ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ - ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ - ΑΠ 720-2020

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :  Παράνομη  είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τελευταίου οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση πολιτικής αγωγής, καθώς και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης και υποβολής της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 και 68 ΚΠοινΔ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Η πολιτική αγωγή , μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον αστικό κώδικα, δηλαδή από τους αμέσως ζημιωθέντες από την αξιόποινη πράξη και ειδικότερα από τους φορείς του δικαιώματος ή του εννόμου αγαθού που έχει προσβληθεί, κατά τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, το επιτρεπτό δε της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης από την αποδεικτική διαδικασία. Έτσι, δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη, πλέον άλλων ζημιογόνων συνεπειών από την αδικοπραξία, έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων.

Απόφαση 720 / 2020    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 720/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Μαρία Κουβίδου-Εισηγήτρια και Χρυσούλα Φλώρου-Κοντοδήμου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κ. Γεράκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Σ. του Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Βέρρα, για αναίρεση της υπ'αριθ. 48/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ανατολικής Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγον το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ" (ΟΚΑΝΑ), νομίμως εκπροσωπούμενος, που εδρεύει στην ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νικολέττα Ραΐτσιου.

Το Πενταμελές Εφετείου Κακουργημάτων Ανατολικής Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 1 Οκτωβρίου 2018 και με αριθ.πρωτ. 10894/2018 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό1307/2018.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 (ΦΕΚ Α'95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται, ότι "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι πλέον σαφές, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι, εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος, ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Προδήλως δεν επιεικέστερος είναι και ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2016 ΠΚ, περί πλαστογραφίας, "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται είτε η εξαρχής κατάρτιση από τον δράστη εγγράφου που εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε από άλλον με απομίμηση της γραφής ή υπογραφής του είτε η νόθευση από τον δράστη γνήσιου εγγράφου. Ως νόθευση εγγράφου νοείται η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων, αριθμών, σημείων και άλλων στοιχείων του γνησίου εγγράφου, αλλά και με περιορισμό του αρχικού περιεχομένου του, ώστε να μεταβάλλεται η αποδεικτική δύναμή του. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της πλαστογραφίας απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) τη γνώση και θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και β) τον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του (εξαρχής) πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον ως προς γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή ως προς γεγονός που είναι σημαντικό για τη θεμελίωση, διατήρηση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα. Οι έννομες συνέπειες μπορεί να αφορούν αυτόν που παραπλανάται ή τρίτο πρόσωπο, ενώ δεν απαιτείται να επήλθε πράγματι η επιδιωκόμενη παραπλάνηση. Η χρήση του εγγράφου από το δράστη της πλαστογραφίας θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Η πιο πάνω πράξη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του προϊσχύσαντος ΠΚ, αν ο υπαίτιος αυτής, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ο οποίος (τρίτος) πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000 ευρώ). Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως με μόνη την υλική πράξη της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπούμενο όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία, την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού, κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διάταξης, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της διαπλάσσεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής ένταξής της στο σχετικά με τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠ Ολ 3/2008). Με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 216 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ ορίζεται, ότι " 1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή...3.Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή ". Από τη σύγκριση των διατάξεων του άρθρου 216 παρ. 1,3 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που εφαρμόστηκαν στην προκείμενη περίπτωση, με αυτές του νέου άρθρου 216 παρ.1,3 του μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, προκύπτει, ότι α) δεν έχει αλλάξει η νομοτυπική μορφή της πράξης, πλην όμως η νέα διάταξη είναι επιεικέστερη, αφού η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον υπαίτιο της πλαστογραφίας δεν αποτελεί πλέον επιβαρυντική περίπτωση, αλλά αυτοτελή πράξη, (τυποποιούμενη στην παρ. 2 του άρθρου 216 του νέου Π.Κ.), που συρρέει φαινομενικά με την πλαστοποιητική ενέργεια και απορροφάται από αυτήν, β) η νέα διάταξη είναι δυσμενέστερη ως προς το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, αφού πέραν του ανωτάτου ορίου της κάθειρξης έως δέκα έτη , που είναι το ίδιο και στις δύο διατάξεις, προβλέπει επιπλέον και χρηματική ποινή. Περαιτέρω, από το άρθρο 98 του ΠΚ, τόσο υπό την ισχύουσα, όσο και υπό την προϊσχύσασα μορφή του, προκύπτει ότι κατ'εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μια από αυτές περιέχει πλήρη στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεσή τους απόφασης (ενότητα δόλου) και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 217 του ΠΚ, η οποία προστέθηκε με το νέο ΠΚ, "Με φυλάκιση τιμωρείται όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πτυχίο ή κάθε πιστοποιητικό γνώσεων ή δεξιοτήτων, ή νοθεύει γνήσιο ή κάνει χρήση αυτών, με σκοπό να καταλάβει θέση εργασίας ή να διεκδικήσει βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού απαιτείται κατάρτιση πλαστού ή νόθευση πτυχίου ή κάθε είδους πιστοποιητικού γνώσεων ή δεξιοτήτων, ή χρήση αυτών. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος,, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να καταλάβει θέση εργασίας ή να διεκδικήσει βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια ο δράστης , χωρίς όμως εντεύθεν να επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου. Η διαφορά μεταξύ της διάταξης του άρθρου 216 Π.Κ. και της εξαιρετικής του άρθρου 217 παρ.3 του νέου Π.Κ. συνίσταται, αφ' ενός μεν στο ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ έγγραφα, αλλά μόνο τα αναφερόμενα σε αυτό, αφ' ετέρου δε στον ειδικό σκοπό για τον οποίο τελείται το έγκλημα του άρθρου 217 παρ. 3 του νέου Π.