ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ’ εξακολούθηση, προερχομένων από δωροληψία. Στοιχεία . Προσδιορισμός αρμοδιότητας των ελληνικών δικαστικών αρχών .
-Η πράξη της παράνομης νομιμοποίησης έναντι του βασικού εγκλήματος που την θεμελιώνει έχει αυτοτέλεια και είναι αδιάφορο εάν η πράξη του βασικού εγκλήματος έχει παραγραφεί.
-Η παραγραφή του βασικού εγκλήματος (εδώ της παθητικής δωροδοκίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους), δεν έχει καμία έννομη συνέπεια στη συγκρότηση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Και τούτο διότι η πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα έχει αυτοτελές άδικο έναντι της πρότερης πράξης, δηλαδή του βασικού εγκλήματος.
-Το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα προϋποθέτει αντικειμενικά μετατροπή ή μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, την προέλευση και την κυριότητα τέτοιας περιουσίας, υποκειμενικά δε άμεσο δόλο, ήτοι σκοπό συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής ή παροχής συνδρομής σε άλλον που εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του.
-Σε περίπτωση συνδρομής περισσοτέρων τρόπων τέλεσης του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (απαίτησης ή αποδοχής δώρου ή ωφελημάτων ή υπόσχεσης παροχής), διαπράττεται ένα μόνο έγκλημα με χρόνο τον πρώτο τρόπο τέλεσης, αφότου και αρχίζει ο χρόνος της παραγραφής.
ΑΡΙΘΜΟΣ 364/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Φραγκάκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού-Εισηγήτρια, Ελένη Κατσούλη και Δημήτριο Τράγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Αθανασίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1) ……, κατοίκου Πειραιώς, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Πολυχρόνη Περιβολάρη και Λεωνίδα Κοτσαλή και 2) ……., κατοίκου Πειραιώς, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Περιβολάρη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 457/2020 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: Α) στην υπ' αριθμ. πρωτ. 7634/23-9-2020 αίτηση αναίρεσης, καθώς και στους από 21-12-2020 και 10-1-2022 προσθέτους λόγους αυτής του 1ου αναιρεσείοντος και Β) στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 7635/23-9-2020 αίτηση αναίρεσης του 2ου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1023/2020.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι του 1ου αναιρεσείοντος και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 22-9-2020 αιτήσεις των δύο κατηγορουμένων: 1. …. και 2. …., που επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αρ.πρωτ.7634/23-9-2020 και 7635/23-9-2020, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 457/2020 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι ως άνω καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) και τριών (3) ετών, αντιστοίχως, για την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ’ εξακολούθηση, προερχομένων από δωροληψία, ο πρώτος και για άμεση συνέργεια στην εν λόγω πράξη ο δεύτερος, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτές ως περιέχουσες λόγους από το άρθρο 510 Κ.Π.Δ., την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, την παραβίαση δεδικασμένου και την υπέρβαση εξουσίας. Πρέπει, συνεπώς, να εξετασθούν, περαιτέρω, συνεκδικαζόμενες μεταξύ τους και με τους από 21-12-2020 και 10-1-2022 πρόσθετους λόγους επί της πρώτης από αυτές του αναιρεσείοντα Δ Κ, ως προς τη βασιμότητά τους, δεδομένου ότι και τα δικόγραφα πρόσθετων λόγων κατατέθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ.2,3, 474 παρ.4, 509 εδ. α΄, 510 παρ.1 στοιχ. Α΄, Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄, Θ΄ Κ.Π.Δ.).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, όπως αυτό ίσχυε μέχρι τις 13-12-2005, "Με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ` επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής". Οι διατάξεις αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3424/2005 ως εξής: "1.α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, β. Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α` τιμωρείται με κάθειρξη αν έδρασε ως υπάλληλος των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 2α` παρ. 1 και με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών αν ασκεί τέτοιου είδους πράξεις κατ` επάγγελμα ή είναι υπότροπος ή έδρασε στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ή τρομοκρατικής ομάδας ή οργάνωσης", ίσχυσαν δε, με τη μορφή αυτή, από τις 13-12-2005 έως τις 4-8-2008, ενώ από τις 5-8-2008, ίσχυσε ο Ν. 3691/2008, ο οποίος στο άρθρο 45 παρ. 1 προβλέπει ότι "α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες ευρώ (20.000 ευρώ) έως ένα εκατομμύριο ευρώ (1.000.000 ευρώ), τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. β. Ο υπαίτιος των πράξεων του προηγούμενου στοιχείου α` τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες ευρώ (30.000 ευρώ) έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (1.500.000 ευρώ), αν έδρασε ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου ή αν το βασικό αδίκημα περιλαμβάνεται στα αδικήματα των στοιχ. γ`, δ` και ε` του άρθρου 3 του παρόντος, ακόμη και αν για αυτά προβλέπεται ποινή φυλάκισης, γ. Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α` τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000 ευρώ) έως δύο εκατομμύρια ευρώ (2.000.000 ευρώ), αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας". Ακολούθως, με το άρθρο 54 παρ.2 στοιχ. α΄ και δ΄ Ν.4557/2018 (ΦΕΚ Α΄ 139/30-7-2018), ήτοι του νέου νόμου περί "Πρόληψης – καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες", καταργήθηκαν τα άρθρα 1 - 54 ν. 3691/2008 και κάθε διάταξη νόμου που αντίκειται στις διατάξεις του Ν.4557/2018. Το άρθρο 3 του ν.4557/2018 περιλαμβάνει τους ορισμούς, αντίστοιχους του άρθρου 4 του ν.3691/2008, ενώ στο άρθρο 4 ιδίου νόμου ορίζονται τα βασικά αδικήματα. Στο άρθρο 39 αυτού προβλέπονται οι ποινικές κυρώσεις και οι διοικητικές τοιαύτες, που είναι ταυτόσημες με τις αντίστοιχες του άρθρου 45 Ν.3691/2008. Από την ως ανωτέρω διαδοχή των σχετικών νόμων που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα της παράνομης νομιμοποίησης εσόδων προκύπτει, ότι με τον Ν.3424/2005 εισήχθη η σημαντική αλλαγή κατά την οποία πλέον δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος του υπαιτίου ως προς την προέλευση της προς νομιμοποίηση περιουσίας, αλλά απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει ότι τα έσοδα προέρχονται από εγκληματική δραστηριότητα. Ειδικότερα, το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα προϋποθέτει αντικειμενικά μετατροπή ή μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, την προέλευση και την κυριότητα τέτοιας περιουσίας, υποκειμενικά δε άμεσο δόλο, ήτοι σκοπό συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής ή παροχής συνδρομής σε άλλον που εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του. Ως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες νοείται η διαδικασία μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί μια άλλη εγκληματική δραστηριότητα, η οποία περιγράφεται στο νόμο ως βασικό έγκλημα. Στις εγκληματικές αυτές δραστηριότητες περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 1 παρ. α΄, ι΄, στοιχ. δδ΄ του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 άρθρου 2 ν.3424/2005, και το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας του άρθρου 235 του Π.Κ. Αλλά και κατά το άρθρο 3 παρ. γ΄ ν.3691/2008 η παθητική δωροδοκία αναφέρεται ως έγκλημα περιλαμβανόμενο στις εγκληματικές δραστηριότητες. Το άρθρο 235 Π.Κ., που ίσχυε στην προκείμενη περίπτωση, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν.2802/2001, όριζε ότι τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με την μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο ωφελήματα οποιασδήποτε φύσεως ή δέχεται υπόσχεση τούτων προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σ’ αυτά. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος του άρθρου 235 του ΠΚ, μετά την αντικατάστασή του, κατά τα ανωτέρω, εκτός από την ιδιότητα του δράστη, ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α΄ και 263α του ΠΚ, απαιτείται τα δώρα ή ανταλλάγματα να δίδονται ή να υπάρχει η περί δόσεως αυτών υπόσχεση, για μελλοντική μη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψή του, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε ή όχι η μέλλουσα αυτή ενέργεια ή αν αυτός σκοπούσε σπουδαίως να εκτελέσει την εν λόγω ενέργεια. Ωφελήματα δε μπορεί να είναι και κάθε χαριστική παροχή υλικής ή μη φύσεως, επί της οποίας (παροχής) δεν έχει ο δράστης υπάλληλος καμία νόμιμη αξίωση. Επιπλέον, η ενέργεια ή παράλειψη του δράστη πρέπει να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, τα οριζόμενα ή προκύπτοντα από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Η παραγραφή του βασικού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, δεν έχει καμία έννομη συνέπεια στη συγκρότηση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Και τούτο διότι η πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα έχει αυτοτελές άδικο έναντι της πρότερης πράξης, δηλαδή του βασικού εγκλήματος. Έτσι, είναι αδιάφορο αν η πράξη του βασικού εγκλήματος έχει υποκύψει σε παραγραφή και δη μετά την τέλεση της πράξης νομιμοποίησης. Το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα προϋποθέτει αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά) μετατροπή ή μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, την προέλευση και την κυριότητα τέτοιας περιουσίας, συμμετοχή σε μία από τις ανωτέρω πράξεις, σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της κ.λ.π., υποκειμενικά δε άμεσο δόλο, ως προς την παράνομη προέλευση των εσόδων. Απαιτείται, δηλαδή, σκοπός δημιουργίας σύγχυσης ως προς το νομιμοποιούμενο αντικείμενο ή το πρόσωπο του δράστη που το εξασφάλισε. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικά μικτό με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα, δηλαδή, σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για συγκάλυψη. Ο σκοπός, σύμφωνα με το Ν. 3424/2005, συνίσταται στο ότι ο δράστης επιδιώκει να προσλάβει νομιμοφάνεια η περιουσία που απέκτησε με παράνομο τρόπο και, επομένως, να γνωρίζει ως βέβαιο ότι η περιουσία την οποία νομιμοποιεί προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα. Συνεπώς, επί των σχετικών πράξεων που έχουν τελεστεί υπό το καθεστώς ισχύος του Ν. 2331/1995 εφαρμοστέος, ως ευμενέστερος, είναι ο Ν. 3424/2005, που αξιώνει, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, τη συνδρομή άμεσου δόλου του υπαιτίου ως προς την προέλευση της προς νομιμοποίηση περιουσίας. Εξάλλου, στο άρθρο 2 παρ. 2 στοιχ. δ΄ του μεταγενέστερου ν. 3691/5-8- 2008 τυποποιείται για πρώτη φορά ως τρόπος τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος "η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σ` αυτόν ή η διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα", δηλαδή ότι μπορεί να θεωρηθεί η απλή και μόνο κατάθεση σε Τράπεζα του προϊόντος ενός εγκλήματος, εφόσον αποδεικνύεται και η συνδρομή του σκοπού πρόσδοσης νομιμοφάνειας στα έσοδα αυτά, ως αυτοτελής πράξη νομιμοποίησης εσόδων. Όμως, και υπό το κράτος της ισχύος του προηγούμενου νόμου, δεν αποκλειόταν η νομιμοποίηση εσόδων που προέρχονταν από εγκληματική δραστηριότητα να γίνει με κατάθεση αυτών σε Τράπεζα, εφόσον ο δράστης, με τον τρόπο αυτό, συγκάλυπτε την παράνομη προέλευση των εσόδων, τα οποία προέρχονταν από παράνομη δραστηριότητα και το γνώριζε με σκοπό να προσδώσει στα εν λόγω έσοδα νομιμοφανή υπόσταση μέσω του τραπεζικού συστήματος (Α.Π.516/2021, Α.Π.1036/2020, Α.Π.842/2020, Α.Π. 1177/2019, Α.Π.1328/2019, Α.Π. 454/2016 ). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ` αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, εκτός αν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του Κ.Π.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου και, έτσι, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Κ.Π.Δ., " Απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α)... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα". Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 174 παρ.1 εδ. α΄ Κ.Π.Δ., ‘’Η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο’’. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Με τις ως άνω διατάξεις, στο πλαίσιο της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ` όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του, κατοχυρώνεται, δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Κατ’ αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αυτού είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει σε περίπτωση αμφιβολίας να αποφανθεί υπέρ του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει κατά την προαναφερόμενη διάταξη του ιδίου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ Κ.Π.Δ. διότι στερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με αυτό το αποδεικτικό μέσο (άρθρο 358 Κ.Π.Δ.). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ΄ του ΚΠοινΔ θεσπίζεται, ως λόγος αναιρέσεως, η παραβίαση του δεδικασμένου, ενώ από τη διάταξη του αριθ. 510 παρ.1 στοιχ. Θ΄ Κ.Π.Δ. θεσπίζεται ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται υπό την θετική και αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 457/2020 απόφασή του, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τον πρώτο Δ Κ για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κατ’ εξακολούθηση, προερχομένων (των εσόδων) από δωροληψία, επιβάλλοντας σ’ αυτόν ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική (ποινή) και τον δεύτερο Ν Δ για την πράξη της άμεσης συνέργειας στην πράξη της νομιμοποίησης, επιβάλλοντας σ’ αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, αφού αναγνώρισε στον καθένα από αυτούς από μία ελαφρυντική περίσταση, ήτοι στον πρώτο της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς και στο δεύτερο (άμεσο συνεργό) του πρότερου σύννομου βίου. Για το βασικό έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας ο αναιρεσείων Δ Κ, που κατηγορήθηκε σχετικά, αρχικά, δεν τιμωρήθηκε διότι το πρωτόδικο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ.4083/2017 απόφασή του έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Δικαστήριο της ουσίας, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: << Το ασφαλιστικό ταμείο με την επωνυμία ‘’Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών – Θεσσαλονίκης (Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ.)μέχρι το έτος 2008 αποτελούσε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και διοικείτο από 5μελές Δ.Σ. αποτελούμενο από τον πρόεδρο, έναν υπάλληλο του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και τρία μέλη προερχόμενα από τις τάξεις των ασφαλισμένων, των εργοδοτών και των συνταξιούχων. Με την από 11-2-2005 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας πρόεδρος του Ταμείου διορίστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος Δ Κ και μέλη οι Ά Θ, υπάλληλος του εν λόγω Υπουργείου, Γ Α ως εκπρόσωπος των εργοδοτών, Φ Μ ως εκπρόσωπος των ασφαλισμέvωv και Σ Ρ ως εκπρόσωπος των συνταξιούχων, ενώ Κυβερνητική Επίτροπος διορίσθηκε η Μ Σ. Το έτος 2006 το εν λόγω Ταμείο είχε σημαντικά χρηματικά αποθέματα, άνω των 600.000.000 ευρώ και αναζητούσε τρόπο ασφαλούς και προσοδοφόρου επενδύσεώς τους. Πολλές επενδυτικές εταιρίες και τράπεζες, όπως η ASPIS BANK, ASPIS INTERNATIONAL, ASPIS Πρόνοια, ALPHA Ασφαλιστική, ALPHA TRUST, Τράπεζα Πειραιώς, Πειραιώς ΑΕΔΑΚ, ING Πειραιώς κ.