα ποσά αυτά, που ήρθαν στην κατοχή τη δική του και του αποβιώσαντος συγκατηγορουμένου του, λόγω της ιδιότητας εκάστου και δη στην κατοχή τη δική του, λόγω της ιδιότητάς του ως Προϊσταμένου της Ταμειακής Υπηρεσίας και Ταμία του Δήμου και στην κατοχή του …, με τη μέριμνα του οποίου διοργανώθηκε το καρναβάλι του 2006 στην Ζ, αυτοί δεν τα απέδωσαν εξ ολοκλήρου στον δικαιούχο των ενταλμάτων, ήτοι στην εταιρεία A ΑΕ, παρά μόνο στις 20-04-2006, της εξόφλησαν μόνο τα δύο πρώτα χρηματικά εντάλματα, ήτοι τα υπ’ αριθμόν Α86/15-03-2006 ποσού 44.139 € και Α87/15-03-2006 ποσού 44.496,84 € και συνολικά ποσού 88.635,84 € (και μετά από αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων 81.145,74 €), καταβάλλοντας το ποσό αυτό στον τραπεζικό λογαριασμό της A I ΑΕ, στην Εμπορική Τράπεζα ενώ το υπόλοιπο ποσό των 208.200 € (που μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων ανερχόταν σε 190.616,78 €) και το οποίο αντιστοιχούσε στα υπ’ αριθμόν Α/197, Α/198, Α/200, Α/201, Α/202 και Α/203 χρηματικά εντάλματα, το ιδιοποιήθηκαν παράνομα ενσωματώνοντάς το με επιμέρους πράξεις τους, στην περιουσία τους, ζημιώνοντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία του Δήμου Ζ. Προκειμένου δε να αποκρύψει την πράξη τους και ενεργώντας πάντα από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με τον ήδη αποβιώσαντα συγκατηγορούμενό του τέως Δήμαρχο Δήμου Ζ, , στις 29-01-2006 εξέδωσε τα υπ’ αριθμόν 989, 990, 991, 992, 993 και 994 από 29.12.2006 γραμμάτια πληρωμής των επιδίκων χρηματικών ενταλμάτων με αριθμούς Α/197, Α/198, Α/200, Α/201, Α/202 και Α/203, στα οποία βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι αυτά εξοφλήθηκαν στον δικαιούχο στις 29-12-2006 και τα εμφάνισε (πάντα μαζί με τον ως άνω ήδη αποβιώσαντα συγκατηγορούμενό του) στον απολογισμό εξόδων έτους 2006 του Δήμου Ζ ως εξοφλημένα, ενώ στην πραγματικότητα, τα συγκεκριμένα αυτά εντάλματα δεν εξοφλήθηκαν ποτέ εντός του 2006, αλλά κατά την επόμενη διαχειριστική χρήση του 2007 και συγκεκριμένα στις 08-06-2007, κατόπιν λήψεως δανείου (για την κάλυψη γενικότερων υποχρεώσεων του Δήμου), χωρίς όμως να εμφανίζονται αυτά ως χρέη του 2006 μεταφερόμενα στη χρήση του 2007, αλλά εμφανίζοντάς τα ψευδώς ως το πρώτον δημιουργηθέντα χρέη το έτος 2007 έναντι της εταιρείας A I ΑΕ. Συνεπώς, κατά το χρονικό διάστημα από τις 29.06.2005 ως και τις 31.12.2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση και με ενιαίο δόλο, από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με τους ήδη αποβιώσαντες συγκατηγορουμένους του, ….., ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή χωρίς σχετικό δικαίωμα, ξένα ολικά κινητά πράγματα, συνολικά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνουν τα 120.000 €, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 310.616,78 € (120.000 € το έτος 2005 + 190.616,78 € το έτος 2006), στο οποίο συνολικό ποσό απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του και τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών και ταμία του Δήμου Ζ, ζημιώνοντας αντίστοιχα και ισόποσα την περιουσία του Δήμου Ζ αλλά και του δημοτικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ζ Κ». Β. Στη Ζ, κατά το χρονικό διάστημα από 30-06-2005 έως 29-12-2006, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση και ενιαίο δόλο, υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου, που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε ψευδή περιστατικά που είχαν έννομες συνέπειες, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και στους ήδη αποβιώσαντες συγκατηγορούμενούς του, …, αθέμιτο όφελος υπερβαίνον το ποσό των 120.000 € και δη ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 310.616,78 € (ήτοι 120.000 € το έτος 2005 + 190,616,78 € το έτος 2006), στο οποίο και απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του