Κ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, πρώτον, ότι αντικείμενο της κατά το άρθρο 217 παρ. 3 πλαστογραφίας δεν συνιστούν πάντα τα κατά το άρθρ. 13 §1 γ Π. Κ. έγγραφα, αλλά μόνον τα πτυχία και τα κάθε είδους πιστοποιητικά γνώσεων και δεξιοτήτων και δεύτερον, ότι ο συνδεόμενος με την τέλεση του αδικήματος του άρθρου 217 παρ.3 ΠΚ σκοπός του υπαιτίου πρέπει να αποβλέπει αποκλειστικώς στην κατάληψη θέσης εργασίας ή στη διεκδίκηση βαθμολογικής ή μισθολογικής προαγωγής στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, χωρίς η προσδοκώμενη από την πράξη ωφέλεια ή η αντίστοιχη ζημία τρίτου να έχουν τη σημασία, την οποία έχουν για την θεμελίωση της πράξης της βασικής διάταξης του άρθρου 216 Π.Κ. Στην περίπτωση, όμως, που από την πλαστογραφία ή τη νόθευση βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες αυτού σχέσεις ή το συμφέρον του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα ή, αν, γενικότερα, η πλαστογραφία γίνεται και για άλλο σκοπό, εκτός του υπό του άρθρου 217 αναφερομένου, τότε και αν ακόμη χρησιμοποιούνται έγγραφα προβλεπόμενα από του ίδιο άρθρο, ήτοι πτυχίο ή πιστοποιητικό γνώσεων ή δεξιοτήτων, εφαρμοστέα τυγχάνει η βασική περί πλαστογραφίας διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ και όχι η ειδική διάταξη του άρθρου 217 παρ.3 ΠΚ . Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η ύπαρξη του δόλου (άρθρο 27 ΠΚ) δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της κακουργηματικής πλαστογραφίας ,όπου πέραν του σκοπού παραπλάνησης σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, πρέπει να αιτιολογείται ο σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή ο σκοπός βλάβης τρίτου. Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 48/2018 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ανατολικής Κρήτης , που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε στο σκεπτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ,κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής : " Από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό και με την απολογία της κατηγορουμένης αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη στο Ηράκλειο Κρήτης κατά το χρονικό διάστημα από την 20.6.2001 έως την 12-6-2003, νόθευσε τη με αριθμό πρωτοκόλλου 5389/16.9.1988 απόφαση χορήγησης επάρκειας διδασκαλίας της ιταλικής γλώσσας σε φροντιστήρια του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αλλοιώνοντας το τελευταίο ψηφίο του αριθμού πρωτοκόλλου αυτής "5389/16.9.1988" και τη λέξη "Ιταλική", ήτοι θέτοντας στη θέση των παραπάνω στοιχείων του γνησίου εγγράφου ως αριθμό πρωτοκόλλου τον αριθμό "..." και ως γλώσσα την "Αγγλική" και ακολούθως ως αριθμό πρωτοκόλλου τον αριθμό "..." και ως γλώσσα την "Γαλλική". Η νόθευση του παραπάνω εγγράφου χορήγησης άδειας επάρκειας προσόντων στην Ιταλική γλώσσα προκύπτει από την αντιπαραβολή του επικυρωμένου αντιγράφου αυτού με την απλή φωτοτυπία των δύο εγγράφων χορήγησης άδειας επάρκειας προσόντων στην Αγγλική και στη Γαλλική αντίστοιχα γλώσσα, που προσκόμισε στον ΟΚΑΝΑ, σύμφωνα με την οποία: α)και τα τρία έγγραφα χορήγησης άδειας επάρκειας προσόντων στην Ιταλική, Αγγλική και Γαλλική αντίστοιχα γλώσσα έφεραν την ίδια ημερομηνία έκδοσης (16.9.1998), β)έφεραν συνεχόμενους αριθμούς πρωτοκόλλου, που διαφοροποιούνται μόνο ως προς το τελευταίο ψηφίο ..., ... και ... αντίστοιχα), παρόλο που και οι τρεις αναφέρονται στην ίδια γνωμοδότηση του Συμβουλίου Θεμάτων Ιδιωτικής Εκπαίδευσης ήτοι τη με αριθμό ....8.1998 Πράξη, γ)οι λέξεις και οι αριθμοί, που έχουν γραφεί με γραφομηχανή και στα τρία έγγραφα είναι τοποθετημένοι στα ίδια σημεία και με τις ίδιες αποστάσεις από το λοιπό κείμενο και δ)οι υπογραφές και οι σφραγίδες επικύρωσης έχουν τεθεί και στα τρία έγγραφα στο ίδιο ακριβώς σημείο και με τον ίδιο τρόπο. Τα δύο νοθευμένα αυτά έγγραφα προσκόμισε στα αρμόδια όργανα του ΟΚΑΝΑ, που είναι αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ιδρύθηκε δυνάμει των άρθρων 1-4 του Ν. 2161/1993 {ΦΕΚ 119 τ. Α') και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης προκειμένου να επιτύχει τον διορισμό της με τη με αριθμό ...2001 Προκήρυξη του Ο.