α. προέβαιναν σε σχετικές προτάσεις προς το Ταμείο, καταθέτοντας φακέλους με περιγραφές των διαφόρων επενδυτικών προϊόντων τους και στέλνοντας στελέχη τους στον πρόεδρο του Ταμείου, πρώτο κατηγορούμενο, για να παρουσιάσουν και αναπτύξουν προφορικά τις προτάσεις τους. Μεταξύ των εταιρειών ήταν και η κυπριακή εταιρεία «Τ Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών», με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών και χρηματιστηριακών υπηρεσιών, τα δε εταιρικά της μερίδια ανήκαν εξ ολοκλήρου στην εδρεύουσα στις βρετανικές νήσους Μάρσαλ εταιρεία «V S.A.», μέτοχοι της οποίας ήταν ο Δ Π με ποσοστό 50% και η Ζ Μ με ποσοστό 50%. Στις 20-6-2006 η ανωτέρω Ζ Μ συναντήθηκε με τον πρώτο κατηγορούμενο, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του και τον διευθυντή του Ταμείου Ι Π και τους παρουσίασε την πρόταση της εν λόγω εταιρείας, που συνίστατο στην επένδυση σε ομόλογο αξίας 130.000.000 ευρώ που επρόκειτο να εκδώσει το Ελληνικό Δημόσιο. Το ομόλογο αυτό θα ήταν «δομημένων χαρακτηριστικών», με σχεδιαστή την βρετανική επενδυτική τράπεζα C, θυγατρική της γαλλικής τράπεζας G A, θα είχε 20ετή διάρκεια, με απόδοση του συνόλου του κεφαλαίου κατά τη λήξη του, η τιμή εκδόσεως και αγοράς του θα ήταν στο 100% της ονομαστικής του αξίας και θα προσέφερε κατά τα πρώτα πέντε έτη σταθερή ετήσια απόδοση, ύψους 6%, ενώ, μετά τον έκτο χρόνο και μέχρι τη λήξη του, η ετήσια απόδοση του θα ήταν κυμαινόμενη και θα ανερχόταν κατ’ ελάχιστο όριο σε μηδενικό ποσοστό και κατά μέγιστο όριο σε ποσοστό ίσο με το ετήσιο επιτόκιο ανταλλαγής για συναλλαγές σε ευρώ δεκαετούς διάρκειας, προσαυξημένο κατά ένα περιθώριο, το οποίο θα ισούτο με την εκάστοτε διαφορά του εξαμηνιαίου επιτοκίου ανταλλαγής για συναλλαγές σε στερλίνα Μ. Βρετανίας 10ετούς διάρκειας, ελαττωμένου κατά το ετήσιο επιτόκιο ανταλλαγής για συναλλαγές σε ευρώ 10ετούς διάρκειας, πολλαπλασιασμένη με συντελεστή 22. Η επένδυση αυτή κρίθηκε ενδιαφέρουσα από τον Ι Π, ο οποίος επιφυλάχθηκε να επικοινωνήσει με την Τράπεζα της Ελλάδος και το Υπουργείο Ανάπτυξης, καθώς και από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος ζήτησε από την Ζ Μ να παραστεί στη συνεδρίαση του Δ.Σ. στις 23-6-2006 και να αναπτύξει την προσφορά της Τ, το οποίο και έγινε. Κατά την επόμενη συνεδρίαση του Δ.Σ. στις 28-6-2006, κατά την οποία ήταν παρόντα τα μέλη Δ Κ, πρώτος κατηγορούμενος, Γ Α και Ά Θ και μετείχαν επίσης ο διευθυντής του Ταμείου Ι Π, η Ε Μ, υπάλληλος του Ταμείου, ως εκπρόσωπος των εργαζομένων και ο Σ Σ νομικός σύμβουλος του Ταμείου, ο πρώτος κατηγορούμενος ανέπτυξε την προσφορά της Τ, προτείνοντας στα μέλη την αγορά του ομολόγου και στη συνέχεια το Δ.Σ. αποφάσισε ομόφωνα την αγορά του ένδικου ομολόγου. Κατά την εν λόγω συνεδρίαση απουσίαζε όμως η Κυβερνητική Επίτροπος Μ Σ και τα υπόλοιπα δύο τακτικά μέλη του Δ.Σ., Α Μ και Σ Ρ, επειδή η γραμματέας Ε Μ δεν είχε προβεί στην έγγραφη πρόσκλησή τους. Το ένδικο ομόλογο εκδόθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο μέσω του Ο.Δ.ΔΗ.Χ. στις 10-7-2006, με ονομαστική αξία 130.000.000 ευρώ, 20ετή διάρκεια, απόδοση του συνόλου του κεφαλαίου κατά τη λήξη του, ετήσια απόδοση σταθερή για τα πρώτα 5 έτη και κυμαινόμενη για τα υπόλοιπα και πωλήθηκε την ίδια ημέρα από το Ελληνικό Δημόσιο στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, αντί τιμήματος 130.000.000 ευρώ. Στη συνέχεια πωλήθηκε στη C αντί του ιδίου τιμήματος, η οποία το πώλησε στην εδρεύουσα στις Νήσους Κέϋμαν εταιρεία «N A », αντί τιμήματος 126.230.000 ευρώ (δηλ. στο 97,10% της ονομαστικής αξίας του), αυτή το πώλησε στην «P BANK Α.Ε.» αντί τιμήματος 126.256.000 ευρώ στο 97,12% της ονομαστικής αξίας του), από την «P BANK Α.Ε.» πωλήθηκε στην εταιρεία Τ, αντί τιμήματος 130.000.000 ευρώ και από την τελευταία πωλήθηκε στο ως άνω Ταμείο (Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ.), αντί του τιμήματος των 130.000.000 ευρώ. Κατά τη μεταβίβαση του ομολόγου από την C στην N A, η πρώτη κατέβαλε στη δεύτερη το ποσό των 9.100.000 ευρώ, προκειμένου να καταβληθεί αυτό σε τρίτους για την περαιτέρω προώθηση του προϊόντος. Από το εν λόγω ποσό η N A κατέβαλε στις 13-7-2006 στην εδρεύουσα στις Νήσους V εταιρεία «G I. L», ιδιοκτησίας του Δ Π, ως αμοιβή για την υπόδειξη του ομολόγου ως επενδυτικού προϊόντος το ποσό των 6.500.000 ευρώ. δηλ. 5% επί της ονομαστικής αξίας του ομολόγου, με κατάθεση του στον λογαριασμό της G στην Τράπεζα D BANK στη Γενεύη Ελβετίας. Το υπόλοιπο ποσό των 2.600.000 ευρώ (9.100.000 - 6.500.000) η N A το κατέβαλε στην εταιρεία Τ T για τις υπηρεσίες υποστηρίξεως που παρείχε κατά τη διακίνηση του ομολόγου. Στη συνέχεια, στις 17-7-2006 από τον λογαριασμό της G μεταφέρθηκε το ποσό των 6.400.000 ευρώ στον λογαριασμό του Δ Π, που τηρούσε την ίδια ως άνω τράπεζα στη Γενεύη, ο οποίος αυθημερόν μεταβίβασε από αυτόν τον λογαριασμό του το ποσό των 3.100.000 ευρώ στον λογαριασμό που τηρούσε στην ίδια Τράπεζα ο δεύτερος κατηγορούμενος Ν Δ. Ο τελευταίος από το ως άνω ποσό των 3.100.000 ευρώ μετέφερε: α) 57.000 ευρώ στις 20-7-2006 στον λογαριασμό που τηρούσε ο πρώτος κατηγορούμενος στην Τράπεζα H στο Λονδίνο, β) 40.000 ευρώ στις 20-7-2006 στον λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου στην Τράπεζα M BANK στον Πειραιά, γ) 90.000 ευρώ στις 28-7-2006 στον ίδιο λογαριασμό, δ) 140.000 ευρώ την 1-8-2006 στον ίδιο λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου, ε) 500.000 ευρώ στις 2-8-2006 στον 33006 λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου στην Ελβετική Τράπεζα «V BANK» και στ) 1.000.000 ευρώ στις 2-8-2006 στον 33007 λογαριασμό στην ίδια Τράπεζα, του οποίου συνδικαιούχοι ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, η σύζυγος του και ο υιός του. Δηλαδή ο δεύτερος κατηγορούμενος μεταβίβασε στους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς του πρώτου κατηγορουμένου το συνολικό ποσό του 1.827.000 ευρώ (1.826.998 ευρώ κατά το κατηγορητήριο). Ο δεύτερος κατηγορούμενος, προκειμένου να ανοίξει λογαριασμό στην D BANK στην Ελβετία, είχε μεταβεί στις 7-7-2006 στα γραφεία της στην Γενεύη, όπου δήλωσε στους υπαλλήλους ότι ανέμενε από τον Δ Π το ποσό των 3.100.000 ευρώ ως αμοιβή για διάφορα έργα ακινήτων στο παρελθόν και για συμβουλευτικές υπηρεσίες. Επίσης ο πρώτος κατηγορούμενος, προκειμένου να ανοίξει τους ως άνω δύο λογαριασμούς στην τράπεζα V, είχε μεταβεί στις 6-7-2006 στα γραφεία της στην Γενεύη, συνοδευόμενος από τον δεύτερο κατηγορούμενο, όπου δήλωσε στους υπαλλήλους ότι ανέμενε την πίστωση των λογαριασμών με το ποσό του 1.500.000 ευρώ μέσω εμβάσματος από την D BANK, το οποίο αποτελούσε το μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα από την πώληση ακινήτου του στην Ελλάδα. Ωστόσο, ο δεύτερος κατηγορούμενος σε συνάντηση που είχε στην D BANK στην Γενεύη με τον υπάλληλό της Α Κ, για την οποία συντάχθηκε από τον τελευταίο η από 25-7-2006 αναφορά επισκέψεως, του ανέφερε ότι το ως άνω ποσό του 1.500.000 ευρώ, που επρόκειτο να εμβασθεί από τον λογαριασμό του στον λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου στην Τράπεζα V, αποτελούσε μέρος προμήθειας προς αυτόν για την αγοραπωλησία δομημένου ομολόγου στην Ελλάδα. Μετά την τελευταία μεταφορά χρημάτων από τον λογαριασμό του δεύτερου κατηγορουμένου, στον λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου στην Τράπεζα V, η υπάλληλος της D BANK Ι Σ - Ν, στις 4-9-2006, έστειλε ειδοποίηση στην ελβετική εταιρία «K», η οποία είχε ως αντικείμενο την έρευνα και τον εντοπισμό δραστηριοτήτων νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και συνεργαζόταν με την ως άνω Τράπεζα στην Γενεύη, παρέχοντας σ’ αυτήν συνδρομή στην υποχρέωσή της για συμμόρφωση στις ισχύουσες κανονιστικές ρυθμίσεις περί εντοπισμού και ανακοινώσεως στις αρμόδιες κρατικές αρχές ύποπτων συναλλαγών. Η ειδοποίηση αυτή αφορούσε την μετακίνηση χρημάτων από την εταιρεία C στο λογαριασμό του Δ Π και από αυτόν στον λογαριασμό του δευτέρου κατηγορουμένου, αναφέροντας σ’ αυτήν (ειδοποίηση) ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος «έπρεπε να καταβάλει ορισμένες προμήθειες από την πώληση δομημένου προϊόντος στην Ελλάδα στο πρόσωπο στην V BANK στη Γενεύη». Η ίδια ως άνω υπάλληλος, στις 8-9-2006, απέστειλε στην παραπάνω εταιρεία δεύτερη ειδοποίηση σχετικά με την μετακίνηση χρημάτων από τον λογαριασμό του δεύτερου κατηγορουμένου στην D BANK στον λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου στην V BANK, στην οποία ανέφερε ότι υπάρχει προφορική συμφωνία μεταξύ φίλων, με την οποία ορίστηκε ακριβές ποσό πληρωμής και όχι ποσοστό επί του ποσού της προμήθειας και ότι συμφωνήθηκε να πληρωθεί αυτή η καθορισθείσα προμήθεια για τις παρασχεθείσες στην Ελλάδα υπηρεσίες. Στις 17-11-2006 ο πρώτος κατηγορούμενος μετέβη στα γραφεία της V για να αναλάβει χρήματα από τους λογαριασμούς του και δήλωσε και πάλι στον υπάλληλο Κ Μ ότι τα χρήματα αυτά αποτελούσαν ανεπίσημο τίμημα από την πώληση ακινήτων του στην Ελλάδα και ότι επιθυμούσε να διακόψει την επαγγελματική του δραστηριότητα, ενδιαφερόμενος για τη σύσταση εξωχώριας εταιρείας, η οποία θα κατείχε τα κεφάλαιά του προς αποφυγή του ευρωπαϊκού φόρου. Από τον 33006 λογαριασμό του στην V, ο πρώτος κατηγορούμενος μεταβίβασε, μέσω εμβασμάτων, το ποσό των 140.000 € σε λογαριασμούς που τηρούσε σε άλλες τράπεζες και συγκεκριμένα : α) στις 22-1-2007 ποσό 10.000 € στο λογαριασμό του στην N BANK στην Αθήνα, β)στις 