ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ - ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ -Α Π 1095-2023

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Κλητήριο θέσπισμα από περισσότερα του ενός φύλλα. Σφραγίδα και  υπογραφή εισαγγελέα . Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος.

  -Το κλητήριο θέσπισμα, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με μις αιτιολογημένες δικαστικές αποφάσεις (ΑΠ 84/2022, ΑΠ 520/2018).

-Η υπογραφή του εισαγγελέα στο αντίτυπο του κλητηρίου θεσπίσματος, που επιδίδεται στον κατηγορούμενο, αρκεί να έχει τεθεί με μηχανικό μέσο και να καλύπτει ολόκληρο το κείμενο αυτού και τις τυχόν ουσιώδεις παραπομπές, καθόσον η σχετική διάταξη απαιτεί απλώς την υπογραφή του εισαγγελέα και όχι την ιδιόγραφη τοιαύτη (ΑΠ 577/2021, ΑΠ 1027/2016). -Η σφραγίδα και η υπογραφή του Εισαγγελέα, στην περίπτωση που το κλητήριο θέσπισμα αποτελείται από περισσότερα του ενός φύλλα, αρκεί να υπάρχουν στο τελευταίο φύλλο, καθόσον με τον τρόπο αυτό καλύπτεται όλο το συνεχές περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, ενώ υποχρέωση να τίθεται υπογραφή και σφραγίδα σε κάθε φύλλο του δεν προκύπτει από διάταξη νόμου (ΑΠ 1481/2008).

-Οι σχετικές  πλημμέλειες του κλητηρίου θεσπίσματος αποδεικνύονται από το αντίτυπο που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το αντίτυπο που επισυνάπτεται στη δικογραφία και, σε περίπτωση έλλειψής τους, από το αποδεικτικό επίδοσης, ενώ, αν υπάρχει αντίθεση μεταξύ του αντιτύπου που επιδόθηκε (ή της δικογραφίας) και του αποδεικτικού επίδοσης, υπερισχύει το πρώτο.

- Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος .

Δεν είναι μεταξύ των στοιχείων, που περιλαμβάνονται στο άρθρο 321 ΚΠΔ ως απαραίτητα για το κύρος του, η παράθεση σ' αυτό των κλητευομένων μαρτύρων και των αναγνωστέων εγγράφων (ΑΠ 241/2014, ΑΠ 1481/2008).

Αριθμός  1095/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Παπαγεωργίου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Χρυσούλα Πλατιά, Βαρβάρα Πάπαρη, Αικατερίνη Χονδρορίζου και Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις  25 Ιουλίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιου Οικονόμου και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της  ……, κατοίκου …. Παραμυθιάς Θεσπρωτίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Αθανασίου για αναίρεση της υπ΄αριθμ. 506/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την  …., κάτοικο Φιλιατών Θεσπρωτίας, η οποία δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 02 Ιουνίου 2023 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, Φρειδερίκης Τσώλη, έλαβε αριθμό 1/2023 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 574/2023.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να επιβληθούν τα έξοδα στην αναιρεσείουσα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, με αριθμό 1/2023 αίτηση της αναιρεσείουσας  ……, κατοίκου Καρυωτίου Παραμυθιάς Θεσπρωτίας, με δήλωσή της ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, στις 2-6-2023, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 506/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 476 παρ. 2, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. H συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρούσα και η  υποστηρίζουσα την κατηγορία  ……, αφού αυτή κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την υπ' αριθμ. 