ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφεvός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.
Απόφαση 84 / 2020 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 84/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Σ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεωργίου Λαφαζάνο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1764/2018 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Γ. Τ. του Β., 2)Α. Κ. του Σ., 3)Κ. Α. του Α. και 4)Σ. Π. του Ι., άπαντες κάτοικοι ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Το Β' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2019 αίτησή του αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18 Φεβρουαρίου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 2182/19, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 534/19..
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, ορίζεται ότι "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφεvός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο.
Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. I) Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 εδ. α ΠΚ, περί ληστείας, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, με βάση την οποία διώχθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, "Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, με την οποία προσβάλλεται τόσο η προσωπική ελευθερία, όσο και η ατομική ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών κατ' αυτού, που μπορούν να κάμψουν την αντίστασή του, ενωμένων με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του και η ταυτόχρονη αφαίρεση με τη βία από την κατοχή εκείνου ξένου κινητού πράγματος (ολικά ή εν μέρει) ή ο εξαναγκασμός του προσώπου σε παράδοση του πράγματος, για να το ιδιοποιηθεί παράνομα ο δράστης. Είναι έγκλημα σύνθετο, αποτελούμενο από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής και της παράνομης βίας, η οποία, ως μέσον, άγει στην ικανοποίηση του σκοπού. Το έγκλημα της ληστείας στη βασική του μορφή (άρθρο 380 παρ.1 ΠΚ), τιμωρείτο με κάθειρξη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του ίδιου άρθρου 380 παρ 1 εδ. α του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα "Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή". Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 50 εδ.α, 51 παρ.1, 52 του νέου ΠΚ, προκύπτει ότι η κάθειρξη είναι πρόσκαιρη και κατ' εξαίρεση, εφόσον ο νόμος το ορίζει ρητά, ισόβια, η δε διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε έτη ούτε είναι κατώτερη των πέντε ετών. Από τη σύγκριση των διατάξεων του άρθρου 380 παρ.1 εδ.α του προϊσχύσαντος ΠΚ με αυτές του νέου άρθρου 380 παρ.1 εδ α του μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύσαντος νέου Π Κ, προκύπτει ότι δεν άλλαξε η νομοτυπική μορφή της πράξης της ληστείας, πλην όμως, για την πράξη της ληστείας με τη νέα διάταξη προβλέπεται μικρότερο ανώτερο όριο στερητικής της ελευθερίας ποινής, ήτοι κάθειρξη δεκαπέντε (15)ετών, ενώ η προηγούμενη και εφαρμοσθείσα προέβλεπε ανώτερο όριο κάθειρξης είκοσι ετών (άρθρο 52 προϊσχύσαντος ΠΚ).
Συνεπώς, για την ανωτέρω πράξη συντρέχει περίπτωση επιεικέστερου νόμου ως προς την απειλούμενη στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποίος σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου, ενώ η χρηματική ποινή λαμβάνεται υπόψη μόνο επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. II) Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής, από το δράστη ή τρίτο, με το σκοπό της παράνομης ιδιοποίησής του, είναι δε αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε τελικά, όπως και το κίνητρο της κλοπής. Στην έννοια της κατοχής περιλαμβάνεται, τόσο η πραγματική