22-1-2007 ποσό 10.000 € στο λογαριασμό του στην τράπεζα Κύπρου στην Αθήνα, γ) στις 22-1-2007 ποσό 20.000 € στο λογαριασμό του στην C στην Αθήνα, δ)στις 22-1-2007 ποσό 20.000 € στο λογαριασμό του στην Ε Τ στην Αθήνα, ε) στις 22-2-2007 ποσό 10.000 € στο λογαριασμό του στην C στην Αθήνα, στ) στις 22-2-2007 ποσό 50.000 € στο λογαριασμό του στην Ε Τ στην Αθήνα και ζ) στις 22-2-2007 ποσό 20.000 € στο λογαριασμό του στην M BANK στην Αθήνα. Στη συνέχεια, στις 5-4-2007, ο πρώτος κατηγορούμενος μετέβη στην V BANK, όπου κατόπιν συμβουλής αυτής, αποφάσισε να συστήσει παναμαϊκή εταιρεία και να μεταφέρει σ’ αυτήν τα κεφάλαιά του. Γι’ αυτό το λόγο έδωσε εντολή για ανάληψη του υπολοίπου των 33006 και 33007 λογαριασμών του, ύψους 367.000 και 802.750 ευρώ αντίστοιχα, κλείνοντας αυτούς τους λογαριασμούς και μεταφορά των ποσών αυτών σε λογαριασμό αναμονής, περιμένοντας την ίδρυση της εταιρείας για να γίνει η μεταβίβασή τους σε αυτήν. Κατά την παραμονή του στην ως άνω Τράπεζα, δήλωσε στον υπάλληλο Κ Μ ότι ήταν πλέον συνταξιούχος και σκεπτόταν να επενδύσει σε επιχείρηση εκμεταλλεύσεως κρουαζιερόπλοιων. Η παναμαϊκή εταιρεία συστήθηκε στις 12-4-2007, με την επωνυμία «D G C», με μοναδικό μέτοχο τον πρώτο κατηγορούμενο. Κατόπιν εντολής του τελευταίου ανοίχτηκε ο 33021 λογαριασμός επ’ ονόματι αυτής της εταιρείας στην V BANK, στον οποίο, στις 30-4-2007 μεταφέρθηκαν από το λογαριασμό αναμονής τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά και συνολικά 1.169.750 ευρώ. Αναφορικά με την διαδρομή που ακολούθησε το ένδικο δομημένο ομόλογο μέχρι να αγορασθεί από το Ταμείο (ΤΣΠΕΑΘ) προέκυψαν τα ακόλουθα: Η Εμπορική Τράπεζα, όπως προεκτέθηκε, το πώλησε στην C αντί του τιμήματος των 130.000.000 ευρώ, η οποία αυθημερόν πώλησε το ομόλογο στο 97,10% της ονομαστικής αξίας του στην εταιρεία N ASSET. Η τελευταία μεταβίβασε στην P BANK το ομόλογο στο 97,12% της ονομαστικής αξίας του. Στη συνέχεια η P BANK πώλησε το ομόλογο στην εταιρεία Τ στο 100% της ονομαστικής αξίας του και η τελευταία το πώλησε στο Ταμείο στο 100% της ονομαστικής αξίας. Όμως η N ASSET, πριν πωλήσει το ομόλογο στην P BANK, στις 13-7-2006 μετέφερε το ποσό των 6.500.000 ευρώ στον 84018520071 λογαριασμό που είχε ανοιγεί στις 7-7-2006 στην D BANK στη Γενεύη επ’ ονόματι της εταιρείας C, συμφερόντων του Δ Π, με την οποία η N A είχε συνάψει την από 7-7-2006 σύμβαση συστάσεως πελατείας και αναπτύξεως πελατειακών σχέσεων στον τομέα της διαθέσεως στην αγορά επενδυτικών προϊόντων. Στις 10-7-2006 ο Δ Π άνοιξε τον 80072580071 ατομικό λογαριασμό στην ανωτέρω Τράπεζα (.. BANK), στον οποίο στις 17-7-2006 η εταιρεία …. μετέφερε κατ’ εντολή του από τον ως άνω λογαριασμό της το ποσό των 6.400.000 ευρώ, με την αιτιολογία «μέρισμα». Την ίδια ημέρα (17-7- 206) από τον ίδιο λογαριασμό του Δ Π πιστώθηκε κατ’ εντολή του ο 80072570071 λογαριασμός του δευτέρου κατηγορουμένου στην ίδια Τράπεζα με το ποσό των 3.100.000 ευρώ, από το οποίο ο τελευταίος κατέθεσε, κατά το από 20-7-2006 έως 2-8-2006 χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό του 1.826.998 ευρώ, κατ’ εντολή του Δ. Π, στους προαναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς του πρώτου κατηγορουμένου. Σημειωτέον ότι από τον Μάρτιο του 2007 η Ελβετική Ομοσπονδιακή Εισαγγελία διενήργησε προανακριτική διαδικασία λόγω αποχρωσών ενδείξεων για ξέπλυμα χρήματος, απάτη και δωροδοκία αλλοδαπών αξιωματούχων, σε βάρος των Δ Π, Νικολάου Δ και Δ Κ (βλ. το υπ’αριθμ. Φ09222/3185/11-6-2009 έγγραφο της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας προς την INTERPOL Αθήνας). Κατόπιν αιτήσεως δικαστικής συνδρομής της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών από την Ομοσπονδιακή Εισαγγελία διατάχθηκε η κατάσχεση του υπολοίπου των τραπεζικών λογαριασμών των εταιρειών C (συμφερόντων Δ. Π) και D (συμφερόντων πρώτου κατηγορουμένου), καθώς και του λογαριασμού του Δ Π που τηρούνται στις τράπεζες D BANK και V BANK αντίστοιχα. Από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων αποδεικνύεται ότι το ποσό του 1.827.000 ευρώ (1.826.998 κατά το κατηγορητήριο), το οποίο ο δεύτερος κατηγορούμενος μεταβίβασε στον πρώτο κατηγορούμενο κατά το διάστημα από 20-7-2006 έως 2-8-2006, με τμηματικές μεταφορές στους προαναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς του πρώτου κατηγορουμένου, αποτελεί δώρο του Δ Π προς τον πρώτο κατηγορούμενο, το οποίο ο τελευταίος ζήτησε από τον Δ Π πριν από την αγορά του ομολόγου, για να παρουσιάσει ευνοϊκά το ομόλογο στα μέλη του Δ.Σ. του ΤΣΠΕΑΘ και να εξασφαλίσει την έγκριση της αγορά του, δηλ. για μελλοντική ενέργεια που αναγόταν στα καθήκοντά του, συγχρόνως ο δε Δ Π υποσχέθηκε να του καταβάλει το ως άνω δώρο, το οποίο και του κατέβαλε μετά την αγορά του ομολόγου από το Ταμείο. Ο Δ Π είχε την οικονομική δυνατότητα να δωρίσει στον πρώτο κατηγορούμενο το ως άνω ποσό, ενόψει της προμήθειας των 6.500.000 ευρώ που είχε λάβει μέσω της εταιρείας C από την N ASSET. Στην πράξη δε αυτή προέβη για να εξασφαλίσει την ευνοϊκή αντιμετώπιση της προτάσεως της Τ από τον πρόεδρο του Δ.Σ. του Ταμείου και να υπερκεράσει τον ανταγωνισμό σημαντικών και εδραιωμένων στην αγορά επενδυτικών και χρηματιστηριακών εταιρειών, οι οποίες προσέφεραν το ίδιο χρονικό διάστημα επενδυτικά προϊόντα στο Ταμείο. Η πώληση του επίδικου ομολόγου στο Ταμείο από την Τ, η οποία έως τότε δεν είχε πραγματοποιήσει τέτοιου είδους συναλλαγή, ήταν ιδιαίτερα σημαντική γι’ αυτήν, διότι θα είχε ως αποτέλεσμα να την εισαγάγει και εδραιώσει στην ελληνική αγορά ομολόγων ως αξιόπιστη διακινητή προϊόντων και φερέγγυα συναλλασσόμενη, γεγονός από το οποίο ο Δ Π προσδοκούσε σημαντικά μελλοντικά κέρδη, λόγω του πλήθους των ελληνικών ασφαλιστικών ταμείων που ζητούσαν επενδύσεις για το ενεργητικό τους. Ο Δ Π γνώριζε τον δεύτερο κατηγορούμενο από τη δεκαετία του 1990, κατά την οποία δραστηριοποιούντο και οι δύο επιχειρηματικά στη Ρουμανία και είχε πληροφορηθεί ότι αυτός διατηρούσε παλαιά φιλική σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο. Γι’αυτό το λόγο επέλεξε τον δεύτερο κατηγορούμενο, προκειμένου μέσω αυτού να προσεγγίσει τον πρώτο κατηγορούμενο, από τov οποίο ζήτησε να συγκαλέσει το ΔΣ του Ταμείου και να παρουσιάσει ευνοϊκά στα μέλη το ομόλογο της εταιρείας του Τ, ώστε να εξασφαλίσει την έγκριση της αγοράς του ομολόγου, υποσχόμενος να του καταβάλει ως δώρο το ως άνω ποσό. Επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος, λαμβάνοντας από τον δεύτερο κατηγορούμενο τα προαναφερθέντα ποσά στους λογαριασμούς που τηρούσε στις τράπεζες "Η B L", "M B P" και "V B", απέκτησε περιουσία προερχόμενη από το αδίκημα της δωροληψίας με τη μορφή της απαιτήσεως ωφελημάτων, προκειμένου να προβεί σε μελλοντική ενέργεια αναγόμενη στα καθήκοντά του, δηλαδή να συγκαλέσει το ΔΣ του Ταμείου και να παρουσιάσει στα μέλη του το ομόλογο και στη συνέχεια συγκάλυψε την αλήθεια, όσον αφορά την παράνομη προέλευση του ως άνω ποσού του 1.827.000 ευρώ, ζητώντας από τον δεύτερο κατηγορούμενο την κατάτμηση του δώρου σε μικρότερα ποσά και την κατάθεση αυτών σε διαφορετικές τράπεζες, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε ως μεσολαβητής της συναλλαγής την παράνομη προέλευση του εν λόγω ποσού, παρέσχε με πρόθεση στον πρώτο κατηγορούμενο άμεση συνδρομή κατά την τέλεση της πράξεως της νομιμοποιήσεως εσόδων, με την κατάτμηση του ένδικου ποσού σε μικρότερα ποσά και την κατάθεσή τους σε διαφορετικούς λογαριασμούς του πρώτου κατηγορουμένου. Ο τελευταίος, για να συγκαλύψει περαιτέρω την παράνομη προέλευση των χρημάτων, μετέφερε επιμέρους ποσά και συνολικά 140.000 ευρώ σε λογαριασμούς που διατηρούσε στις προαναφερόμενες ελληνικές τράπεζες και τα ανέμειξε με χρήματα που ήταν ήδη κατατεθειμένα σ’ αυτούς, ώστε να είναι αδύνατος ο διαχωρισμός τους. Επίσης μέρος του δώρου που έλαβε από τον Δημ. Παστελάκο, ποσού 1.169.750 ευρώ, το ανέλαβε από τους 33006 και 33007 λογαριασμούς του στην VONTOBEL και το μετέφερε στον 33021 λογαριασμό της εταιρείας D GROUP που είχε συστήσει γι’ αυτό το σκοπό. Περαιτέρω ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το ποσό των 3.100.000 ευρώ εμβάσθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό του από τον Δ Π ως αντάλλαγμα για την συνδρομή του: α) στην ανεύρεση οικοπέδων και κτιρίων στο Βουκουρέστι και στη Βουδαπέστη, προκειμένου να κατασκευαστούν φοιτητικές εστίες και β) στη δημιουργία εκδοτικού οίκου στην Ελλάδα, ο οποίος θα περιελάμβανε εφημερίδα και περιοδικά. Οι πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι το συνολικό ποσό του 1.827.000 ευρώ που μεταφέρθηκε από τον λογαριασμό του δεύτερου στους λογαριασμούς του πρώτου δεν αποτελεί δώρο του Δ Π προς τον πρώτο κατηγορούμενο για την αγορά του ομολόγου από το Τ, αλλά δόθηκε για τη δημιουργία της ως άνω εκδοτικής επιχειρήσεως και αποτελεί μέρος του τιμήματος της πωλήσεως από τον πρώτο κατηγορούμενο στον δεύτερο των σημάτων πέντε εντύπων ιδιοκτησίας του, της εφημερίδας "Το Φ", και των περιοδικών "Y - T - T", "O" και " .." καθώς και της αμοιβής του για την ανάληψη από τον πρώτο κατηγορούμενο της διευθύνσεως της εν λόγω εφημερίδας επί 4 έτη από την έκδοσή της. Οι κατηγορούμενοι για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους, εκτός των άλλων εγγράφων, προσκομίζουν: α) το από 17-7-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ Δ Π και δευτέρου κατηγορουμένου, σύμφωνα με το οποίο ο πρώτος αναθέτει στον δεύτερο την ανεύρεση ακινήτων για την κατασκευή φοιτητικών εστιών σε χώρους της Ν.