ΚΑΤ ΄ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ - ΧΡΟΝΟΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ - ΑΠ 313-2021

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Χρόνος παραγραφής ενιαίος για τα αδικήματα του 98 παρ. 2 ΠΚ και έναρξη από την τελευταία επιμέρους πράξη. Η παραπάνω διάταξη καταλαμβάνει όλα τα εγκλήματα που περιέχουν στην αντικειμενική τους υπόσταση ως στοιχείο την περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, αφού αναφέρεται αδιακρίτως στο "έγκλημα" και συνακόλουθα έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις περιουσιακών εγκλημάτων όπως αυτό της απάτης κακουργηματικού χαρακτήρα, εφόσον βέβαια ο υπαίτιος απέβλεψε στο συνολικό περιουσιακό όφελος ή στην περιουσιακή βλάβη, που προέκυψε από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του αδικήματος.

Απόφαση 313 / 2021   (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 313/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μαρία Βασδέκη και Αναστασία Μουζάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου 'Ολγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2021, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1534/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Α. Α. του Ε.. Με υποστηρίζον την κατηγορία το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 56/23.12.2020 αίτηση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1271/2020.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Όλγα Σμυρλή, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη, με αριθμό 9/21-1-2021, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριο σας-σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ.1 ΚΠΔ, προς συζήτηση και έκδοση απόφασης, την με αρ. 56/2020 αίτησή μου, με την οποία ζητώ να αναιρεθεί το με αρ. 1534/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και μόνον ως προς το κεφάλαιο, με το οποίο ο Α. Α. του Ε. παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για το αδίκημα της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Για τη βασιμότητα των λόγων, για τους οποίους ασκήθηκε η αναίρεση αυτή, αναφέρομαι εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της σχετικής αίτησης αναίρεσης.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να γίνει δεκτή η παραπάνω αίτηση αναίρεσης Να αναιρεθεί το με αρ. 1534/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και μόνον ως προς το κεφάλαιο, με το οποίο ο Α. Α. του Ε. παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για το αδίκημα της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ και Να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του προαναφερομένου ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής του ανωτέρω αδικήματος που φέρεται, ότι έχει τελεστεί στις 27-9-2000.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Χαλντούπης.".

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 306, 479, 480, 483 παρ.3, 484 παρ. 1 και 485 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Κ.Ποιν.Δ. (βλ.άρθρ.585 Ν. 1620/2019), σύμφωνα με το άρθρο 590 παρ. 1 ε. α' αυτού, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, παραπεμπτικού ή απαλλακτικού, με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την έκδοσή του, για όλους τους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στο άρθρο 484 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 23-12-2020 και με αριθμό έκθεσης 56/2020 αίτηση αναίρεσης, που άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, στρέφεται κατά του με αριθμ. 1534/02-12-2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και κατά το μέρος αυτού με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών μεταξύ άλλων, ο Α. Α. του Ε., κάτοικος ..., οδός .. αρ. .., για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της απάτης με συνολικό όφελος και συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ σε βάρος του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου ως δια πράξεως και παραλείψεως τελεσθείσα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 18-9-2000 έως τις 10-12-2001. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός ενός μηνός από την έκδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αφού αυτό εκδόθηκε στις 02- 12-2020 και η αίτηση ασκήθηκε με δήλωση στον γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου στις 23-12-2020. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι αυτής.
II. Σύμφωνα με το άρθρο 386 του ισχύοντος από 1-1-2019 νέου ΠΚ (υπό την ισχύ του οποίου εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα) " 1. Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή. 2. Αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι έτη". Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι1 αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Η παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση), που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι, συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη, την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού, που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου, την οποία δεν αναιρεί η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για .αποκατάσταση της ζημίας κατ' αυτού που την προκάλεσε, έστω και αν ο τελευταίος είναι απόλυτα αξιόχρεος, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη. Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της. οικονομικής κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη (ΑΠ 853/2019, 1494/2018). Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της απάτης πληρούται όταν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, ενώ μετά την κατάργηση του Ν. 1608/1950 με το άρθρο 462 του νέου ΠΚ, μόνο αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (και όχι κατά τράπεζας) και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες και η σχετική πράξη παραγράφεται μετά είκοσι έτη. Περαιτέρω, κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρου 98 ΠΚ, κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της αποφάσεως για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στο άρθρο 98 ΠΚ προστέθηκε, με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999, δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος (ΑΠ 1576/2018) . Σκοπός της παρ.2 του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία αντιμετωπίζει το κατ' εξακολούθηση έγκλημα ως νέο είδος εγκλήματος, είναι το αυξημένο άδικο της εξακολουθητικής εγκληματικής συμπεριφοράς στα εγκλήματα περιουσιακής βλάβης ή οφέλους να αξιολογείται βάσει της συνολικής βλάβης που προκλήθηκε από τις μερικότερες πράξεις και όχι βάσει του αντικειμένου εκάστης εξ αυτών. Πρόκειται για ρύθμιση που αφορά τη βαρύτητα του αδίκου των πράξεων, ανεξαρτήτως του εάν προβλέπεται διακεκριμένη παραλλαγή του οικείου εγκλήματος επί τη βάσει ποσοτικού κριτηρίου. Επομένως, η παραπάνω διάταξη καταλαμβάνει όλα τα εγκλήματα που περιέχουν στην αντικειμενική τους υπόσταση ως στοιχείο την περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, αφού αναφέρεται αδιακρίτως στο "έγκλημα" και συνακόλουθα έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις περιουσιακών εγκλημάτων όπως αυτό της απάτης κακουργηματικού χαρακτήρα, εφόσον βέβαια ο υπαίτιος απέβλεψε στο συνολικό περιουσιακό όφελος ή στην περιουσιακή βλάβη, που προέκυψε από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του αδικήματος. Εξάλλου, επί του εγκλήματος της παρ.2 του άρθρου 98 ΠΚ ο χρόνος παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας επί μέρους πράξης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στο νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί πράττουν με δόλο τέλεσης του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. . Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ. πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. (ΟλΑΠ 50/1990). Απάτη μπορεί να τελεστεί και κατά συναυτουργία, όταν οι συναυτουργοί προβαίνουν στις ψευδείς παραστάσεις είτε συγχρόνως από κοινού είτε διαδοχικά, κατόπιν όμως κοινής συναπόφασης, δηλαδή με κοινό δόλο, και με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους. Κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής ουσιαστικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ1 αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος, και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.στ' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης ιδρύει η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το Συμβούλιο άσκησε εξουσία που δεν του δίνει ο νόμος. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. (ΑΠ 347/2007). Υπό την έννοια αυτή υπέρβαση εξουσίας υφίσταται και όταν το Συμβούλιο παρέπεμψε στο ακροατήριο τον κατηγορούμενο να δικαστεί για αξιόποινη πράξη της οποίας το αξιόποινο είχε εξαλειφθεί λόγω παραγραφής.
III. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 1534/2020 βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. 94/09.10.2020 έφεση του Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών κατά του υπ' αριθμ. 2852/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δυνάμει του οποίου είχε παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, ως προς τους δέκα επτά κατηγορουμένους μεταξύ άλλων πράξεων και για την αξιόποινη πράξη της απάτης με συνολικό όφελος και συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ σε βάρος του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου ως δια πράξεως και παραλείψεως τελεσθείσα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 18-9-2000 έως τις 10-12-2001, που ενδιαφέρει εν προκειμένω ως προς τον ενδέκατο κατηγορούμενο Α. Α. του Ε.. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δέχθηκε την ανωτέρω έφεση με την ακόλουθη αιτιολογία:
Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση, όπως αυτά εκτίθενται αναλυτικά στην εισαγγελική πρόταση, από τον χρόνο τέλεσης των αποδιδόμενων, στους κατηγορουμένους, πράξεων (2000-2001) έως το παρόν στάδιο της ποινικής διαδικασίας ίσχυσαν, όσον αφορά την πράξη της απάτης, οι κάτωθι διατάξεις. Αφενός, το άρθρο 1 § 1 περ. β' του Ν. 1608/50 (σε συνδυασμό με το άρθρο 386 §§ 3β'-1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης, δοθέντος ότι, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, οι διατάξεις του Ν. 1 608/50 δεν θεμελιώνουν αυτοτελώς το αξιόποινο), καθόσον η συνολική ζημία που φέρεται ότι προκλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο ανέρχεται στο ποσό του 1.144.534 ευρώ, το οποίο συνιστά αντικείμενο "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας", και αφετέρου, το άρθρο 386 § 2 του ισχύοντος ΠΚ. Ως προς την τυποποίηση των στοιχείων της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος, η οποία συγκροτεί ενιαία και αδιαίρετη διάταξη από κοινού με την απειλούμενη ποινή, εφαρμοστέα, εν προκειμένω, τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 3 86 § 2 του ισχύοντος ΠΚ, η οποία είναι ευμενέστερη, συγκριτικά με το άρθρο 1 § 1 β' του ως άνω Νόμου που προέβλεπε την ποινή της ισόβιας καθείρξεως, μιας και. η νέα διάταξη, αφενός, δεν περιλαμβάνει επιβαρυντική περίσταση, και αφετέρου, απειλεί χαμηλότερη ποινή καθείρξεως, αφού προβλέπει πλαίσιο ποινής καθείρξεως δέκα έως δεκαπέντε έτη, σωρευτικά βέβαια με χρηματική ποινή. Περαιτέρω, όσον αφορά την παραγραφή, η οποία, υπό το πρίσμα του νέου άρθρου 2 § 1 του ΠΚ, συνιστά διαφορετικό αντικείμενο και, άρα, ερευνάται μεμονωμένα, οι συγκρίσιμες διατάξεις είναι, αφενός, η διάταξη του άρθρου 11 1 § 2 περ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ με βάση την επαπειλούμενη, στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 περ. β' του Ν. 1608/50, ποινή) και όχι αυτή του άρθρου 111 § 2 περ. β', που προβλέπει δεκαπενταετή παραγραφή, όπως εσφαλμένως διαλαμβάνουν οι κατηγορούμενοι στα υπομνήματά τους, και αφετέρου, η διάταξη του άρθρου 386 § 2 εδ. β' του νέου ΠΚ. Αμφότερες οι ως άνω διατάξεις προβλέπουν εικοσαετή παραγραφή και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της in concreto ευνοϊκότερης διάταξης, αφού διαχρονικά η παραγραφή ήταν και είναι εικοσαετής. Πρέπει να τονιστεί ότι, είναι άνευ εννόμου επιρροής, για το κρινόμενο ζήτημα της παραγραφής, το γεγονός ότι η αρχική ποινική δίωξη δεν αφορούσε το έγκλημα της απάτης υπό την επιβαρυντική περίσταση του Ν. 1608/50, η δε συμπληρωματική ποινική δίωξη, η οποία ασκήθηκε υπό την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα, δεν κάνει καμία αναφορά σε επιβαρυντική περίσταση, όπως επισημαίνουν οι κατηγορούμενοι στα υπομνήματά τους, μιας και τέτοια περίσταση δεν προβλέπεται στο ισχύον νομικό πλαίσιο. Τούτο διότι για την εφαρμογή της ευμενέστερης διάταξης in concreto, το σημείο εκκίνησης είναι πάντα τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης και, εν προκειμένω, από τις απαγγελθείσες από τον Ανακριτή κατηγορίες προκύπτει η συνδρομή των ιδιαζόντως επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 1 § 1 περ. β' του Ν. 1 608/50. Τα ίδια ισχύουν mutatis mutandis και για το άρθρο 242 ΠΚ, ότι δηλαδή οι συγκρίσιμες διατάξεις δεν διαφοροποιούνται, ως προς το ζήτημα της παραγραφής, η οποία είναι εικοσαετής για τα προβλεπόμενα, από το ως άνω άρθρο, εγκλήματα, ήτοι αυτά της ψευδούς βεβαίωσης και. της νόθευσης εγγράφου. Κατόπιν τούτων, το εκκαλούμενο βούλευμα που συνέκρινε, αφενός, τις νέες διατάξεις 386 § 2 και 242 §§ 1,3 5 του ΠΚ με τη διάταξη του άρθρ. 1 § 1 περ. α' του Ν. 1608/50, αντί του ορθού 1 § 1 περ. β' του ιδίου Νόμου, και ακολούθως έπαυσε την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, δεχόμενο ότι οι πράξεις της απάτης, της ψευδούς βεβαιώσεως και της νόθευσης υπόκεινται σε δεκαπενταετή παραγραφή, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου, και πρέπει, γενομένης δεκτής κατ' ουσίαν της υπό κρίση εφέσεως, να εξαφανιστεί κατά τούτο, να κρατηθεί η υπόθεση και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν (άρθρο 482 ΚΠΔ). Ακολούθως, αφού δέχθηκε, κατά τα άνω, τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε το με αριθ.2852/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά το εκκληθέν μέρος του και κράτησε την υπόθεση κατά τούτο. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών και συμπληρωματική σ'αυτή (πρόταση) δική του αναφορά, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, ότι, από το συνολικό ανακριτικό υλικό, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκλησή τους σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα απολογητικά τους υπομνήματα, ως προς τον κατηγορούμενο Α. Α. του Ε., που αφορά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προκύπτουν τα εξής:
Περαιτέρω, την 27.9.2000, ο Α. Α., εκτελώντας χρέη Προϊσταμένου του Τρίτου Τμήματος της ΣΤ5 (ΣΤ5 ΠΙ) Διεύθυνσης Προμηθειών και Λειτουργικών Δαπανών του Υπουργείου Εξωτερικών αρμόδιας κατά το άρθρο 50 ΠΔ 230/1998, για την συγκέντρωση και τον έλεγχο των απαιτούμενων δικαιολογητικών για την έκδοση του σχετικού τακτικού χρηματικού εντάλματος και την προώθηση τους, μετά τον έλεγχο της πληρότητας τους και την αναγνώριση τους, στην Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Εξωτερικών, συνέταξε και υπέγραψε το υπ' αριθμ. πρωτ. ΣΤ5.090-110-5194/ΑΣ13351 έγγραφο, με Θέμα: "Αποστολή δικαιολογητικών για την έκδοση Τακτικού Χρηματικού Εντάλματος", με το οποίο διαβίβασε τα δικαιολογητικά για την έκδοση του σχετικού χρηματικού εντάλματος, για την υλοποίηση του προαναφερθέντος προγράμματος αποναρκοθέτησης, σύμφωνα με το άρθρο 143 -παρ. 1 εδ. α ν. 2594/1998 μεταξύ των οποίων την υπ' αριθ. Φ. 1354-2234.6.1/11/ΑΣ369 απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών και το υπ' αριθ. Φ. 1354- 2234.6.1/11/ΑΣ369δις έγγραφο της Β5 Διεύθυνσης Αναπτυξιακής Πολιτικής του Υπουργείου Εξωτερικών και το απηύθυνε προς την Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Εξωτερικών (Υ.Δ.Ε), η οποία ήταν η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών για την έκδοση του χρηματικού εντάλματος, καίτοι γνώριζε ότι τα ανωτέρω έγγραφα (διαβιβαστικό και υπουργική απόφαση) περιείχαν ψευδείς παραστάσεις για τους λόγους προεκτέθηκαν, κι ενώ διαπίστωσε ότι ήταν νοθευμένα, δεδομένου ότι οι αλλοιώσεις-διορθώσεις στις ημερομηνίες έκδοσης αμφοτέρων ήταν εμφανείς δια γυμνού οφθαλμού, ενώ παράλληλα, λόγω της θέση του, τελούσε σε γνώση της διάταξης του άρθρου 84 Ν. 2362/1995. η οποία εν προκειμένω ήταν εφαρμοστέα και συγκεκριμένα γνώριζε ότι επιτρέπεται η χορήγηση προκαταβολής με την υπογραφή της σύμβασης εκτέλεσης έργων, μέχρι ποσοστού 50% της συμβατικής αιτίας και ότι χορηγείται με την κατάθεση ισόποσης εγγυητικής επιστολής και παρά το γεγονός ότι με την προαναφερθείσα υπό Φ. 1354-2234.6.1/11/ΑΣ369 απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών εγκρινόταν προκαταβολή του συνολικού ποσού των 90.000.000 δραχμών ή 264.123,26 ευρώ για την υλοποίηση του ανωτέρω προγράμματος αποναρκοθέτησης, χωρίς επιπλέον να έχει υπογραφεί σχετική σύμβαση μεταξύ του Υπουργείου Εξωτερικών και της ανωτέρω Μ.Κ.Ο, δεν απαίτησε κατόπιν του ελέγχου των δικαιολογητικών να του προσκομισθούν το διαβιβαστικό έγγραφο της Β5 Διεύθυνσης και η προαναφερθείσα υπουργική απόφαση, χωρίς αλλοιώσεις, ούτε απαίτησε την παράδοση εγγυητικής επιστολής και της υπογραφείσας σύμβασης μεταξύ της ΜΚΟ ΙΜΙ και της ΥΔΑΣ, και παρέλειψε να ανακοινώσει στον αρμόδιο διατάκτη ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του χρηματικού εντάλματος ... παριστώντας ψευδώς με την συνολική συμπεριφορά τους, ότι συνέτρεχαν οι ως άνω νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του ανωτέρω χρηματικού εντάλματος, παρασιωπώντας και παραλείποντας να ανακοινώσουν την αλήθεια, εάν και από το νόμο και την υπαλληλική τους ιδιότητα και την προγενέστερη συμπεριφορά τους ήταν υποχρεωμένοι να ενεργήσουν. Με τον τρόπο αυτό οι ως άνω κατηγορούμενοι παραπλάνησαν του: υπαλλήλους της αρμόδιας ΔΟΥ να προβούν στην εκταμίευση του ποσού τη; χρηματοδότησης, ύψους 90.000.000 δραχμών ή 264.123.26 ευρώ. για το οποίο εκδόθηκε το ισόποσο υπ' αριθ. 0007137Α/2-10-2000 χρηματικό ένταλμα. Προέβησαν δε στις πράξεις τους με σκοπό να προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος στον Κ. Τ... IV. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για να επιστηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία, μεταξύ των λοιπών και εναντίον του ανωτέρω κατηγορούμενου, για την πράξη της απάτης με συνολικό όφελος και συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ σε βάρος του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου ως δια πράξεως και παραλείψεως τελεσθείσα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,2,12,13 περ.α και γ, 14παρ. 1,15,16,17,18, 26 παρ. Ια, 27παρ.1, 45,51,52,79,83, 98παρ.2 386 παρ.1 και 2 του ΠΚ και ακολούθως παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί από κοινού με τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του ως υπαίτιος του ότι:
Α) Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 18-9-2000 έως τις 10-12-2001, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της απάτης και, αποβλέποντας στο κατωτέρω συνολικό αποτέλεσμα, ενεργώντας εκ προθέσεως και από κοινού, δηλαδή ύστερα από συναπόφαση και συντέλεση και με κοινό δόλο, οι κατηγορούμενοι - υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών α) Α. - Γ. Ρ., β) Ν. Μ., γ) Ν. Τ., δ) Η. Π., ε) Ε. Κ., στ) Α. Μ., ζ) Γ. Φ., η) Θ. Θ., θ) Α. Α., ι) Ή. Κ., ια) Α. Α., ιβ) Χ. Τ., ιγ) Α. Π., ιδ) Α. Ζ., ιε) Χ. Φ., ιστ) Ε. Ρ. ή και με άλλα άγνωστα εισέτι στην Ανάκριση πρόσωπα, με ταυτόχρονη ή διαδοχική δράση τους και την συμμετοχή του καθενός τους, να αποτελεί τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, αφού υπήρχε σύμπτωση δηλώσεως και αποδοχής και γνώση, ότι ο καθένας τους ενεργεί κατά τα συμφωνημένα, κατόπιν σχετικών φορτικών προτροπών και παραινέσεων του συγκατηγορουμένου τους Κ. Τ. Υ, έπεισαν τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλουν στο Κ. Τ., υπό την ιδιότητά του ως προέδρου της αστικής εταιρίας - Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (Μ.Κ.Ο.) με την επωνυμία "Διεθνές Κέντρο Αποναρκοθέτησης", το συνολικό ποσό των 390.000.000 δραχμών ή 1.144.534,00 ευρώ, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις και βλάπτοντας την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου κατά το ως άνω ποσό, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000,00 ευρώ, η δε ανωτέρω πράξη της απάτης στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου.
Συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έχοντας ο καθένας τους την ιδιότητα του υπαλλήλου και τα ειδικότερα καθήκοντα που κατωτέρω αναφέρονται, όντας αρμόδιος και έχοντας υπηρεσιακό καθήκον να ελέγξει, κατά τον κύκλο της αρμοδιότητας του, όπως κατωτέρω εκτίθεται, την συνδρομή νόμιμων προϋποθέσεων για την χορήγηση των κάτωθι αναφερομένων χρηματοδοτήσεων από κονδύλια του Υπουργείου Εξωτερικών, ενεργώντας εκ προθέσεως και από κοινού με τους λοιπούς συγκατηγορούμενους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της απάτης, έπεισαν τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, τον αρμόδιο Διατάκτη των κάτωθι χρηματικών ενταλμάτων (Υπουργό Εξωτερικών) και τους ταμίες της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., να καταβάλουν στον συγκατηγορούμενο τους Κ. Τ., υπό την ιδιότητά του ως προέδρου της ως άνω Μ.Κ.Ο., το συνολικό ποσό των 390.000.000 δραχμών ή 1.144.534,00 ευρώ, εκτελώντας τα με αριθμούς 0007137Α/2-10-2000, 0005073Α/29-6-2001, 0010568Α/29-10-2001 και 00 13885Α/1 0-12-2001 χρηματικά εντάλματα πληρωμής της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Εξωτερικών για τη χρηματοδότηση της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (Μ.Κ.Ο.) με την επωνυμία "Διεθνές Κέντρο Αποναρκοθέτησης", με το συνολικό ποσό των 1.144.534,00 ευρώ, για δύο προγράμματα αποναρκοθέτησης και δη α) για την χρηματοδότηση προγράμματος αποναρκοθέτησης στην περιοχή Lipovacl και Lipovac2 της περιφέρειας Brcko της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, έτους 2000, για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθ. 0007137Α/2-10-2000 χρηματικό ένταλμα και β) για την χρηματοδότηση προγράμματος αποναρκοθέτησης στην περιοχή Ficibajr της περιφέρειας Brcko της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, έτους 200 1. για το οποίο συνάψει με το Ελληνικό Δημόσιο και την υπαλληλική τους ιδιότητα, τον νόμο, αλλά και από τη δική του προγενέστερη συμπεριφορά, συνιστάμενη στην σύμπραξη και στην έκδοση προγενέστερων εγγράφων που περιείχαν απατηλές παραστάσεις, στην άπαξ ή κατ' εξακολούθηση έκδοση ψευδών βεβαιώσεων (κατωτέρω υπό Β) και στην άπαξ ή κατ' εξακολούθηση νόθευση εγγράφων (κατωτέρω υπό Γ), όπως κατωτέρω για τον κάθε συγκατηγορούμενο ανά περίπτωση εκτίθεται.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με το άρθρο 18 ν. 2731/1999 συστάθηκε η Υπηρεσία Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας (Υ.Δ.Α.Σ,), ως ανεξάρτητη υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, γενική αρμοδιότητα της οποίας είναι η εποπτεία, ο συντονισμός και η προώθηση των δράσεων και προγραμμάτων επείγουσας ανθρωπιστικής, επισιτιστικής ή άλλης μορφής βοήθειας, καθώς και βοήθειας αναδιάρθρωσης και αποκατάστασης των αναπτυσσόμενων χωρών. που προωθούνται μέσω Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (Μ.Κ.Ο.) και στις 6-9-2000 δημοσιεύθηκε, κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 5 του ως άνω άρθρου, το σχετικό Π.Δ. 224/2000 (ΦΕΚ Α', 193/6-9-2000) "για την οργάνωση, στελέχωση και λειτουργία" της ΥΔΑΣ, η οποία προωθεί και συγχρηματοδοτεί προγράμματα, τα οποία υλοποιούνται μέσω Μ.Κ.Ο. στις αναπτυσσόμενες χώρες. Μέχρι την ίδρυση της Υ.Δ.Α.Σ. η διαδικασία έγκρισης χρηματοδότησης που ακολουθείτο ήταν η εξής: εισήγηση της αρμόδιας Β5 Διεύθυνσης Αναπτυξιακής Πολιτικής (Δ.Α.Π.) του Υπουργείου Εξωτερικών, έκδοση Υπουργικής Απόφασης εις τριπλούν, έκδοση τακτικού εντάλματος πληρωμής και έλεγχος παραστατικών από τις αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες [Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου (Υ.Δ.Ε.) και Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου], όπως από το υπ' αριθ. πρωτ. 75 10/392/22-6-2007 έγγραφο του Γραφείου Γενικού Διευθυντή της Υ.Δ.Α.Σ. προκύπτει.
