ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ - ΑΠ 1329-2023

ΠΕΡΙΛΗΨΗ - Κατάσταση ανάγκης. Άρθρο 25 Π.Κ.: Ο ποινικός κώδικας ακολουθεί την αρχή της στάθμισης των εννόμων αγαθών ή του υπερέχοντος συμφέροντος και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποκλείεται το άδικο της πράξης. Συντρέχει  κατάσταση ανάγκης όταν υπάρχει κίνδυνος βλάβης ενός εννόμου αγαθού, προσώπου ή της περιουσίας, τον οποίο κίνδυνο ο δικαιούχος μόνο με την προσβολή, βλάβη ή διακινδύνευση ξένου αγαθού, σημαντικά κατώτερου κατά το είδος και τη σπουδαιότητα, μπορεί να αποφύγει. Προϋποθέσεις της κατάστασης ανάγκης αποτελούν: α) Παρών κίνδυνος, τέτοιος δε είναι ο αντικειμενικά υπαρκτός που άρχισε ή επίκειται αμέσως. Η επιχειρούμενη από το δικαστικό επιμελητή σε βάρος του οφειλέτη αναγκαστική εκτέλεση, που δεν εκπληρώνει για οποιονδήποτε λόγο την υποχρέωση στην οποία καταδικάστηκε, δεν εμπίπτει στην έννοια του κινδύνου, διότι η πράξη αυτή αποτελεί νόμιμη ενέργεια και όχι αναπότρεπτο κίνδυνο παράνομης προσβολής έννομου αγαθού. β) Κίνδυνος άλλως αναπότρεπτος, ήτοι κίνδυνος ο οποίος υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης δεν μπορεί να αποτραπεί από τον απειλούμενο με άλλο τρόπο αλλά μόνο με την προσβολή του αλλότριου έννομου αγαθού. γ) Κίνδυνος στρεφόμενος κατά του προσώπου και της περιουσίας του. δ) Αναίτια κατάσταση ανάγκης. ε) Να μην υπάρχει καθήκον έκθεσης στον κίνδυνο. στ) Σκοπός αποτροπής του κινδύνου. ζ) Η βλάβη στο αλλότριο έννομο αγαθό να είναι σημαντικά κατώτερη κατ' είδος και σπουδαιότητα από την απειληθείσα στο έννομο αγαθό που κινδύνευσε. 

-Άρθρο 32 Π.Κ.: Η μόνη αλλαγή που επήλθε στη διάταξη του άρθρου 32 ΠΚ είναι ότι αντικαταστάθηκε ο όρος " βλάβη" από τον όρο "προσβολή" ώστε να είναι σαφές ότι και στην περίπτωση αυτή ο καταλογισμός μπορεί να αρθεί όχι μόνο στα εγκλήματα βλάβης αλλά και διακινδύνευσης(Α.Π.252/2021, Α.Π.732/2020).