Α. Ευρώπης, αντί αμοιβής 1.100.000 ευρώ, καθώς και τη δημιουργία εκδοτικού οίκου στην Ελλάδα για την έκδοση εφημερίδων και περιοδικών, αντί αμοιβής 140.000 ευρώ, β) το από 10-5-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των ιδίων, με το οποίο λύουν το ως άνω ως προς την ίδρυση των φοιτητικών εστιών και ο δεύτερος κατηγορούμενος υποχρεούται να επιστρέψει στον Δ Π μέρος της αμοιβής του ποσού 1.050.000 ευρώ, γ) το από 28-7-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του πρώτου και δεύτερου των κατηγορουμένων, που υπογράφεται και από τον Δ Π και φέρεται συνταχθέν στη Γενεύη, σύμφωνα με το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος πωλεί και μεταβιβάζει τα προαναφερθέντα σήματα εντύπων στο δεύτερο κατηγορούμενο αντί τιμήματος 1.860.000 ευρώ, τμηματικά καταβαλλομένου, όμως η οριστική μεταβίβαση θα πραγματοποιηθεί στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που θα υποδείξει ο αγοραστής στον πωλητή, ενώ ο τελευταίος αναλαμβάνει τη διεύθυνση της εφημερίδας και των περιοδικών υπό τον όρο να εκδοθούν έως τις 31-8-2008 και δ) το από 29-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των πρώτου κατηγορουμένου και Δ Π, ο οποίος συμβάλλεται ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "N Ε Α.Ε.", σύμφωνα με το οποίο ο πρώτος μεταβιβάζει στην εταιρεία τα προαναφερθέντα σήματα της εφημερίδας και των περιοδικών χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Σχετικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς των κατηγορουμένων πρέπει να λεχθούν τα εξής: Όπως προεκτέθηκε, ο δεύτερος κατηγορούμενος σε συνάντηση που είχε στην D BANK με τον υπάλληλό της Α Κ του ανέφερε ότι το ποσό του 1.500.000 ευρώ που επρόκειτο να εμβασθεί από τον λογαριασμό του στον λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου στην V BANK αποτελούσε μέρος προμήθειας προς αυτόν για την αγοραπωλησία δομημένου ομολόγου στην Ελλάδα, στις 2-8-2006 ο δεύτερος κατηγορούμενος μετέφερε 500.000 ευρώ και 1.000.000 ευρώ αντίστοιχα στους δύο λογαριασμούς που είχε ανοίξει ο πρώτος κατηγορούμενος στην V BANK, ενώ στις 4-9-2006 η υπάλληλος της D BANK Ι Σ έστειλε ειδοποίηση (alarm) σχετικά με την μετακίνηση των χρημάτων από τον λογαριασμό της εταιρείας C στον λογαριασμό του Δ. Π και απ’ αυτόν στον λογαριασμό του δευτέρου κατηγορουμένου, αναφέροντας στην ειδοποίησή της ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος "έπρεπε να καταβάλει ορισμένες προμήθειες από την πώληση δομημένου προϊόντος στην Ελλάδα στο πρόσωπο στην V B στη Γενεύη" και στη συνέχεια στις 8-9-2006 η ίδια υπάλληλος απέστειλε και δεύτερη ειδοποίηση σχετικά με την μετακίνηση χρημάτων από τον λογαριασμό του δευτέρου κατηγορουμένου στην D BANK στο λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου στην V BANK, αναφέροντας στην ειδοποίησή της ότι υπάρχει μόνο προφορική συμφωνία μεταξύ φίλων και ότι συμφωνήθηκε να πληρωθεί η καθορισθείσα προμήθεια για τις παρασχεθείσες στην Ελλάδα υπηρεσίες. Επίσης ο πρώτος κατηγορούμενος στις 6-7-2006 που μετέβη στην Τράπεζα V B στη Γενεύη για να ανοίξει τους 33006, 33007 λογαριασμούς, δήλωσε στον υπάλληλό της Κ Μ ότι το έμβασμα του 1.500.000 ευρώ που ανέμενε από την D B αποτελούσε το μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα από την πώληση ακινήτου του στην Ελλάδα, στις 17-11-2006 που μετέβη και πάλι στην V B για να αναλάβει χρήματα από τους λογαριασμούς του δήλωσε και πάλι στον ίδιο υπάλληλο ότι τα χρήματα αυτά αποτελούσαν το ανεπίσημο τίμημα από την πώληση ακινήτων του στη Νίκαια Αττικής και ότι επιθυμούσε να διακόψει την επαγγελματική του δραστηριότητα, ενδιαφερόμενος για τη σύσταση εξωχώριας εταιρείας η οποία θα κατείχε τα κεφάλαιά του προς αποφυγή του ευρωπαϊκού φόρου, ενώ στις 5-4-2007 που μετέβη εκ νέου στην ίδια τράπεζα για να μεταφέρει τα χρήματα των λογαριασμών του στον λογαριασμό της παναμαϊκής εταιρείας D που είχε συστήσει, ανέφερε στον ανωτέρω υπάλληλο ότι ήταν πλέον συνταξιούχος και σκεπτόταν να επενδύσει σε επιχείρηση εκμεταλλεύσεως κρουαζιερόπλοιων. Επίσης από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις ημεδαπών σημάτων προκύπτει ότι το σήμα της εφημερίδας "ΤΟ Φ" μεταβιβάστηκε από τον δικαιούχο του Ν Σ στον πρώτο κατηγορούμενο στις 17-3-2008, ο οποίος αυθημερόν το μεταβίβασε στην εταιρεία "N Ε", το σήμα του περιοδικού "Y - T - T" δηλώθηκε την 1-3-2007 από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος το μεταβίβασε στις 17-3-2008 στην ως άνω εταιρεία, το σήμα του περιοδικού "B" δηλώθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο στις 10-12-2007 και μεταβιβάστηκε απ’ αυτόν στις 13- 3-2008 στην ίδια ως άνω εταιρεία και για το σήμα του περιοδικού "O 2" η ανωτέρω εταιρεία στις 11-2-2008 ζήτησε από την Δ/νση Εμπορικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας την μεταβίβασή του σ’ αυτήν από τον πρώτο κατηγορούμενο. Στις 20-11-207 καταχωρήθηκε στο μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών η "N Ε", με έδρα το Δήμο Αθηναίων, με σκοπό την έκδοση ημερησίων και εβδομαδιαίων εφημερίδων και περιοδικών και τη δημιουργία τοπογραφείου, πιεστηρίου κλπ και με διοικητικό συμβούλιο αποτελούμενο από τους Α Π, δημοσιογράφο, …. και …., ιδιωτικούς υπαλλήλους. Με το από 10-5-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό ο πρώτος κατηγορούμενος μεταβίβασε στην ανωτέρω εταιρεία " …." το σήμα της εφημερίδαs "Το Φύλλο του Σαββάτου", το οποίο είχε δηλώσει ως δικαιούχος στις 7-9-2007, άνευ ανταλλάγματος, καθόσον όπως αναφέρεται στο συμφωνητικό το μεταβιβαζόμενο σήμα είναι άνευ εμπορικής αξίας. Το συμφωνητικό αυτό υπογράφεται για την εταιρεία από τον ….. ο οποίος την εκπροσωπεί για την υπογραφή αυτού. Από τις παραπάνω δηλώσεις σημάτων προκύπτει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έγινε δικαιούχος των σημάτων " …. και " ….." μετά το Μάρτιο του έτους 2007, δηλαδή μετά την τμηματική μεταφορά στους τραπεζικούς λογαριασμούς του του επίδικου ποσού του 1.827.000 ευρώ από τον δεύτερο κατηγορούμενο κατά το χρονικό διάστημα από 20-7-2006 έως 2-8-2006. Επομένως, σύμφωνα με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα αναφερόμενα στο από 28-7-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ των κατηγορουμένου και υπογράφεται και από τον ……, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έχει στην αποκλειστική ιδιοκτησία του τους ως άνω τίτλους εντύπων, τους οποίους μεταβιβάζει στον δεύτερο κατηγορούμενο έναντι του τιμήματος του 1.860.000 ευρώ, του οποίου η καταβολή πραγματοποιείται ήδη με κατάθεση σε τραπεζικούς λογαριασμούς του πωλητή στην Ελλάδα και στο εξωτερικό είναι αναληθή, το δε συμφωνητικό συνετάγη μεταγενέστερα, μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου για τα δομημένα ομόλογα τον μήνα Μάρτιο του 2007, με σκοπό να συγκαλύψουν οι κατηγορούμενοι την πραγματική αιτία της διακινήσεως των χρημάτων από τον λογαριασμό του ……. στον λογαριασμό του δευτέρου κατηγορουμένου και απ’ αυτόν στους λογαριασμούς του πρώτου κατηγορουμένου, που είναι δώρο του …… προς τον πρώτο κατηγορούμενο, το οποίο ο τελευταίος ζήτησε πριν από την αγορά του ομολόγου, προκειμένου να το παρουσιάσει ευνοϊκά στα μέλη του Δ.