ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Για το χρόνο έναρξης της παραγραφής του πλημμελήματος της φοροδιαφυγής με την μορφή της αποδοχής εικονικών τιμολογίων, το οποίο έχει τελεστεί πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4745/06-11-2020, δεν έχουν εφαρμογή οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 32 του ν. 4745/2020, αλλά αυτές των άρθρων 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 και 68 παρ.2 του ν. 4174/2013, χρόνος δε έναρξης της παραγραφής αυτού, ορίζεται κατά την ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 21 παρ.10 του ν. 2523/1997, η ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο.
Η διάταξη του άρθρου 96 Ν. 4745/2020 δεν είναι αντίθετη στο άρθρο 7 παρ. I του Συντάγματος, αφού δεν κωλύεται από τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης να ορίσει ότι ο νέος επιεικέστερος νόμος θα εφαρμόζεται μόνο σε μεταγενέστερες αυτού πράξεις, οπότε δεν ισχύει το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ., διότι η αναδρομικότητα του νόμου δεν επιβάλλεται από το Σύνταγμα, αλλά ούτε και στο άρθρο 25 παρ. I εδ. δ' του Συντάγματος, αφού, δεν προκύπτει, εν προκειμένω, δυσανάλογη βλάβη της δράστιδος του εν λόγω αδικήματος σε σχέση με την απειλούμενη κύρωση, ούτε και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εξειδικεύεται κάποια τέτοια βλάβη. Ούτε παραβιάζονται το άρθρο 15 παρ. 1 γ΄ Ν. 2462/1997, με τον οποίο κυρώθηκε το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το άρθρο 49 παρ. I περ. γ΄ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης διότι η επιλογή αυτή του νομοθέτη αποσκοπεί στην ασφάλεια δικαίου και στην αποφυγή διακρίσεων μεταξύ των πολιτών.
Απόφαση 971 / 2021 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 971/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ζαμπέτα Στράτα, Αναστασία Μουζάκη, Μαρία Λεπενιώτη και Σοφία Οικονόμου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευδοκίας Πούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της 238/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και με κατηγορούμενο τον Ν. Ι. του Η., κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν εμφανίστηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 2/11-3-2021 έκθεσή του αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ελπινίκης Τσολάκη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 285/2021.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η ανωτέρω έκθεση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 11-3-2021 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2/2021 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης (ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) για αναίρεση της με αριθμό 238/24-2-2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα κατ'άρθρο 562 εδ.β' ΚΠΔ αίτηση αντιρρήσεων του Ν. Ι. του Η., κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, κατά της Διάταξης 2019.488/19-11-2019 του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 562 εδ. β`, 563 εδ. β` του ΚΠοινΔ), περιέχει δε παραδεκτό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠοινΔ (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων) και, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσία.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 512 παρ.1 εδ.γ'και ε', 2 και 3 εδ.α'του ΚΠΔ: << ... Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου... Σε περίπτωση αναίρεσης του εισαγγελέα εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 4 του άρθρου 340 .... 2. Αν ζητεί την αναίρεση ο εισαγγελέας δεν κλητεύεται, αλλά εκπροσωπείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. 3. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο ... >>. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 παράγραφος 4 εδ.α'του ΚΠΔ: << Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται νομίμως από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον έχει νομίμως κλητευθεί και έχει ενημερωθεί ότι σε περίπτωση μη εμφάνισης ή μη εκπροσώπησής του θα δικαστεί ερήμην >>. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο έκθεμα κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο ( 17-9-2021 ), ο υποβαλών τις κατά το άρθρο 562 εδ.