Έλαβαν δε χώρα οι κάτωθι επιμέρους πράξεις απάτης:
1-3. Στην Αθήνα, στις 27-9-2000, ο κατηγορούμενος Α. Α., όντας υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών και ειδικότερα έχοντας την ιδιότητα του εκτελούντος χρέη Προϊσταμένου (ή αντ' αυτού) του Τρίτου Τμήματος της ΣΤ5 Διεύθυνσης Προμηθειών και Λειτουργικών Δαπανών του Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο ήταν το αρμόδιο τμήμα της ανωτέρω Διεύθυνσης για τις δαπάνες που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 143 του τότε ισχύοντος Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), σύμφωνα με το άρθρο 50 του Π.Δ. 230/1998, με το οποίο επίσης, η ως άνω ΣΤ5 Διεύθυνση ορίζεται ως η αρμόδια Διεύθυνση του εν λόγω Υπουργείου για την συγκέντρωση και τον έλεγχο των απαιτούμενων δικαιολογητικών για την έκδοση του σχετικού τακτικού χρηματικού εντάλματος και την προώθησή τους, μετά τον έλεγχο της πληρότητάς τους και την αναγνώρισή τους, στην Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Εξωτερικών, κατήρτισε και υπέγραψε το από 27-9-2000 και με αριθμό πρωτοκόλλου ΣΤ5.090-110-5194/ΑΣ13351 έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται ως Θέμα: " Αποστολή δικαιολογητικών για την έκδοση Τακτικού Χρηματικού Εντάλματος" και απευθύνεται προς την Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Εξωτερικών, η οποία ήταν η αρμόδια υπηρεσία του εν λόγω Υπουργείου για την έκδοση του χρηματικού εντάλματος, με το οποίο απέστειλε προς την υπηρεσία εκείνη, τα δικαιολογητικά ποσού 90.000.000 δραχμών ή 264.123,26 ευρώ για την επιχορήγηση στην Μ.Κ.Ο. "ΙΜΙ - International Mine Initiative" (ή "Διεθνές Κέντρο Αποναρκοθέτησης") για την έκδοση τακτικού χρηματικού εντάλματος για την υλοποίηση προγράμματος αποναρκοθέτησης των περιοχών Lipovacl και Lipovac2 της περιφέρειας Brcko της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, σύμφωνα με το άρθρο 143 παρ. 1, εδ. α ν. 2594/1998, όπως στο έγγραφο αυτό αναφέρεται, παριστάνοντας ψευδώς ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έγκριση τους, ενώ στην πραγματικότητα δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έγκριση των δικαιολογητικών αυτών και παρασιωπώντας την αλήθεια ότι αυτά στερούνταν νομιμότητας και κανονικότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του Δημόσιου Λογιστικού (άρθρο 26 ν. 2362/1995 και ήδη 91 ν. 4270/2014).
Ειδικότερα, ο εν λόγω κατηγορούμενος, στις 27-9- 2000, κατήρτισε και υπέγραψε, υπό την ως άνω ιδιότητά του, το υπ' αριθ. πρωτ. ΣΤ5.090-110-5194/ΑΣ13351/27-9-2000 έγγραφο με το οποίο διαβίβασε περαιτέρω προς την αρμόδια Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Εξωτερικών τα δικαιολογητικά για την έκδοση του σχετικού τακτικού χρηματικού εντάλματος, μεταξύ των οποίων την υπ' αριθ. Φ. 1 354- 2234.6.1/11/ΑΣ369 απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών και το υπ' αριθ. Φ. 1354-2234.6.1/11/ΑΣ369δις έγγραφο της. Β 5 Διεύθυνσης Αναπτυξιακής Πολιτικής του Υπουργείου Εξωτερικών, παρασιωπώντας την αλήθεια ότι τα έγγραφα αυτά στερούνταν νομιμότητας κατά τα προεκτεθέντα (υπό 1-1 και 1-2 αντίστοιχα) και παριστάνοντας ψευδώς κατά το μέρος που αφορά στον κύκλο της αρμοδιότητάς του ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του σχετικού χρηματικού εντάλματος, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι η ανωτέρω υπουργική απόφαση και το διαβιβαστικό έγγραφο περιείχαν απατηλές παραστάσεις και στερούνταν νομιμότητας κατά τα προεκτεθέντα (υπό 1-1 και 1-2 αντίστοιχα), καθόσον: α) δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις των άρθρων 10 και 143 εδ. δ' ν. 2594/1998, 24 Π.Δ. 230/1998, 2 1 παρ. Β και 25 του Π.Δ. 224/2000 και των άρθρων 12 §1 και 18 ν. 273 1/1 999 για την έκδοση της χρηματοδότησης που εγκρίθηκε με την ανωτέρω υπουργική απόφαση καθόσον, όπως και ανωτέρω (υπό 1-1) εκτέθηκε: i) η συγκεκριμένη χρηματοδότηση, είτε ήθελε θεωρηθεί ως δαπάνη βοήθειας στην Βοσνία - Ερζεγοβίνη, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 143 εδ. δ' ν. 2594/1998. διάταξη η οποία ρητά μνημονεύεται στην ανωτέρω υπουργική απόφαση. είτε ήθελε θεωρηθεί ως "αναπτυξιακή βοήθεια" προς την (αναπτυσσόμενη χώρα) Βοσνία - Ερζεγοβίνη, όπως αναγράφεται στην ανωτέρω υπουργική απόφαση, μπορούσε να διατεθεί από την ανωτέρω Β5 Διεύθυνση Αναπτυξιακής Πολιτικής του Υπουργείου Εξωτερικών, μόνο στην ίδια την αναπτυσσόμενη χώρα, δηλαδή στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη εν προκειμένω, και όχι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, όπως ήταν η αστική εταιρία - μη κυβερνητική οργάνωση (Μ.Κ.Ο.) με την επωνυμία "Διεθνές Κέντρο Αποναρκοθέτησης" (ή "ΙΜ1 - International Mine Initiative") στην οποία εν προκειμένω διατέθηκε, ii) δεν πληρούνταν οι ως άνω προϋποθέσεις του ν. 2731/1999 για την έγκριση της συγκεκριμένης χρηματοδότησης διότι η ως άνω Μ.Κ.Ο. ΙMΙ η οποία είχε συσταθεί στις 21-6-2000 και εγγράφηκε στο μητρώο Μ.Κ.Ο., κατόπιν της από 22-6-2000 σχετικής αίτησής της, μόλις στις 12-9-2000, (α) δεν διέθετε την κατάλληλη υποδομή για την διενέργεια αποναρκοθέτησης στην Βοσνία Ερζεγοβίνη, όπως σαφώς συνάγεται και από το από 3-4-2014 έγγραφο του Ο.