Σ. του Ταμείου και να εξασφαλίσει την έγκριση της αγοράς του. Τα ανωτέρω ενισχύονται και από το ότι, ενώ η από 28-7-2006 σύμβαση δεν εκτελέστηκε, αφού τελικά δεν εκδόθηκε κανένα φύλλο εφημερίδας ή περιοδικού, ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν έχει αναζητήσει έως σήμερα τα καταβληθέντα ποσά από τον πρώτο κατηγορούμενο, ούτε ο ….. έχει αξιώσει την απόδοση του ποσού που κατέβαλε στον δεύτερο κατηγορούμενο. Σχετικά δε με το ως άνω από 10-5-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο ….. και ο δεύτερος κατηγορούμενος λύουν το από 17-7-2006 συμφωνητικό τους ως προς την ίδρυση των φοιτητικών εστιών και ο δεύτερος κατηγορούμενος υποχρεούται να επιστρέψει μέρος της αμοιβής του ποσού 1.050.000 ευρώ, πρέπει να λεχθεί ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η επιστροφή αυτού του ποσού στον ……. από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ούτε η διεκδίκησή του από τον ….. . Από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και τα προσκομιζόμενα από τους κατηγορούμενους έγγραφα προκύπτει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος είχε αναλάβει τη διεύθυνση της εφημερίδας " …." ετοίμαζε την έκδοσή της, έχοντας μισθώσει γι’ αυτό το σκοπό γραφεία επί της οδού Ομήρου στην Αθήνα, έχοντας προσλάβει δημοσιογραφικό προσωπικό και έχοντας προβεί στην έκδοση δοκιμαστικού μόνο φύλλου της εφημερίδας, καθόσον αυτές οι εκδοτικές του δραστηριότητες διακόπηκαν, όταν τα δημοσιεύματα του τύπου τον έφεραν αναμεμειγμένο στο "σκάνδαλο των ομολόγων". Όμως από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων αποδείχθηκε σαφώς ότι το ποσό του 1.827.000 ευρώ δεν δόθηκε για την αγορά των σημάτων του πρώτου κατηγορουμένου και τη δημιουργία εκδοτικής επιχειρήσεως από τους …… και δεύτερο κατηγορούμενο και την ανάληψη της διευθύνσεως αυτής της επιχειρήσεως από τον πρώτο κατηγορούμενο, αλλά δόθηκε ως δώρο στον τελευταίο από τον …… για την αγορά του ομολόγου της εταιρείας του Τ, η δε σύσταση της εταιρείας "N", η μεταβίβαση σ’ αυτήν των σημάτων των εφημερίδων και των περιοδικών από τον πρώτο κατηγορούμενο, η μίσθωση ακινήτου, η πρόσληψη δημοσιογραφικού προσωπικού και οι οποίες εκδοτικές δραστηριότητες των κατηγορουμένων έγιναν μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου για τα δομημένα ομόλογα, για να συγκαλύψουν οι κατηγορούμενοι την αληθή προέλευση και τον λόγο διακινήσεως των χρημάτων, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι η ανωτέρω εκδοτική επιχείρηση, ενώ είχε έναν έμπειρο και καταξιωμένο διευθυντή δεν προέβη στην έκδοση κανενός φύλλου εφημερίδας ή περιοδικού, το δε επίδικο ποσό ούτε επεστράφη ούτε ανεζητήθη…. Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι έλαβε χρήματα από τον … για να συνεδριάσει το Δ.Σ. του Ταμείου, καθόσον τα χρήματα τα έλαβε τέλη Ιουλίου - αρχές Αυγούστου του 2006, δηλ. μεταγενέστερα από τη φερόμενη ενέργειά του της συγκλήσεως του Δ.Σ. και της δήθεν εισηγήσεώς του για την αγορά του ομολόγου, όταν οι ενέργειές του ήταν ήδη τελειωμένες και συνεπώς η πράξη της παθητικής δωροδοκίας κατέστη ανέγκλητη με το άρθρο 2 του Ν. 2802/2000. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως αποδείχθηκε, ο ……, μέσω του δευτέρου κατηγορουμένου, προσέγγισε τον πρώτο κατηγορούμενο πριν την επίμαχη συνεδρίαση του Δ.Σ. του Ταμείου και του ζήτησε να συγκαλέσει το Δ.Σ. και να παρουσιάσει στα μέλη το ομόλογο της ….. ευνοϊκά, προκειμένου να εξασφαλίσει την ομαλή έγκριση της αγοράς του, ο δε πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε και ο ….. υποσχέθηκε να του καταβάλει ως δώρο το ποσό του 1.827.000 ευρώ, το οποίο και κατέβαλε στους τραπεζικούς λογαριασμούς του πρώτου μετά την αγορά του ομολόγου από το Ταμείο. Επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας, αφού ζήτησε ωφελήματα και δέχθηκε υπόσχεση ωφελημάτων από τον ….. για να προβεί σε μελλοντική ενέργεια, δηλ. για να συγκαλέσει το Δ.Σ., να παρουσιάσει ευνοϊκά το ομόλογο και να εξασφαλίσει την αγορά του, όπως και έγινε. Τα ίδια δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του πρώτου κατηγορουμένου για την πλημμεληματική πράξη της δωροληψίας υπαλλήλου λόγω παραγραφής. Επίσης ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι οι αποδιδόμενες σ’ αυτόν πράξεις της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, δηλ. τα εμβάσματα στους τραπεζικούς λογαριασμούς του και η δημιουργία του ιδρύματος (trust) στην Ελβετία, δεν είναι αξιόποινες κατά το ελβετικό δίκαιο, άλλως έχουν παραγραφεί κατά το ίδιο δίκαιο. Και ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8 του Π.Κ. που ορίζει ότι οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς, ανεξάρτητα από τους νόμους του τόπου τελέσεως της πράξεως, όταν αυτή τελέστηκε από υπάλληλο του ελληνικού κράτους, ή ΝΠΔΔ όπως ο κατηγορούμενος, οι δε διατάξεις του άρθρου 9 του Π.Κ. δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω. Τέλος και ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι έπρεπε να απαλλαγεί για την πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, αφού έπαυσε, η κατ’ αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του πλημμελήματος της παθητικής δωροδοκίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην προκειμένη περίπτωση η παθητική δωροδοκία που τέλεσε ετιμωρείτο με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, οπότε η εξάλειψη του αξιοποίνου αυτής με παραγραφή δεν επιφέρει αντίστοιχη έννομη συνέπεια για την πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Περαιτέρω ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ασκήθηκε κατ’ αυτού ποινική δίωξη από τις ελβετικές αρχές για την άμεση συνέργεια στην νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και ότι το αδίκημα αυτό είναι πλημμέλημα και έχει παραγραφεί κατά το ελβετικό δίκαιο. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον εν προκειμένω έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 8 του Π.Κ. Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι στους Ν.2331/1995 και 3424/2005 δεν περιλαμβάνεται η διατραπεζική μεταφορά χρημάτων, η οποία τυποποιήθηκε ως πράξη ξεπλύματος το πρώτον με τον Ν. 3691/2008, ο οποίος είναι δυσμενέστερος και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί. Με το άρθρο 2§2 του Ν. 3691/2008 τυποποιείται το πρώτον ως τρόπος τελέσεως του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σ’ αυτόν ή την διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματική δραστηριότητα, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα. Όμως και υπό την ισχύ του προηγούμενου νόμου 2331/1995, όπως αντικ. με Ν. 3424/2005 και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, δεν αποκλειόταν η νομιμοποίηση εσόδων που προερχόταν από εγκληματική δραστηριότητα να γίνει με κατάθεση αυτών σε τράπεζα, εφόσον ο δράστης με αυτόν τον τρόπο συγκάλυπτε την παράνομη προέλευση των εσόδων που προήρχοντο από την παράνομη δραστηριότητα, επιχειρώντας να προσδώσει στα εν λόγω έσοδά του νομιμοφανή υπόσταση μέσω του τραπεζικού συστήματος (ΑΠ 1161/2010 NOMOS). Επομένως, ο παραπάνω ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε πλήρως ότι: α) ο πρώτος κατηγορούμενος, δράστης του βασικού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας, τέλεσε και το αδίκημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και τα δύο δε αυτά εγκλήματα ήταν προσχεδιασμένα απ’ αυτόν και ενταγμένα σε έναν γενικότερο εγκληματικό σχεδιασμό. Ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη για να αποκρύψει την παράνομη πηγή των χρημάτων, μετασχηματίζοντας αυτά με τέτοιο τρόπο, ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται νόμιμη, εν γνώσει της αξιόποινης προελεύσεως αυτών των εσόδων και σκοπός του ήταν η συγκάλυψη της αληθούς προελεύσεως αυτής της περιουσίας και β) ο δεύτερος κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα της άμεσης συνδρομής στον πρώτο κατηγορούμενο στη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, εν γνώσει του ότι τα έσοδα προέρχονταν από εγκληματική δραστηριότητα του πρώτου κατηγορουμένου και με πρόθεση να του παράσχει συνδρομή στην συγκάλυψη της αληθούς προελεύσεως αυτών των εσόδων. Κατά συνέπειαν, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των ανωτέρω πράξεων, αναγνωριζομένων σ’ αυτούς των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2ε΄ του Π.Κ. στον πρώτο και του 84§2α΄ του Π.Κ. στον δεύτερο ως και πρωτοδίκως».
