ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Στο άρθρο 39 παρ. 1 δ΄ του Ν. 4557/2018, όπως αντικ. με το άρθρο 6 του Ν. 4816/2021,προβλέφθηκε αντίστοιχη μεν ρύθμιση, αρκετά όμως διαφοροποιημένη των προϊσχυσάντων άρθρων 45 παρ. 1 θ΄ του Ν.3691/2008 και 39 παρ. 1 θ΄ του Ν. 4557/2018,σύμφωνα με την οποία αν το βασικό αδίκημα (πχ. δωροληψία) τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, τότε, ανεξαρτήτως του ύψους των εγκληματικών εσόδων, το παρεπόμενο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων τιμωρείται επίσης σε βαθμό πλημμελήματος με φυλάκιση έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή έως τριακόσιες (300) ημερήσιες μονάδες.
ΑΡΙΘΜΟΣ 135/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 42/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Κατσούλη-Εισηγήτρια, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά και Διονύσιο Παλλαδινό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ Ν του , κατοίκου Πρέβεζας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τζούμα, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 72/2021 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20-12-2021 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2/2022.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να μεταβληθεί η κατηγορία από κακουργηματική σε πλημμεληματική νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τελεσθείσα στην Πρέβεζα στις 19-6-2007 και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη αυτήν λόγω παραγραφής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 20-12-2021 και με αριθμό εκθέσεως 13/2021 (ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα αυτοπροσώπως με δήλωση ενώπιον της αρμόδιας γραμματέα του Εφετείου Ιωαννίνων) για αναίρεση της 72/2021 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων (το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό και κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α΄ και 2ε΄ του ΠΚ, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ), περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης), και, συνεπώς είναι παραδεκτή.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.2331/1995, όπως αυτό ίσχυε μέχρι τις 13-12-2005 «Με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής». Οι διατάξεις αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν.3424/2005 ως εξής: «1. α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, β) …, γ) … δ) Η ποινική ευθύνη για βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω στοιχείων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου αυτής. Όμως, στις περιπτώσεις αυτές, ο υπαίτιος τιμωρείται και ως αυτουργός ή ως ηθικός αυτουργός των ανωτέρω στοιχείων α΄, β΄ και γ΄, αν η τέλεσή τους από τον ίδιο ή από άλλον εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης. Εάν το βασικό έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, ο ανωτέρω υπαίτιος ή τρίτος τιμωρείται, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ’ αυτού ή τρίτου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό το βασικό έγκλημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος… Σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β΄». Από το τελευταίο αυτό εδάφιο της ως άνω διάταξης σαφώς συνάγεται, ότι αν το βασικό έγκλημα είχε παραγραφεί αλλά τιμωρούνταν με ποινή φυλάκισης ανώτερη του έτους δεν αίρονταν το αξιόποινο της παρεπόμενης νομιμοποίησης εσόδων. Ακολούθως, καταργηθείσας της ως άνω διάταξης, ίσχυσε από 5-8-2008 ο Ν.3691/2008, ο οποίος στο άρθρο 45 παρ. 1, το οποίο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προβλέπει ότι «Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, τιμωρείται ο υπαίτιος των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. β) Ο υπαίτιος των πράξεων του προηγούμενου στοιχείου α΄ τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες ευρώ (30.000 ευρώ) έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (1.500.000 ευρώ), αν έδρασε ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου ή αν το βασικό