 

Αριθμός  1329/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Παπαγεωργίου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Χρυσούλα Πλατιά, Βαρβάρα Πάπαρη, Αικατερίνη Χονδρορίζου-Εισηγήτρια και Λεωνίδα Χατζησταύρου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιουλίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Οικονόμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου  …………, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Γαρέφου που διορίστηκε με την 381/2023 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της 2344/2022 απόφασης του Γ΄ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Το Γ΄ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 18-5-2023 με αριθμό Ε.Μ. 76/2023  αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό  500/2023,

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη με αριθμό 76/2023 από 18-5-2023 αίτηση του  ….., κατοίκου Αθηνών (οδός  …..) για αναίρεση της με αριθμό 2344/2022 απόφασης του Γ΄ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, κατά πλειοψηφία, για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης απορρήτου της προφορικής συνομιλίας (άρθρ.370Α Π.Κ.) και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3 και 474 παρ. 1 του ΚΠΔ) στις 18-5-2023 με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, από την έχουσα ειδική εξουσιοδότηση Ν. Κ. Δικηγόρο Αθηνών ως διορισθείσα προς τούτο με την υπ’ αριθ. 282/2022 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών κατόπιν της υπ’ αριθ. 10043/19-9-2022 αιτήσεως του αναιρεσείοντος, συνταχθείσης σχετικής εκθέσεως αναιρέσεως και εγχειρίσεως δικογράφου με αριθμ. 76/18-5-2023, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη, στις 8-5-2023, στο κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, ασκήθηκε δε από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον, κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο και περιλαμβάνει ορισμένους λόγους και συγκεκριμένα α) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

Με την παρ. 2 του άρθρου 370Α ν.Π.Κ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 του ν.5002/9-12-2022, διότι δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, κατ’ άρθρ. 2 παρ. 1 Π.Κ., ως δυσμενέστερο για τον κατηγορούμενο, αφού η επίδικη πλημμεληματική πράξη τιμωρείται πλέον σε βαθμό κακουργήματος, ορίζεται ότι: "Όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώνει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου». Από την ανωτέρω διατύπωση του νόμου προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβιάσεως του απορρήτου προφορικής συνομιλίας με τη μορφή της αποτύπωσης σε υλικό φορέα το περιεχόμενο συνομιλίας μεταξύ του δράστη και τρίτου, που προβλέπεται από το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 370Α Π.Κ. (με το οποίο θεσμοθετείται διαφορετικό αδίκημα από εκείνο του πρώτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου του άνω άρθρου, που αναφέρεται στις περιπτώσεις της αποτύπωσης σε υλικό μαγνητοφωνήσεως προφορικής συνομιλίας μεταξύ τρίτων και της μαγνητοσκοπήσεως μη δημόσιων πράξεων τρίτων), πρέπει η αποτύπωση σε υλικό φορέα να αφορά ιδιωτική συνομιλία μεταξύ των ανωτέρω προσώπων (δράστη και παθόντος τρίτου) χωρίς τη συναίνεση του παθόντος. Ιδιωτική είναι η συνομιλία, που δεν διεξάγεται δημόσια, δηλαδή, κατά τη βούληση των συνομιλούντων, δεν προορίζεται να ακουστεί από αόριστο αριθμό προσώπων, ασχέτως χώρου όπου έγινε αυτή (Πολιτική Ολ. Α.Π. 1/2001, Α.Π.677/2017), ήτοι ανεξαρτήτως του αν η συνομιλία έγινε σε δημόσιο χώρο, καθώς και του αν κάποιος από τους συνομιλούντες είχε την πρόθεση να τη δημοσιοποιήσει μεταγενέστερα και ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της, το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος (Α.Π. 677/2017, Α.Π. 1532/2013). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά ως προς το δόλο, που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των αξιόποινων πράξεων (κατ’ άρθρ. 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 Π.