ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Με τη διάταξη του άρθρου 466παρ.1 Κ.Π.Δ., ο νομοθέτης θέλησε να εξασφαλίσει, ότι πράγματι, κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου ο αντιπρόσωπος είχε την εντολή να το ασκήσει και δεν λειτούργησε αυτογνωμόνως, ασκώντας ένδικο μέσο που ο ίδιος ο καταδικασθείς δεν είχε πρόθεση, ενδεχομένως, να ασκήσει. Ως πρόσφορο δε μέσο απόδειξης, όχι υπήρχε, πράγματι η εντολή κατά το χρόνο αυτό, προβλέπεται η προσάρτηση του πληρεξουσίου στην έκθεση του ένδικου μέσου. Η απόδειξη, όμως της παροχής της εντολής, ήδη, κατά το χρόνο της άσκησης του ένδικου μέσου, εξασφαλίζεται, όχι μόνο με την προσάρτηση του πληρεξουσίου στη σχετική έκθεση, αλλά και με την προσκομιδή του, κατά το χρόνο της συζήτησης του ένδικου μέσου, οπότε θα κριθεί από το Δικαστήριο, αν κατά το χρόνο που ασκήθηκε το ένδικο μέσο είχε πράγματι χορηγηθεί η εντολή προς τούτο στον αντιπρόσωπο.
Αριθμός 699/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 89/2020 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Σταματική Μιχαλέτου, Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια και Νικόλαο Βεργιτσάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 10 Μαρτίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Κ. - Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπήλιο Σπηλιάκο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 872/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 9549/17.9.2019 αίτησή του, καθώς και στους από 21.2.2020 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1453/2019.
Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Κατά το άρθρο 465 παρ.1 του προϊσχύσαντος Κ.Π.Δ. ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ.2 του ίδιου Κώδικα. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αφορά το διορισμό των συνηγόρων των διαδίκων ο διορισμός μπορεί να γίνει (άρθρ. 96 παρ.2 β Κ.Π.Δ.) κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ.2 εδάφ. β και γ, δηλαδή και με απλή έγγραφη δήλωση πληρεξουσιότητας, η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα δε, πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 465 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης το οποίο παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάστηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από τις πιο πάνω διατάξεις που τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής κατ' όρο 589§3 του ισχύοντος από 1.7.19 νέου Κ.Π.Δ., εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 16.4.2019, συνάγεται, ότι είναι απαράδεκτο το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δεν είχε παραστεί ως συνήγορος στη συζήτηση, κατά την οποία είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και εκείνος που καταδικάστηκε ήταν παρών κατά την απαγγελία της, αν δεν προσαρτάται στη σχετική έκθεση πληρεξούσιο έγγραφο ή επικυρωμένο αντίγραφο του. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 2 παρ.1 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που καταδικάστηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επιβλήθηκε ποινή", καθώς και από το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του όπως ο νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης, δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ένδικου μέσου κατά καταδικαστικής απόφασης, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε σημείο, ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει όταν η προβλεπόμενη από το νόμο κύρωση είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δυσανάλογη προς την παράβαση της διάταξης του νόμου. Η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται, ήδη, με το άρθρο 25 παρ.1 εδάφ. τελευταίο του Συντάγματος, κατά το οποίο, οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι, από το νόμο, περιορισμοί πρέπει να είναι: α) αναγκαίοι, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου, από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτούς, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στο θιγόμενο στο δικαίωμά του, να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς. Με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 466παρ.1 Κ.Π.Δ., ο νομοθέτης θέλησε να εξασφαλίσει, ότι πράγματι, κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου ο αντιπρόσωπος είχε την εντολή να το ασκήσει και δεν λειτούργησε αυτογνωμόνως, ασκώντας ένδικο μέσο που ο ίδιος ο καταδικασθείς δεν είχε πρόθεση, ενδεχομένως, να ασκήσει. Ως πρόσφορο δε μέσο απόδειξης, όχι υπήρχε, πράγματι η εντολή κατά το χρόνο αυτό, προβλέπεται η προσάρτηση του πληρεξουσίου στην έκθεση του ένδικου μέσου. Η προϋπόθεση, όμως, αυτή που τίθεται από την πιο πάνω διάταξη, ότι, δηλαδή, η προσάρτηση του πληρεξουσίου στη σχετική έκθεση αποτελεί τον αποκλειστικό τρόπο απόδειξης της εντολής που είχε δοθεί, με συνέπεια την απόρριψη του ένδικου μέσου, αν δεν έχει γίνει η προσάρτηση, υπερακοντίζει το σκοπό του νομοθέτη και, προκαλεί δυσανάλογα επιβαρυντικές συνέπειες στον καταδικασθέντα, ο οποίος έτσι, στερείται του δικαιώματος της επανεξέτασης της απόφασης από ανώτερο δικαστήριο, εφόσον δεν πρόκειται για αναίρεση, στερείται του εσχάτου ένδικου μέσου με το οποίο μπορεί να αμυνθεί κατά της καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης. Και τούτο διότι, η αρχή της αναλογικότητας, όπως προεκτέθηκε, επιτάσσει, όπως το μέσο προς επίτευξη του σκοπού είναι αναγκαίο. Η απόδειξη, όμως της παροχής της εντολής, ήδη, κατά το χρόνο της άσκησης του ένδικου μέσου, εξασφαλίζεται, όχι μόνο με την προσάρτηση του πληρεξουσίου στη σχετική έκθεση, αλλά και με την προσκομιδή του, κατά το χρόνο της συζήτησης του ένδικου μέσου, οπότε θα κριθεί από το Δικαστήριο, αν κατά το χρόνο που ασκήθηκε το ένδικο μέσο είχε πράγματι χορηγηθεί η εντολή προς τούτο στον αντιπρόσωπο. Εξάλλου, σύμφωνα με την ίδια αρχή, η σχέση μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στο θιγόμενο. Όμως ο από το παραπάνω άρθρο τιθέμενος περιορισμός της απόδειξης της πληρεξουσιότητας, ταυτόχρονα με την υποβολή και αίτηση άσκησης ένδικου μέσου, η παράβαση του οποίου οδηγεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ στην απόρριψη του ένδικου μέσου, μολονότι αυτό προσκομίζεται κατά τη συζήτηση και προκύπτει από αυτό, ότι είχε δοθεί εντολή κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, είναι, κατά κοινή αντίληψη, προφανές, ότι επιβάλλει στον καταδικασθέντα μια δυσανάλογη κύρωση, η οποία καταλύει τη δίκαιη ισορροπία, η οποία πρέπει να υπάρχει μεταξύ, αφενός μεν της θεμιτής μέριμνας για την εξασφάλιση της βούλησης του εντολέα, κατά την άσκηση του ένδικου μέσου από αντιπρόσωπο και αφετέρου, του δικαιώματος πρόσβασης στο ανώτερο δικαστήριο και άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης (ΑΠ 986/14, ΑΠ 1243/2011 176/2010].
- Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 17.9.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 872/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό (εκκαλουμένη η με αριθμό 3543/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών και με την οποία καταδικάστηκε ο ήδη αναιρεσείων- κατηγορούμενος Μ. Κ.- Μ. για απάτη [άρθρ.386 παρ.1α πρόΐσχύσαντος ΠΚ] σε φυλάκιση έξι [6] μηνών η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από τον Ανδρέα Τζέλλη, δικηγόρο Αθηνών, με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του πιο πάνω αναιρεσείοντος, χωρίς να προσαρτηθεί, όμως, στην παραπάνω δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου πληρεξούσιο έγγραφο. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης απόφασης και παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, για δε την άσκηση της ένδικης αναίρεσης κατ'αυτής [αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης], είχε δοθεί απ' αυτόν κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 466 παρ.1 ΚΠΔ ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον πιο πάνω δικηγόρο Ανδρέα Τζέλλη να την ασκήσει,"... ενεργώντας επ' ονόματι και για λογαριασμό του ..." με την από 11.9.2019 "εξουσιοδότηση", το γνήσιο της υπογραφής του αναιρεσείοντος δε, βεβαιώνει, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, η δικηγόρος Αθηνών Ειρήνη Μπολάνου. Κατόπιν αυτών, εφ' όσον, όπως αποδεικνύεται, κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, από το παραπάνω προσκομιζόμενο από τον αναιρεσείοντα έγγραφο, κατά το χρόνο άσκησης (17.9.2019) της κρινόμενης αίτησης, υπήρχε ήδη, (από 11-9-2019) ειδική εντολή προς τον πιο πάνω δικηγόρο Ανδρέα Τζέλλη για την άσκησή της, το οποίο όμως δεν προσαρτήθηκε στη σχετική έκθεση , η ένδικη αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως έχει ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα (καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων στις 29-7-2019 και άσκηση αναίρεσης στις 17.9.2019, κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ). Τούτο δε διότι, η προβλεπόμενη από το άρθρο 460 παρ.1, σε συνδυασμό με το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ. κύρωση, δηλαδή η απόρριψή της ως απαράδεκτης έρχεται σε αντίθεση προς τις προεκτεθείσες διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και του Συντάγματος, διότι παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο, ο δε παραπάνω περιορισμός δεν είναι αναγκαίος για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές και την ιδιαίτερη φύση του δικαιώματος της αίτησης αναίρεσης, κατά τα προπαρατεθέντα. Όμως ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου τούτου εκτιμώντας ότι η αίτηση αναίρεσης δεν έχει ασκηθεί νομοτύπως, δεν υπέβαλε πρόταση επί της ουσίας αυτής, αλλά εισήγαγε την υπόθεση με πρόταση για απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης. Κατόπιν τούτου και ενόψει των ορισμών των άρθρων 30 παρ.2 και 4 και 138 παρ.1 και2 ΚΠΔ, οι οποίες για το κύρος της απόφασης που θα εκδοθεί επιτάσσουν την προηγούμενη υποβολή εισαγγελικής πρότασης, το δικαστήριο πρέπει να απόσχει από την περαιτέρω ουσιαστική έρευνα της ένδικης αιτήσεως, μέχρι την υποβολή, κατά τη νέα εκδίκαση της υποθέσεως, που θα ορισθεί αρμοδίως, σχετικής εισαγγελικής προτάσεως για τους λόγους της αναίρεσης [ΑΠ 775/2018, ΑΠ 1382/2018].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απέχει να αποφανθεί επί της από 17-9-2019 [αριθμ.πρωτ.9549/2019] αιτήσεως του Μ. Κ.-Μ. του Σ., για αναίρεση της υπ'αριθμ.872/2019 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μέχρι την υποβολή εισαγγελικής προτάσεως επί των λόγων αναιρέσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