ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ - ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΕΠΙ ΨΕΥΔΟΥΣ ΚΑΤΑΜΗΝΥΣΗΣ -ΑΠ 1023-2023

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος. Ψευδής καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμιση. Για τον ακριβή καθορισμό της αποδιδόμενης πράξης πρέπει να εντοπίζονται στο κλητήριο θέσπισμα τα καίρια και ουσιώδη μέρη της αξιόποινης πράξης και δεν είναι απαραίτητη η λεπτομερής παράθεση στοιχείων και περιστατικών. Ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για ψευδή καταμήνυση στο κλητήριο θέσπισμα πρέπει να αναφέρονται τα καίρια και ουσιώδη σημεία της υποβληθείσας κατ αυτού μήνυσης, που φέρεται ως ψευδής και όχι όλο το περιεχόμενό της. Το ίδιο ισχύει και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που φέρεται τελεσθείσα δι ενός εγγράφου (ΑΠ 98/2018). Απώτατο χρονικό σημείο, που μπορεί ο κατηγορούμενος να προβάλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στην πρωτοβάθμια δίκη και τις αντιρρήσεις του στην πρόοδο αυτής για να μην καλυφθεί η υπάρχουσα σχετική ακυρότητα, είναι η έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, που γίνεται με την έναρξη εξέτασης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οποιοσδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα (βλ. ΑΠ 285/2020).

 

Αριθμός 1023/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Μαρία Λεπενιώτη Σοφία Οικονόμου, Κωστούλα Πρίγγουρη - Εισηγήτρια και Παρασκευή Τσούμαρη, Αρεοπαγίτες

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 13 Ιανουάριου 2023. με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσεΐοντος - κατηγορουμένου  …….. κατοίκου Θεσσαλονίκης ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Δημάκη. για αναίρεση της υπ’ αριθμ 1381/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 9 2022 αίτησή του αναιρέσεως. η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 881/22

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικό πρακτικά

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 8 9 2022 αίτηση του  ……., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός  ….. αριθ 54, για αναίρεση της υπ' αριθ 1381/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 12 8 2022 και με την οποία κρίθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής   δυσφήμησης και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και δέκα (10) ημερών ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ 2 και 3 και 474 ΚΠοινΔ) είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ουσίαν.

Κατά το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Β του ΚΠΔ ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 παρ 1 στοιχ 6 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ αυτόν έγγραφου που περιέχει μεταξύ άλλων ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Για τον ακριβή καθορισμό της αποδιδόμενης πράξης πρέπει να εντοπίζονται στο κλητήριο θέσπισμα τα καίρια και ουσιώδη μέρη της αξιόποινης πράξης και δεν είναι απαραίτητη η λεπτομερής παράθεση στοιχείων και περιστατικών. Ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για ψευδή καταμήνυση στο κλητήριο θέσπισμα πρέπει να αναφέρονται τα καίρια και ουσιώδη σημεία της υποβληθείσας κατ αυτού μήνυσης, που φέρεται ως ψευδής και όχι όλο το περιεχόμενό της. Το ίδιο ισχύει και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που φέρεται τελεσθείσα δι ενός εγγράφου (ΑΠ 98/2018). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 172, 174 παρ 1 και 175 παρ. 2 εδ α του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επίδοσής του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, πρέπει να προταθεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία σε τελευταίο βαθμό (άρθρο 174 παρ 1 εδ β), πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στα πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιοσδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα αλλιώς κατ' άρθρο 175 παρ 1 καλύπτεται, ενώ κατά την παρ 2 του ίδιου άρθρου η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν εναντιωθεί στην πρόοδο της, προτείνοντας την ακυρότητα. Έτσι απώτατο χρονικό σημείο, που μπορεί ο κατηγορούμενος να προβάλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στην πρωτοβάθμια δίκη και τις αντιρρήσεις του στην πρόοδο αυτής για να μην καλυφθεί η υπάρχουσα σχετική ακυρότητα, είναι η έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, που γίνεται με την έναρξη εξέτασης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οποιοσδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα (βλ ΑΠ 285/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Β ΚΠοινΔ. σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία δεν καλύφθηκε, αφού παρά τις αντιρρήσεις του για την πρόοδο της δίκης και την προβληθείσα σχετική ένσταση στο πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν κηρύχθηκε άκυρο το επιδοθέν σ αυτόν κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης. λόγω ανακριβούς προσδιορισμού των αξιοποίνων πράξεων.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οπαία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του ανωτέρω αναιρετικού λόγου προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το από 8 10 2020 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που επιδόθηκε ακολούθως στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, παραπέμφθηκε ο τελευταίος στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου  Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι  «Την 31-07-2014 στη Θεσσαλονίκη με μία πράξη τέλεσε τα κάτωθι περιγραφόμενα αδικήματα .