ΚΑ.ΝΑ. και την κάλυψη της μίας θέσης Υπαλλήλου Γραφείου Π.Ε. του κλάδου Διοικητικού και Λοιπού Προσωπικού στην πόλη του Ρεθύμνου, στην περιγραφή της οποίας συμπεριλαμβανόταν ως προσόν διορισμού μεταξύ άλλων και η άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας. Με αυτόν τον τρόπο πέτυχε να υποσκελίσει τους συνυποψήφιους της για την εν λόγω θέση εργασίας και να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα του ΟΚΑΝΑ ώστε να θεωρήσουν δηλαδή αυτά ότι ήταν η ιδανική υποψήφια για την πλήρωση της θέσης της υπαλλήλου γραφείου, καθώς κατείχε άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας, που ήταν προαπαιτούμενη για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, αλλά και της γαλλικής γλώσσας, πλέον της ιταλικής γλώσσας, της οποίας πράγματι είχε επάρκεια γνώσεως και τελικά να επιλεγεί για την προκηρυχθείσα θέση και να προσπορίσει στον εαυτό της το ποσό των αποδοχών που της καταβλήθηκε για το χρονικό διάστημα 2003-2015, συνολικού ύψους 323.279,41 ευρώ, ήτοι υπερβαίνον το ποσό των 150.000 ευρώ. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε με σαφήνεια ότι με τη συμπεριφορά της κατηγορουμένης στοιχειοθετείται πλήρως κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση το έγκλημα της τελεσθείσας κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως, χωρίς όμως την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950, διότι τα ποσά που έλαβε η κατηγορούμενη ως μισθό, που κατά την αποδιδόμενη σ' αυτήν κατηγορία, είναι η ζημία που επήλθε στον ΟΚΑΝΑ, ισοσταθμίζονται από μια ισάξια αντιπαροχή, όπως είναι η εργασία που προσεφέρθη όλα αυτά τα έτη από την κατηγορουμένη, στο ως άνω Ν.Π.Ι.Δ. και ως εκ τούτου η τελευταία εξ αιτίας της χρήσης του πλαστού εγγράφου προσπορίστηκε όφελος χωρίς να επιβαρύνει οικονομικά τον παραπάνω Οργανισμό. Ειδικότερα τα ποσά αυτά θα κατέβαλλε ο τελευταίος σε οποιοδήποτε πρόσωπο εργαζόταν στη θέση της κατηγορουμένης, δεδομένης της βεβαιότητας, ότι η θέση αυτή θα καταλαμβανόταν νομίμως από άλλο πρόσωπο εκ των συνυποψηφίων της, το οποίο υπέστη εξ ολοκλήρου την παραπάνω ισόποση ζημία από τη συγκεκριμένη αξιόποινη συμπεριφορά της.

Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως (άρθρο 216 παρ. 3 εδ. α ΠΚ), χωρίς την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως (άρθρο 216 παρ. 3 εδ. α ΠΚ), κατ'εξακολούθηση, χωρίς την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) έτη, με το ακόλουθο διατακτικό : "

Κηρύσσει αυτήν ένοχη ότι στον παρακάτω χρόνο και τόπο τέλεσε, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, χωρίς την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 § 1 του Ν. 1608/1950 και ειδικότερα του ότι στο Ηράκλειο, κατά το χρονικό διάστημα από την 20.6.2001 έως την 12-6-2003, με περισσότερες από μία πράξεις, οι οποίες συνδέονται με ταυτότητα της προς εκτέλεσης απόφασης, αποτελούσες εξακολούθηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, νόθευε έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει τις πράξεις της δε αυτές σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος το ύψος του οποίου υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, νόθευσε τη με αριθμό πρωτοκόλλου 5389/16.9.1988 απόφαση χορήγησης επάρκειας διδασκαλίας της ιταλικής γλώσσας σε φροντιστήρια του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αλλοιώνοντας το τελευταίο ψηφίο του αριθμού πρωτοκόλλου αυτής "5389/16.9.1988" και τη λέξη "Ιταλική", ήτοι θέτοντας στη θέση των παραπάνω στοιχείων του γνησίου εγγράφου ως αριθμό πρωτοκόλλου τον αριθμό "..." και ως γλώσσα την "Αγγλική" και ακολούθως