Η.Ε., στο οποίο αναφέρεται ότι δεν υπήρξε συνεργασία μεταξύ του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών με την ανωτέρω Μ.Κ.Ο. IΜΙ, πράγμα που απαραιτήτως θα είχε συμβεί σε περίπτωση που η ανωτέρω Μ.Κ.Ο. IΜΙ διέθετε την κατάλληλη υποδομή για την διενέργεια αποναρκοθέτησης στην Βοσνία Ερζεγοβίνη, αφού ο Ο.Η.Ε. είχε τότε συνεχή παρουσία στην περιοχή και η Υπηρεσία Δράσης του Ο.Η.Ε. οποίου κατά των Ναρκών (UNMAS) βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας δράσης κατά των ναρκών, β) δεν διέθετε την απαιτούμενη, κατ' άρθρο 12 §1 ν. 273 1/1999, διετή εμπειρία και, επομένως, δεν δικαιούταν να λάβει την ανωτέρω εγκριθείσα χρηματοδότηση, αφού αυτή ανερχόταν σε 264.123,00 ευρώ, ήταν δηλαδή άνω του ορίου των 60.000,00 ευρώ ετησίως που όριζε η ανωτέρω διάταξη ως χρηματοδότηση σε Μ.Κ.Ο. που δεν έχει διετή εμπειρία και γ) δεν διασφαλιζόταν το πραγματοποιήσιμο του προγράμματος διότι η Μ.Κ.Ο. ΙΜΙ δεν διέθετε αξιόπιστο τοπικό εταίρο, αφού εάν και αναφέρει (όπως στο από 27-6-2000 έγγραφο της υπό τον τίτλο "Το ΙΜΙ δραστηριοποιείται") ως τοπικό συνεργάτη της την Μ.Κ.Ο. "World For Balkans in Europe" ("WBE"), τούτο δεν επιβεβαιώθηκε, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο υπ' αριθ. πρωτ. Φ. 7510/324/ΑΣ414/24207/25-6-2016 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης της Υ.Δ.Α.Σ., ούτε βέβαια είχε προσκομίσει στοιχεία κινητοποίησης της τοπικής κοινωνίας και iii) δεν πληρούνταν οι ως άνω προϋποθέσεις των άρθρων 21 και 25 του Π.Δ. 224/2000 για την έγκριση της συγκεκριμένης χρηματοδότησης αφού α) το αίτημα δεν είχε εξετασθεί από την Επιτροπή Πιστοποίησης και Αξιολόγησης και δεν υπογράφηκε σχετική σύμβαση με την ως άνω Μ.Κ.Ο. ΙΜΙ, β) με την ανωτέρω απόφαση εγκρίνεται η καταβολή του συνόλου του εγκριθέντος ποσού, το οποίο καταβάλλεται προκαταβολικά και όχι σε τμηματικές καταβολές συνδεόμενες με την παρακολούθηση του προγράμματος και, εισπράχθηκε στις 27-9-2000. χωρίς να έχει αρχίσει η εκτέλεση του έργου, η οποία, κατά την ίδια την Μ.Κ.Ο. ΙΜΙ άρχισε μεταγενέστερα και δη στις 3-10-2000, όπως αναφέρεται στην πρώτη αναφορά προόδου που η ίδια υπέβαλε στις 3-11-2000, γ) η ως άνω Μ.Κ.Ο. ΙΜΙ δεν διέθετε το 15% του συνολικού ύψους της χρηματοδότησης εξ ιδίων κεφαλαίων ή σε είδος κατά το στάδιο της έκδοσης της ανωτέρω απόφασης, ούτε είχε εξασφαλίσει την χρηματοδότηση του εναπομείναντος ποσοστού (10%) του συνολικού κόστους από άλλες ιδιωτικές πηγές, αφού τούτο δεν προέκυπτε από κανένα έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενώ αντίθετα από τα κατατεθέντα από την ως άνω Μ.Κ.Ο. ΙΜΙ παραστατικά προέκυψε η εικονικότητα ορισμένων εκ των δωρεών και προσφορών που υποτίθεται ότι κάλυπταν το ποσοστό της ίδιας συμμετοχής της Μ.Κ.Ο. ΙΜΙ και το ποσοστό της χρηματοδότησης της από άλλες ιδιωτικές πηγές, της τάξεως του 25% συνολικά επί του συνολικού κόστους, όπως ανωτέρω (υπό 1-1) εκτέθηκε.
Περαιτέρω, εάν και γνώριζε ότι η αριθ. Φ. 1354- 2234.6.1 /11/ΑΣ369 απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών και το υπ' αριθ. Φ. I354-2234.6.1/11/ΑΣ369δις έγγραφο της Β5 Διεύθυνσης Αναπτυξιακής Πολιτικής του Υπουργείου Εξωτερικών, τα οποία περιλαμβάνονταν μεταξύ των δικαιολογητικών τα οποία απέστειλε στην αρμόδια Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Εξωτερικών για την έκδοση του χρηματικού εντάλματος κατά τα προεκτεθέντα. ήταν νοθευμένα, καθόσον υπήρχαν αλλοιώσεις στην ημερομηνία καθενός από τα έγγραφα αυτά και, ειδικότερα, είχαν σβησθεί i) το δεύτερο ψηφίο του αριθμού της ημέρας που αναγραφόταν στην ως άνω υπ' αριθ. Φ.1354- 2234.6.1/11/ΑΣ.369 υπουργική απόφαση, επρόκειτο δε για το ψηφίο "8" από τον αριθμό "18" της ημερομηνίας, ώστε ως ημερομηνία της απόφασης αυτής να εμφανίζεται η 1 Σεπτεμβρίου 2000, αντί της αληθινής 18 Σεπτεμβρίου 2000 και ii) το δεύτερο ψηφίο του αριθμού της ημέρας που αναγραφόταν στο ως άνω υπ' αριθ. Φ.1354-2234.6.1/1 1/ΑΣ.369δις έγγραφο, επρόκειτο δε για το ψηφίο "6" από τον αριθμό "26" της ημερομηνίας που αναγραφόταν στο ως άνω υπ' αριθ. Φ. 1 354- 2234.6.1/1 1/ΑΣ.369δις έγγραφο ώστε ως ημερομηνία αυτού να εμφανίζεται η 6 Σεπτεμβρίου 2000, αντί της αληθινής 26 Σεπτεμβρίου 2000, προκειμένου με τις επεμβάσεις αυτές να μεταβληθεί η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών, ώστε αντίθετα με την πραγματικότητα, να αποδεικνύεται ότι τα έγγραφα αυτά έχουν εκδοθεί σε χρόνους από τις 6-9-2000 και προγενέστερα, σε χρόνους δηλαδή που δεν ίσχυε το Π.Δ. 224/2000 και επομένως. να δημιουργείται η πεπλανημένη εντύπωση ότι δεν εφαρμόζονταν επί της χρηματοδότησης αυτής οι προϋποθέσεις του Π.Δ. αυτού (όπως και κατωτέρω υπό Γ-Ι εκτίθεται), παρασιώπησε την αλήθεια ότι τα δικαιολογητικά αυτά, των οποίων όφειλε να ελέγξει την πληρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 50 του Π.Δ.230/1998, είχαν αλλοιώσεις και, επομένως, δεν μπορούσαν να αναγνωρισθούν, σύμφωνα με το άρθρο 50 του Π.Δ.230/1998, ως δικαιολογητικά και να προωθηθούν περαιτέρω για την έκδοση του σχετικού τακτικού χρηματικού εντάλματος.