Κ.), η ύπαρξη αυτού δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της παραβιάσεως του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε κοινό (απλό) δόλο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ.2344/2022, αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, επί λέξει, τα εξής: «Στις 11-11-2015 και περί ώρα 11.50', ο κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο της Εισαγγελέως Διοικητικού και Εσωτερικών Υποθέσεων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών,......, όπου τον παρέπεμψε ο τότε Προϊστάμενος της ως άνω Εισαγγελίας, προκειμένου να διατυπώσει παράπονα για την κατά την άποψή του αδράνεια που επιδεικνυόταν ως προς τη διερεύνηση καταγγελιών του σε σχέση με τη συμπεριφορά αστυνομικών που εκτελούσαν υπηρεσία στην πλατεία Συντάγματος. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της ακρόασής του από την ως άνω Εισαγγελέα διαπιστώθηκε ότι χωρίς τη θέλησή της και κρυφίως ηχογραφούσε τη συνομιλία στο κινητό του τηλέφωνο και κατόπιν τούτου συνελήφθη. Σε έρευνα δε που έγινε στο κατασχεθέν κινητό τηλέφωνο διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν αποθηκευμένα συνολικά 299 αρχεία βίντεο (βλ. την με αριθμ. πρωτ, 3022/21/4212-α73-3-2016 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ.). Εξ αυτών το υπ'αριθμ. 299 αρχείο βίντεο με ημερομηνία 11-11-2015 και ώρα 11:48:57 αφορούσε την ως άνω συνομιλία που κρυφίως ο κατηγορούμενος ηχογράφησε. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος κινούμενος από τη δυσπιστία που αισθανόταν έναντι της εισαγγελικής αρχής σε σχέση με τη διερεύνηση των καταγγελιών του, ηχογράφησε κρυφίως τη συνομιλία του με την Εισαγγελέα ….., γνωρίζοντας, ενόψει και της ιδιότητάς του ως δημοσιογράφου, το παράνομο της πράξης του. Συνακόλουθα, το παρόν Δικαστήριο, κατά την πλειοψηφήσασα άποψή του, διαμόρφωσε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προέβαλε ο κατηγορούμενος περί κατάστασης που αποκλείει, κατ΄άρθρ.25 Π.Κ. τον άδικο χαρακτήρα της αποδισόμενης σ΄αυτόν πράξης άλλως περί αμυντικής κατάστασης ανάγκης που αίρει τον καταλογισμό κατ΄άρθρ.32 Π.Κ., είναι απορριπτέοι ως αόριστοι. Και τούτο γιατί δεν επικαλείται τα πραγματικά γεγονότα που απαιτούνται για το εφικτό κατ΄αρχήν της στάθμισης μεταξύ της βλάβης που υπήρχε κίνδυνος να επέλθει και της βλάβης που προξενήθηκε για να αποτραπεί αυτός και στη συνέχεια του αποτελέσματος αυτής (στάθμισης) που συνίσταται στο ότι η βλάβη που προξενήθηκε ήταν σημαντικά κατώτερη ή ανάλογη από τη βλάβη που με αυτόν τον τρόπο εμποδίστηκε να επέλθει.». Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε του ισχυρισμούς του κατηγορουμένου περί κατάστασης ανάγκης που αποκλείει το άδικο της πράξης (άρθρ.25 Π.Κ.) και τον καταλογισμό του δράστη (άρθρ.32 Π.Κ.), κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, κατά πλειοψηφία, της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 370Α παρ. 2 εδ. β΄ Π.Κ. (αποτύπωση σε υλικό φορέα ιδιωτικής συνομιλίας μεταξύ αυτού και τρίτου χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου) με παθούσα την ως άνω Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών Α. Π., του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό: Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο, κατά πλειοψηφία, του ότι: «Στην Αθήνα στις 11-11-2015 αποτύπωσε σε υλικό φορέα προφορική του συνομιλία με τρίτον χωρίς τη ρητή συναίνεσή του και ειδικότερα, αφού εισήλθε εντός της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών στο γραφείο της Εισαγγελέως Διοικητικού και Εσωτερικών Υποθέσεων, προκειμένου να διατυπώσει παράπονα για τον χειρισμό δικογραφίας, που τον αφορούσε, από αστυνομικούς υπαλλήλους της Δ/νσης Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας, αθέμιτα αποτύπωσε στη συσκευή του κινητού του τηλεφώνου μάρκας SAMSUNG σε μορφή οπτικοακουστικού αρχείου (video) το περιεχόμενο της προφορικής του συνομιλίας με την ως άνω Εισαγγελέα, ……. χωρίς τη ρητή συναίνεση της τελευταίας». Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του παραπάνω εγκλήματος της παραβιάσεως του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, τα αποδεικτικά μέσα, από όπου το άνω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 370Α παρ. 2 εδ. β΄ Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και ουδόλως παραβίασε. Πιο συγκεκριμένα, εκτός των λοιπών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα όλες οι προϋποθέσεις, που συγκροτούν την έννοια της ιδιωτικής συνομιλίας μεταξύ του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και της ως άνω παθούσας Εισαγγελέα  ……, αφού εκτίθεται, ότι η επίμαχη προφορική συνομιλία των προσώπων αυτών, την οποία ηχογράφησε σε βίντεο με το κινητό του τηλέφωνο κρυφά ο πρώτος εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση της δεύτερης, με τον περιγραφόμενο στις παραδοχές του Δικαστηρίου τρόπο σε συνάντησή τους κατά τον αναφερόμενο χρόνο στο γραφείο της ως άνω Εισαγγελέα, χωρίς τη συμμετοχή οποιουδήποτε τρίτου προσώπου και χωρίς τη βούληση των συνομιλούντων να γίνει περαιτέρω γνωστή σε άλλους ανθρώπους. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον: α) Με τις προπαρατεθείσες παραδοχές πλήρως στοιχειοθετείται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς το έγκλημα της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως της παρ. 2 εδ. β΄ του άρθρου 370Α Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, καταδικάζοντας τον ήδη αναιρεσείοντα για την προβλεπόμενη από αυτήν αξιόποινη πράξη της παραβιάσεως του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας, όπως προαναφέρθηκε, δοθέντος ότι από την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του άνω Δικαστηρίου, ότι η επίμαχη συνομιλία, κατά τη βούληση των συνομιλούντων στο χρόνο που πραγματοποιήθηκε, δεν προοριζόταν να ακουστεί από αόριστο αριθμό προσώπων, παρέπεται ότι, ασχέτως του χώρου όπου έγινε αυτή, είχε ιδιωτικό χαρακτήρα και τούτο συνεπάγεται την απαγόρευση αποτύπωσής της σε υλικό φορέα χωρίς τη συναίνεση της ως άνω παθούσας. β) Το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως το δόλο του αναιρεσείοντος, διότι αυτός (δόλος) ενυπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του προκειμένου εγκλήματος της παραβιάσεως του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας και προκύπτει από τις αναφερόμενες ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού δεν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής του υποστάσεως. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Δ’ Κ.Ποιν.Δ., αντίστοιχα, είναι αβάσιμος. Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για διαφορετική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, αναγόμενες σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες, αφού με το πρόσχημα της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται με αυτές ανεπιτρέπτως η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο υπό κρίση πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, η κατά τα άνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και ότι έχουν αναπτυχθεί προφορικά, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (Ολ. Α.Π. 2/2005, Α.Π.611/2017). Η προβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών (άρθρ. 141 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ.), παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 Κ.Ποιν.Δ. Διαφορετικά, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και ο προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 25 και 32 του ΠΚ, περί κατάστασης ανάγκης, αφού η αποδοχή τους οδηγεί αντίστοιχα στον αποκλεισμό του άδικου χαρακτήρα της πράξης και την άρση του καταλογισμού αυτής και εντεύθεν στην αθώωση του κατηγορουμένου (Α.Π.732/2020). Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως, που προβλέπει τον ισχυρισμό ή την ελαφρυντική περίσταση ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ "1.Δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος, για να αποτρέψει παρόντα και αναπόφευκτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε". Ο ποινικός κώδικας ακολουθεί την αρχή της στάθμισης των εννόμων αγαθών ή του υπερέχοντος συμφέροντος και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποκλείεται το άδικο της πράξης. Συντρέχει λοιπόν κατάσταση ανάγκης όταν υπάρχει κίνδυνος βλάβης ενός εννόμου αγαθού, προσώπου ή της περιουσίας, τον οποίο κίνδυνο ο δικαιούχος μόνο με την προσβολή, βλάβη ή διακινδύνευση ξένου αγαθού, σημαντικά κατώτερου κατά το είδος και τη σπουδαιότητα, μπορεί να αποφύγει. Προϋποθέσεις της κατάστασης ανάγκης αποτελούν: α) Παρών κίνδυνος, τέτοιος δε