Συγκεκριμένα: Α! Στον ως άνω τόπο και χρόνο εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για αξιόποινη πράξη Ειδικότερα κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την με ABM E2014-1118 έγκλησή του σε βάρος της νυν εγκαλούσας  ………….. τα ακόλουθα γεγονότα « στην 24-05-2014 έλαβα γνώση του περιεχομένου της εγκλήσεως που έχει ασκήσει εναντίον μου η ……. στις 4/4/-2014 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στοιχεία αυτής ΒΜ Ε2014/451 και είναι καθ’ ολοκληρία ψευδή και συκοφαντική σε βάρος και επιθυμώ την ποινική δίωξη της για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης ουδόλως παρέστησα στοιχεία ψευδή ως αληθινό για να πείσω την εγκαλούμενη να  συνεργαστεί μαζί μου .. το ποσό του επικαλείται η εγκαλούσα ότι μου κατέβαλλε στην αρχική επιχείρηση ήτοι 7.000 ευρώ υπό μορφή δανείου ήταν χρήματα που προσέφερε για την επιχείρηση στην οποία συμμετείχε ως αφανής εταίρος. Επειδή όλα τα γεγονότα που αναφέρει στην από 4/4/2014 έγκληση της είναι παντελώς ψευδή και ανυπόστατα και με αυτόν τον τρόπο η εγκαλούμενη διέπραξε εις βάρος μου το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης αρ. 229 ΠΚ και της συκοφαντικής δυσφήμησης αρ. 363 ΠΚ . Τα όσα καταθέτει ο κατηγορούμενος είναι ψευδή και αποδείχθηκε το ψεύδος αυτών καθώς είχε ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του για το αδίκημα της απάτης και καταδικάστηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, η δε έγκλησή του για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση εκ μέρους της νυν εγκαλούσας τέθηκε στο αρχείο κατ’ άρθρο 51 ΚΠΔ, καθώς εκδόθηκε η με αρ 308/2020 απορριπτική Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα όσα κατέθετε ήταν ψευδή και ενήργησε κατ' αυτόν τον τρόπο με μοναδική πρόθεση του την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της εγκαλούσας για την ως άνω πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμηνύσεως, γεγονός που δεν πέτυχε καθώς δεν ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη για την αναφερόμενη πράξη διότι απορρίφθηκε η εν λόγω ψευδής έγκληση .

Α2. στον ως άνω τόπο και χρόνο ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Ειδικότερα, στην υπό στοιχείο Α1 πράξη έγκληση του ανέφερε και διέδωσε σε βάρος της εγκαλουσας τα ακόλουθα γεγονότα « στην 24-05-2014 έλαβα γνώση του περιεχομένου της εγκλήσεως που έχει ασκήσει εναντίον μου η  …………………… στις 4/4/2014 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στοιχεία αυτής ΒΜ Ε2014/451 και είναι καθ' ολοκληρία ψευδής και συκοφαντική σε βάρος και επιθυμώ την ποινική δίωξή της για τις πράξεις της ψευδους καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης ουδόλως παρέστησα στοιχεία ψευδή ως αληθινά για να πείσω την εγκαλούμενη να συνεργαστεί μαζί μου, το ποσό που επικαλείται η εγκαλούσα ότι μου κατέβαλλε στην αρχική επιχείρηση ήτοι 7.000 ευρώ υπό μορφή δανείου. Ήταν χρήματα που προσέφερε για την επιχείρηση στην οποία συμμετείχε ως αφανής εταίρος. Επειδή όλα τα γεγονότα που αναφέρει στην από 4/4/2014 έγκληση της είναι παντελώς ψευδή και ανυπόστατα και με αυτόν τον τρόπο η εγκαλούμενη διέπραξε εις βάρος μου το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης αρ. 229 Π Κ και της συκοφαντικής δυσφήμησης αρ 363 ΠΚ ». Με τα ως άνω ο κατηγορούμενος αναφερόμενος στην εγκαλούσα διέδωσε ότι αυτή τέλεσε το αδίκημα ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφήμησης. Όλα αυτά δε ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της. Είχε δε σκοπό ο κατηγορούμενος να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της καθώς τα ψευδή αυτά γεγονότα μπορούσαν να επιφέρουν μείωση της τιμής και της υπόληψης της διότι ήταν αντίθετα στην ευπρέπεια και ηθική. Δηλαδή κατηγορούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 2 26 παρ 1α , 27. 53. 57. 61, 63. 79 επ, 94§1. 229 παρ 1 362 363, 465 ΠΚ»