εξουσίαση επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του, η δε αφαίρεση απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Κατά τη διάταξη του ίδιου άρθρου 372 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα, "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή τελέστηκε με διάρρηξη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή χρηματική ποινή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 374 εδ. δ και ε του παλαιού ΠΚ, "η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών : α)... δ) αν η κλοπή τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες ε) αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ...", ενώ κατά το αντίστοιχο άρθρο 374 παρ. 1 του νέου Π Κ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και μέχρι 17-11-2019, "Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: α) ο υπαίτιος αφαιρεί από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία, πράγμα αφιερωμένο σε αυτή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας, β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο ή γ) η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ", τέλος δε κατά την ίδια διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν.4637/2019 και ισχύει από 18-11- 2019, κατά το άρθρο 16 του άνω νόμου, "1. Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: α) ο υπαίτιος αφαιρεί από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία, πράγμα αφιερωμένο σε αυτή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας, β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο, γ) η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό, των 120.000 ευρώ, ή δ) τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί με σκοπό την τέλεση κλοπών". Από την ισχύσασα από 1-7-2019 έως 17-11-2019 επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 374 του νέου ΠΚ προκύπτει ότι η αξιόποινη πράξη της κλοπής, που τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, ή από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, η οποία προβλεπόταν από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 374 εδ.δ' και ε' του παλαιού Ποινικού Κώδικα, δεν αποτελεί πλέον κακούργημα, αλλά πλημμέλημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, η οποία είναι επιεικέστερη από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του παλαιού Π Κ, αφού προβλέπει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινή, ήτοι φυλάκιση από δέκα ημέρες έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και, αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή τελέστηκε με διάρρηξη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή χρηματική ποινή ,αντί της προϊσχύσασας, που προέβλεπε φυλάκιση από τρεις μήνες έως πέντε έτη και, αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας? φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Ill) Κατά το άρθρο 322 του παλαιού ΠΚ, "Όποιος με απάτη ή βία, ή με απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί κάποιον έτσι ώστε να αποστερεί το συλλαμβανόμενο από την προστασία της πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη έγινε με σκοπό να εξαναγκασθεί ο παθών σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του τιμωρείται: α) .... β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών σε κάθε άλλη περίπτωση ".Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το αδίκημα της αρπαγής προσώπου αποσκοπεί στην προστασία του ατόμου από την αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας και την αδυναμία παροχής βοήθειας εκ μέρους των πολιτειακών οργάνων, στα οποία έχει ανατεθεί η διαφύλαξη και προστασία των πολιτών, χάριν της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικών θεσμών και επίτευξης των σκοπών της πολιτείας. Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος αυτού απαιτεί εναλλακτικώς την άσκηση απάτης προς ορισμένο πρόσωπο, δηλαδή με δόλιες υποσχέσεις και ανύπαρκτα πραγματικά περιστατικά, έτσι ώστε να πεισθεί το άτομο να ασπασθεί τα απατηλώς προβαλλόμενα, που φέρονται ως υπαρκτά και αληθινά, ή άσκηση βίας με την οποία κάμπτεται η ελεύθερη βούληση, με συνέπεια να επέρχεται αντίθετη κατάσταση ή την απειλή βίας, η οποία ισοδυναμεί με τη δεδηλωμένη βία, με συνέπεια να παρέχεται η δυνατότητα στον αυτουργό να συλλάβει, απαγάγει ή κατακρατήσει παράνομα το άτομο, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η παροχή της αναγκαίας προστασίας της πολιτείας. Ενδεικτικώς δε ο νόμος θεωρεί, ότι ο συλλαμβανόμενος αποστερείται της προστασίας της πολιτείας δια της περιαγωγής του σε ομηρία ή σε άλλη παραλλαγμένη, στην ουσία όμως ταυτιζόμενη, κατάσταση, εξαιτίας της οποίας επέρχεται στέρηση της ελευθερίας του προσώπου, με την έννοια της ακούσιας υποταγής στη φυσική εξουσία του αυτουργού. Περαιτέρω ο νόμος, πλην της απλής μορφής του αδικήματος της αρπαγής θεσμοθετεί και επιβαρυντική περίπτωση, με απειλή αυξημένης ποινής, υπό τον όρο ότι η πράξη αποσκοπούσε να εξαναγκασθεί ο παθών ή τρίτος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή χωρίς να υπάρχει υποχρέωσή του. Από τα ανωτέρω στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, ως κατακράτηση νοείται η παρεμπόδιση κάποιου να απομακρυνθεί αυτοβούλως από το σημείο, στο οποίο κρατείται. Ως αποστέρηση της προστασίας της πολιτείας νοείται η κατάσταση, που κάποιος θέτει ένα άλλο πρόσωπο υπό τη δική του αυθαίρετη εξουσία, κατά τρόπο, που τον αποκόπτει από την ομαλή συνθήκη βίου, όπου τελικά δεν μπορεί να ασκηθεί η προστασία του νόμου. Τέλος δε, περιαγωγή σε κατάσταση στέρησης της ελευθερίας νοείται η κατακράτηση διάρκειας στη διάθεση του δράστη, προκειμένου να επιτευχθούν οι όροι, που τέθηκαν από το δράστη. Ακόμη, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αρπαγής απαιτείται, υποκειμενικώς, δόλος, που καταλαμβάνει τόσο τη σύλληψη, απαγωγή ή παράνομη κατακράτηση, όσο και την αποστέρηση του συλληφθέντος από την προστασία της Πολιτείας. Στην περίπτωση της βασικής μορφής του εγκλήματος αυτού , που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 322 Π Κ, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, ενώ για τη διακεκριμένη μορφή του, που προβλέπει το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού, απαιτείται επιπλέον και ο σκοπός (υπερχειλής δόλος) εξαναγκασμού του παθόντος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για την οποία δεν έχει υποχρέωση. Με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 322 του νέου ΠΚ, "Όποιος με εξαπάτηση, βία, ή απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί άλλον έτσι ώστε να τον αποστερεί από την προστασία της πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη. Αν η πράξη έγινε με σκοπό να εξαναγκασθεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του επιβάλλεται κάθειρξη, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με βάση τους κανόνες της συρροής Από τη σύγκριση των διατάξεων του άρθρου 322 παρ.1 εδ.β του προϊσχύσαντος ΠΚ με αυτές του νέου άρθρου 322 παρ.1 εδ β του μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύσαντος από 1- 7-2019 νέου Π Κ, προκύπτει ότι δεν άλλαξε η νομοτυπική μορφή της πράξης της αρπαγής με σκοπό να εξαναγκασθεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχής για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του, πλην όμως, η νέα διάταξη είναι επιεικέστερη ,αφού με αυτή προβλέπεται κάθειρξη από πέντε έως δεκαπέντε έτη, ενώ με την προηγούμενη και εφαρμοσθείσα προβλεπόταν κάθειρξη από δέκα έως είκοσι έτη (άρθρο 52 προϊσχύσαντος ΠΚ). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 325 του νέου Π.Κ. προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση της έννοιας του προβλεπόμενου από αυτήν διαρκούς εγκλήματος της παράνομης κατακράτησης απαιτείται, αντικειμενικώς, παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας κίνησης του παθόντος, έστω και για ελάχιστο χρόνο, χωρίς τη συναίνεσή του, η οποία πραγματώνεται είτε με την απαγωγής είτε με την κατακράτηση του παθόντος σε περίκλειστο χώρο, από τον οποίο εμποδίζεται ή άλλως πως αδυνατεί να εξέλθει, είτε με την καθ' οιονδήποτε τρόπο στέρηση της ελευθερίας κίνησης αυτού στο χώρο, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των περιστατικών που πραγματώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή της παράνομης αποστέρησης της ελευθερίας κίνησης του παθόντος . Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του νέου ΠΚ, με την οποία εκφράζεται η έννοια της συναυτουργίας, "αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στο νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στα εδώ εξεταζόμενα εγκλήματα της ληστείας και της κλοπής, για τη στοιχειοθέτηση των οποίων ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο, συμβαίνει όμως στο επίσης εξεταζόμενο έγκλημα της αρπαγής στη διακεκριμένη μορφή του, όπου απαιτείται να αιτιολογείται ειδικά και ο σκοπός (υπερχειλής δόλος) εξαναγκασμού του παθόντος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για την οποία δεν έχει υποχρέωση. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.• Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1764/2018 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε στο σκεπτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος σ'αυτά, κατά πιστή αντιγραφής τα εξής: "Τον Απρίλιο του 2014, έμποροι γουναρικών από την Καστοριά, κατόπιν μεταξύ τους συμφωνίας, παρέδωσαν τα εμπορεύματά τους με παρακαταθήκη, σε εμπόρους στην Κρήτη, προκειμένου αυτοί, μέσω των καταστημάτων τους, να τα πωλήσουν σε τουρίστες, (κυρίως Ρωσικής καταγωγής), οι οποίοι κατά το θέρος μεταβαίνουν στην Κρήτη για διακοπές. Είχε συμφωνηθεί δε μεταξύ τους, ότι κατά το τέλος του καλοκαιριού, οι έμποροι από την Κρήτη σταδιακά θα επέστρεφαν τα εμπορεύματα που δεν πωλήθηκαν στους ιδιοκτήτες τους στην Καστοριά. Ο δεύτερος κατηγορούμενος (Ι. Κ.), γνώριζε την παραπάνω διαδικασία και προς τούτο μετέβη στην Κρήτη, όπου με το πρόσχημα της παροχής εργασίας σε διάφορους εμπόρους γουναρικών του νησιού, συγκέντρωνε πληροφορίες για τα εμπορεύματα και τα δρομολόγια που ακολουθούσαν και τις γνωστοποιούσε στους άλλους συγκατηγορούμενους του. Κατά δε την 23-10-2014 κι ενώ απασχολείτο στον έμπορο Σ. Κ., βοήθησε τον οδηγό της μεταφορικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και έδρα το ..., Γ. Τ. του Β., να φορτώσει γούνες από το κατάστημα του ανωτέρω έμπορα, στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ φορτηγό μάρκας MERCEDES,χρώματος λευκού, προκειμένου, το ως άνω φορτηγό και ο ως άνω οδηγός του να επιβιβαστούν σε πλοίο στο λιμένα Ηρακλείου με προορισμό τον λιμένα Πειραιά και από εκεί να κατευθυνθεί οδικώς προς Καστοριά. Προηγούμενα δε, θα είχαν παραλάβει και άλλα συναφή εμπορεύματα από άλλους εμπόρους της Κρήτης, ήτοι τους Γ. Κ., Ν. Φ., Β.Φ., Χ. Τ., Μ. Α., Α. Α., Α. Σ.. Έτσι, φορτώθηκαν από τον παραπάνω οδηγό στο φορτηγό αυτό, με βοηθό τον δεύτερο κατηγορούμενο, 105 κουτιά με γούνες και 744 γούνες κρεμασμένες σε κρεμάστρες πάνω σε ράβδους στον αποθηκευτικό χώρο της καμπίνας του φορτηγού και 16 κούτες με γούνες και 1046 γούνες κρεμασμένες σε κρεμάστρες πάνω σε ράβδους στην καρότσα του φορτηγού, ήτοι συνολικά 121 κούτες-δέματα με γούνες και 1790 γούνες σε κρεμάστρες, συνολικής αξίας 4.000.000 ευρώ περίπου. Την δε 23-10-2014 και περί ώρα 21.30,ο οδηγός (Γ.