και να βλάψει παράνομα την περιουσία του Δήμου Ζ και του δημοτικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ζ Κ», η συνολική βλάβη των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 € και συγκεκριμένα: Β – Ι) Την 30.06.2005, στη Ζ, υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου ΟΤΑ και ειδικότερα του προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών και του ταμία του δήμου Ζ, βεβαίωσε ψευδώς στο σώμα του αναφερομένου στο υπό στοιχείο (Α) κεφάλαιο του παρόντος υπ’ αριθμόν 606/29-06-2005 χρηματικού εντάλματος του Δήμου Ζ ότι εξοφλήθηκε το ποσό των 170.000 € στο δημοτικό νομικό πρόσωπο με την επωνυμία …, στις 30-06-2005, θέτοντας σχετική σφραγίδα εξόφλησης, την ημεροχρονολογία και την υπογραφή του. Ωστόσο, το γεγονός της εξόφλησης ήταν ψευδές, πράγμα που γνώριζε, καθώς το ποσό των 170.000 € ουδέποτε εκταμιεύθηκε την 30-06-2005, ούτε εισήχθη στη διαχείριση του ανωτέρω δημοτικού νομικού προσώπου, αλλά προέβη στην ψευδή αυτή βεβαίωση, προκειμένου να αποκρύψει την επίμαχη παράνομη πράξη που τέλεσε κατ’ εξακολούθηση και από κοινού και μετά από συναπόφαση με τους ήδη αποβιώσαντες συγκατηγορούμενούς του, όπως αυτή περιγράφεται ειδικότερα στο υπό στοιχείο (Α – Ι) κεφάλαιο του παρόντος, έτσι ώστε να φαίνεται ότι το ποσό των 170.000 €, που ιδιοποιήθηκαν παρανόμως, εδόθη ως επιχορήγηση στο ανωτέρω δημοτικό νομικό πρόσωπο για τις καρναβαλικές εκδηλώσεις του έτους 2005. Η ψευδής αυτή βεβαίωση επέφερε την έννομη συνέπεια να καταχωρισθεί ως εξοφλημένο το υπ’ αριθμόν 606/29.06.2005 χρηματικό ένταλμα στα βιβλία του δήμου Ζ και να περιληφθεί στον απολογισμό του έτους 2005, μειώνοντας λογιστικά κατά 170.000 € τα χρηματικά διαθέσιμα του δήμου κατά την 30-06-2005 και έτσι να αποκρυβεί η υπεξαίρεση μέρους του ποσού αυτού, ύψους 120.000 € όπως εξηγήθηκε παραπάνω στο υπό στοιχείο (Α – Ι) κεφάλαιο του παρόντος, από αυτόν και τους ήδη αποβιώσαντες συγκατηγορουμένους του. Β – ΙΙ) Στις 09-06-2006, στη Ζ, υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου ΟΤΑ και ειδικότερα του προϊσταμένου οικονομικών υπηρεσιών και του ταμία του δήμου Ζ, βεβαίωσε ψευδώς στο υπ’ αριθμόν πρωτοκόλλου ΔΥ/09-06-2006 δημόσιο έγγραφο της οικονομικής υπηρεσίας του δήμου Ζ, απευθυνόμενο στον αποβιώσαντα συγκατηγορούμενό του …. ως Δήμαρχο Ζ, ότι εντός του έτους 2005 εξοφλήθηκε πλήρως από τον Δήμο Ζ το ποσό των 170.000 €, που αντιστοιχούσε στις καρναβαλικές εκδηλώσεις του έτους 2005. Το γεγονός της πληρωμής των καρναβαλικών εκδηλώσεων του έτους 2005 ήταν ψευδές, πράγμα που γνώριζε, διότι η πληρωμή της επιχορήγησης προς το δημοτικό νομικό πρόσωπο με την επωνυμία ….. για την κάλυψη της δαπάνης των καρναβαλικών εκδηλώσεων 2005 ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Προέβη, δε, στην ανωτέρω ψευδή βεβαίωση, προκειμένου να πείσει τα τότε μέλη του δημοτικού συμβουλίου και την ευρύτερη κοινή γνώμη της Ζ ότι το ποσό των 170.000 € κάλυψε το κόστος των καρναβαλικών εκδηλώσεων του έτους 2005, ενώ από το ποσό αυτό μόνο 50.000 € διατέθηκαν για την πληρωμή των ανωτέρω εκδηλώσεων, καθώς τα υπόλοιπα υπεξαιρέθηκαν κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση από τον ίδιο και τους ήδη αποβιώσαντες συγκατηγορούμενούς του εντός του έτους 2005. Με την πράξη του αυτή, προκλήθηκε ζημία στην περιουσία του δήμου ύψους 120.000 €, καθώς η δήθεν καταβολή του ως άνω υπεξαιρεθέντος ποσού στο ανωτέρω δημοτικό νομικό πρόσωπο για την αποπληρωμή των καρναβαλικών εκδηλώσεων 2005 περιλήφθηκε στον απολογισμό του δήμου τη χρήση του έτους 2005 και ταυτόχρονα μειώθηκαν λογιστικά κατά 120.000 € τα χρηματικά διαθέσιμα αυτού έως τις 31-12-2005 και έτσι απεκρύβη η υπεξαίρεση του ποσού αυτού [ύψους 120.000 €], από αυτόν και τους ήδη αποβιώσαντες συγκατηγορουμένους του. Β – ΙΙΙ) Στις 29-12-2006, στη Ζ ενεργώντας υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου ΟΤΑ και ειδικότερα του προϊσταμένου Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου Ζ, συνέταξε τα κάτωθι έγγραψα, στα οποία βεβαίωσε εν γνώσει του, ψευδή περιστατικά που μπορούσαν να έχουν συνέπειες και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εξέδωσε τα υπ’ αριθ. 989, 990, 991, 992, 993 και 994 από 29-12-2006 γραμμάτια πληρωμής των χρηματικών ενταλμάτων με αριθμούς 197, Α/198, A/200, Α/201, Α/202 και Α/203, που περιγράφονται ειδικότερα στο κεφάλαιο Α – ΙΙ του παρόντος, συνολικού ποσού ύψους 208.200 € (και μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, συνολικού ποσού 190.616,78 €), στα οποία βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι αυτά εξοφλήθηκαν στον δικαιούχο τους, ήτοι στην εταιρεία …., στις 29-12-2006, ενώ στην πραγματικότητα, τα συγκεκριμένα αυτά εντάλματα δεν εξοφλήθηκαν εντός της χρήσης του 2006. Το ψευδές γεγονός της εξόφλησης των επιδίκων χρηματικών ενταλμάτων εντός του έτους 2006 μπορούσε να έχει και είχε έννομες συνέπειες, καθώς τα επίδικα ψευδή κατά περιεχόμενο γραμμάτια είσπραξης, συνολικού ύψους 208.200 €, περιλήφθηκαν στον απολογισμό εξόδων του Δήμου Ζ για το έτος 2006 ως εξοφλημένα και επιβάρυναν ισόποσα τα έσοδα του Δήμου για το έτος 2006, αποκρύβοντας το πραγματικό γεγονός ότι δηλαδή τα ποσά των επιδίκων ενταλμάτων είχαν υπεξαιρεθεί από τον κατηγορούμενο και τον ήδη αποβιώσαντα συγκατηγορούμενό του και τότε Δήμαρχο Δήμου Ζ, … και έτσι με την πράξη αυτή του κατηγορουμένου προκλήθηκε ζημία στην περιουσία του Δήμου ύψους 208.200 € (και μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, συνολικού ποσού 190.616,78 €), [καθώς η δήθεν καταβολή του ως άνω υπεξαιρεθέντος ποσού σε προμηθευτές του Δήμου, για την αποπληρωμή των καρναβαλικών εκδηλώσεων 2006, περιλήφθηκε στον απολογισμό του δήμου για τη χρήση του έτους 2006 και ταυτόχρονα μειώθηκαν λογιστικά κατά 208.200 € τα χρηματικά διαθέσιμα αυτού έως την 31.12.2006 και έτσι απεκρύβη η υπεξαίρεση του ποσού αυτού από αυτόν και τους ήδη αποβιώσαντες συγκατηγορουμένους του]. Συνεπώς, κατά το χρονικό διάστημα από τις 29.06.2005 ως και τις 29.12.2006, ο κατηγορούμενος, με τις προαναφερόμενες επιμέρους πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση και με ενιαίο δόλο, υπό την ιδιότητα του Προϊσταμένου Ταμειακής Υπηρεσίας Δήμου Ζ, που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ορισμένων δημοσίων εγγράφων και δη χρηματικών ενταλμάτων, γραμματίων πληρωμής και βεβαιώσεων πληρωμής, βεβαίωσε ψευδή περιστατικά που είχαν έννομες συνέπειες, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και στους ήδη αποβιώσαντες συγκατηγορούμενούς του, …., αθέμιτο όφελος υπερβαίνον το ποσό των 120.000 € και ανερχόμενο συνολικά σε 310.616,78 € (120.000 € το έτος 2005 + 190.616,78 € το έτος 2006), στο οποίο και απέβλεπε εξαρχής με τις μερικότερες πράξεις του, βλάπτοντας ισόποσα παράνομα την περιουσία του ανωτέρω ΟΤΑ (ήτοι του Δήμου Ζ), αλλά και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ….. με την απόκρυψη του πραγματικού γεγονότος της υπεξαίρεσης όλων των ανωτέρω ποσών που περιλαμβάνονταν στα επίδικα εντάλματα από αυτόν και τους ήδη αποβιώσαντες συγκατηγορουμένους του.». Ο Αντεισαγγελέας Εφετών Πατρών με τους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αιτιάται ότι η ανωτέρω προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 490/19-10-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων (Α’ Βαθμού) Πατρών, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής, την ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσίβλητου – κατηγορουμένου ποινική δίωξη, για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, κρίνοντας ότι υπόκεινται σε δεκαπενταετή παραγραφή, η κλήση δε για να εμφανιστούν στο ακροατήριό του και να δικαστούν γι’ αυτές επιδόθηκε μετά τη συμπλήρωση της ως άνω προθεσμίας.