ως αριθμό πρωτοκόλλου τον αριθμό "..." και ως γλώσσα την "Γαλλική". Η νόθευση του παραπάνω εγγράφου χορήγησης άδειας επάρκειας προσόντων στην Ιταλική γλώσσα προκύπτει από την αντιπαραβολή του επικυρωμένου αντιγράφου αυτού με την απλή φωτοτυπία των δύο εγγράφων χορήγησης άδειας επάρκειας προσόντων στην Αγγλική και στη Γαλλική αντίστοιχα γλώσσα, που προσκόμισε στον ΟΚΑΝΑ, σύμφωνα με την οποία: α) και τα τρία έγγραφα χορήγησης άδειας επάρκειας προσόντων στην Ιταλική, Αγγλική και Γαλλική αντίστοιχα γλώσσα έφεραν την ίδια ημερομηνία έκδοσης (16.9.1998), β)έφεραν συνεχόμενους αριθμούς πρωτοκόλλου, που διαφοροποιούνται μόνο ως προς το τελευταίο ψηφίο ..., ... και ... αντίστοιχα), παρόλο που και οι τρεις αναφέρονται στην ίδια γνωμοδότηση του Συμβουλίου Θεμάτων Ιδιωτικής Εκπαίδευσης ήτοι τη με αριθμό ....8.1998 Πράξη, γ)οι λέξεις και οι αριθμοί, που έχουν γραφεί με γραφομηχανή και στα τρία έγγραφα είναι τοποθετημένοι στα ίδια σημεία και με τις ίδιες αποστάσεις από το λοιπό κείμενο και δ)οι υπογραφές και οι σφραγίδες επικύρωσης έχουν τεθεί και στα τρία έγγραφα στο ίδιο ακριβώς σημείο και με τον ίδιο τρόπο. Τα δύο νοθευμένα αυτά έγγραφα προσκόμισε στα αρμόδια όργανα του ΟΚΑΝΑ, που είναι αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ιδρύθηκε δυνάμει των άρθρων 1-4 του Ν. 2161/1993 {ΦΕΚ 119 τ. Α') και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης προκειμένου να επιτύχει τον διορισμό της με τη με αριθμό ...2001 Προκήρυξη του Ο.ΚΑ.ΝΑ. και την κάλυψη της μίας θέσης Υπαλλήλου Γραφείου Π.Ε. του κλάδου Διοικητικού και Λοιπού Προσωπικού στην πόλη του Ρεθύμνου, στην περιγραφή της οποίας συμπεριλαμβανόταν ως προσόν διορισμού μεταξύ άλλων και η άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας. Με αυτόν τον τρόπο πέτυχε να υποσκελίσει τους συνυποψηφίους της για την εν λόγω θέση εργασίας και να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα του ΟΚΑΝΑ ώστε να θεωρήσουν δηλαδή αυτά ότι ήταν η ιδανική υποψήφια για την πλήρωση της θέσης της υπαλλήλου γραφείου, καθώς κατείχε άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας, που ήταν προαπαιτούμενη για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, αλλά και της γαλλικής γλώσσας, πλέον της ιταλικής γλώσσας, της οποίας πράγματι είχε επάρκεια γνώσεως και τελικά να επιλεγεί για την προκηρυχθείσα θέση και να προσπορίσει στον εαυτό της το ποσό των αποδοχών που της καταβλήθηκε για το χρονικό διάστημα 2003-2015, συνολικού ποσού 323.279,41 ευρώ, ήτοι υπερβαίνον το ποσό των 150.000 ευρώ ".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται με όσα περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της κατ'εξακολούθηση κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 98, 216 παρ.1,3 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάσεις, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώχθηκε το περιουσιακό όφελος, καθώς και οι έννομες συνέπειες της νόθευσης του εγγράφου περί επάρκειας προσόντων στη γαλλική γλώσσα για την επιλογή της αναιρεσείουσας στη συγκεκριμένη θέση. Πιο συγκεκριμένα : α) Αιτιολογείται πλήρως, ότι η αναιρεσείουσα, με τη νόθευση της 5389/16-9-1988 απόφασης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, περί επάρκειας προσόντων στη διδασκαλία της ιταλικής γλώσσας, δύο φορές, ώστε να βεβαιώνεται, ότι έχει επάρκεια προσόντων στην αγγλική και γαλλική γλώσσα και την προσκόμιση των νοθευμένων αυτών εγγράφων στον ΟΚΑΝΑ προκειμένου να πετύχει το διορισμό της στη θέση υπαλλήλου γραφείου Π.