ΠΕΡΙΛΗΨΗ :
-Ελαφρυντικές περιστάσεις άρθρων 84 παρ.2 α,ε και 133 ΠΚ . Αιτιολογημένη απόρριψη.
-Κατ' οίκον έκτιση ποινής (άρθρο 105 Π.Κ.).
Το δικάζον την ουσία της υπόθεσης δικαστήριο, μετά την απαγγελία της απόφασής του για την επιβολή της πρόσκαιρης στερητικής της ελευθερίας ποινής, υποχρεούται, χωρίς να απαιτείται αίτημα για την κατ΄ οίκον έκτιση της ποινής από τον καταδικασθέντα, να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την προς τούτο συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 105 παρ. 1 και 2 του ΠΚ και είτε να διατάξει την κατ΄ οίκον έκτιση της ποινής, είτε να μην τη διατάξει αιτιολογημένα. Ως εκ τούτου, αν το δικαστήριο παραλείψει να αποφανθεί για την κατ΄ οίκον έκτιση της ποινής, μολονότι συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, θεμελιώνεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ΄ του ΚΠΔ αναιρετικός λόγος για υπέρβαση εξουσίας (ΑΠ 1071/2021)
Αριθμός 655/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη – Εισηγήτρια, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά και Διονύσιο Παλλαδινό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Καρκαμπούνα, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης ……., κατοίκου Κουτσόχερου Λάρισας και ήδη κρατούμενης στις Γυναικείες Φυλακές του Καταστήματος Κράτησης Ελεώνα Θηβών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Χατζηγκόντζιο, για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 215-216/2021 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18-3-2022 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 314/2022.
Αφού άκουσε
Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 18-3-2022 αίτηση της ……., κατοίκου Κουτσόχερου Λάρισας, για αναίρεση της 215-216/2021 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης (που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα για την αξιόποινη πράξη της (απλής) συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση) έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3) περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Θ΄ του ΚΠΔ (έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, υπέρβαση εξουσίας). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί ως προς τη βασιμότητα των προβαλλομένων αναιρετικών λόγων. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική ανάπτυξή τους, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε, περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ. ΑΠ 2/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 133 ΠΚ, όπως ισχύει από 1-7-2019 μετά την τροποποίηση με τον Ν. 4619/2020, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει μειωμένη ποινή (άρθρ. 83 ΠΚ), σε όποιον κατά το χρόνο που τέλεσε αξιόποινη πράξη δεν είχε συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 εδ. β΄ του άρθρου 130 του ΠΚ (ΑΠ 755/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, δια του συνηγόρου της, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά (μετά την περί της ενοχής απόφαση του Δικαστηρίου), πλην άλλων ισχυρισμών και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό της του ελαφρυντικού της μετεφηβικής ηλικίας (άρθρ. 133 ΠΚ) ως ακολούθως: «Γεννηθείσα εν έτει 1991, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, ήτοι στις 27-12-2015, δεν είχα συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο (25ο) έτος της ηλικίας μου. Πράγματι, με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης σε πρώτο βαθμό, ορθώς το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης δεν μου αναγνώρισε το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας, ωστόσο δέον είναι να μου αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ας με βάση το ισχύον αρ. 133 σε συνδυαστική εφαρμογή με το αρ. 2 του νέου ΠΚ Ειδικότερα, κατά την παρ. 1 του αρ. 2 του νέου ΠΚ «Αν από την τέλεση πράξης ως την αμετακλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Εν προκειμένω, προφανώς και η διάταξη του νέου αρ. 133 οδηγεί σε επιεικέστερη ποινική μεταχείρισή μου σε σχέση με το παλαιό, καθώς τέλεσα την αποδιδόμενη εις εμέ αξιόποινη πράξη σε ηλικία μικρότερη των είκοσι πέντε (25) ετών, και άρα εμπίπτουσα στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης του αρ. 133 του νέου ΠΚ, η οποία τυγχάνει εφαρμοστέα έναντι της διάταξης του αυτού άρθρου του παλαιού ΠΚ με βάση την αρχή της αναδρομικής ισχύος του επιεικέστερου νόμου, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο αρ. 2 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ. Συνεπώς, αξιώνω την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού και τη μείωση της ποινής μου σύμφωνα με το αρ. 83 ΠΚ.». Το Δικαστήριο απέρριψε τους ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό ως αβάσιμο με την εξής, κατά λέξη, αιτιολογία: «Στην προκειμένη περίπτωση η δεύτερη των κατηγορουμένων που γεννήθηκε στις 20-9-1991, κατά τον χρόνο τελέσεως της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης είχε, συμπληρώσει το 18ο, όχι όμως και το 25ο έτος της ηλικίας