έγκλημα περιλαμβάνεται στα αδικήματα των στοιχείων γ΄, δ΄ και ε΄ του άρθρου 3 του παρόντος, ακόμη και αν γι’ αυτά προβλέπεται ποινή φυλάκισης. γ) … δ) … ε) Η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων (αυτουργών και συμμετόχων), για τις πράξεις των στοιχείων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου αυτής, εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού εγκλήματος. στ) Αν η προβλεπόμενη ποινή για βασικό έγκλημα είναι φυλάκιση, ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων, που δεν είναι συμμέτοχος στη διάπραξη του βασικού εγκλήματος, εφόσον είναι συγγενής εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή ή εκ πλαγίου μέχρι και του β΄ βαθμού ή σύζυγος, θετός γονέας ή θετό τέκνο του υπαιτίου βασικού εγκλήματος. ζ) Αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό αδίκημα, η τυχόν ποινή κατ’ αυτού ή τρίτου από τους αναφερόμενους στο δεύτερο εδάφιο του στοιχείου στ΄ για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από το ίδιο βασικό αδίκημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για την τέλεση του βασικού αδικήματος. η) Οι διατάξεις των στοιχείων στ΄ και ζ΄ δεν ισχύουν στις περιστάσεις του στοιχείου γ΄ και στα βασικά αδικήματα που αναφέρονται στην περίπτωση β΄ του παρόντος άρθρου. θ) Αν η προβλεπόμενη ποινή για βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση και τα προκύψαντα έσοδα δεν υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως δύο ετών. Αν στην περίπτωση αυτή συντρέχουν στο πρόσωπο του υπαιτίου του βασικού αδικήματος ή τρίτου οι περιστάσεις του στοιχείου γ΄, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων είναι φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. ι) … 2. Η άσκηση της ποινικής δίωξης και η καταδίκη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες δεν προϋποθέτει ποινική δίωξη ή καταδίκη του υπαιτίου για το βασικό αδίκημα. 3. Στις περιπτώσεις εξάλειψης του αξιόποινου, αθώωσης λόγω του ότι η πράξη κατέστη ανέγκλητη ή απαλλαγής του υπαιτίου από την ποινή λόγω ικανοποίησης του ζημιωθέντος για το βασικό αδίκημα, για το οποίο προβλέπεται ότι η ικανοποίηση του ζημιωθέντος επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα, αίρεται το αξιόποινο ή κηρύσσεται αθώος ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος από την ποινή και για τις συναφείς πράξεις νομιμοποίησης εσόδων. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται όταν το αξιόποινο εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής». Από την ως άνω διάταξη σαφώς συνάγεται, ότι ο δράστης του βασικού εγκλήματος μπορεί να τιμωρηθεί για το παρεπόμενο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων, εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των δύο εγκλημάτων είναι διαφορετικά (άρθρο 45 παρ. 1 εδ. ε΄). Περαιτέρω, η παθητική δωροδοκία-δωροληψία (άρθρο 235 του ΠΚ), η οποία είχε συμπεριληφθεί στα βασικά εγκλήματα του άρθρου 1 στοιχείο α΄ του Ν.2331/1995 με το άρθρο 2 παρ. 1 εδ δδ΄ του Ν.3424/2005, συμπεριλήφθηκε κατά το άρθρο 3 εδ. γ΄ του Ν.3691/2008 στα βασικά εγκλήματα, η διάπραξη των οποίων συνιστά εγκληματική δραστηριότητα, καθώς επίσης συμπεριλήφθηκε και στα βασικά αδικήματα, η τέλεση των οποίων στοιχειοθετεί την επιβαρυντική περίσταση νομιμοποίησης εσόδων κατ’ άρθρο 45 παρ. 1 εδ. β΄ του Ν.3691/2008. ‘Ετσι, ακόμη και αν η προβλεπόμενη ποινή για το βασικό έγκλημα της δωροληψίας ήταν φυλάκιση, η από αυτήν νομιμοποίηση εσόδων δεν μπορούσε να είναι πλημμεληματική προνομιούχος μορφή του άρθρου 45 παρ. 1 εδ. στ΄ του Ν.3691/2008, κατά ρητή πρόβλεψη του ίδιου άρθρου παρ. 1 εδ. η΄, αλλά και στην περίπτωση αυτή παρέμενε κακουργηματική. Όμως το ως άνω άρθρο 45 παρ. 1 εδ. η΄ δεν απέκλειε την περίπτωση που για το βασικό έγκλημα της δωροληψίας προβλεπόταν φυλάκιση και τα προκύψαντα έσοδα δεν υπερέβαιναν το ποσό των 15.000 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το εδ. θ΄ της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, η νομιμοποίηση εσόδων ήταν πλημμέλημα με προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης έως δύο έτη. Επακολούθησε ο Ν.4557/2018 «Πρόληψη – καταστολή της νομιμοποίησης από εγκληματικές δραστηριότητες», με το άρθρο 4 εδ. γ΄ του οποίου η παθητική δωροδοκία – δωροληψία (άρθρο 235 του ΠΚ) συμπεριλήφθηκε και πάλι ρητά στα βασικά αδικήματα, η διάπραξη των οποίων συνιστά εγκληματική δραστηριότητα, ενώ με το άρθρο 39 του ίδιου ως άνω νόμου θεσπίστηκαν εκ νέου ακριβώς οι ίδιες ρυθμίσεις κατά παράγραφο και εδάφιο. Τέλος, το άρθρο 39 του Ν.4557/2018 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν.4816/2021 (ΦΕΚ Α΄ 118/9-7-2021) «Καταστολή νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Επιτάχυνση απον. δ/νης Ενσωμ. Οδηγ. 2018/1673 (797735), ως εξής: «1.α) Ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη και με χρηματική ποινή από τριακόσιες (300) έως χίλιες (1000) ημερήσιες μονάδες. β) Ο υπαίτιος των πράξεων της περ. α΄ τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή από χίλιες (1000) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ημερήσιες μονάδες: αα) αν το αντικείμενο της νομιμοποίησης υπερβαίνει συνολικά σε αξία το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ ή ββ) αν η πράξη τελείται από υπόχρεο φυσικό πρόσωπο κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας ή από πρόσωπο του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 46, ή γγ) αν η περιουσία που είναι αντικείμενο της νομιμοποίησης προέρχεται από τα κακουργήματα των περ. α΄, β΄, γ΄, η΄και θ΄του άρθρου 4, καθώς και των άρθρων 323Α΄, 374, 380, της παρ. 2 του δεύτερου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 385 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ, 4619/2019 Α΄ 95), της παρ. 5 του άρθρου 29 και του άρθρου 30 του ν.4251/2014 (Α΄ 80). γ) … δ) Αν το βασικό αδίκημα τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή έως τριακόσιες (300) ημερήσιες μονάδες … ε) Η ποινική ευθύνη για το βασικό αδίκημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων, αυτουργού και συμμετόχων για τις πράξεις των περ. α΄, β΄, γ΄ και δ΄, εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού εγκλήματος … στ) … ζ) … η) … 2. … 3. Η άσκηση ποινικής δίωξης και η καταδίκη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, δεν προϋποθέτουν ποινική δίωξη ή καταδίκη του υπαιτίου για το βασικό αδίκημα. 4. Στις περιπτώσεις εξάλειψης του αξιόποινου, δικαστικής άφεσης της ποινής αθώωσης λόγω του ότι η πράξη κατέστη ανέγκλητη ή απαλλαγής του υπαιτίου από την ποινή λόγω ικανοποίησης του ζημιωθέντος για το βασικό αδίκημα, για το οποίο προβλέπεται ότι η ικανοποίηση του ζημιωθέντος επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα, εξαλείφεται το αξιόποινο, δεν επιβάλλεται ποινή, κηρύσσεται αθώος ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος από την ποινή και για τις συναφείς πράξεις νομιμοποίησης εσόδων. Η παρούσα δεν εφαρμόζεται όταν το αξιόποινο του βασικού εγκλήματος εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής. 5… 6… 7…». Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται, ότι δεν επαναλήφθηκε μεν η ρύθμιση των προϊσχυσάντων άρθρων 45 παρ. 1 θ΄ του Ν.3691/2008 και 39 παρ. 1 θ΄ του Ν. 4557/2018, πλην όμως προβλέφθηκε αντίστοιχη μεν ρύθμιση, αρκετά όμως διαφοροποιημένη, στο άρθρο 39 παρ. 1 δ΄ του Ν. 4557/2018, όπως αντικ. με το άρθρο 6 του Ν. 4816/2021, σύμφωνα με την οποία αν το βασικό αδίκημα (πχ. δωροληψία) τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, τότε, ανεξαρτήτως του ύψους των εγκληματικών εσόδων, το παρεπόμενο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων τιμωρείται επίσης σε βαθμό πλημμελήματος με φυλάκιση έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή έως τριακόσιες (300) ημερήσιες μονάδες. Βεβαίως, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΠΚ, σε περίπτωση που τα εγκληματικά έσοδα από τη δωροληψία είναι μεγαλύτερα των 15.000 ευρώ, θα εφαρμοσθεί ως ευμενέστερη η πρόσφατη και ισχύουσα διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 εδ. δ΄ του Ν.4557/2018, όπως αντικ. με το άρθρο 6 του Ν.4816/2021 (διότι προηγουμένως στην περίπτωση αυτή η νομιμοποίηση εσόδων τιμωρούνταν σε βαθμό κακουργήματος), ενώ αν τα έσοδα αυτά είναι λιγότερα των 15.000 ευρώ, θα εφαρμοσθεί ως ευμενέστερη η προϊσχύσασα όμοια ρύθμιση των άρθρων 45 παρ. 1 εδ. θ΄ του Ν. 3691/2008 και 39 παρ. 1 εδ. θ΄ του Ν.4557/2018, με την επισημείωση ότι στις δύο περιπτώσεις η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 235 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του Ν.2802/2001 και ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (19-6-2007), «Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά». Ακολούθως, η ως άνω διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν.3666/2008, οπότε επανήλθε η αρχική διατύπωση για μελλοντική ή ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη του δράστη και προβλέφθηκε κακουργηματική επιβαρυντική περίσταση, αν η αξία των ωφελημάτων υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ. Ακολούθως, με το άρθρο 3 παρ. 4 εδ. α΄ του Ν. 3943/2011 προστέθηκε επιβαρυντική κακουργηματική περίσταση, όταν ο δράστης έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών, ενώ με την παρ. 1 περ. γ΄ του άρθρου 24 του Ν.4055/2012 το ποσό των 73.000 ευρώ αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 120.000 ευρώ. Περαιτέρω με το άρθρο 68 του Ν.4139/2013 προστέθηκε η επιβολή χρηματικής ποινής και στην πλημμεληματική και στην κακουργηματική μορφή της παθητικής δωροδοκίας, ενώ ορίστηκε ότι δεν συνιστά δωροδοκία η απλή υλική παροχή προς έκφραση ευγνωμοσύνης, πλην όμως η τελευταία αυτή ρύθμιση καταργήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 4198/2013. Εξάλλου, με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος 1 Ε.6 στον Ν. 4254/2014, προστέθηκαν αφενός μεν δύο νέες κακουργηματικές μορφές (όταν η πράξη η παράλειψη του υπαλλήλου αντίκειται στα καθήκοντά του και όταν υπήρξε τέλεση κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το ωφέλημα είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας) αφετέρου δε δύο πλημμεληματικές μορφές (όταν ο δράστης ζητεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ή για άλλον αθέμιτη παροχή περιουσιακής φύσης, επωφελούμενος από την ιδιότητά του και όταν ο προϊστάμενος του δράστη από αμέλεια, κατά παράβαση συγκεκριμένου υπηρεσιακού καθήκοντος, δεν απέτρεψε πρόσωπο που τελεί υπό τις εντολές του ή υπόκειται στον έλεγχό του από την τέλεση της πράξης), οι ρυθμίσεις δε αυτές αυστηροποιήθηκαν με το άρθρο 32 παρ. 1 και 2 του Ν.4258/2014. Τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 235 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, η δωροληψία υπαλλήλου, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έχει ως εξής: «Υπάλληλος, ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος, για ενέργεια ή παράλειψή του σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν ο υπαίτιος τελεί την πράξη του προηγούμενου εδαφίου κατ’ επάγγελμα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηματική ποινή. 2. Αν η ως άνω ενέργεια ή παράλειψη του υπαιτίου αντίκειται στα καθήκοντά του, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. Αν ο υπαίτιος τελεί την πράξη του προηγούμενου εδαφίου κατ’ επάγγελμα τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή έως χίλιες (1000) ημερήσιες μονάδες. 3. Υπάλληλος, ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, για τον εαυτό του ή για άλλον, αθέμιτη παροχή περιουσιακής φύσης, επωφελούμενος από την ιδιότητά του, τιμωρείται με φυλάκιση, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη ποινική διάταξη. 