β'του ΚΠΔ από 24-2-2021 αντιρρήσεις - αίτηση, κατά της άνω Εισαγγελικής Διάταξης, Ν. Ι. του Η., δεν παραστάθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου, καίτοι αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 155 παρ.1 εδ.α'και 3, 166 παρ.1 και 512 παρ.1 εδ.ε'του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 340 παρ.4 του ίδιου Κώδικα, προκειμένου να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου για τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28-5-2021, με τη μνεία ότι αν δεν παραστεί στη δίκη με συνήγορο, θα δικαστεί σαν να ήταν παρών ( βλ. το από 20-4-2021 αποδεικτικό επίδοσης της με αριθμό 285/20-4-2021 κλήσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, της Φωτεινής Τζανετή, υπαλλήλου του ως άνω Γενικού Καταστήματος Κράτησης ) και παρότι κατά τη δικάσιμο αυτή ( 28-5-2021 ) η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήματος του παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου του, Παρασκευά Σπυράτου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται α Κώδικα, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι έτη, όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη και τα οκτώ έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση". Η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη, σε σχέση με την αντίστοιχη του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Ποινικού Κώδικα, εφόσον με αυτή: α) καταργήθηκε το ελάχιστο όριο επαύξησης της ποινής βάσης για κάθε συντρέχουσα ποινή, β) το ανώτατο όριο της επαύξησης μειώθηκε στο ένα δεύτερο, από τα τρία τέταρτα, κάθε συντρέχουσας ποινής και γ) μειώθηκαν τα ανώτατα όρια της συνολικής ποινής από τα είκοσι πέντε έτη στα είκοσι (έτη) στην περίπτωση της κάθειρξης και από τα δέκα έτη σε οκτώ (έτη) στην περίπτωση της φυλάκισης. Περαιτέρω, κατά την ως άνω σαφή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, απώτερο χρονικό σημείο εφαρμογής του επιεικέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου είναι εκείνο της αμετάκλητης εκδίκασης της πράξης. Η διάταξη αυτή εισάγει, ως διαδικαστικό όριο για την εφαρμογή του επιεικέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου, την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης και, συνεπώς, δεν αφορά στο τρίτο στάδιο της ποινικής δίκης, δηλαδή στο στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης, το οποίο δημιουργεί δικονομική έννομη σχέση δημόσιου δικαίου μεταξύ του Κράτους και του καταδικαζομένου. Περαιτέρω, ο Ποινικός Κώδικας προνοεί και για την περίπτωση, κατά την οποία, μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης και, ενώ εκτίεται η ποινή που επιβλήθηκε γ` αυτή, τίθεται σε ισχύ νέος νόμος, που καταργεί το αξιόποινο της πράξης. Ειδικότερα, με τη ρητή διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του νέου Ποινικού Κώδικα, ορίζεται ότι "2. Αν μεταγενεστέρως νόμος χαρακτήρισε την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη), παύει η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας". Δεν προβλέπει, όμως, και τη συγγενή με την προηγούμενη περίπτωση, κατά την οποία, μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης και, ενώ ακόμη εκτίεται η ποινή που επιβλήθηκε γ` αυτή, αρχίζει να ισχύει νέος νόμος, ο οποίος δεν καταργεί μεν το αξιόποινο, το καθιστά, όμως, ηπιότερο. Έτσι, ανακύπτει το ζήτημα της εφαρμογής ή μη της αρχής της εφαρμογής της ευμενέστερης ποινικής διάταξης στην περίπτωση κατά την οποία, μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης, αρχίζει να ισχύει νέος νόμος, ο οποίος δεν καταργεί το αξιόποινο, αλλά καθιστά αυτό ηπιότερο. Υπό το καθεστώς του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Ποινικού Κώδικα, επικράτησε η άποψη ότι μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης αναδρομική ισχύ είχε μόνο ο νόμος που καθιστούσε την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη) και ότι ο νομοθέτης θέλησε να ρυθμίσει μόνο την περίπτωση, κατά την οποία, μετά το αμετάκλητο της καταδικαστικής απόφασης, η πράξη χαρακτηριζόταν ως μη αξιόποινη (ανέγκλητη), ηθελημένα δε δεν προέβλεψε για την κατά τον ίδιο χρόνο αναδρομική ή μη ισχύ του νέου νόμου που δεν καταργούσε το αξιόποινο αλλά καθιστούσε αυτό ηπιότερο (απλώς επιεικέστερου νόμου), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει ανάλογη