Επιπλέον, εάν και γνώριζε ότι το άρθρο 84 του ν. 2362/1 995 (Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού) ως ίσχυε, υπό τον τίτλο "Προκαταβολές του Δημοσίου" όριζε ότι 'Επιτρέπεται η χορήγηση προκαταβολής με την υπογραφή της σύμβασης προμήθειας προϊόντων παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων, εφόσον προβλέπεται απ' αυτήν και τις ισχύουσες διατάξεις, μέχρι ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) της συμβατικής αιτίας. Η προκαταβολή είναι έντοκη και χορηγείται με την κατάθεση ισόποσης εγγυητικής επιστολής σύμφωνα: με τις ισχύουσες διατάζεις" και ότι στην προκείμενη περίπτωση με την ανωτέρω υπό Φ. 1354-2234.6.1/11/ΑΣ369 απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών εγκρινόταν προκαταβολικά η καταβολή του ως άνω ποσού των 90.000.000 δραχμών ή 264.123.26 ευρώ για την υλοποίηση του ανωτέρω προγράμματος αποαναρκοθέτησης που σε κάθε περίπτωση επρόκειτο να διενεργηθεί, δηλαδή εγκρινόταν προκαταβολή δαπάνης του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς επιπλέον να έχει υπογραφεί σχετική σύμβαση μεταξύ του Υπουργείου Εξωτερικών και της ανωτέρω Μ.Κ.Ο. όπως προαναφέρθηκε, αναφέροντας ο ως άνω κατηγορούμενος στο ανωτέρα) από 27-9-2000 και υπ' αριθ. πρωτ. ΣΤ5.090-110-5194/ΑΣI3351 έγγραφο του ότι αποστέλλονται "δικαιολογητικά για την έκδοση τακτικού χρηματικού εντάλματος, σύμφωνα με το νόμο 2594/98, άρθρο 143, παρ. 1, εδ. α και παρακαλούμε φροντίστε για την εκκαθάριση τους και την έκδοση τακτικού χρηματικού εντάλματος" παρασιώπησε την αλήθεια ότι στην προκείμενη περίπτωση με την ανωτέρω υπό Φ. 1354- 2234.6.1/11/ΑΣ369 απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών εγκρινόταν προκαταβολή δαπάνης του Ελληνικού Δημοσίου και ότι η δικαιούχος ΜΚΟ ΙΜΙ δεν είχε καταθέσει ισόποση εγγυητική επιστολή, αξίας 90.000.0000 δραχμών, ούτε είχε συνάψει σχετική σύμβαση με το Υπουργείο Εξωτερικών για το ως άνω πρόγραμμα αποναρκοθέτησης, ως όφειλε σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 84 του ν. 2362/1995 και, επομένως, παρασιώπησε την αλήθεια ότι δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση τακτικού χρηματικού εντάλματος.
Ο κατηγορούμενος δε, εάν και ήταν αρμόδιος και είχε υπηρεσιακό καθήκον να ελέγξει, υπό την παραπάνω ιδιότητά του και κατά τον κύκλο της αρμοδιότητας του, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, την συνδρομή των ανωτέρω νόμιμων προϋποθέσεων για την αποστολή των δικαιολογητικών για την εκκαθάρισή τους και την έκδοση τακτικού χρηματικού εντάλματος και, ειδικότερα, των άρθρων 10, 143 εδ. δ' ν. 2594/1998, 24 Π.Δ. 230/1998, 12 §1 και 18 ν. 273 1/1 999, 2 1 παρ. Β και 25 Π.Δ. 224/2000 και γνώριζε ότι δεν πληρούνταν οι ανωτέρω νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της ανωτέρω εγκριτικής Υπουργικής Απόφασης, του άρθρου 50 Π.Δ. 230/1998 για την πληρότητα και την αναγνώριση των απαιτούμενων δικαιολογητικών για την έκδοση του σχετικού τακτικού χρηματικού εντάλματος, καθώς και του άρθρου 84 του ν. 2362/1995 για την προκαταβολή δαπάνης του Δημοσίου, όπως ήταν η προκείμενη, εξέδωσε το υπ' αριθ. πρωτ. ΣΤ5.090-110-5194/ΑΣ13351/27-9-2000 έγγραφο του, εάν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, λόγω της παραπάνω υπαλληλικής του ιδιότητας, να ανακοινώσει ότι δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση τακτικού χρηματικού εντάλματος, παριστάνοντας ψευδώς με την συνολική συμπεριφορά του που κατευθυνόταν στην δημιουργία πλάνης ότι συνέτρεχαν οι ως άνω νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του τακτικού χρηματικού εντάλματος, παρασιωπώντας και παραλείποντας να ανακοινώσει την αλήθεια, εάν και από το νόμο (άρθρο 50 Π.Δ. 230/1998), την υπαλληλική του ιδιότητα και την προγενέστερη συμπεριφορά του συνιστάμενη στην παράλειψή του να απαιτήσει την παράδοση εγγυητικής επιστολής και σύμβασης, καθώς και την παράδοση δικαιολογητικών (ήτοι της ανωτέρω υπουργικής απόφασης και του παραπάνω διαβιβαστικού εγγράφου) χωρίς αλλοιώσεις - υπήρχε η υποχρέωσή του αυτή (ΑΠ 806/1994 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) να ανακοινώσει αρμοδίως ότι στην πραγματικότητα δεν συνέτρεχαν οι ως άνω νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του ως άνω χρηματικού εντάλματος, παραπλανώντας έτσι τους αρμόδιους υπαλλήλους της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. να προβούν στην εκταμίευση του ποσού της χρηματοδότησης, ύψους 90.000.000 δραχμών ή 264.123,26 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε το ισόποσο υπ' αριθ. 0007137Α/2-10-2000 χρηματικό ένταλμα ... Οι κατηγορούμενοι δε, εάν και ήταν αρμόδιοι και είχαν υπηρεσιακό καθήκον να ελέγξουν, υπό την παραπάνω ιδιότητά του ο καθένας και κατά τον κύκλο της αρμοδιότητας του, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, την συνδρομή των ανωτέρω νόμιμων προϋποθέσεων για την έκδοση του υπ' αριθ. 7137/2-10-2000 χρηματικού εντάλματος και, ειδικότερα, των άρθρων 10, 143 εδ. δ' ν. 2594/1998, 24 Π.Δ. 230/1998. 12 §1 και 18 ν. 2731/1999, 21 παρ. β και 25 Π.Δ. 224/2000 και γνώριζαν ότι δεν πληρούνταν οι ανωτέρω νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της ανωτέρω εγκριτικής Υπουργικής Απόφασης, καθώς και των άρθρων 23, 26 και 84 του ν. 2362/1995 και του Π.