της. Όπως, όμως, αποδεικνύεται από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, είχε αποκτήσει μεγάλη εμπειρία ζωής και ωριμότητα, αφού είχε δημιουργήσει οικογένεια με τον πρώτο κατηγορούμενο και είχαν αποκτήσει πέντε (5) παιδιά και ότι η όλη συμπεριφορά της κατηγορουμένης, όπως αυτή περιγράφηκε ανωτέρω, καταδεικνύει άτομο που έδρασε με ωριμότητα και ψυχραιμία που δεν αρμόζει σε πρόσωπο μετεφηβικής ηλικίας, όπως η κατηγορούμενη, τέτοιας δε ψύχραιμης και ώριμης συμπεριφοράς της κατηγορουμένης αποτέλεσμα ήταν η συνδρομή της, κατόπιν συνειδητής αποφάσεως, στο καταστρωθέν από το πρώτο κατηγορούμενο σχέδιο για δολοφονία του προαναφερθέντος θύματος με σκοπό την αφαίρεση των χρημάτων του, αλλά και η συνεχής παρουσία της κατά τη δολοφονία του από τον πρώτο κατηγορούμενο, με τρόπο ειδεχθή (σφοδρή επίθεση κατά του αδύναμου υπερηλίκου θύματος, το οποίο ήταν έρμαιο στην επιθετική του μανία και στραγγαλισμού αυτού). Κρίνεται επομένως ότι δεν συντρέχει περίσταση εφαρμογής ως προς αυτήν της εν λόγω διατάξεως (άρθρο 133 ΠΚ) και μειώσεως της ποινής της, κατά το άρθρο 83 ΠΚ, απορριπτομένου, ως αβασίμου, του σχετικού ισχυρισμού της, προβληθέντος διά του συνηγόρου της».
Η αιτιολογία της απορριπτικής αυτής κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους έκρινε το δικάσαν το Δικαστήριο ότι η εγκληματική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας αποτελούσε συνειδητή επιλογή και δεν είχε σχέση με νεανική ανωριμότητά της, ώστε να δικαιολογείται η επιεικής μεταχείριση αυτής. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για ελλειπή αιτιολογία της απόφασης σε σχέση με την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) η υπό στοιχείο α΄, το ότι υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα», και β) η υπό στοιχείο ε΄, το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του». Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, πλέον είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου. Κατά τη πραγματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξη «Σύννομη» έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου, όταν το τελευταίο καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι τη στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται με αυτόν, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από το συγκεκριμένο δράστη. Έτσι, ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά με την από πεποίθηση – υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη, το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα, αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 του ΚΠΔ για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου να αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από το συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επιπλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (Ολ. ΑΠ 2/2022, ΑΠ 755/2022). Περαιτέρω, για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 ε΄ του ισχύοντος ΠΚ, προϋποτίθεται η επίκληση και η απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης, ακόμη και κατά την κράτησή του. Ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως που διατρέχει την όλη υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξης, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση το άνω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση, αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη, μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του ποινικού κώδικα (ΑΠ 238/2021, ΑΠ 1665/2019). Στην προκείμενη περίπτωση από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε, δια του συνηγόρου της, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνώρισης στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α΄ και 84 παρ. 2 ε΄ του ΠΚ, επικαλούμενη για τη θεμελίωση τους τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με την διάταξη του νέου άρθρου 84 παρ.2 α' ΤΙΚ "συνιστά ελαφρυντική περίσταση το γεγονός «ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα». Δεδομένου ότι μέχρι την τέλεση της αποδιδόμενης εις εμέ συμμετοχικής πράξης σε ανθρωποκτονία με δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση επέδειξα σεβασμό στα διάφορα έννομα αγαθά και συμμορφωνόμουν με τις επιταγές του νόμου, ώστε το έγκλημα που μου αποδίδεται να συνιστά μοναδική παραφωνία και να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε μία κατά τα άλλα σταθερή στάση ζωής ενός νομιμόφρονα ανθρώπου, πληρώ τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου σύννομου βίου. Μάλιστα το ποινικό μου μητρώο είναι «οιονεί λευκό», διότι έχω καταδικαστεί πριν από την τέλεση της πράξης σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για ψευδής κατάθεση/ψευδορκία, η οποία όμως, λόγω της επαπειλούμενης στο αρ. 224 παρ. 1 ποινής, ήτοι φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τριών ετών, κατατάσσεται στην κατηγορία των ελαφρών πλημμελημάτων, και ως εκ τούτου το Δικαστήριο Σας δύναται να μου αναγνωρίσει το υπό συζήτηση ελαφρυντικό με βάση το γράμμα του νόμου».