574/2023 κλήση του, προκειμένου να παραστεί διά συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνίες 25-6-2023 και 29-6-2023 αποδεικτικά επίδοσης του αρχιφύλακα  ……, πλην όμως δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 515 παρ. 2 ΚΠΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 174 παρ. 2,  175 παρ. 2, 320 παρ. 2 και 321 αρ. 1, 4 και 5 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, από τα οποία το ένα επιδίδεται στον κατηγορούμενο και καλείται με αυτό στο ακροατήριο και το άλλο επισυνάπτεται στην δικογραφία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Πρέπει δε να περιέχει το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία, που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται, την χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Ακριβής είναι ο καθορισμός της πράξης όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την απειλούμενη ποινή, χωρίς, όμως να απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων, που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση  (ΑΠ 84/2022, ΑΠ 520/2018). Ως επίσημη σφραγίδα νοείται η επίσημη σφραγίδα της οικείας εισαγγελίας, ενώ η υπογραφή του εισαγγελέα στο αντίτυπο του κλητηρίου θεσπίσματος, που επιδίδεται στον κατηγορούμενο, αρκεί να έχει τεθεί με μηχανικό μέσο και να καλύπτει ολόκληρο το κείμενο αυτού και τις τυχόν ουσιώδεις παραπομπές, καθόσον η σχετική διάταξη απαιτεί απλώς την υπογραφή του εισαγγελέα και όχι την ιδιόγραφη τοιαύτη (ΑΠ 577/2021, ΑΠ 1027/2016). Η σφραγίδα και η υπογραφή του Εισαγγελέα, στην περίπτωση που το κλητήριο θέσπισμα αποτελείται από περισσότερα του ενός φύλλα, αρκεί να υπάρχουν στο τελευταίο φύλλο, καθόσον με τον τρόπο αυτό καλύπτεται όλο το συνεχές περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, ενώ υποχρέωση να τίθεται υπογραφή και σφραγίδα σε κάθε φύλλο του δεν προκύπτει από διάταξη νόμου (ΑΠ 1481/2008). Διαφορετικά, αν για την έκδοση του κλητηρίου θεσπίσματος δεν τηρήθηκαν οι επιτασσόμενες από τον νόμο προβλέψεις, αυτό είναι άκυρο. Οι σχετικές δε πλημμέλειες αυτού αποδεικνύονται από το αντίτυπο που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το αντίτυπο που επισυνάπτεται στη δικογραφία και, σε περίπτωση έλλειψής τους, από το αποδεικτικό επίδοσης, ενώ, αν υπάρχει αντίθεση μεταξύ του αντιτύπου που επιδόθηκε (ή της δικογραφίας) και του αποδεικτικού επίδοσης, υπερισχύει το πρώτο.Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να προταθεί μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλιώς καλύπτεται. Αν ο κατηγορούμενος δεν παραστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της σχετικής εκκλητής απόφασης. Επίσης, αν η ακυρότητα προταθεί εγκαίρως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην εφετειακή δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο έφεσης (ΑΠ 1437/22). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί μία απόφαση μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα, που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 172 παρ. 1 ΚΠΔ) και δεν καλύφθηκε σύμφωνα με το άρθρα 174 παρ. 2 και 175 του ΚΠΔ. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 2 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών (ν. 4938/2022), με την οποία διατηρήθηκε αυτούσια η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του καταργηθέντος ν. 1756/1988, καθιερώνεται η αρχή του ενιαίου και αδιαίρετου της εισαγγελίας, που σημαίνει ότι κάθε μέλος της εισαγγελίας ενεργεί ως εκπρόσωπός της, χωρίς να ενδιαφέρει το συγκεκριμένο πρόσωπο, που εμφανίζεται σε κάθε ενέργεια ή και κατά την διάρκεια της ίδιας ενέργειας (ΑΠ 1222/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ’ αριθμ. 506/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, σε συνδυασμό με την από 23-12-2021 έφεση της αναιρεσείουσας, που άσκησε κατά της υπ’ αριθμ. 442/2021 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η τελευταία, δια του συνηγόρου της,  προέβαλε παραδεκτώς, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, συνιστάμενη στο ότι δεν αναφέρεται σ’ αυτό η πράξη που της αποδίδεται, ούτε γίνεται μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου, που την προβλέπει, επιπλέον δε, στην δεύτερη σελίδα αυτού υπάρχει «σχέδιο κατηγορητηρίου», το οποίο υπογράφεται από άλλον εισαγγελέα, σε σχέση με αυτόν που υπογράφει το επιδοθέν κλητήριο θέσπισμα και στην τρίτη σελίδα αυτού περιλαμβάνεται κατάλογος αναγνωστέων εγγράφων και μαρτύρων, χωρίς όμως οι εγγραφές αυτές να αποτελούν τμήμα του κλητηρίου θεσπίσματος, καλυπτόμενες από την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα. Ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 442/2021 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, ενώ, στη συνέχεια, προτάθηκε η εν λόγω ακυρότητα ως λόγος έφεσης και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως προκύπτει από το επιδοθέν στην αναιρεσείουσα κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσπρωτίας, αυτό αποτελείται από τρία φύλλα (τρεις σελίδες), εκ των οποίων η πρώτη περιέχει στο άνω μέρος της την κλήση της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στο κάτω μέρος της τις συνέπειες της μη προσέλευσής της στη δίκη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 340 παρ. 4 ΚΠΔ. Η δεύτερη σελίδα περιλαμβάνει την αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη πράξη, της υπεξαγωγής εγγράφου, με παράθεση των άρθρων του ποινικού νόμου, που την προβλέπουν. Τέλος, στην τρίτη σελίδα αναφέρονται οι μάρτυρες του κατηγορητηρίου και τα αναγνωστέα έγγραφα. Στο τέλος της πρώτης σελίδας έχει τεθεί η επίσημη σφραγίδα και η υπογραφή του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσπρωτίας Δ Τ, με ημερομηνία 5-9-2021, ενώ, στο τέλος της δεύτερης σελίδας έχει τεθεί η επίσημη σφραγίδα και η υπογραφή της Εισαγγελικής Παρέδρου Θεσπρωτίας Π Κ, με ημερομηνία 17-4-2021. Όπως συνάγεται από το ανωτέρω έγγραφο, το κλητήριο θέσπισμα, που περιλαμβάνει την κλήση της κατηγορουμένης στους αναφερόμενους τόπο και χρόνο (πρώτη σελίδα) και το κατηγορητήριο, με παράθεση των άρθρων του ποινικού νόμου (δεύτερη σελίδα) εκδόθηκε από την Εισαγγελική Πάρεδρο στις 17-4-2021, με την σφραγίδα και υπογραφή της  οποίας, στο τέλος της δεύτερης σελίδας, καλύπτεται όλο το συνεχές περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος. Στο σώμα δε του κλητηρίου θεσπίσματος και συγκεκριμένα στην πρώτη του σελίδα ενσωματώθηκε και η επιβαλλόμενη από τον νόμο (άρθρο 340 παρ. 4 ΚΠΔ) ενημέρωση της κατηγορουμένης για την περίπτωση ερημοδικίας της, που εκδόθηκε από τον προαναφερόμενο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, χωρίς να προκαλείται κάποιο πρόβλημα στην εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ενόψει μάλιστα της προαναφερόμενης αρχής του ενιαίου και αδιαίρετου της εισαγγελίας. Τέλος, η μη θέση σφραγίδας και υπογραφής στην τρίτη σελίδα του εγγράφου εκ μέρους του αρμοδίου εισαγγελέα δεν επηρεάζει το κύρος του ένδικου κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν είναι μεταξύ των στοιχείων, που περιλαμβάνονται στο άρθρο 321 ΚΠΔ ως απαραίτητα για το κύρος του, η παράθεση σ' αυτό των κλητευομένων μαρτύρων και των αναγνωστέων εγγράφων (ΑΠ 241/2014, ΑΠ 1481/2008). Προσθέτως, επισημαίνεται ότι η αοριστία του κατηγορητηρίου δεν είχε προβληθεί ως λόγος ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ούτε πρωτοδίκως, ούτε ως λόγος έφεσης. Επομένως, απαραδέκτως προβάλλεται ως αναιρετική αιτίαση. Κατά συνέπεια, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον σχετικό δεύτερο λόγο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, της κρινόμενης αίτησης, γιαιγ διενεργούσε έλεγχο στην κτηνοτροφική επιχείρηση, πλην όμως η κατηγορουμένη ουδέν του παρέδωσε. Ο ισχυρισμός της ότι δεν έχει στην κατοχή της τιμολόγια της επιχείρησης διότι μετά την καταχώρησή τους και την υποβολή των τριμηνιαίων δηλώσεων Φ.Π.