εφαρμογή του νέου αυτού νόμου μετά το αμετάκλητο της καταδικαστικής απόφασης, αφού το νομοθετικό κενό δεν ήταν ακούσιο (ΟλΑΠ 643/1985, ΑΠ 192/2012, ΑΠ 294/2002). Οι διατάξεις του άρθρου 2 του νέου Ποινικού Κώδικα διατηρούν τη διάκριση ανάμεσα στις διατάξεις νόμων που χαρακτηρίζουν την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη) και σ` εκείνες που, αν και δεν χαρακτηρίζουν την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη), περιέχουν πάντως ευμενέστερες, για την ποινική της αντιμετώπιση, διατάξεις (απλώς ευμενέστερες διατάξεις), οι οποίες εμπίπτουν μεν στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 2 του ίδιου Κώδικα, όχι, όμως, και στη δεύτερη και, συνεπώς, οι διατάξεις νόμων που χαρακτηρίζουν την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη) εφαρμόζονται μέχρι την ολοκλήρωση της έκτισης της ποινής, ενώ οι απλώς ευμενέστερες διατάξεις εφαρμόζονται μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης. Αν ο νομοθέτης ήθελε οι απλώς ευμενέστερες διατάξεις να εφαρμόζονται μέχρι την ολοκλήρωση της έκτισης της ποινής και όχι μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης, είτε θα είχε επιλέξει διαφορετική γραμματική διατύπωση στο άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα, ορίζοντας ως απώτερο χρονικό σημείο εφαρμογής γι` αυτές την ολοκλήρωση της έκτισης της ποινής, είτε θα είχε ρυθμίσει το ζήτημα με μεταβατικές διατάξεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 εδ. γ` του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν. 2462/1997), "....Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του, ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν....". Η διάταξη αυτή, η οποία έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, δεν διαλαμβάνει μεν την προϋπόθεση του μη αμετακλήτου της καταδίκης, πλην, όμως, αναφέρεται στην επιβολή ποινής, η οποία συντελείται μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης, και όχι στην έκτιση ποινής, η οποία έπεται χρονικά της επιβολής.
Συνεπώς, η αντίθετη, προς την ανωτέρω, άποψη περί εφαρμογής της ευμενέστερης ποινικής διάταξης στην περίπτωση κατά την οποία, μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης, αρχίζει να ισχύει νέος νόμος που δεν καταργεί το αξιόποινο αλλά καθιστά αυτό ηπιότερο (απλώς επιεικέστερος νόμος) δεν εναρμονίζεται με την ως άνω διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 εδ. γ` του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα ( ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 24/2021 ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 562 του ΚΠοινΔ, "Κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση του καταδικασθέντος σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από τον αρμόδιο κατ` άρθρο 549 εισαγγελέα, ο οποίος αποφαίνεται αμελλητί με αιτιολογημένη διάταξή του. Σε περίπτωση αμφιβολίας του εισαγγελέα ή αντίρρησης του καταδικασθέντος επιλαμβάνεται το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι το πλημμελειοδικείο, το οποίο επιλαμβάνεται τέτοιων αντιρρήσεων του καταδικασθέντος, περιορίζεται στην εξέταση ζητημάτων σχετικών με την εκτελεστότητα αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, τα οποία προκύπτουν κατά την εκτέλεση και μετά το αμετάκλητο αυτής και ειδικότερα αναφορικά: α) με την εκτελεστότητα της σχετικής απόφασης, όταν προβάλλεται ότι αυτή δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, β) με το είδος της επιβληθείσας ποινής και γ) με τη διάρκεια της ποινής, στην περίπτωση που από τον καταδικασθέντα γίνεται επίκληση εσφαλμένου προσδιορισμού του χρόνου λήξης της ποινής (άρθρο 554 του ΚΠοινΔ) ή λόγου που παύει ή κωλύει τη συνέχιση της έκτισής της, όπως της απονομής χάρης (άρθρο 564 περ. β` του ΚΠοινΔ) ή της παραγραφής της ποινής (άρθρο 565 περ. α` του ΚΠοινΔ) ή του χαρακτηρισμού της πράξης ως μη αξιόποινης με μεταγενέστερο νόμο (άρθρο 2 παρ. 2 του ΠΚ). Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου και, έτσι, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο καταδικασθείς και ασκήσας αντιρρήσεις κατά της εκτελέσεως Ν. Ι. κρατείται στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης δυνάμει της υπ` αριθμ. 680/2019 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία καθορίστηκε σε βάρος του [ μετά από συγχώνευση της υπ'αριθμ. 