ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Εκ της διατάξεως του άρθρου 15 ΠΚ συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος δια παραλείψεως τελεσθέντος δεν αρκεί η ύπαρξη κάποιας γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, ούτε και απλής ηθικής προς τούτο υποχρεώσεως, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι' ιδίων ενεργειών του δράστου αμέσως επενεργουσών, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητού της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλομένου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού γα ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, δύναται να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρος, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, δυναμένη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός ανεδέχθη εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, εκ της οποίας εδημιουργήθη ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος.
Απόφαση 1301 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1301/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Δημακόπουλο και Γεώργιο Ανδρεαδάκη, για αναίρεση της με αριθμό 1219/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 152/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδαφ. α' ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 Π.Κ., κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται αφ' ενός μεν πρόκληση σε άλλον σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας, αφ' ετέρου δε: α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό της ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής και της συνήθους πορείας των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστου και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας, εφ' όσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιούται στην μη καταβολή της προσηκούσης, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) εκ της οποίας επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, δια την θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Εκ της τελευταίας διατάξεως συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος δια παραλείψεως τελεσθέντος δεν αρκεί η ύπαρξη κάποιας γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, ούτε και απλής ηθικής προς τούτο υποχρεώσεως, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι' ιδίων ενεργειών του δράστου αμέσως επενεργουσών, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητού της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλομένου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού γα ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, δύναται να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρος, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, δυναμένη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός ανεδέχθη εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, εκ της οποίας εδημιουργήθη ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως συνιστά και η έλλειψη της υπό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τοιαύτη δε έλλειψη, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, διά των οποίων έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλο-συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθενται τι προέκυψε κεχωρισμένως από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των, αρκεί να προκύπτει ανενδοιάστως ότι για τον σχηματικό του αποδεικτικού πορίσματος περί της ενοχής του κατηγορουμένου το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον, επιλεκτικώς, μερικά από αυτά. Η του άνω δε περιεχομένου αιτιολογία απαιτείται και για όλες εκείνες τις επιβαρυντικές περιστάσεις που δέχεται το δικαστήριο, η συνδρομή των οποίων επιβαρύνει την πράξη και ασκεί επίδραση στην επιμέτρηση της ποινής. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την επ' ακροατηρίου διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υφίσταται αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας, που τα περιέχει, και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για τη ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρούνται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, εδέχθη, ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται κατά το είδος τους, απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "στην περιοχή ... ο κατηγορούμενος την 26-8-2008 διατηρούσε Ιππικό Κέντρο με 35 περίπου άλογα. Περί ώρα 16.45 μ.