Κατά την παραπάνω δικάσιμο, ο παρών διά πληρεξουσίου κατηγορούμενος διά του συνηγόρου του πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε με έγγραφους αυτοτελείς ισχυρισμούς, αντιρρήσεις στην πρόοδο της διαδικασίας και ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σ αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος λόγω ανακριβούς καθορισμού των αξιοποίνων πράξεων. Την ένσταση αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο απέρριψε με την υπ αριθ 7375/2021 απόφασή του ο δε κατηγορούμενος την επανέφερε με τον από 23 12 2021 ειδικό λόγο έφεσης Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με παρεμπίπτουσα απόφασή του, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη υπ αριθ 1381/2022 απόφασή του την απέρριψε μετά από παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, με το εξής αιτιολογικό «Από το από 6 /10/2020 κλητήριο θέσπισμα με το οποίο εισάγεται ο κατηγορούμενος για να εκδικαστεί στο παρόν Δικαστήριο προκύπτει ότι αναφέρονται σε αυτό επακριβώς τα ψευδή γεγονότα που διαλαμβάνονται στην με ΑΒΜ 2014-1118 έγκληση, την οποία κατέθεσε ο κατηγορούμενος σε βάρος της νυν εγκαλούσας για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρεται ότι τελέστηκαν σε βάρος του με την άσκηση της από 4/4/2014 με ΒΜ Ε2014/451 έγκλησής της και συγκεκριμένα ότι ουδόλως ο κατηγορούμενος την έπεισε με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, να του καταβάλει τα ποσό των 7.000 ευρώ υπό μορφή δανεισμού, πράξη για την οποία ωστόσο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, ενώ η ως άνω με ΑΒΜ 2014- 118 έγκληση του κατηγορουμένου σε βάρος της νυν εγκαλούσας τέθηκε στο αρχείο με την με αριθμ. 308/2020 απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, χωρίς να προκαλείται καμία αοριστία από τη μνεία στο κλητήριο θέσπισμα ότι κατά τα διαλαμβανόμενα στη ένδικη με ΑΒΜ 2014-118 έγκληση του κατηγορουμένου, η ως άνω με ΒΜ Ε2014/451 έγκληση της νυν εγκαλούσας ήταν στο σύνολο της ψευδής, καθώς στη συνέχεια διευκρινιζόταν τα ως άνω αναφερόμενα ψευδή γεγονότα που περιλαμβάνονται σε αυτή και στοιχειοθετούν το   προαναφερόμενο αδίκημα της απάτης.  Κατόπιν τούτων το από 6/10/2020 κλητήριο θέσπισμα της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης που επιδόθηκε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την εγκυρότητά του από τις διατάξεις των άρθρων 320-321 του Κ ΠοινΔ και από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ 3 περ α και β' της Ε Σ Δ Α και 14 παρ. 3 α' και β του Δ Σ Α Π Δ. Κατά συνέπεια, η κατηγορία προσδιοριζόταν και προσδιορίζεται με ακρίβεια και σαφήνεια στο κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο όπου προσδιορίζονται με σαφήνεια οι αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης για τις οποίες κλήθηκε να δικασθεί και καταδικάστηκε ο εκκαλών και ως εκ τούτου, αυτός είχε τη δυνατότητα και την ευχέρεια να αντιτάξει πλήρη υπεράσπιση, κατά τις προδιαγραφές του άρθρου 321 του Κ.Ποιν Δ και των άρθρων 6 παρ 3 περ α και β της Ε Σ Δ Α. και 14 παρ 3 περ α’ και β’ του Δ Σ Α Π Δ ».