909/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία του είχε επιβληθεί συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι ενός ( 21 ) ετών και εννέα ( 9 ) μηνών ( και συνολική χρηματική ποινή 1400 ευρώ ) και της υπ'αριθμ. 534/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία του είχε επιβληθεί ποινή κάθειρξης έξι ( 6 ) ετών ] συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι τεσσάρων ( 24 ) ετών και εννέα (9) μηνών, πλέον της χρηματικής ποινής των 1400 ευρώ, για τελεσθείσες πράξεις ληστειών. Με τις από 24-2-2021 αντιρρήσεις-αίτησή του, οι οποίες εισήχθησαν προς εκδίκαση κατά το άρθρο 562 ΚΠΔ, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, μετά την απόρριψη όμοιας αίτησής του με την υπ'αριθμ. 2019.488/19-11-2019 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ζήτησε τον επανακαθορισμό της εκτιτέας ποινής, μετά την ισχύ του νέου ΠΚ, κατ` εφαρμογή του άρθρου 2 αυτού, στα 20 έτη. Το δικάσαν δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ 238/2021 απόφασή του, δέχθηκε τις ως άνω αντιρρήσεις του καταδικασθέντος με την ακόλουθη αιτιολογία: << Η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, καθόσον από τη σύγκριση των ως άνω διατάξεων που προβλέπουν τον καθορισμό συνολικής ποινής σε περίπτωση στερητικών της ελευθερίας ποινών, προκύπτει ότι αυτή του άρθρου 94 παρ.1 του νέου ΠΚ είναι επιεικέστερη, αφού με αυτή καταργείται το ελάχιστο όριο προσαύξησης της ποινής βάσης για κάθε συντρέχουσα ποινή και το ανώτατο όριο μειώνεται δραστικά και αντί των τριών τετάρτων κάθε συντρέχουσας ποινής, ορίζεται στο ένα δεύτερο. Παράλληλα μειώνονται και τα ανώτατα όρια της εκτιτέας ποινής, από τα είκοσι πέντε έτη στα είκοσι έτη σε περίπτωση κάθειρξης και από τα δέκα στα οκτώ έτη σε περίπτωση φυλάκισης ( Αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου Κύρωση του ΠΚ ). Επομένως, στην περίπτωση αμετάκλητα καταδικασθέντος κρατούμενου προς έκτιση συνολικής ποινής κάθειρξης 25 ετών ή φυλάκισης 10 ετών, που υπερβαίνουν το ανώτατο από τον νέο ΠΚ ( αρθρο 94 ) όριο της συνολικής ποινής των είκοσι ( 20 ) και οκτώ ( 8 ) ετών, αντίστοιχα, πρέπει κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ, να χωρήσει επανακαθορισμός ( από τον κατ'άρθρο 549 ΚΠΔ αρμόδιο Εισαγγελέα ή το Δικαστήριο του άρθρου 562 ΚΠΔ, κατόπιν σχετικών αντιρρήσεων ) του ανώτατου ορίου της εκτιτέας ποινής κάθειρξης ή φυλάκισης, κατ'εφαρμογή του ως άνω νεότερου επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης, πριν όμως από την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής, αφού όπως προεκτέθηκε η φάση της εκτέλεσης αποτελεί τμήμα της έννομης σχέσης που δημιουργείται μεταξύ δράστη και Πολιτείας και αρχίζει από την τέλεση της πράξης και λήγει με την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε αμετάκλητα. Από τον επανακαθορισμό του ανωτάτου ορίου της εκτιτέας συνολικής ποινής κάθειρξης στα 20 έτη ή ποινής φυλάκισης στα 8 έτη, όπως προβλέπει η ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του νέου ΠΚ, δεν θίγεται το δεδικασμένο, αφού δεν πρόκειται για κατάγνωση νέας ποινής, αλλά για καθορισμό εκτιτέας συνολικής ποινής, ενόψει του ότι η εφαρμογή του νεότερου ηπιότερου νόμου δεν επιβάλλει επανεκδίκαση της υπόθεσης για την οποία υπάρχει η αμετάκλητη καταδίκη, ενώ η συνέχιση της εκτέλεσης της ποινής και μετά την πάροδο του απειλούμενου στο νέο νόμο μέγιστου χρόνου είναι και αντίθετη στην αρχή της απαγόρευσης του υπέρμετρου και στη ρητή επιταγή της διάταξης του άρθρου 15 παρ.1 εδ. γ'του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα ( Ν. 2462/1997 ), κατά την οποία << δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη που προβλεπόταν κατά τη χρονική ποινή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν >>. Η ως άνω διάταξη που έχει υπερνομοθετική ισχύ ( αρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος ) δεν περιέχει την προϋπόθεση του μη αμετακλήτου της καταδίκης ( βλ. ΑΠ 928/2020 αδημ, ΓνμδΕισΑΠ 8/2019 ). Επομένως πρέπει η ως άνω αίτηση να γίνει δεκτή και να καθορισθεί συνολική εκτιτέα ποινή κάθειρξης σε βάρος του αιτούντος τα είκοσι ( 20 ) έτη, η οποία του έχει επιβληθεί κατόπιν επιμέτρησης με τη με αριθμό 680/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης >>.