4… 5…». Από τα προαναφερθέντα συνάγεται, ότι κατά το χρόνο τέλεσης του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (19-6-2007), το βασικό αδίκημα της κατ’ άρθρο 235 του προϊσχύσαντος ΠΚ παθητικής δωροδοκίας του κατηγορουμένου, οποίος φέρεται ότι, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ως υπαλλήλου – φαρμακοποιού του Γ Ν Π, ζήτησε 600 ευρώ από την φαρμακευτική εταιρεία B H για να προβεί σε αναγόμενη στα καθήκοντά του μελλοντική ενέργεια, δηλαδή να προβεί για λογαριασμό του νοσοκομείου σε παραγγελίες παραγομένων από αυτήν φαρμακευτικών προϊόντων, ήταν αναμφισβήτητα πλημμέλημα, χωρίς τότε να προβλέπεται καμία επιβαρυντική κακουργηματική περίσταση, οπότε πράγματι, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 3 και 112 του ΠΚ, πριν αποκαλυφθεί από τον ΣΔΟΕ, προς το οποίο η εντολή για έρευνα της υπόθεσης εκδόθηκε στις 2-11-2012. Συνεπώς, εφόσον το ως άνω βασικό έγκλημα ήταν πλημμέλημα, τότε πλημμέλημα ήταν και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων ύψους 600 ευρώ, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 45 παρ. 1 εδ. θ΄ του Ν. 3691/2008, 39 παρ. 1 εδ. θ΄ του Ν. 4557/2018 και 39 παρ. 1 εδ. δ΄ του Ν. 4557/2018, όπως αντικ. με το άρθρο 6 του Ν. 4816/2021, και, συνεπώς, ενόψει του χρόνου τέλεσής της (19-6-2007) είχε πλέον υποκύψει από τις 19-6-2012 στην πενταετή για τα πλημμελήματα παραγραφή, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 3 και 112 του ΠΚ, η οποία δεν ανεστάλη επί τριετία κατά τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 1, 2 εδ. α΄ του ΠΚ, αφού το υπ’ αριθμ. 102 για την υπόψη υπόθεση παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων εκδόθηκε το έτος 2017. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω 72/2021 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, απολογία του κατηγορουμένου), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: «Με την 160/66852/02.11.2012 εντολή του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ηπείρου και μετά από σχετική παραγγελίας του Οικονομικού Εισαγγελέα για τη διενέργεια έρευνας σχετικά με καταγγελία παράνομης προώθησης φαρμάκων μεγάλης φαρμακευτικής εταιρείας από ιατρούς των νοσοκομείων, για το χρονικό διάστημα από το έτος 2006 έως 2009, αρμόδιοι υπάλληλοι της εν λόγω υπηρεσίας διενήργησαν έλεγχο, μεταξύ άλλων, και στον κατηγορούμενο, ο οποίος υπηρετούσε στο Γ Ν Π με την ιδιότητα του φαρμακοποιού. Στα πλαίσια του ελέγχου αυτού ζητήθηκε και η χορήγηση στοιχείων σχετικά με τις κινήσεις των τραπεζικών του λογαριασμών. Από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν διαπιστώθηκε ότι στις 19.6.2007 κατατέθηκε στον κοινό με τη σύζυγό του τραπεζικό λογαριασμό της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, με αριθμό 6603003315-0, το ποσό των 600 €, η οποία (κατάθεση) πραγματοποιήθηκε από τον εξετασθέντα στο ακροατήριο μάρτυρα Ζ Ζ, ο οποίος κατά το χρονικό εκείνο διάστημα ήταν υπάλληλος της φαρμακευτικής εταιρείας «B» και ενεργούσε κατ’ εντολή του προϊσταμένου του. Το παραπάνω αποτελούσε ωφέλημα που, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ο κατηγορούμενος ζήτησε και έλαβε από την εταιρία B H για τον εαυτό του, προκειμένου, με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου (φαρμακοποιού) του Γ Ν Π, να προωθήσει - προβεί σε παραγγελίες φαρμακευτικών προϊόντων παραγωγής της εν λόγω εταιρίας για λογαριασμό του νοσοκομείου. Η κατάθεση εκ μέρους του ανωτέρω υπαλλήλου της φαρμακευτικής εταιρείας στον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου είχε ως συνέπεια τα χρήματα αυτά να περιέλθουν στην κατοχή του και να απολέσουν την αυτοτέλειά τους και κατά αυτόν τον τρόπο να επιτευχθεί η συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης αυτών από την αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας, της οποίας το αξιόποινο σε κάθε περίπτωση έχει παραγραφεί. Τα παραπάνω προκύπτουν από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και κυρίως από την κατάθεση του μάρτυρος Ζ Ζ, ο οποίος επιβεβαίωσε την κατάθεση του ως άνω χρηματικού ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου, από τον ίδιο, κατ’ εντολή του προϊσταμένου του, δεν το αρνείται δε ούτε ο κατηγορούμενος. Ισχυρίζεται όμως, αρνούμενος την κατηγορία, ότι το εν λόγω ποσό είχε δανείσει στον ιατρικό επισκέπτη της πιο πάνω φαρμακευτικής εταιρίας Κ Γ, με την υπόσχεση να του επιστραφούν σε σύντομο χρονικό διάστημα, όπως και πράγματι επιστράφηκαν μέσω του άνω τραπεζικού του λογαριασμού. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Και τούτο διότι : 1. Τα χρήματα κατατέθηκαν από τον υπάλληλο της εταιρίας Ζ Ζ, κατ’ εντολή Προϊσταμένου του, 2. Αν η κατάθεση αφορούσε το δάνεισμα, θα ανέφερε στην πράξη κατάθεσης για λογαριασμό τινος καταβάλλεται το άνω ποσό, 3. συνομολογεί ο κατηγορούμενος ότι ο ως άνω ιατρικός επισκέπτης εμφανίστηκε στο Νοσοκομείο Πρέβεζας κατά το τελευταίο πριν την κατάθεση έτος και ενημέρωνε κυρίως και αποκλειστικά τους Ιατρούς για την κυκλοφορία και τις ιδιότητες των νέων φαρμάκων και όχι τους φαρμακοποιούς, μη εξηγώντας πειστικά πώς ο ίδιος συνήψε κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα σχέσεις προσωπικές, εξικνούμενες μέχρι και τον δανεισμό του τελευταίου. 4. Ο μάρτυρας και υπάλληλος της εταιρίας B, Ζ Ζ, κατέθεσε ότι δεν γνώριζε ιατρικό επισκέπτη της εταιρίας με το όνομα Κ Γ, γεγονός που βεβαιώνεται και από το από 8.12.2014 έγγραφο της εταιρείας «B», σύμφωνα με το οποίο στα αρχεία του προσωπικού της δεν βρέθηκε συνεργάτης με το όνομα Κ Γ. Τέλος και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο ίδιος, υπό την ως άνω ιδιότητά του, δεν ήταν αρμόδιος να αποφασίσει για τις παραγγελίες των φαρμάκων, αλλά οι εκάστοτε διευθυντές κάθε κλινικής του νοσοκομείου και συνεπώς δεν είχε όφελος κάποιο χρηματικό αντάλλαγμα, δεν κρίνεται βάσιμος, καθώς ο φαρμακοποιός του νοσοκομείου, όπως ο κατηγορούμενος, είναι αυτός που συνεργάζεται με τους επιστημονικούς συνεργάτες (ιατρικούς επισκέπτες) των φαρμακευτικών εταιρειών, καθώς αυτός είναι υπεύθυνος για την διαχείριση των φαρμάκων και ενημερώνεται σχετικά με τα νέα φάρμακα και τη δυναμική τους και στη συνέχεια ενημερώνει και τους ιατρούς, οι οποίοι με τη σειρά τους, έχοντας την κατάλληλη ενημέρωση, προβαίνουν στις παραγγελίες συγκεκριμένων σκευασμάτων. Ενόψει όλων των ανωτέρω στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο».
Στη συνέχεια το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, με την αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α΄και 2ε΄του ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:
«Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι:
Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση ενεργώντας τέλεσε έγκλημα που προβλέπεται και τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας και με χρηματική ποινή και ειδικότερα στην Πρέβεζα, στις 19.6.2007, απέκτησε και κατείχε περιουσία, καθώς και συγκάλυψε την αλήθεια όσον αφορά στη φύση, προέλευση και στη διακίνηση της ίδιας περιουσίας, εν γνώσει, κατά το χρόνο κτήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, αποκρύπτοντας την αλήθεια όσον αφορά στη φύση και την προέλευση της εν λόγω περιουσίας.
Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο δέχθηκε στην κατοχή του και κατέστη δικαιούχος του ποσού των 600 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε από τον Ζ Ζ στον κοινό (με τη σύζυγό του) με αριθμό 6……-0 λογαριασμό που τηρούσε στη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., εν γνώσει του ότι το ανωτέρω ποσό αποτελούσε ωφέλημα για ενέργεια που υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά παράβαση των καθηκόντων του, είχε ζητήσει και λάβει για τον εαυτό του με τη μεσολάβηση τρίτου, για μελλοντική ενέργεια που ανάγεται στα καθήκοντά του και συγκεκριμένα αποτελούσε ωφέλημα που, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζήτησε και έλαβε από την εταιρία B H για τον εαυτό του, με τη μεσολάβηση του παραπάνω Ζ Ζ, που ενεργούσε για λογαριασμό της B H, προκειμένου με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου-φαρμακοποιού-του Γ Ν Π να προωθήσει - προβεί σε παραγγελίες φαρμακευτικών προϊόντων παραγωγής της ανωτέρω εταιρίας για λογαριασμό του νοσοκομείου. Η κατάθεση εκ μέρους του ανωτέρω προσώπου στον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό είχε ως συνέπεια τα χρήματα αυτά να περιέλθουν στην κατοχή του και να απολέσουν την αυτοτέλειά τους και κατά αυτόν τον τρόπο να επιτευχθεί η συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης αυτών από την αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας».