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο κλητήριο αυτό θέσπισμα ο καθορισμός των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων γίνεται με ακρίβεια, αφού εκτίθενται όσα στοιχεία απαιτούνται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη για τη θεμελίωση των αδίκων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης ήτοι αναφέρονται σ' αυτό τα ψευδή γεγονότα που διαλαμβάνονται στην ΑΒΜ 2014-1118 έγκληση την οποία κατέθεσε ο κατηγορούμενος σε βάρος της νυν εγκαλούσας για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που φέρεται ότι τελέστηκαν σε βάρος του με την άσκηση της από 4/4/2014 με BME2014/451 έγκλησής της και ειδικότερα ότι ουδόλως ο κατηγορούμενος την έπεισε με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών να του καταβάλει το ποσό των 7.000 ευρώ υπό μορφή δανεισμού, πράξη για την οποία  καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος ενώ η ως άνω με ΑΒΜ 2014-1118 έγκληση του κατηγορουμένου σε βάρος της νυν εγκαλουσας τέθηκε στο αρχείο. Έτσι, όπως αποφάνθηκε το Εφετείο απορρίπτοντας κατ' ουσίαν και με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία την ένσταση της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ουδόλως έσφαλε και επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Β ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος . Περαιτέρω η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 83 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναίρεσης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα μετά άρθρα 171 παρ 2 και 333 παρ 2 ΚΠοινΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης η τη μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένο στην απόρριψη τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή ιούς οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα.

Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ 2 του ΠΚ θεωρείται η υπό στοιχ. α’ ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο του έγινε το έγκλημα περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα. Για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση υπό στοιχείο α από το άρθρο 84 παρ 2 πρέπει η ζωή του κατηγορουμένου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης να χαρακτηρίζεται από το σεβασμό στα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά δε την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο να συμμορφώνεται με αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση ζωής του. ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από το συγκεκριμένο δράστη. Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας του. κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη, το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται αστικούς κανόνες η συνδρομή το πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 ΚΠΔ για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου, προκειμένου να αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από το συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επιπλέον προϋπόθεση της   αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (Ολ ΑΠ 2/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ο αναιρεσείων υπέβαλε διά του συνηγόρου του εγγράφως τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ.

Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία «Στην προκειμένη περίπτωση από την ανάγνωση του ποινικού μητρώου του ως άνω καταδικασθέντος κατηγορουμένου αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται παραπάνω, προέκυψε ότι ο τελευταίος μέχρι τη διάπραξη των ανωτέρω πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος δεν έζησε σύννομα, καθόσον έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη παραβιάζοντας απαγορευτικούς κανόνες δικαίου όπως έξαλλου τούτο προκύπτει και από το ποινικό μητρώο του. από το οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ 240/29/1/ 2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης σε συνολική ποινή φυλάκισης 7 μηνών για τις πράξεις της απάτης και της συκοφαντικής δυσφήμησης,που τελέστηκαν  το Φεβρουάριο του 2012 ».

Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 84 παρ 2αΠΚ και επαρκώς αιτιολογημένα απέρριψε το σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων μέχρι την τέλεση των ανωτέρω πράξεων δεν έζησε σύννομο βίο, καθόσον είχε προηγουμένως διαπράξει άλλες παράνομες πράξεις ήτοι απάτη και συκοφαντική δυσφήμηση ,για τις οποίες έχει καταδικασθεί αμετάκλητα.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ ΚΠοινΔ με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιο έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού είναι αβάσιμος.

Κατ ακολουθίαν εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει αυτή να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ 1 ΚΠοινΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ

την από 8 9.2022 αίτηση του  …………………, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός  ………..  , για αναίρεση της υπ' αριθ 1381/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2023

 

 

Login