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ’ εξακολούθηση, προερχομένων από δωροληψία, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, ο πρώτος ως αυτουργός και ο δεύτερος ως άμεσος συνεργός στην ίδια πράξη, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 περ.α΄, ι΄,δδ΄, περ. β΄, γ΄, 2 παρ.1 περ. α΄, 6 του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ.1 Ν.3424/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τον τελευταίο ως άνω νόμο ως ευμενέστερο, έναντι των μεταγενεστέρων μέχρι την αμετάκλητη κρίση άλλων ισχυσάντων, σύμφωνα με το χρονικό διάστημα τέλεσης της ένδικης εξακολουθητικής αξιόποινης πράξης από 20-7-2006 μέχρι 2-8-2006 και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής των κατηγορουμένων, ήδη αναιρεσειόντων, με την προεκτεθείσα αιτιολογία που είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, βασιζόμενη στην ανέλεγκτη αξιολόγηση και συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων μεταξύ των οποίων την πληθώρα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, στα οποία (αναγνωστέα) περιλαμβάνονται τα έγγραφα που αναφέρονται στα οικεία πρακτικά με αριθμό 193 (βλ. σελ.80 προσβαλλόμενης), όπως προκύπτει από τη σχετική επισκόπηση αυτών. Τα έγγραφα αυτά, ανεξαρτήτως του τρόπου προσδιορισμού τους στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρονται ταυτόσημα ως αναγνωστέα και στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης (υπ’ αριθμ.4083/2017 του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών), με αριθμό 2, στην σελίδα 398 αυτής. Συνεπώς, τόσο αυτά, όσο και το περιεχόμενό τους ήταν γνωστά στους αναιρεσείοντες ήδη από την πρωτόδικη διαδικασία, για τον λόγο δε αυτόν καμία αντίρρηση δεν προέβαλαν για την ανάγνωσή τους κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία του Δικαστηρίου της ουσίας. Ως εκ τούτου, οι αναιρεσείοντες μπορούσαν να εκθέσουν τις απόψεις τους και να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, κάνοντας χρήση των απορρεόντων από το άρθρο 358 Κ.Π.Δ. υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον λόγο της κύριας αίτησης αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντα και του πρώτου λόγου της άλλης του δεύτερου αναιρεσείοντα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμα. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε με το σκεπτικό του, όπως αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, αφού διορίστηκε με υπουργική απόφαση πρόεδρος του Δ.Σ. του ασφαλιστικού Ταμείου με την επωνυμία " ….." που αποτελούσε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, σε συνεννόηση με τον …., μέτοχο κατά 50% της κυπριακής εταιρείας επενδυτικών υπηρεσιών "...", τον οποίο γνώρισε με τη μεσολάβηση του δεύτερου κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντα, μεθόδευσαν την αγορά από το ως άνω Ταμείο ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου, δομημένων χαρακτηριστικών, άρα επισφαλούς στην απόδοσή του, αξίας 130.000.000 ευρώ. Για την υπόδειξη του εν λόγω επενδυτικού προϊόντος ο ως άνω Δ. Π. έλαβε ως αμοιβή με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της εδρεύουσας στις Παρθένους Νήσους εταιρείας, ιδιοκτησίας του με την ονομασία ‘’G’’, στην τράπεζα D B της Γενεύης Ελβετίας 6.500.000 ευρώ, από τα οποία μεταβίβασε σε τραπεζικό λογαριασμό του δευτέρου κατηγορουμένου, ήδη δευτέρου αναιρεσείοντα, που διατηρούσε αυτός στην ίδια Τράπεζα 3.100.000 ευρώ, από το οποίο ποσό ο τελευταίος μεταβίβασε στον πρώτο αναιρεσείοντα συνολικό ποσό 1.827.000 (1.826.998 ευρώ κατά το κατηγορητήριο), κατανεμημένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς του στην Ελλάδα και το εξωτερικό, δικούς του ή στο όνομα των μελών της οικογενείας του. Το Δικαστήριο της ουσίας προσδιορίζει στο σκεπτικό του με αναλυτικό τρόπο τη διαδρομή του χρήματος μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ώστε ο πρώτος αναιρεσείων να λάβει στην κατοχή του το ως άνω χρηματικό ποσό ως δώρο και να συντελεστεί η πράξη της δωροδοκίας, που αποτελεί το βασικό έγκλημα. Ειδικότερα, το ποσό αυτό αποτελεί δώρο προς αυτόν του Δ. Π, συνιδιοκτήτη της ‘’....’’, προκειμένου αυτός ως πρόεδρος του Δ.Σ. του ….., νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, να παρουσιάσει ευνοϊκά το ομόλογο αυτό στα μέλη του Δ.Σ., ενόψει των ανταγωνιστικών προτάσεων και άλλων σημαντικών επενδυτικών και χρηματιστηριακών εταιρειών στο Ταμείο και να εξασφαλίσει την έγκριση της αγοράς του. Με βάση τα αναπτυχθέντα στο σκεπτικό πραγματικά περιστατικά και κατά τις εκτιθέμενες παραδοχές του Δικαστηρίου, οι αναιρεσείοντες τέλεσαν το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, αυτό δε με το έγκλημα της δωροδοκίας, ενόψει ότι απέβλεπαν στη λήψη δώρου ή χρηματικού ωφελήματος υπέρ του πρώτου αναιρεσείοντος, ήταν προσχεδιασμένα και ενταγμένα σε ένα γενικότερο εγκληματικό σχεδιασμό. Ο πρώτος αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για να αποκρύψει την παράνομη πηγή των χρημάτων, μετασχηματίζοντας αυτά με τέτοιο τρόπο ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται νόμιμη, εν γνώσει της αξιόποινης προέλευσής τους ως προϊόν δωροδοκίας και ακριβώς σκοπός του ήταν η συγκάλυψη της πραγματικής προέλευσής τους. Ο δεύτερος αναιρεσείων συνέδραμε τον πρώτο στην νομιμοποίηση των χρημάτων αυτών εν γνώσει ότι αυτά ήταν προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας και με πρόθεση να παράσχει συνδρομή σε αυτή τη συγκάλυψη της αλήθειας. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον: α) λόγω της αυτοτέλειας του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα έναντι του προγενέστερου βασικού εγκλήματος της δωροδοκίας, αφού τα εγκλήματα αυτά έχουν αυτοτελές αξιόποινο με ξεχωριστό το καθένα άδικο και απαξία, είναι αδιάφορο αν η πράξη του βασικού εγκλήματος έχει παραγραφεί και μάλιστα μετά την τέλεση της πράξης της νομιμοποίησης. Τα ως άνω εγκλήματα συρρέουν μεταξύ τους με αληθινή πραγματική συρροή και δεν θεσπίζεται εξάρτηση της νομιμοποίησης από το αξιόποινο και το τιμωρητό του πρότερου βασικού εγκλήματος. Εξάλλου, όπως απαιτείται, η πράξη της δωροδοκίας, που αποτελεί προηγούμενη ενέργεια του υπαιτίου της οποίας επιδιώκει την συγκάλυψη, βεβαιώνεται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα στοιχεία της, του τόπου, χρόνου, τρόπου τέλεσης και του καθορισμού του χρηματικού ποσού του "δώρου" και δεν απαιτείτο για τον προσδιορισμό της αναφορά εξαντλητικών λεπτομερειών περί αυτής (Α.Π.1611/2007). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο της ουσίας περιέλαβε στο σκεπτικό του και δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων έλαβε τα χρήματα τέλη Ιουλίου μέχρι αρχές Αυγούστου του 2006, ήτοι μεταγενέστερα από τη σύγκληση του Δ.Σ. του …..στις 28-6-2006, κατά την οποία, ως πρόεδρος του Δ.Σ., παρουσίασε τα χαρακτηριστικά του ένδικου επενδυτικού προϊόντος, όμως η συνεννόηση μεταξύ Π και πρώτου αναιρεσείοντος είχε προηγηθεί, κατά την οποία ο μεν πρώτος αναιρεσείων είχε ζητήσει και ο ανωτέρω Π υποσχέθηκε να του καταβάλει ως δώρο το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο στη συνέχεια του κατέβαλε. Υπόψη ότι σε περίπτωση συνδρομής περισσοτέρων τρόπων τέλεσης του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (απαίτησης ή αποδοχής δώρου ή ωφελημάτων ή υπόσχεσης παροχής), διαπράττεται ένα μόνο έγκλημα με χρόνο τον πρώτο τρόπο τέλεσης, αφότου και αρχίζει ο χρόνος της παραγραφής. Επ’ αυτού, μάλιστα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με αμετάκλητη απόφασή του, αφού ερεύνησε το χρόνο τέλεσής του, το οποίο προσδιόρισε στο δεύτερο τρίμηνο του 2006, αποφάνθηκε ότι συνέτρεχε τέτοια περίπτωση και στη συνέχεια, έπαυσε την ποινική δίωξη της αξιόποινης πράξης της δωροδοκίας λόγω παραγραφής, όπως ήδη έχει εκτεθεί. Για την πληρότητα της αιτιολογίας και τη θεμελίωση του ένδικου εγκλήματος, η διάπραξη του βασικού εγκλήματος, που περιλαμβάνεται στον νόμο ότι ανήκει στην εγκληματική δραστηριότητα, όπως, εν προκειμένω, το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας, σαφώς δέχθηκε ότι συνέτρεξε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού προσδιόρισε με σαφήνεια, λογική συνοχή και επάρκεια και δεν επηρεάστηκε από το ότι για αυτό, με αμετάκλητη απόφαση, είχε παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Όπως εκτέθηκε στις μείζονες σκέψεις, το υπόψη έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, προϋποθέτει την προγενέστερη τέλεση άλλου εγκλήματος που συνιστά την εγκληματική δραστηριότητα (βασικό έγκλημα) και σ’ αυτό θεμελιώνεται και, επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς επελήφθη περί του βασικού εγκλήματος και δεν υπερέβη την εξουσία του. Όσα, συνεπώς, αντίθετα, αιτιάται ο πρώτος αναιρεσείων στα δικόγραφα πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσής του: α) περί παραβίασης του δεδικασμένου, διότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του την αμετάκλητη παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής του αδικήματος της δωροδοκίας, β) ότι, επίσης, το ίδιο Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, αναφερόμενο στην πράξη αυτή, η οποία με την άσκηση της έφεσής του δεν είχε μεταβιβαστεί και γ) ότι η ίδια ως άνω πράξη δεν προσδιορίζεται επαρκώς ως προς το χρόνο τέλεσής της και επιπλέον, ως προς τα λοιπά στοιχεία της ειδικής υπόστασής της ως βασικού εγκλήματος, είναι αβάσιμα, όπως και οι τρεις πρώτοι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄, Ε΄, Θ΄ του Κ.Π.