- Με τις εκτιθέμενες στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VIIΙ σκέψη παραδοχές του, το δικαστήριο της ουσίας [Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων (Α’ Βαθμού) Πατρών], με την προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 490/19-10-2022 απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρονται στο σκεπτικό της. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του αναιρεσίβλητου – κατηγορουμένου, ….., για τις αξιόποινες πράξεις: α) της υπεξαίρεσης, κατ’ εξακολούθηση, που τελέστηκε το χρονικό διάστημα από 29-6-2005 έως 31-12-2006, στη Ζ, κατά συναυτουργία με τους ήδη αποβιώσαντες συγκατηγορουμένους του: α) , τότε Δήμαρχο του Δήμου Ζ, και β) …., τότε Προέδρου του δημοτικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ζ…», το αντικείμενο της οποίας (υπεξαίρεσης) ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και β) της ψευδούς βεβαίωσης, που τελέστηκε το χρονικό διάστημα από 30-6-2005 έως 31-12-2006, στη Ζ, από την οποία ο υπαίτιος είχε σκοπό να προσπορίσει σε άλλον αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €), αξιόποινες πράξεις που τελέστηκαν με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 περ. β’ του Ν. 1608/1950 «Περί αυξήσεως των ποινών των προβλεπομένων δια τους καταχραστάς του Δημοσίου» (Φ.Ε.Κ. 301/28-12-1950, τεύχος πρώτο), ζημιώθηκε δε από αυτές ο Δήμος Ζ [οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης (α’ βαθμού)], καθώς και το δημοτικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ζ Κ», κατά το ποσό των τριακοσίων δέκα χιλιάδων εξακοσίων δεκαέξι ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών του ευρώ (310.616,78 €). Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσίβλητος – κατηγορούμενος παραπέμφθηκε, με το υπ’ αρ. 11/2021 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ζ, το οποίο κατέστη αμετάκλητο την 25-11-2021, στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας [Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων (Α’ Βαθμού) Πατρών], προκειμένου να δικαστεί για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, η κλήση δε για να εμφανιστεί αυτός, δηλαδή ο αναιρεσίβλητος – κατηγορούμενος, στο ακροατήριό του (δικαστηρίου της ουσίας) επιδόθηκε στον τελευταίο την 7-2-2022. Ακολούθως, το δικαστήριο της ουσίας, με την παραδοχή ότι ο χρόνος παραγραφής των ως άνω αξιόποινων πράξεων είναι δεκαπενταετής, σε συνδυασμό το ότι η επίδοση κλήσης στον αναιρεσίβλητο – κατηγορούμενο για να εμφανιστεί στο ακροατήριό του, για να δικαστεί για τις ανωτέρω πράξεις, έγινε μετά τη συμπλήρωση δεκαπενταετίας από την τέλεση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων, ακόμη και με την παραδοχή ότι ο χρόνος παραγραφής τους αρχίζει από την τέλεση της μερικότερης πράξης αυτών, την 31-12-2006 [παραδοχή που ως προς τον χρόνο έναρξης της παραγραφής των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων είναι ορθή, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VI νομική σκέψη], έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα σε βάρος του αναιρεσίβλητου – κατηγορουμένου ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής. Το δικαστήριο της ουσίας όμως, παρά τις προαναφερθείσες παραδοχές του, κρίνοντας ότι συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων πριν από την επίδοση κλήσης στον αναιρεσίβλητο – κατηγορούμενο να εμφανιστεί στο ακροατήριό του, προκειμένου να δικαστεί γι’ αυτές, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2 περ. α’ του προϊσχύσαντος Π.Κ. (σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. β’ του Ν. 1608/1950), και 242 παρ. 5 εδ. β’ και 375 παρ. 3 εδ. β’ του ισχύοντος Π.Κ., δεχόμενο ως χρόνο παραγραφής των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων τη δεκαπενταετία, κατά το άρθρο 111 παρ. 2 περ. β’ του προϊσχύσαντος Π.