Α. τα τιμολόγια επιστρέφονταν στους πελάτες του γραφείου, ενώ σε κάθε περίπτωση τα όποια έγγραφα αφορούσαν την κτηνοτροφική επιχείρηση τα ανέλαβε η  …. κατά την αποχώρησή της από το γραφείο δεν κρίνεται πειστικός, αντίθετα καταρρίπτεται α) από το από 7-8-2019 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο απέστειλε η κατηγορουμένη στη  …., στο οποίο διαλαμβάνει ότι «σήμερα» (ενν. 7-8-2019) το πρωί της τηλεφώνησε ο πατέρας της ( …..) και της ζήτησε τα χαρτιά του, ότι δεν έχει αντίρρηση να του παραδώσει τα πάντα και το μόνο που του ζήτησε ήταν να της υπογράψει ότι τα παρέλαβε και το υπόλοιπο της οφειλής του, ότι ό,τι υπάρχει και αφορά τον πατέρα της είναι «έτοιμο για παραλαβή και καταγραμμένο», ενώ την προτρέπει να τα παραλάβει ο σύζυγος της  …. («…»), ο οποίος τυγχάνει πρώτος εξάδελφος του συζύγου της κατηγορουμένης, προκειμένου να μη συναντηθεί με τον  …., και β) από το αντίγραφο αποσπάσματος του Βιβλίου Συμβάντων του Α.Τ. Ηγουμενίτσας της 22ας-7-2019 από το οποίο προκύπτει ότι την ημέρα εκείνη προσήλθε ο  …. με την από 22-7-2019 Εισαγγελική Παραγγελία εκφράζοντας παράπονα κατά της κατηγορουμένης και καταγγέλλοντας ότι δεν του παραδίδει τα έγγραφα που χρειάζεται για φορολογική χρήση, κληθείσα δε η κατηγορουμένη δήλωσε ότι έχουν οικονομικές εκκρεμότητες από τη συνεργασία τους. Η αναφορά στις δύο αυτές περιπτώσεις σε ύπαρξη οικονομικών διαφορών και η ρητή επισήμανση στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι προτίθεται να παραδώσει τα έγγραφα με την αίρεση υπογραφής απόδειξης παραλαβής τους και εξόφλησης των οφειλών, καταδεικνύει ότι βρισκόταν στην κατοχή της, και μάλιστα καταγεγραμμένα όπως αναφέρει, η δήλωσή της δε αυτή, αντιφάσκει προς το μεταγενέστερο ισχυρισμό της (περιλαμβανόμενο αρχικά από 15-10-2019 εξώδικη δήλωση και εν συνεχεία σταθερά, μέχρι και το παρόν Δικαστήριο) ότι όλα τα έγγραφα που αφορούν την επιχείρηση της  …. τα ανέλαβε η κόρη της, …., κατά την αποχώρησή της το μήνα Μάρτιο έτους 2019. Από τη συνεκτίμηση των στοιχείων αυτών, σε συνδυασμό και με όλα τα προμνησθέντα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις παριστάμενης προς υποστήριξη της κατηγορίας, καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα και σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης) προκύπτει ότι κατά τα έτη 2014-2018 τα φορολογικά στοιχεία της επιχείρησης της  …. προσκομίζονταν από την κόρη της  ….. στην κατηγορουμένη προς καταχώρηση στα φορολογικά βιβλία της εταιρείας, στα πλαίσια ανάθεσης στην κατηγορουμένη της διεκπεραίωσης των απαραίτητων ενεργειών και δηλώσεων προς τη φορολογική αρχή και παρέμεναν εν συνεχεία στο λογιστικό γραφείο, ενόψει και της εργασίας της  ….. στο χώρο αυτό. Μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης της  ….., τα φορολογικά στοιχεία των παρελθόντων αυτών ετών (2014-2018) παρέμειναν στο λογιστικό γραφείο της κατηγορουμένης, όταν ζητήθηκε δε να επιστραφούν αυτά στην κυρία τους, η κατηγορουμένη δεν το έπραξε και δεν παρέδωσε αυτά στην κυρία τους,  …., (ούτε στον υποδειχθέντα από αυτήν σύζυγό της,  …..), ως είχε υποχρέωση, αλλά τα παρακράτησε, αποκρύπτοντάς τα και καθιστώντας ανέφικτη τη χρήση τους από τη δικαιούχο, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα - άλλωστε, η κατηγορουμένη αρνήθηκε την κατηγορία, ισχυριζόμενη ότι δε βρισκόταν στην κατοχή της τα έγγραφα αυτά μετά την αποχώρηση της  …. το Μάρτιο του έτους 2019, ενώ, παρά την επικαλούμενη ύπαρξη οφειλών εκ μέρους της  …., δεν προέβαλε η κατηγορουμένη ισχυρισμό ότι διατηρούσε δικαίωμα επισχέσεως των εγγράφων, σε κάθε δε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι διατηρούσε οποιαδήποτε αξίωση που να της επιτρέπει να προβεί σε τέτοια ενέργεια (απόκρυψης των φορολογικών στοιχείων). Τέλος, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη προέβη στην πράξη της αυτή προκειμένου να προκαλέσει βλάβη στην παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας  ….., γνωρίζοντας ότι η απόκρυψη των φορολογικών αυτών στοιχείων συνεπάγεται αδυναμία της  …. να τα προσκομίσει ενώπιον των φορολογικών αρχών για έλεγχο. Συνακόλουθα, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως για την οποία κατηγορείται, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό». Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε την ως άνω κατηγορουμένη ένοχη της πράξης της υπεξαγωγής εγγράφου (άρθρ. 222 ΠΚ), με το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. α’ ΠΚ) και της επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθα διατακτικό: «Στην περιοχή Συβότων Θεσπρωτίας, περί το τέλος του έτους 2018, με σκοπό να βλάψει άλλον, απέκρυψε έγγραφο του οποίου δεν είναι κυρία και που άλλος έχει δικαίωμα κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, η κατηγορουμένη, έχουσα την ιδιότητα της λογίστριας απέκρυψε όλα τα έγγραφα που περιέχουν τα φορολογικά στοιχεία των ετών 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018, αναφορικά με την επιχείρηση της  ….., κατοίκου της Τοπικής κοινότητας Φιλιατών Θεσπρωτίας, ενώ η τελευταία ως άνω αιτήθηκε την παράδοση τούτων στην ίδια, των οποίων είναι κυρία και έχει δικαίωμα κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση τούτων, με σκοπό να βλάψει την τελευταία, προκαλώντας σε εκείνη αδυναμία επίδειξης των άνω εγγράφων κατόπιν ανάλογης αιτήσεως της φορολογικής διοίκησης». Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τη ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 222 του ΠΚ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα, γίνεται παράθεση στην προσβαλλομένη απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις: α) των υπεξαχθέντων εγγράφων, που απετέλεσαν το αντικείμενο του εγκλήματος, ήτοι των φορολογικών στοιχείων (όλων των τιμολογίων πώλησης και αγοράς της επιχείρησης της υποστηρίζουσας την κατηγορία των ετών 2014-2018), β) της παρακράτησης-απόκρυψης από την αναιρεσείουσα των εγγράφων αυτών, που ανήκαν στην εγκαλούσα, παρά τα σχετικά αιτήματα της δικαιούχου, επικαλούμενη (η κατηγορουμένη) προς τούτο διάφορες αστήρικτες αιτιολογίες, γ) του σκοπού της αναιρεσείουσας να προκαλέσει βλάβη στην εγκαλούσα, καθόσον, ενώ γνώριζε τα ανωτέρω, απέκρυψε τα ως άνω έγγραφα, ώστε να καταστεί ανέφικτη η προσκόμισή τους από την εγκαλούσα στις φορολογικές αρχές, που τα είχαν ζητήσει, για να διενεργήσουν φορολογικό έλεγχο στην επιχείρησή της. Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμες καθόσον: 1) αιτιολογείται ειδικά ο απαιτούμενος υπερχειλής δόλος της κατηγορουμένης, ως προς την οποία έγινε δεκτό ότι προέβη στην απόκρυψη των φορολογικών στοιχείων της εγκαλούσας με σκοπό να προκαλέσει βλάβη στην τελευταία, δεδομένου ότι γνώριζε ότι η απόκρυψη των φορολογικών στοιχείων της συνεπαγόταν αδυναμία αυτής (της  ….) να τα προσκομίσει για έλεγχο ενώπιον των φορολογικών αρχών, όπως της είχε ζητηθεί να πράξει. 2) Ο κίνδυνος βλάβης της εγκαλούσας σαφώς προκύπτει και συνίσταται α) στο ενδεχόμενο επιβολής προστίμων στην επιχείρηση της εγκαλούσας, εφόσον δεν προσκόμιζε τα φορολογικά στοιχεία, όπως προβλέπεται στο νόμο  και β) στην πρόκληση και ηθικής της βλάβης, που αναγκαίως θα της προξενούσε μια τέτοια εξέλιξη, καθώς επίσης και η εμπλοκή της στις συνακόλουθες δικαστικές διαδικασίες. γ)  Επαρκώς προσδιορίζονται τα υπεξαχθέντα έγγραφα, ως το σύνολο των φορολογικών στοιχείων, ήτοι των τιμολογίων (αγοράς και πώλησης) της επιχείρησης της εγκαλούσας των ετών 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018, που συνίστανται από πλήθος ομοιόμορφων εγγράφων, (συνταχθέντων σύμφωνα με τα οριζόμενα στον νόμο), καθόσον προσδιορίζονται κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση καθενός επιμέρους εγγράφου (σχετ. ΑΠ 1319/2010, ΑΠ 90/2010). Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό 1/2023 αίτηση της αναιρεσείουσας  ….., κατοίκου …. Παραμυθιάς Θεσπρωτίας, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 506/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας. 

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 2023.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login