είναι ο αντικειμενικά υπαρκτός που άρχισε ή επίκειται αμέσως. Η επιχειρούμενη από το δικαστικό επιμελητή σε βάρος του οφειλέτη αναγκαστική εκτέλεση, που δεν εκπληρώνει για οποιονδήποτε λόγο την υποχρέωση στην οποία καταδικάστηκε, δεν εμπίπτει στην έννοια του κινδύνου, διότι η πράξη αυτή αποτελεί νόμιμη ενέργεια και όχι αναπότρεπτο κίνδυνο παράνομης προσβολής έννομου αγαθού. β) Κίνδυνος άλλως αναπότρεπτος, ήτοι κίνδυνος ο οποίος υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης δεν μπορεί να αποτραπεί από τον απειλούμενο με άλλο τρόπο αλλά μόνο με την προσβολή του αλλότριου έννομου αγαθού. γ) Κίνδυνος στρεφόμενος κατά του προσώπου και της περιουσίας του. δ) Αναίτια κατάσταση ανάγκης. ε) Να μην υπάρχει καθήκον έκθεσης στον κίνδυνο. στ) Σκοπός αποτροπής του κινδύνου. ζ) Η βλάβη στο αλλότριο έννομο αγαθό να είναι σημαντικά κατώτερη κατ' είδος και σπουδαιότητα από την απειληθείσα στο έννομο αγαθό που κινδύνευσε. Ομοίου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 25 του νέου ΠΚ. Κατά δε το άρθρο 32 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ "1. Δεν καταλογίζεται στο δράστη η πράξη που τελεί για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο ο οποίος απειλεί χωρίς δική του υπαιτιότητα το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή συγγενούς του, ανιόντος ή κατιόντος ή αδελφού ή συζύγου του αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλον από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με τη βλάβη που απειλήθηκε". Η αντίστοιχη διάταξη του νέου ΠΚ ορίζει, ότι "1. Η πράξη δεν καταλογίζεται σε εκείνον που την τελεί για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί χωρίς δική του υπαιτιότητα το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή οικείου του, αν η προσβολή που προκλήθηκε στον άλλον από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με τη βλάβη που απειλήθηκε". Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η μόνη αλλαγή που επήλθε στη διάταξη του άρθρου 32 ΠΚ είναι ότι αντικαταστάθηκε ο όρος " βλάβη" από τον όρο "προσβολή" ώστε να είναι σαφές ότι και στην περίπτωση αυτή ο καταλογισμός μπορεί να αρθεί όχι μόνο στα εγκλήματα βλάβης αλλά και διακινδύνευσης (Α.Π.252/2021,Α.Π.732/2020). Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον επίσης προαναφερθέντα αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών (σελ. 3) της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων υπέβαλε προφορικώς ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, τον ισχυρισμό περί κατάστασης ανάγκης που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης κατ΄άρθρο 25 Π.Κ. και τον ισχυρισμό περί κατάστασης ανάγκης που αίρει τον καταλογισμό κατ΄άρθρ.32 Π.Κ., με το εξής, επί λέξει, περιεχόμενο: «…. Ο κατηγορούμενος επικαλείται τις διατάξεις των άρθρων 25 και 32 του Π.Κ….». Όπως, όμως, προβλήθηκαν οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί και καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά, τα οποία, εφόσον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ούτε διορθώθηκαν κατά τούτο, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ’ αυτά, ήταν εντελώς αόριστοι, αφού έγινε επίκληση μόνο της νομικής διατάξεως, που προβλέπει την κατάσταση ανάγκης που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης (άρθρο 25 Π.Κ.) και την κατάσταση ανάγκης που αίρει τον καταλογισμό (άρθρ.32 Π.Κ.), χωρίς να αναφερθούν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που να τις θεμελιώνουν, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν. Ειδικότερα για τον έλεγχο της συνδρομής των προυποθέσεων που αποκλείουν το άδικο της πράξης που διέπραξε ο κατηγορούμενος και την στάθμιση των εννόμων αγαθών και του υπερέχοντος συμφέροντος, απαιτείται η επίκληση πραγματικών γεγονότων για το εφικτό κατ' αρχήν της στάθμισης μεταξύ της βλάβης που υπήρχε κίνδυνος να επέλθει και της βλάβης που προξενήθηκε για να αποτραπεί ο κίνδυνος αυτός και στη συνέχεια του αποτελέσματος της στάθμισης αυτής που συνίσταται ότι η βλάβη που προξενήθηκε ήταν σημαντικά κατώτερη (άρθρ. 25) ή ανάλογη (άρθρ. 32) από την βλάβη που με αυτόν τον τρόπο εμποδίστηκε να επέλθει. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ήταν υποχρεωμένο να αποφανθεί και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρ’ όλα αυτά, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αιτιολογικού και του διατακτικού της κατά τα προεκτεθέντα, ορθά απέρριψε, ως αόριστους, τους ανωτέρω ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των πιο πάνω αυτοτελών ισχυρισμών και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 25 και 32 Π.Κ., δια της απορρίψεως των ίδιων ισχυρισμών ως αορίστων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 του ΠΚ αντικείμενα που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημα τους, και όσα αποκτήθηκαν με αυτά, επίσης και αντικείμενα που χρησίμευαν ή προορίζονταν για την τέλεση τέτοιας πράξης, μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμέτοχους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την επιβολή της δήμευσης ως παρεπόμενης ποινής απαιτείται να έχει το δημευόμενο αντικείμενο μια από τις παραπάνω ιδιότητες και να καταδικάστηκε για κακούργημα ή για πλημμέλημα αυτός στον οποίο ανήκει το αντικείμενο ή κάποιος από τους συμμέτοχους. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 Π.Κ. η δήμευση των αντικειμένων της παρ. 1 του άρθρου 68 επιβάλλεται υποχρεωτικά σε βάρος του κατόχου τους, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την τελεσθείσα πράξη, αν από τη φύση τους προκύπτει κίνδυνος δημόσιας τάξης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός της ποινής φυλακίσεως που επέβαλε στον κατηγορούμενο, διέταξε ταυτόχρονα, κατά πλειοψηφία, και τη δήμευση του κινητού τηλεφώνου ιδιοκτησίας του, το οποίο κατασχέθηκε με την από 11-11-2015 έκθεση κατάσχεσης ως αντικείμενο που χρησίμευσε για την εκτέλεση της άδικης πράξης για την οποία αυτός καταδικάσθηκε. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 1 και 76 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Και τούτο καθ΄όσον και ως προς την προαναφερθείσα περί δημεύσεως διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σαφώς και με παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών γίνεται δεκτό στο σκεπτικό ότι το κινητό τηλέφωνο ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου που κατασχέθηκε με την από 11-11-2015 έκθεση κατάσχεσης του αστυφύλακα Α.Τ. Κυψέλης  …. χρησίμευσε για την εκτέλεση της άδικης πράξης για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, και με βάση τις παραδοχές αυτές διατάχθηκε από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 1 και 76 παρ. 1 Π.Κ., η δήμευσή του ως άνω αντικειμένου. Η δήμευση αυτού, η οποία ήταν δυνητική για το Δικαστήριο, διατάχθηκε αιτιολογημένα, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 1 και 76 παρ. 1 του ΠΚ, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται και στην κύρια αιτιολογία περί της ενοχής του αναιρεσείοντος για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, για την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος, ενώ εκτίθενται ακόμη στην αιτιολογία της αποφάσεως για τη δήμευση του εν λόγω κινητού τηλεφώνου η σχέση αυτού (δημευθέντος) με την πράξη αυτή, καθώς επίσης και οι σκέψεις και συλλογισμοί που επέβαλαν τη δήμευσή του (ως κινητό τηλέφωνο με αποθηκευμένο στην εν λόγω συσκευή του αρχείο- βίντεο που αποτυπώνει την επίδικη προφορική συνομιλία), η επιβολή δε της δήμευσης δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας ενόψει των ως άνω παραδοχών. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι με την δήμευση του εν λόγω κινητού του τηλεφώνου παραβιάστηκε η καθιερούμενη από το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, διότι το δημευθέν αντικείμενο δεν ήταν στο σύνολό του αντικείμενο που χρησίμευσε για την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης, ενόψει των ως άνω παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, είναι αβάσιμες. Επομένως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 68 παρ. 1 και 76 παρ. 1 του ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό 76/2023 από 17-5-2023 αίτηση αναίρεσης του  …., κατοίκου Αθηνών (οδός  …..) κατά της με αριθμό 2344/2022 καταδικαστικής απόφασης του Γ΄ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2023.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Login