Η προρηθείσα όμως αίτηση του καταδικασθέντος έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, αφού δεν ήταν δυνατή η νέα επιμέτρηση ποινής, δεδομένου ότι η υπ'αριθμ. 680/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη στις 24-2-2021, οπότε και εκδικάσθηκε η ως άνω αίτηση του καταδικασθέντος και εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ενώ η διάταξη του άρθρου 2 ΠΚ, περί εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου, ισχύει με σαφήνεια μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση εκάστης υποθέσεως. Όσο δηλαδή η υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου και του Αρείου Πάγου. Μετά την αμετάκλητη καταδίκη καμία επιρροή δεν ασκεί ο επιεικέστερος νόμος στην εκτιόμενη ποινή, με μοναδική εξαίρεση την περίπτωση νεότερης διάταξης που χαρακτηρίζει την πράξη ανέγκλητη ( αρθρ. 2 παρ.2 του ΠΚ ), αμετάκλητη δε, είναι η απόφαση, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία το επιτρεπόμενο ένδικο μέσο ή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε. Περαιτέρω ούτε κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997, προκύπτει ότι η ηπιότερη διάταξη νόμου μπορεί να εφαρμοστεί και μετά την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αφού σ'αυτή γίνεται λόγος για αναδρομικότητα της επιεικέστερης διάταξης νόμου κατά το στάδιο της επιβολής της ποινής και όχι της εκτέλεσης αυτής, με αποτέλεσμα να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως αυτής στην υπό κρίση υπόθεση. Επομένως, με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 και 94 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ευθέως παραβίασε, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ευμενέστερη, για τον αιτούντα-αντιλέγοντα, διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα, με την οποία μειώθηκαν τα ανώτατα όρια της συνολικής ποινής από είκοσι πέντε (25) σε είκοσι (20) έτη στην περίπτωση της ( πρόσκαιρης ) κάθειρξης, δεν εφαρμόζεται, αφού τέθηκε σε ισχύ μετά την αμετάκλητη εκδίκαση των πράξεών του, οπότε δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 2 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, ενώ δεν μπορεί να χωρήσει εν προκειμένω αναλογική εφαρμογή της παραγράφου 2 του ανωτέρω άρθρου, αφού σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν υφίσταται οποιαδήποτε ασάφεια, ούτε νομοθετικό κενό σχετικό με το κρινόμενο ζήτημα.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 2 και 94 ΠΚ και 551 ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αναίρεση με αριθμό έκθεσης 2/11-3-2021 του ανωτέρω Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, κατά της με αριθμό 238/24-2-2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και να αναιρεθεί η εν λόγω απόφαση. Ενόψει δε του ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης στο δικαστήριο της ουσίας, αφού δεν υπάρχει λόγος περαιτέρω εκδικάσεώς της, πρέπει, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠΔ, η από 24-2-2021 αίτηση αντιρρήσεων του καταδικασθέντος Ν. Ι. του Η., κατοίκου ..., οδ. ... και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, κατά της απορριπτικής Διάταξης με αρ. 2019.488/19-11-2019 του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης για επανακαθορισμό της εκτιτέας συνολικής ποινής που του επιβλήθηκε με τη με αριθμό 680/2019 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να απορριφθεί από το Δικαστήριο τούτο του Αρείου Πάγου, ως μη νόμιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 238/24-2-2021 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει, την από 24-2-2021 αίτηση αντιρρήσεων του καταδικασθέντος Ν. Ι. του Η. κατά της απορριπτικής Διάταξης με αριθμό 2019.488/19-11-2019 του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης για επανακαθορισμό της εκτιτέας συνολικής ποινής που του επιβλήθηκε με τη με αριθμό 680/2019 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2021. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