μ. ένα από τα άλογα αυτά αφήνιασε και αφού ξέφυγε από το χώρο, όπου φυλασσόταν και από την ανοικτή θύρα του Ιππικού Κέντρου εισήλθε σε δημοτική οδό, η οποία μετά από 70 περίπου μέτρα καταλήγει στο 5° χιλιόμετρο της παλαιάς Εθνικής οδού .... Έτσι, συνέχισε τρέχοντας την ανεξέλεγκτη πορεία του και αφού κατήλθε από την οδό αυτή, εισήλθε στην ως άνω Παλαιά Εθνική οδό με αποτέλεσμα να επιπέσει στη δεξιά θύρα του ... ΧΕ αυτοκινήτου, που έβαινε με την κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα των 30 περίπου χιλιομέτρων την ώρα στην ίδια οδό (ΠΕΟ) με κατεύθυνση από ... προς ..., οδηγούμενο από την ... και με συνεπιβάτη την αδελφή της Ψ, με αποτέλεσμα να υποστεί η τελευταία τις σωματικές κακώσεις, που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό. Στην συνέχεια το άλογο διέσχισε κάθετα την οδό και απομακρύνθηκε βόρεια προς την πλευρά της θάλασσας. Το ότι το άλογο που προκάλεσε τον ανωτέρω τραυματισμό συμπεριλαμβανόταν σε εκείνα που διατηρούσε τη δεδομένη χρονική στιγμή ο κατηγορούμενος αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αυτό εξήλθε από την οδό, που οδηγεί στο Ιππικό Κέντρο, ότι αμέσως πίσω από το άλογο προσέτρεξε ο κατηγορούμενος, ο οποίος επιμελήθηκε χωρίς χρονοτριβή για τη σύλληψη του αναθέτοντας το σχετικό έργο σε υπαλλήλους του Ιππικού Κέντρου του, από το ότι το άλογο αυτό μετέπειτα δεν βρέθηκε πουθενά, αντίθετα δε ο κατηγορούμενος εμφάνισε στην παθούσα ένα γερασμένο όνο εμφανίζοντας ότι αυτός προξένησε τη σύγκρουση και ότι ο κατηγορούμενος τελικά τηλεφώνησε στην αδελφή της παθούσας και οδηγό του παραπάνω οχήματος για να διερευνήσει την πιθανότητα συμβιβασμού. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι από ενδιαφέρον και ως γνώστης των αλόγων ασχολήθηκε με τη σύλληψη του ζώου, που προξένησε το ατύχημα, χωρίς όμως να δίδει πειστική εξήγηση σχετικά με το πως βρέθηκε ευθύς μετά το ατύχημα στο χώρο αυτού και μάλιστα με υπαλλήλους του, ενώ είναι αξιοσημείωτο το γεγονός της έλλειψης και του παραμικρού ενδιαφέροντος για τυχόν τραυματισμό των εμπλακέντων προσώπων, αφού δεν ρώτησε αμέσως για να πληροφορηθεί σχετικά. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος προς απόδειξη των ισχυρισμών του επικαλείται και την κατάθεση του μάρτυρα Σ, η κατάθεση του οποίου όμως δεν κρίνεται πειστική, αφού για πρώτη φορά προτείνεται από τον κατηγορούμενο ο μάρτυρας αυτός ενώπιον του Εφετείου, αν και καταθέτει πραγματικά περιστατικά, που ευνοούν τον κατηγορούμενο, ενώ δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε ο κατηγορούμενος εξηγεί σχετικά με τη μη επίκληση της μαρτυρίας σε προγενέστερο στάδιο. Τέλος, αποδεικνύεται ότι η ανωτέρω σωματική βλάβη προκλήθηκε από αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος ένεκα ελλείψεως της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, αφού λόγω του επαγγέλματος του ως ιδιοκτήτης Ιππικού Κέντρου είχε υποχρέωση να δείχνει την προσήκουσα επιμέλεια για την φύλαξη των αλόγων του, δεν κατασκεύασε με ασφαλή τρόπο τον χώρο περιορισμού των αλόγων του, προβλέποντας και την περίπτωση που κάποιο άλογο θα αφηνιάσει με αποτέλεσμα όταν πράγματι αφήνιασε το εν λόγω άλογο να μην μπορέσει να αποτρέψει την έξοδο του από το χώρο αυτό και να προκληθεί τραυματισμός. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τον τραυματισμό της Ψ, για την οποίαν και μόνο ασκήθηκε η ένδικη έφεση".
Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού, εκτίθεται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από μη συνειδητή αμέλεια, για την οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία τα συνήγαγε, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 314 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, και οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' αιτιάσεις του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσείων, ως κάτοχος και εκμεταλλευτής Ιππικού Κέντρου, εντός του οποίου εφυλάσσοντο άλογα, δεν εμερίμνησε δια το ασφαλές κλείσιμο του χώρου αυτού και ειδικότερα της θύρας του, με αποτέλεσμα την έξοδο κάποιου αλόγου και την πρόκληση σωματικής βλάβης στην παθούσα. Δεν επάγεται ελλειπτική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το αντικειμενικό στοιχείο της άνω αξιοποίνου πράξεως λόγω αντιφάσεως : α) Η παραδοχή ότι " το άλογο ξέφυγε από την ανοιχτή θύρα του Ιππικού Κέντρου και εισήλθε σε δημοτική οδό" προς την ετέρα παραδοχή ότι ο αναιρεσείων " δεν κατασκεύασε με ασφαλή τρόπο τον χώρο περιορισμού των αλόγων του προβλέποντας και την περίπτωση που κάποιο άλογο θα αφηνιάσει..." Η πρώτη παραδοχή δεν αναιρεί λογικώς την δεύτερη, διότι κατά το αληθές νόημα της αποφάσεως η έξοδος του αλόγου εκ του κλειστού χώρου του Ιππικού Κέντρου, εντός του οποίου αυτό εφυλάσσετο, ήταν απότοκος της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, μη μεριμνήσαντος, υπό την άνω ιδιότητα, δια το ασφαλές κλείσιμο της θύρας του Ιππικού Κέντρου, ώστε να μην καθίσταται εφικτή η έξοδος των φυλασσομένων αλόγων σε κοινόχρηστη οδό. β) Η παραδοχή ότι " το άλογο εξήλθε από την οδό που οδηγεί στο Ιππικό Κέντρο" διότι αυτή αναφέρεται στα πλαίσια της πραγματικής επιχειρηματολογίας προς στήριξη της καταδικαστικής του κρίσεως και αντίκρουση του (αρνητικού) της κατηγορίας ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι το συγκεκριμένο άλογο που προκάλεσε τον τραυματισμό της