«Σύμφωνα με την ευμενέστερη διάταξη του νέου άρθρου 84 παρ. 2 ε΄ ΠΚ, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμη και αν βρισκόταν σε καθεστώς κράτησης. Από την στιγμή της καταδίκης μου σε πρώτο βαθμό για το αδίκημα της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία με δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και έπειτα αποτελώ πρότυπο συνετού και νομιμόφρονα πολίτη και ανθρώπου, καθώς ουδέποτε απασχόλησα ξανά της αστυνομικές ή δικαστικές αρχές και δεν τέλεσα καμία άλλη αξιόποινη ή έκνομη πράξη. Αντίθετα, διάγω ένα φιλήσυχο και σύννομο βίο έχοντας αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεών μου και έχοντας συμμορφωθεί πλήρως προς της επιταγές της έννομης τάξης. Μάλιστα, πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης μου σε πρώτο βαθμό, κατόπιν σχετικής πρότασης της Εισαγγελέως, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης όρισε η έφεση μου να έχει αναστέλλουσα δύναμη, υπό τον περιοριστικό όρο της απαγόρευσης εξόδου από την Ελληνική επικράτεια, τον οποίο και σεβάστηκα απόλυτα, ενώ αν και κατοικώ σε περιοχή πολύ κοντά στα εξωτερικά σύνορα της χώρας, ουδέποτε διανοήθηκαν να εγκαταλείψω τη χώρα και να καταστώ φυγόδικος, πάντοτε σεβόμενη τόσο το Δικαστήριο Σας, όσο και το πρωτοβάθμιο, το οποίο ανέστειλε την εκτέλεση της ποινής μου δυνάμει της εφέσεως και συνεπώς άγομαι σήμερα ενώπιον της κρίσης σας. Επομένως, έχει επιδείξει την απαιτούμενη, για την κατάφαση του ως άνω ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε΄ ΠΚ, θετική κοινωνική συμπεριφορά μετά την τέλεση του αποδιδόμενου εγκλήματος και θα πρέπει να μου αναγνωριστεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε΄ ΠΚ.».
Το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμους τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον, αναφορικά μεν τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α΄ του ΠΚ δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα – κατηγορουμένη είχε ήδη καταδικαστεί αμετακλήτως, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης της, για το πλημμέλημα της ψευδούς κατάθεσης (ψευδορκίας μάρτυρα) σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, το οποίο, ενόψει της επαπειλούμενης στο άρθρο 224 παρ. 1 του ΠΚ ποινής δεν κατατάσσεται στην κατηγορία των ελαφρών πλημμελημάτων, αλλά αποτελεί σοβαρό πλημμέλημα, το οποίο ενέχει κίνδυνο παραπλάνησης της δικαιοσύνης από ψευδές εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο, με συνέπεια τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ορθή απονομή της, και αναφορικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε, μετά την τέλεση της πράξης, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, συμπεριφορά της τέτοια που να πληροί τις ουσιαστικά απαιτούμενες προϋποθέσεις θεμελιώσεώς της, δηλωτική της ποιότητας του ήθους της, της αληθούς ψυχικής της μεταβολής προς το καλύτερο, της κοινωνικής προδιάθεσής της και της αρμονικής διαβίωσής της στην κοινωνία για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτήν των συνεπειών της και σταθερού εναρμονισμού της προς τις επιταγές της έννομης τάξης, αλλά ότι το γεγονός ότι δεν υπέπεσε σε κάποιο παράπτωμα καθόλο το χρονικό διάστημα από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό, κατά το οποίο αυτή τελούσε σε καθεστώς ελευθερίας, είναι αποτέλεσμα της απειλής υπό την οποία τελούσε για την εξέλιξη της δίκης στο δεύτερο βαθμό. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας περί συνδρομής στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α΄ και 2 ε΄ του ΠΚ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 105 παρ. 1 του ΠΚ όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης «Όποιος καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας έως δεκαπέντε έτη και έχει υπερβεί το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας εκτίει ποινή ή το υπόλοιπο της ποινής στην κατοικία του, εκτός αν το δικαστήριο, με ειδική αιτιολογία, κρίνει ότι η έκτιση της ποινής σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να αποτραπεί από την τέλεση άλλων αντίστοιχης βαρύτητας εγκλημάτων. Αν το πιο πάνω όριο ηλικίας έχει συμπληρωθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αποφασίζει το δικαστήριο που επιβάλλει την ποινή….», ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 2 του ως άνω άρθρου «Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου ισχύει, ανεξαρτήτως ποινής και για τις μητέρες που έχουν την επιμέλεια ανήλικων τέκνων, τα οποία δεν έχουν συμπληρώσει το όγδοο έτος της ηλικίας τους…». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικάζον την ουσία της υπόθεσης δικαστήριο, μετά την απαγγελία της απόφασής του για την επιβολή της πρόσκαιρης στερητικής της ελευθερίας ποινής, υποχρεούται, χωρίς να απαιτείται αίτημα για την κατ΄ οίκον έκτιση της ποινής από τον καταδικασθέντα, να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την προς τούτο συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 105 παρ. 1 και 2 του ΠΚ και είτε να διατάξει την κατ΄ οίκον έκτιση της ποινής, είτε να μην τη διατάξει αιτιολογημένα. Ως εκ τούτου, αν το δικαστήριο παραλείψει να αποφανθεί για την κατ΄ οίκον έκτιση της ποινής, μολονότι συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, θεμελιώνεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ΄ του ΚΠΔ αναιρετικός λόγος για υπέρβαση εξουσίας (ΑΠ 1071/2021). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 464 του νέου ΚΠΔ, ίδια με την προϊσχύσασα του άρθρου 463 του ΚΠΔ, ορίζεται περιοριστικά ότι ένδικο μέσο και, επομένως, και αυτό της αναίρεσης (άρθρ. 462 του ΚΠΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ένδικου μέσου. Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι ο ασκών, ως δικαιούμενος προς τούτο, ένδικο μέσο ή προβάλλων συγκεκριμένο λόγο πρέπει, ως υφιστάμενος βλάβη από την επικαλούμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1162/2014, ΑΠ 675/2014, ΑΠ 851/2011), να επιδιώκει ορισμένο όφελος από την παραδοχή του, να αναμένει δηλαδή βελτίωση της θέσης του από την ευδοκίμησή του. Το συμφέρον πρέπει να είναι ατομικό, να αναφέρεται δηλαδή στον δικαιούμενο στην άσκηση του ένδικου μέσου και όχι σε άλλο διάδικο (ΑΠ 998/2016, ΑΠ 675/2014, ΑΠ 461/2013, ΑΠ 1091/2008). Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο κατ΄ άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ως απαράδεκτος απορρίπτεται και ο επιμέρους σχετικός λόγος (Ολ. ΑΠ 1244/1986, ΑΠ 788/2018, ΑΠ 998/2016, ΑΠ 675/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε κατ΄ έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα για την αξιόποινη πράξη της συνέργειας (απλής) σε ανθρωποκτονία με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και την καταδίκασε, κατά πλειοψηφία (6-1), σε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών, η οποία εκτίεται σε Κατάστημα Κράτησης. Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη της ότι η ανήλικη θυγατέρα της Ι Α, που γεννήθηκε στις 14-2-2015, της οποίας έχει την επιμέλεια, όπως προκύπτει από την από 31-12-2015 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης που υπάρχει στη δικογραφία, διήγε το έκτο έτος της ηλικίας της και, επομένως, συνέτρεχαν στο πρόσωπό της, κατά τα ως άνω, οι προϋποθέσεις της κατ΄ οίκον έκτισης της ποινής, που της επιβλήθηκε και ότι με το να μην ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή στο πρόσωπό της και να μην αποφανθεί περί αυτής, υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ΄ του ΚΠΔ πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας. Ωστόσο ο λόγος αυτός επί συνδρομής προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 105 του ΠΚ, οι οποίες κατά το διαδραμόν μέχρι τη διάσκεψη της υπόθεσης (7-3-2023) διάστημα εξέλιπαν, είναι απαράδεκτος. Και τούτο διότι επί παραδοχής της βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου και παραπομπής κατά τούτο στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προς επανεκδίκαση της υπόθεσης κατά το αναιρούμενο μέρος, το άρθρο 105 παρ. 2 του ΚΠΔ δεν δύναται πλέον λόγω της συμπλήρωσης του όγδοου έτους της ηλικίας της ανήλικης Ι Α να εφαρμοσθεί. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 578 παρ. 1 του ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2022 αίτηση της …. κατοίκου Κουτόχερου Λάρισας, για αναίρεση της 215-216/2021 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