Ε, στην περιγραφή της οποίας συμπεριλαμβανόταν ως προσόν διορισμού και η άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου, ήτοι του συνυποψηφίου της, ο οποίος είναι βέβαιο ότι θα καταλάμβανε τη θέση αυτή και υπέστη βλάβη, ύψους 323.279,41 ευρώ, που εισέπραξε αντί αυτού η κατηγορουμένη. Δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ονομαστικά ο τρίτος ούτε πόσες αιτήσεις είχαν υποβληθεί ούτε πόσοι και ποιοι από τους συνυποψήφιους είχαν το απαιτούμενο προσόν της άριστης γνώσης της αγγλικής ούτε ποιος θα επιλεγόταν αντί αυτής, αφού με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί "βεβαιότητας ,ότι η θέση θα καταλαμβανόταν από άλλον εκ των συνυποψηφίων της" και περί του ότι "με αυτόν τον τρόπο πέτυχε να υποσκελίσει τους συνυποψηφίους της", περιέχεται η απαιτούμενη αιτιολογία ως προς τον προσδιορισμό του τρίτου, με βλάβη του οποίου επιδιώχθηκε το περιουσιακό όφελος. β) Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι, ακόμη και αν το πιστοποιητικό περί επάρκειας της γαλλικής γλώσσας δεν ήταν αναγκαίο, με την προσκόμισή του η αναιρεσείουσα ενίσχυσε τη θέση της ως υποψήφιας, δεδομένου ότι παρέστησε ότι κατέχει μία ακόμη ξένη γλώσσα, με συνέπεια να παραπλανήσει τα όργανα του ΟΚΑΝΑ, ώστε να θεωρήσουν ότι "ήταν ιδανική υποψήφια ...καθώς κατείχε άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας, που ήταν προαπαιτούμενη για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, αλλά και της γαλλικής γλώσσας, πλέον της ιταλικής γλώσσας, της οποίας πράγματι είχε επάρκεια γνώσεως και τελικά να επιλεγεί για την προκηρυχθείσα θέση", συνάγεται ότι η νόθευση του ανωτέρω εγγράφου ήταν πρόσφορη να παραγάγει έννομες συνέπειες, αφού επέδρασε στο διορισμό. Εξάλλου, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 98 ΠΚ η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για την ένδικη πράξη κατ' εξακολούθηση, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ,αυτή τέλεσε περισσότερες ομοειδείς πράξεις με ενότητα δόλου, ήτοι νόθευσε το προαναφερόμενο έγγραφο δύο φορές, ώστε με τη μεταβολή του περιεχομένου του να βεβαιώνεται με την κάθε νόθευση διαφορετικό περιστατικό, δηλαδή στη μία περίπτωση η επάρκεια της αγγλικής γλώσσας και στη δεύτερη η επάρκεια της γαλλικής γλώσσας, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι τα νοθευμένα έγγραφα προσκομίστηκαν ενώπιον του ίδιου φορέα μία φορά και ότι η παραπλάνηση των οργάνων επήλθε μία φορά, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις, που αβάσιμα προβάλλει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχεία Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98 και 216 ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Επίσης, το αίτημα που υπέβαλε η αναιρεσείουσα με το κατατεθέν υπόμνημά της, ότι η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγεται πλέον στη νεότερη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 3 του νέου ΠΚ ,που την καθιστά πλημμέλημα ,η οποία ως επιεικέστερη πρέπει να εφαρμοστεί, κατά τα άρθρα 511 τελ. εδ. ΚΠοινΔ και 2 παρ.1 ΠΚ , και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της λόγω της εξάλειψης του αξιοποίνου με παραγραφή, αφού παρήλθε οκταετία από 20-6-2001 μέχρι 12-6-2003, που φέρεται ότι τελέστηκε η πράξη, είναι αβάσιμο. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η εκ μέρους της αναιρεσείουσας νόθευση και χρήση των πλαστών εν προκειμένω πιστοποιητικών γνώσεων έγινε και για άλλο σκοπό, εκτός της κατάληψης θέσης εργασίας που διαλαμβάνεται στο άρθρο 217 παρ. 3 ΠΚ, και συγκεκριμένα, διότι σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ,ήτοι του συνυποψηφίου της, ο οποίος είναι βέβαιο ότι θα καταλάμβανε τη θέση αυτή και υπέστη βλάβη ισόποση με το περιουσιακό όφελος της αναιρεσείουσας, εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση είναι η διάταξη του άρθρου 216 παρ.1,3 ΠΚ, την οποία, κατά τα προαναφερθέντα, ορθά εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και όχι εκείνη του άρθρου 217 παρ. 3 ΠΚ".