Κ., καθόσον προς εύρεση της ευμενέστερης και εφαρμοστέας στην κρινόμενη υπόθεση διάταξης, εσφαλμένα έθεσε εκτός πεδίου σύγκρισης τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2 περ. α’ του προϊσχύσαντος Π.Κ. και 1 παρ.1 περ. β’ του Ν. 1608/1950, ο οποίος προέβλεπε ποινή ισόβιας κάθειρξης, για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του αναιρεσίβλητου – κατηγορουμένου και παραπέμφθηκε ο τελευταίος στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας για να δικαστεί γι’ αυτές, με συνέπεια ο χρόνος παραγραφής αυτών να είναι εικοσαετής. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι ο ανωτέρω Ν. 1608/1950 ίσχυε μέχρι 30-6-2019, χωρίς να μεσολαβήσει κατάργησή του, πριν από την έναρξη εφαρμογής του ισχύοντος Π.Κ., ενώ η επίκληση από το δικαστήριο της ουσίας, για να στηρίξει την ανωτέρω κρίση του, της υπ’ αρ. 1/2020 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αφορά περίπτωση απάτης σε βάρος τράπεζας, που δεν υπάγεται πλέον στις νέες διακεκριμένες μορφές κακουργημάτων, όπως είναι αυτές που αφορούν την κρινόμενη υπόθεση (άρθρα 242 παρ. 3 και 375 παρ. 3 του ισχύοντος Π.Κ.). Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, προς εύρεση της ευμενέστερης και εφαρμοστέας στην κρινόμενη υπόθεση διάταξης, εσφαλμένα προέβη στην αντιπαραβολή των διατάξεων των άρθρων 242 και 375 του προϊσχύσαντος Π.Κ. αντιστοίχως μόνον με αυτές των ταυτάριθμων άρθρων του ισχύοντος Π.Κ., με βάση τις οποίες, κατά το άρθρο 111 παρ. 2 περ. β’ του προϊσχύσαντος Π.Κ. όλα τα προβλεπόμενα από αυτές κακουργήματα υπόκεινται σε δεκαπενταετή παραγραφή, ενώ για την εύρεση της ευμενέστερης και εφαρμοστέας διάταξης έπρεπε να προβεί σε σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 1 παρ. 1 περ. β’ του Ν. 1608/1950, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο V νομική σκέψη. Συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας με την προαναφερθείσα εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, παύοντας οριστικά την ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσίβλητου – κατηγορουμένου ποινική δίωξη για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, λόγω παραγραφής, παρέλειψε να ερευνήσει την ουσία της υπόθεσης, υπερβαίνοντας αρνητικά την εξουσία του. Επομένως, ιδρύεται και ο αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος από τον Άρειο Πάγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ του Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικός λόγος για αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Α.Π. 42/2022).
Χ. Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερομένων, δεκτού γενομένου του αναιρετικού λόγου της κρινόμενης αίτησης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής δίωξης, καθώς και του αυτεπαγγέλτως ερευνώμενου από τον Άρειο Πάγο αναιρετικού λόγου της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Θ’ αντιστοίχως του Κ.Ποιν.Δ.), η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει το σύνολο της υπόθεσης, πρέπει, χωρίς να εξεταστεί ο λόγος της κρινόμενης αίτησης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ.), η έρευνα του οποίου παρέλκει ως αλυσιτελής (Α.Π. 897/2022), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ακολούθως δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 519 και 522 του Κ.Ποιν.Δ., όπως το πρώτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 35 του Ν. 4637/2019 (Φ.Ε.Κ. 180/18-11-2019, τεύχος πρώτο) και το δεύτερο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 159 του Ν. 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο), να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 490/19-10-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων (Α΄ Βαθμού) Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2023. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