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, υπολαμβάνοντας την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ως μη παραγραφείσα κακουργηματική πράξη, αντί της πράγματι πλημμεληματικής και παραγεγραμμένης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 45 παρ. 1 εδ. θ΄ του Ν. 3691/2008, 39 παρ. 1 εδ. θ΄ του Ν. 4557/2018 και 39 παρ. 1 εδ. δ΄ του Ν. 4557/2018, όπως αντικ. με το άρθρο 6 του Ν. 4816/2021, κατά παραδοχή ως βάσιμου του περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ προβληθέντος πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Και τούτο διότι κατά το χρόνο (19-6-2007) τέλεσης της αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, το βασικό έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας ήταν αναμφισβήτητα πλημμέλημα, χωρίς τότε να προβλέπεται καμμία επιβαρυντική κακουργηματική περίσταση, οπότε πράγματι, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε ήδη υποκύψει την 19-6-2012 στην πενταετή παραγραφή. Συνεπώς, εφόσον το βασικό αδίκημα ήταν πλημμέλημα, τότε πλημμέλημα ήταν και η ως άνω πράξη της νομιμοποίησης εσόδων ποσού 600 ευρώ, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 45 παρ. 1 εδ. θ΄ του Ν. 3691/2088, 39 παρ. 1 εδ. θ΄ του Ν. 4557/2018 και 39 παρ. 1 εδ. δ΄ του Ν. 4557/2018, όπως αντικ. με το άρθρο 6 του Ν.4816/2021, και, συνεπώς, ενόψει του χρόνου τέλεσής της (19-6-2007) είχε υποκύψει την 19-6-2012 στην πενταετή παραγραφή, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, δεν ανεστάλη. Με τα δεδομένα αυτά, ενόψει ότι το αξιόποινο της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου της), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για την ως άνω αξιόποινη πράξη, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 368 εδ. β΄ του ΚΠΔ, χωρίς να συντρέχει, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠΔ, περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης (ΑΠ 2229/2002).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 72/2021 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Ιωαννίνων.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για το ότι: «Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση ενεργώντας τέλεσε έγκλημα που προβλέπεται και τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας και με χρηματική ποινή και ειδικότερα στην Πρέβεζα, στις 19.6.2007, απέκτησε και κατείχε περιουσία, καθώς και συγκάλυψε την αλήθεια όσον αφορά στη φύση, προέλευση και στη διακίνηση της ίδιας περιουσίας, εν γνώσει, κατά το χρόνο κτήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, αποκρύπτοντας την αλήθεια όσον αφορά στη φύση και την προέλευση της εν λόγω περιουσίας.
Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο δέχθηκε στην κατοχή του και κατέστη δικαιούχος του ποσού των 600 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε από τον Ζ Ζ στον κοινό (με τη σύζυγό του) με αριθμό 6….-0 λογαριασμό που τηρούσε στη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., εν γνώσει του ότι το ανωτέρω ποσό αποτελούσε ωφέλημα για ενέργεια που υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά παράβαση των καθηκόντων του, είχε ζητήσει και λάβει για τον εαυτό του με τη μεσολάβηση τρίτου, για μελλοντική ενέργεια που ανάγεται στα καθήκοντά του και συγκεκριμένα αποτελούσε ωφέλημα που, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζήτησε και έλαβε από την εταιρία Bayer Hellas για τον εαυτό του, με τη μεσολάβηση του παραπάνω Ζ Ζ, που ενεργούσε για λογαριασμό της B H, προκειμένου με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου-φαρμακοποιού-του Γ Ν Π να προωθήσει - προβεί σε παραγγελίες φαρμακευτικών προϊόντων παραγωγής της ανωτέρω εταιρίας για λογαριασμό του νοσοκομείου. Η κατάθεση εκ μέρους του ανωτέρω προσώπου στον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό είχε ως συνέπεια τα χρήματα αυτά να περιέλθουν στην κατοχή του και να απολέσουν την αυτοτέλειά τους και κατά αυτόν τον τρόπο να επιτευχθεί η συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης αυτών από την αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας».
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιανουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