Δ. 151/1998 για την προκαταβολή δαπάνης του Δημοσίου, όπως ήταν η προκείμενη, και την έκδοση του χρηματικού εντάλματος, εξέδωσαν το υπ' αριθ. 7137/2-10-2000 χρηματικό ένταλμα, εάν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω της παραπάνω υπαλληλικής τους ιδιότητας, συγχρόνως να ανακοινώσουν στον αρμόδιο Διατάκτη (Υπουργό Εξωτερικών) και τον Υπουργό Οικονομικών ότι δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του εν λόγο) χρηματικού εντάλματος, παριστάνοντας ψευδώς με την συνολική συμπεριφορά τους που κατευθυνόταν στην δημιουργία πλάνης ότι συνέτρεχαν οι ως άνω νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του ανωτέρω χρηματικού εντάλματος, παρασιωπώντας και παραλείποντας να ανακοινώσουν την αλήθεια, εάν και από το νόμο (άρθρο 26 ν. 2362/1995), την υπαλληλική τους ιδιότητα και την προγενέστερη συμπεριφορά τους - συνιστάμενη στην παράλειψή τους να απαιτήσουν την παράδοση εγγυητικής επιστολής και σύμβασης, καθώς και την παράδοση δικαιολογητικών (ήτοι της ανωτέρω υπουργικής απόφασης και του παραπάνω διαβιβαστικού εγγράφου) χωρίς αλλοιώσεις - υπήρχε η υποχρέωσή τους αυτή (ΑΠ 806/1994 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) να ανακοινώσουν αρμοδίως ότι στην πραγματικότητα δεν συνέτρεχαν οι ως άνω νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του ως άνω χρηματικού εντάλματος, παραπλανώντας έτσι τους αρμόδιους υπαλλήλους της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. να προβούν στην εκταμίευση του ποσού της χρηματοδότησης, ύψους 90.000.000 δραχμών ή 264. 123,26 ευρώ, δυνάμει του ισόποσου υπ' αριθ. 7137/2-10-2000 χρηματικού εντάλματος που εξέδωσαν και μην αποτρέποντας την εδραίωση της πλάνης στο πρόσωπο του διαθέτοντος Ελληνικού Δημοσίου, καίτοι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο, ένεκα της ανωτέρω υπαλληλικής τους ιδιότητας, του νόμου και της προγενέστερης συμπεριφοράς τους, ώστε το διαθέτον Ελληνικό Δημόσιο να άρει την υφιστάμενη πλάνη του και συνακόλουθα την εκ μέρους του περιουσιακή διάθεση ...".
V. Με τις παραδοχές αυτές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Συμβούλιο Εφετών ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 98 παρ.2 ΠΚ τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει το βούλευμά του νόμιμης βάσης και επιπλέον διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς το ζήτημα, που ενδιαφέρει εν προκειμένω δηλαδή ως προς το χρόνο τέλεσης, από τον κατηγορούμενο Α. Α. του Ε., της πράξης της απάτης με συνολικό όφελος και συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ σε βάρος του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου ως δια πράξεως και παραλείψεως τελεσθείσα από κοινού και κατ' εξακολούθηση, αφού δέχθηκε ότι δεν έχει παρέλθει η εφαρμοζόμενη στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εικοσαετής παραγραφή, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές του, ο χρόνος παραγραφής είναι ενιαίος κατά τις διατάξεις του άρθρου 98 παρ.2 ΠΚ, που εφαρμόστηκε εν προκειμένω και αρχίζει από τον χρόνο τέλεσης της τελευταίας επί μέρους πράξης, που είναι η 10-12-2001. Ειδικότερα, με την προσήκουσα υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, ορθά εφάρμοσε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου ποινική διάταξη και με την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό υφίστανται παραδοχές του Συμβουλίου, με τις οποίες αιτιολογείται με πληρότητα ότι: α)Ο κατηγορούμενος Α. Α. του Ε. τέλεσε από κοινού και κατ' εξακολούθηση σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.2 ΠΚ την επί μέρους πράξη της απάτης κατά την 27-9-2000, η οποία αποτελεί τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, με χρόνο τέλεσης από 18-9-2000 έως 10-12-2001 παριστώντας ψευδώς αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του με τη συνολική συμπεριφορά τους, που κατευθυνόταν στη δημιουργία πλάνης ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των χρηματικών ενταλμάτων παραπλανώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους της ΔΟΥ να προβούν στην εκταμίευση του αναγραφόμενου σ' αυτά ποσού που ανερχόταν συνολικά στο ποσό του 1.144.534 ευρώ, στο οποίο απέβλεπαν, με συνέπεια να επέλθει το συνολικά επιδιωκόμενο από αυτούς αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης του Ελληνικού Δημοσίου και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του συγκατηγορουμένου τους Κ. Τ. β) Μετά από αυτά ο χρόνος της παραγραφής στο ένδικο αδίκημα είναι ενιαίος και προσδιορίζεται από την τέλεση της τελευταίας χρονικά κατ' εξακολούθηση πράξης της απάτης ήτοι αρχίζει χρονικά για όλες τις μερικότερες πράξεις από 10-12- 2001 και συνεπώς δεν έχει παρέλθει εικοσαετία. Εντεύθεν η αιτίαση του αναιρεσείοντος Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι η πράξη της απάτης από τον ανωτέρω κατηγορούμενο τελέστηκε άπαξ στις 27-9- 2000 και ότι ως εκ τούτου έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή, είναι αβάσιμη. Συνακόλουθα, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν οι από τις διατάξεις του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β,δ και στ Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, της έλλειψης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας, στηριζόμενοι στην ως άνω αβάσιμη περί παραγραφής αιτίαση. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.12.2020 έκθεση δήλωσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αριθμ.56/2020 ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση του με αριθμό 1534/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο αυτού με το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος Α. Α. του Ε. κάτοικος ..., οδός ... αρ. ...

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2021. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login