Σύμφωνα με το άρθρο 171 §2 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχείο Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, προκαλείται, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, το ίδιο δε ορίζει και η διάταξη του άρθρου 171 παρ.3 του από 1-7-2019 ισχύοντος νέου ΚΠοινΔ, σύμφωνα με την οποία απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο υπάρχει, αν ο υποστηρίζων την κατηγορία, όπως πλέον ονομάζεται ο πολιτικώς ενάγων, παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Παράνομη δε είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τελευταίου οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση πολιτικής αγωγής, καθώς και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης και υποβολής της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 και 68 ΚΠοινΔ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον αστικό κώδικα, δηλαδή από τους αμέσως ζημιωθέντες από την αξιόποινη πράξη και ειδικότερα από τους φορείς του δικαιώματος ή του εννόμου αγαθού που έχει προσβληθεί, κατά τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, το επιτρεπτό δε της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης από την αποδεικτική διαδικασία. Έτσι, δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη, πλέον άλλων ζημιογόνων συνεπειών από την αδικοπραξία, έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Από την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού εγγράφου υφίσταται άμεσα ηθική βλάβη και νομιμοποιείται προς παράσταση πολιτικής αγωγής , ως άμεσα ζημιούμενος, όχι μόνον εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του, τέτοιο δε είναι και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που θίγονται άμεσα ιδιωτικά του συμφέροντα, στο οποίο ο δράστης έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, επιδιώκοντας από τις πράξεις του αυτές κάποιο όφελος. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλει αιτιάσεις α) ότι το δικάσαν Δικαστήριο, καθ' υπέρβαση εξουσίας επέτρεψε την παράσταση του νομικού προσώπου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ (ΟΚΑΝΑ)" ως πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου και του επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αν και δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά ,διότι δεν ήταν άμεσα ζημιωθέν από το αδίκημα, για το οποίο αυτή καταδικάσθηκε, β)ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την καταδίκη της στην καταβολή χρηματικού ποσού στον πολιτικώς ενάγοντα οργανισμό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης . Από την επισκόπηση των πρακτικών και της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (6/2017 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ανατολικής Κρήτης), που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και των πρακτικών και της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (προσβαλλομένης), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ (ΟΚΑΝΑ) δήλωσε νομότυπα παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση από την ηθική βλάβη που υπέστη, το νομικό αυτό πρόσωπο, από την αδικοπραξία της κατηγορουμένης, ποσού 40 ευρώ με επιφύλαξη, ποσό το οποίο και του επιδικάστηκε. Ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το ανωτέρω ΝΠΙΔ, νόμιμα εκπροσωπούμενο, δήλωσε δια του συνηγόρου του ότι "ο ανωτέρω Οργανισμός έχει παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και του επιδικάσθηκε το χρηματικό ποσό των 40 ευρώ που είχε ζητήσει ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, ως προς τη μείωση της πίστης, της φήμης και του κύρους του, την οποία έπαθε από την αδικοπραξία της κατηγορουμένης για την οποία κατηγορείται". Κατά της παράστασης αυτής δεν προβλήθηκαν αντιρρήσεις εκ μέρους της κατηγορουμένης. Το δικάσαν Εφετείο, μετά την καταδίκη της αναιρεσείουσας για την προαναφερόμενη πράξη, δέχθηκε το αίτημα του πολιτικώς ενάγοντος με την ακόλουθη, κατά πιστή αντιγραφή, αιτιολογία : "Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο πολιτικώς ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την αδικοπραξία της κατηγορουμένης, για την οποία αυτή καταδικάσθηκε. Λαμβάνοντας δε υπόψη τις συνθήκες τελέσεως της πράξεως που αναφέρθηκαν, το βαθμό πταίσματός της, την περιουσιακή κατάσταση και την κοινωνική θέση των διαδίκων και το βαθμό αναπτύξεώς της κρίνει με βάση τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, ότι πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν (πολιτικώς ενάγοντα Οργανισμό με την επωνυμία ΟΚΑΝΑ), ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των σαράντα (40) ευρώ, με επιφύλαξη να ζητήσει την πλήρη ικανοποίησή το από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια". Ενόψει των προεκτεθέντων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, επιτρέποντας