Δ., αναιρετικοί λόγοι των δικογράφων αυτών. Με το τέταρτο λόγο του δικογράφου πρόσθετων λόγων ο πρώτος αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, διότι αυτή (αιτιολογία) του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επαναλαμβάνεται μηχανικώς, με αποτέλεσμα να φαλκιδεύεται το δικαίωμα της έφεσης που άσκησε και ότι με τον τρόπο αυτόν συνέβη ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της δικαιοδοτικής εξουσίας του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και παράλληλα για το λόγο αυτό συνέτρεξε παραβίαση του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος περί παροχής εννόμου προστασίας δια της επανεξετάσεως της υποθέσεως και παραβίαση της βασικής αρχής της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη. Το Δικαστήριο της ουσίας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης του κατηγορουμένου και, αφού εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, επανεξετάζει την υπόθεση ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο τόσον κατά νόμο όσο και κατ’ ουσία χωρίς να δεσμεύεται από την κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Έτσι, έχει και την εξουσία να κρίνει όπως το πρωτόδικο δικαστήριο, δηλαδή να καταλήξει σε ενοχή του κατηγορουμένου. Τον μόνο περιορισμό που έχει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι η τήρηση της γενικής αρχής του δικαίου περί μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου. Από τη σχετική επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας με το διαφορετικής έκτασης, σε σχέση με αυτό του πρωτόδικου Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών), σκεπτικό του, διατύπωσε, κατά τα παραπάνω, με πληρότητα την άποψή του περί της ενοχής του πρώτου αναιρεσείοντα ως αυτουργού της πράξης της παράνομης νομιμοποίησης και δεν πρόσβαλε τα ατομικά δικαιώματά του από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ στο πλαίσιο της βασικής αρχής της δίκαιης δίκης. Οι λοιπές αιτιάσεις που εμπεριέχονται στα δικόγραφα αυτά, συνιστώσες κατ’ ουσίαν αμφισβήτηση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση των αναιρετικών αυτών αιτιάσεων περί ψευδών και εσφαλμένων παραδοχών της προσβαλλόμενης, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Η αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών προσδιορίζεται από τα άρθρα 5, 6, 7 και 8 του Π.Κ., με τα οποία ορίζονται τα τοπικά όρια ισχύος των ελληνικών ποινικών νόμων. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Π.Κ., το οποίο καθιερώνει την αρχή της παγκόσμιας δικαιοσύνης, "Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς, ανεξάρτητα από τους νόμους του τόπου τέλεσης, για τις εξής πράξεις που τελέστηκαν στην αλλοδαπή: α)...., ια) κάθε άλλο έγκλημα, για το οποίο ειδικές διατάξεις ή διεθνείς συμβάσεις υπογραμμένες και επικυρωμένες από το ελληνικό κράτος προβλέπουν την εφαρμογή των ελληνικών ποινικών νόμων". Τέτοια ειδική διάταξη (πρόβλεψη), επί της οποίας θεμελιωνόταν η δικαιοδοσία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων για το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, αποτελούσε αυτή του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.2331/1995, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο πέμπτο του Ν.2655/1998, σύμφωνα με την οποία "Τα εγκλήματα του άρθρου αυτού τιμωρούνται ακόμα και στην περίπτωση που η εγκληματική δραστηριότητα έλαβε χώρα στην αλλοδαπή και δεν υπόκειται στη δικαιοδοσία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων". Όμως, μετά την κατάργηση του Ν.2331/1995 με το άρθρο 55 του Ν.3691/2008, με τον οποίο (νόμο) ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου και η Οδηγία 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής, δεν επαναλήφθηκε αντίστοιχη με το ως άνω άρθρο 2 παρ. 4 ρύθμιση στο άρθρο 45 του τελευταίου αυτού νόμου που προβλέπει ποινικές κυρώσεις για πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ούτε βέβαια και στο άρθρο 39 του μεταγενέστερου Ν. 4557/2018, οπότε έχει εφαρμογή πλέον η γενική διάταξη του άρθρου 6 του Π.Κ., που προβλέπει ότι τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για εγκλήματα που τελούν ημεδαποί στην αλλοδαπή, υπό την προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου. Εξάλλου, τόπος τέλεσης της πράξης, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 Π.Κ. "θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη, καθώς και ο τόπος όπου επήλθε….σύμφωνα με την πρόθεσή του το αποτέλεσμα". Ο τόπος τέλεσης της πράξης έχει σημασία για την εφαρμογή των ελληνικών ποινικών νόμων, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις. Στο κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ο τόπος τέλεσης είναι αυτός όπου διαπράχθηκε οποιαδήποτε μερική πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 2ο λόγο υπό σκέλη Α, Β, Γ, Δ της αίτησης αναίρεσής του, ο δεύτερος αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα για το οποίο (με την ιδιότητα του άμεσου συνεργού) καταδικάστηκε, φέρεται ότι τελέστηκε στην αλλοδαπή και δη στην Ελβετία με τα εμβάσματα που έκανε στους τραπεζικούς λογαριασμούς του πρώτου αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, ο δεύτερος αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, προκειμένης περίπτωσης τέλεσης ποινικού αδικήματος στην αλλοδαπή από ημεδαπό, πρέπει να συντρέχει ο εξωτερικός όρος του αξιοποίνου, το ως άνω αδίκημα να είναι αξιόποινο και κατά τους νόμους της χώρας στο έδαφος της οποίας τελέστηκε και, επιπλέον, να μην έχει παραγραφεί κατά το αλλοδαπό δίκαιο και, συνεπώς, έπρεπε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεν συνέτρεχε ο όρος αυτός, να τον απαλλάξει για το εν λόγω ποινικό αδίκημα της άμεσης συνέργειας στην παράνομη νομιμοποίηση. Αντ’ αυτού, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τον νόμο εσφαλμένως τον καταδίκασε. Το Δικαστήριο της ουσίας με το σκεπτικό του στην προσβαλλόμενη απόφαση έχει δεχθεί και τα εξής: <<…Στις 17-7-2006 από τον λογαριασμό της G μεταφέρθηκε το ποσό των 6.400.000 ευρώ στον λογαριασμό του Δ Π, που τηρούσε στην ίδια ως άνω τράπεζα στη Γενεύη, ο οποίος αυθημερόν μεταβίβασε από αυτόν τον λογαριασμό του το ποσό των 3.100.000 ευρώ στον λογαριασμό που τηρούσε στην ίδια Τράπεζα ο δεύτερος κατηγορούμενος Ν Δ . Ο τελευταίος από το ως άνω ποσό των 3.100.000 ευρώ μετέφερε : α) 57.000 ευρώ στις 20-7-2006 στον λογαριασμό που τηρούσε ο πρώτος κατηγορούμενος στην Τράπεζα H στο Λονδίνο, β) 40.000 ευρώ στις 20-7-2006 στον λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου στην Τράπεζα M B στο Πειραιά, γ) 90.000 ευρώ στις 28-7-2006 στον ίδιο λογαριασμό, δ) 140.000 ευρώ την 1-8-2006 στον ίδιο λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου, ε) 500.000 ευρώ στις 2-8-2006 στον 33006 λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου στην Ελβετική Τράπεζα <<V B>> και στ) 1.000.000 ευρώ στις 2-8-2006 στον 33007 λογαριασμό στην ίδια Τράπεζα, του οποίου συνδικαιούχοι ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, η σύζυγός του και ο υιός του ……. …Από τον Μάρτιο του 2007 η Ελβετική Ομοσπονδιακή Εισαγγελία διενήργησε προανακριτική διαδικασία λόγω αποχρωσών ενδείξεων για ξέπλυμα χρήματος, απάτη, δωροδοκία αλλοδαπών αξιωματούχων, σε βάρος των Δ Π, Ν Δ και Δ Κ, κατόπιν δε αιτήσεως δικαστικής συνδρομής των ελληνικών αρχών από την Ομοσπονδιακή Εισαγγελία διατάχθηκε η κατάσχεση του υπολοίπου των τραπεζικών λογαριασμών των εταιρειών C(συμφερόντων Δ. Π) και D (συμφερόντων πρώτου κατηγορουμένου), καθώς και του λογαριασμού του Δ. Π που τηρούνται στις τράπεζες D B και V B αντίστοιχα. >>. Δεδομένου ότι η πράξη της παράνομης νομιμοποίησης, κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσα, στην οποία καταδικάστηκε ο δεύτερος αναιρεσείων με την ιδιότητα του άμεσου συνεργού στην ίδια πράξη του πρώτου αναιρεσείοντα (αυτουργού), με τον κατακερματισμό του αντικειμένου της δωροδοκίας σε μικρότερα ποσά και την κατάθεσή τους σε διαφορετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε ο πρώτος αναιρεσείων τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, τελέστηκε και στην Ελλάδα, όπου επήλθε και το αποτέλεσμα της παράνομης νομιμοποίησης των χρημάτων των τραπεζικών λογαριασμών του πρώτου αναιρεσείοντα, το Δικαστήριο της ουσίας που εφάρμοσε τους ελληνικούς ποινικούς νόμους για τον δεύτερο αναιρεσείοντα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις που ορίζουν την αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών. Ανεξαρτήτως αυτών, από τις ως άνω παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, με σαφήνεια προκύπτει ότι οι ενέργειες των αναιρεσειόντων που έδρασαν με εγκληματικό σχεδιασμό, απέβλεπαν στην νομιμοποίηση των χρημάτων των ελληνικών τραπεζικών λογαριασμών, επιπρόσθετα δε, δεν τίθεται θέμα μη υπάρξεως διττού αξιοποίνου έναντι των Ελβετικών αρχών, οι οποίες προέβησαν σε ανακριτικές έρευνες και πράξεις ως προς την ένδικη αξιόποινη πράξη εκτός άλλων πράξεων, λόγω αποχρωσών ενδείξεων για ξέπλυμα χρήματος, με τη συνδρομή και των αντίστοιχων ελληνικών προανακριτών αρχών. Συνεπώς, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ Κ.Π.Δ., με τα ως άνω σκέλη του είναι αβάσιμος. Εξάλλου, τα σκέλη υπό στοιχεία Ε΄ και ΣΤ΄ του ιδίου αναιρετικού λόγου προβάλλονται απαραδέκτως, καθώς αναφέρονται σε άλλη αιτία των επί μέρους πράξεων κατάθεσης σε τραπεζικούς λογαριασμούς και, ως εκ τούτου, θίγουν την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, ο τρίτος λόγος αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντα, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε έχει πλημμεληματική μορφή και έχει παραγραφεί, επειδή έχει παραγραφεί αυτή της παθητικής δωροδοκίας του πρώτου αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμος. Όπως ήδη εκτέθηκε, η πράξη της παράνομης νομιμοποίησης έναντι του βασικού εγκλήματος που την θεμελιώνει έχει αυτοτέλεια και είναι αδιάφορο εάν η πράξη του βασικού εγκλήματος έχει παραγραφεί· επομένως, καμία τέτοια αναλογία δεν τις συνδέει. Κατόπιν όλων αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης των αναιρεσειόντων, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι επί της πρώτης αναίρεσης του Δ Κ. Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες (άρθρο 578 παρ.1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 22-9-2020 αιτήσεις των αναιρεσειόντων: 1. Δ Κ του Α και 2. Ν Δ του Θ, οι οποίες επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αρ.πρωτ. 7634/23-9-20 και 7635/23-9-20, αντιστοίχως, καθώς και τους από 21-12-2020 και 10-1-2022 πρόσθετους λόγους επί της πρώτης αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 457/2020 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία
η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