παθούσης ανήκε σε τρίτο πρόσωπο και όχι στον ίδιο. Η αμέσως ανωτέρω αναφορά του Εφετείου γενομένη για τον προαναφερόμενο λόγο δεν αναιρεί την παραδοχή ότι το ζημιογόνο ζώο ανήκε στην κατοχή του αναιρεσείοντος, ενώ η επί του κρισίμου αυτού πραγματικού ζητήματος παραδοχή δεν φέρει ενδοιαστικό χαρακτήρα. Περαιτέρω εκ του συνόλου των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι για την καταφατική περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε όλα τα στο οικείο μέρος των πρακτικών της δίκης μνημονευόμενα, ως αναγνωσθέντα, έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της δίκης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά της αποφάσεως του οποίου αυτός άσκησε έφεση, επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, καθώς και την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρος υπερασπίσεως Σ, περί της οποίας μάλιστα γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση στις αιτιολογίες, όπως και των χωρίς όρκο εξέταση της παθούσης και πολιτικώς εναγούσης Ψ. Η δε αναφορά του δικαστηρίου στην αρχή της αποφάσεώς του "στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως", οφειλόμενη σε προφανή παραδρομή κατά την σύνταξη του σκεπτικού δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθη υπόψη και η χωρίς όρκο κατάθεση της παθούσης, της οποίας μάλιστα το περιεχόμενο, όπως παραδεκτώς επισκοπείται, συμπλέει προς τις άνω παραδοχές. Τέλος γίνεται σαφής αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση των πραγματικών περιστατικών, εκ των οποίων ανεφύη η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, προς λήψη όλων εκείνων των αναγκαίων μέτρων για αποτροπή της προσβολής των εννόμων αγαθών τρίτων. Ειδικότερα, γίνεται μνεία σ' αυτή της ιδιότητος του κατηγορουμένου ως κατόχου και εκμεταλλευτού Ιππικού Κέντρου, εντός του οποίου εφυλάσσοντο 35 άλογα, εκ δε της κατοχής αυτής εδημιουργήθη και ο κίνδυνος προσβολής των εννόμων αγαθών σε τρίτα πρόσωπα, τον οποίο έπρεπε να αποτρέψει, σύμφωνα και με την διάταξη του άρθρου 924 ΑΚ. Δεν ήταν δε απαραίτητη και η μνεία της ειδικής διατάξεως, εκ της οποίας εξεπήγασε η του ανωτέρω περιεχομένου ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, αφού κατά τις σχετικές παραδοχές, η μνησθείσα υποχρέωση ως γενεσιουργός αιτία είχε την κατοχή και εκμετάλλευση του άνω Ιππικού Κέντρου εκ της οποίας απέρρευσε ο άνω κίνδυνος. 'Ολες δε οι στο κύριο δικόγραφο της αναιρέσεως διαλαμβανόμενες αιτιάσεις περί εσφαλμένου αποδεικτικού πορίσματος και εσφαλμένης εκτιμήσεως και αξιολογήσεως των διαφόρων μαρτυρικών καταθέσεων, ως πλήττουσες, υπό την επίκληση του εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες.
ΙΙΙ. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων 322,331,333,364 παρ. 1και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή ή την αθωότητά του κατηγορουμένου, χωρίς αυτό να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζεται η άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικος να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικώς με το αποδεικτικό αυτό μέσο και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ , η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικος λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Πρέπει όμως αφενός να προσδιορίζεται επακριβώς με το σχετικό λόγο το έγγραφο που εκτιμήθηκε από το δικαστήριο και δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, αφετέρου η σχετική πλημμέλεια να προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης. Δεν είναι βέβαια απαραίτητο να αναφέρεται σε αυτά το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν κατά τρόπο ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν αυτό πραγματικά έχει αναγνωσθεί και αν σ' αυτό στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο που την εξέδωσε εστήριξε την περί ενοχής κρίση του αναιρεσείοντος και στα αναγνωστέα έγγραφα, μεταξύ των οποίων είναι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά και "ιατρικές γνωματεύσεις και πιστοποιητικό ... Νοσοκομείου και ιατρικές γνωματεύσεις στην ιταλική γλώσσα σε μετάφραση". Τα εν λόγω αναγνωσθέντα έγγραφα επαρκώς προσδιορίζονται ως προς την ταυτότητά τους με τα ανωτέρω στοιχεία και ο κατηγορούμενος μπορούσε να λάβει γνώση του περιεχομένου τους, προβάλλοντας όλες τις σχετικές αντιρρήσεις του. Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να απορριφθούν και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 583 ΚΠΔ .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.12.2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ και τους πρόσθετους από 23.2.2010 λόγους αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1219/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποβιωσάσης της Γραμματέως, κατόπιν της υπ'αριθ. 583/2010
Πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου,
η παρούσα απόφαση υπογράφεται
από τη Γραμματέα Αικατερίνη Φωτοπούλου.