την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος οργανισμού και ακολούθως επιδικάζοντάς του την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την ένδικη αδικοπραξία της κατηγορουμένης, ήδη αναιρεσείουσας, εξαιτίας της μείωσης της πίστης, της φήμης και του κύρους του, ορθά έκρινε, καθόσον α) κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο ΟΚΑΝΑ νομιμοποιείτο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, ως άμεσα παθών από την ένδικη αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, αφού, κατά την κατηγορία αλλά και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι το νομικό πρόσωπο, στο οποίο η καταδικασθείσα κατηγορουμένη έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων, επιδιώκοντας από τις πράξεις της αυτές τα περιουσιακά οφέλη που προαναφέρθηκαν, β) για την επιδίκαση του προαναφερθέντος ποσού στον ΟΚΑΝΑ, ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την ένδικη αδικοπραξία της κατηγορουμένης, δεν χρειάζονταν περαιτέρω αιτιολογίες, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται, ότι η ηθική βλάβη που υπέστη ο πολιτικώς ενάγων οργανισμός είναι αυτή που διατυπώθηκε από τον τελευταίο ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι η μείωση της πίστης, της φήμης και του κύρους του, την οποία εξέτασε και ακολούθως δέχθηκε ως βάσιμη. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` (κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό) και Δ' του ΚΠοινΔ, περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Με το άρθρο πρώτο του ν.4620/2019 (ΦΕΚ Α'96/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 585 του νέου Κ.Ποιν.Δ.) Κατά το άρθρο 589 παρ. 3 του νέου Κ.Ποιν. Δ, "Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και τις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα", κατά δε το άρθρο 511 εδ. δ του νέου Κ.Ποιν.Δ, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, το ίδιο δε ισχύει και σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (άρθρο 514 εδ.δ περ. β Κ.Ποιν. Δ). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος για την εκδίκαση αίτησης αναίρεσης απόφασης, που εκδόθηκε πριν την 1-7-2019, συζητήθηκε όμως μετά την 1-7-2019, στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από το αν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση της τελευταίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 18-4-2018, ίσχυσε από 1-7-2019 η νέα ως άνω επιεικέστερη διάταξη του νέου ΠΚ, η οποία για την πράξη της πλαστογραφίας (άρθρο 216 παρ 1 ΠΚ) προβλέπει ότι η χρήση του πλαστού από τον υπαίτιο δεν αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση. Με τα δεδομένα αυτά και, ενόψει του ότι η συζητηθείσα στις 13-11-2019 υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, περιέχει τους προαναφερθέντες παραδεκτούς λόγους αναίρεσης και η αναιρεσείουσα εμφανίστηκε κατά τη συζήτησή της ενώπιον του Αρείου Πάγου, συντρέχει νόμιμη περίπτωση το παρόν Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως την ανωτέρω επιεικέστερη διάταξη, να αναιρέσει εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση α) ως προς τις διατάξεις της περί συνδρομής της επιβαρυντικής περίπτωσης της χρήσης των πλαστών εγγράφων από την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, τις οποίες πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος, μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας και β) ως προς τις διατάξεις της περί ποινής, αφού για την επιμέτρηση της προαναφερόμενης ποινής το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη την τότε ισχύουσα επιβαρυντική περίπτωση της χρήσης των νοθευμένων εγγράφων, να παραπέμψει δε την υπόθεση κατά το υπό στοιχείο (β) αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, αν είναι δυνατό, εφόσον πρόκειται μόνο για το σκέλος της ποινής, διαφορετικά από άλλους (άρθρο 522 ΚΠοινΔ). Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 48/ 2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Ανατολικής Κρήτης , α) ως προς τις διατάξεις της περί συνδρομής της επιβαρυντικής περίπτωσης της χρήσης των πλαστών εγγράφων από την κατηγορουμένη και β) ως προς τις διατάξεις της περί ποινής.

Απαλείφει από το διατακτικό της απόφασης την ως άνω επιβαρυντική περίπτωση της χρήσης των πλαστών εγγράφων από την κατηγορουμένη.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το υπό στοιχείο (β) αναιρούμενο μέρος της, που αφορά την επιβολή ποινής, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, αν είναι δυνατό, διαφορετικά από άλλους.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 1-10-2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αυθημερόν) της Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2020.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login