Τ.) επιβιβάστηκε με το φορτωμένο με γούνες φορτηγό σε πλοίο, το οποίο απέπλευσε από το λιμάνι .... Την 24-10-2014 και περί ώρα 06.30 το πλοίο αυτό κατέπλευσε στο Λιμάνι του Πειραιά, όπου το ανωτέρω φορτηγό αυτοκίνητο με τον οδηγό του Γ. Τ. αποβιβάσθηκαν και μέσω της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας κατευθύνθηκαν προς Καστοριά. Περί ώρα δε 07.20' το ανωτέρω φορτηγό εκινείτο στην Εθνική Οδό και λίγο πριν την έξοδο της ...ς, κοντά στη Χαλκίδα, ο οδηγός του παρατήρησε ότι σε χώρο στάθμευσης της Εθνικής Οδού βρισκόταν σταθμευμένο ένα σκούρου χρώματος όχημα, τύπου SUV, με αναμμένο φάρο χρώματος μπλε, που προσομοίαζε με αστυνομικό όχημα. Το όχημα αυτό, στη θέα του φορτηγού, με τα διακριτικά του τόπου της Καστοριάς, έσπευσε με ταχύτητα να το ακολουθήσει. Χρησιμοποιούσε δε ηχητικά σήματα και είχε το φάρο ενεργοποιημένο. Ο δε συνοδηγός του αυτοκινήτου έκανε σήμα στον οδηγό του φορτηγού Γ. Τ., προκειμένου να ακινητοποιήσει το φορτηγό που οδηγούσε. Ταυτόχρονα ο οδηγός του αυτοκινήτου, απέκλεισε την πορεία του φορτηγού. Στο 72° χιλιόμετρο της εθνικής οδού ..., ο Γ. Τ. ακινητοποίησε το φορτηγό, ενώ μπροστά από αυτό ακινητοποιήθηκε το ειδικά διαμορφωμένο όχημα και αποβιβάστηκαν ο οδηγός και ο συνοδηγός. Οι τελευταίοι, έφεραν ενδύματα με τα διακριτικά της Ελληνικής Αστυνομίας (παντελόνια σκούρου χρώματος, γάντια και μπλε μπουφάν με τα σήματα της αστυνομίας POLICE), κατευθύνθηκαν ταχύτατα προς το ως άνω ΔΧ φορτηγό (...) και ενημέρωσαν τον οδηγό του (Γ. Τ.) ψευδώς ότι δήθεν είναι αστυνομικοί, ότι επρόκειτο να διενεργήσουν έλεγχο και τον κάλεσαν να κατέλθει. Στη συνέχεια, διενήργησαν παράνομα σωματική έρευνα στο Γ. Τ. και με τη χρήση σωματικής βίας εναντίον του έθεσαν χειροπέδες. Ο δε οδηγός του ως άνω δήθεν αστυνομικού αυτοκινήτου ανέβηκε στο φορτηγό, έψαξε στο εσωτερικό του και στη συνέχεια και οι δύο οδήγησαν τον Γ. Τ. στο διαμορφωμένο ως όχημα της Ελληνικής Αστυνομίας αυτοκίνητο και τον εξανάγκασαν να καθίσει στο πίσω κάθισμα. Εκεί βρισκόταν και άλλο άτομο, (ο τέταρτος κατηγορούμενος), που δεν έφερε διακριτικά της αστυνομίας, αλλά φούτερ πράσινου χρώματος με κουκούλα ,η οποία δεν κάλυπτε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Οι δράστες ακινητοποίησαν τον Γ. Τ. και αφού του τοποθέτησαν στο κεφάλι του αδιαφανή κουκούλα, για να μην βλέπει, κατευθύνθηκαν με το ανωτέρω αυτοκίνητο σε ερημική περιοχή πλησίον της ...ς. Εκεί παρέμειναν για χρονικό διάστημα περίπου δύο ωρών κρατώντας πάντοτε ακινητοποιημένο τον Γ. Τ. (με χειροπέδες και αδιαφανή κουκούλα) στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, ενώ οι ίδιοι (οδηγός, συνοδηγός και συνεπιβάτης-τέταρτος κατηγορούμενος) έξω από το αυτοκίνητο προσπαθούσαν με τα κινητά τους τηλέφωνα να ενημερωθούν για την πορεία της ληστείας, μιλώντας ρωσικά, καθόσον οι λοιποί κατηγορούμενοι άμεσα κατά τον ως άνω χρόνο αφαίρεσαν το φορτηγό μαζί με τα εμπορεύματα που μετέφερε και διέφυγαν προς άγνωστη κατεύθυνση με οδηγό τον έκτο κατηγορούμενο Ι. Π., αφού βρέθηκαν πάνω στο τιμόνι του φορτηγού ίχνη από το βιολογικό του υλικό. Όταν οι παραπάνω δράστες πληροφορήθηκαν την επιτυχή ολοκλήρωση της ληστείας ελευθέρωσαν τον Γ. Τ. σε δασώδη περιοχή, κοντά στη ..., αφού του έδωσαν το χρηματικό ποσό των 11 ευρώ για να επιστρέφει στην Αθήνα. Τον απείλησαν δε να μην ειδοποιήσει τις αρχές γιατί θα τον εντόπιζαν και θα τον έβλαπταν. Ο Γ.Τ. με δεμένα τα χέρια του με χειροπέδες, μετέβη στις εγκαταστάσεις μιας εταιρίας, πλησίον της ... και ειδοποίησε την Αστυνομία, η οποία ενημερώθηκε ακόμη ότι το φορτηγό έφερε σύστημα εντοπισμού γεωγραφικής θέσης. Έτσι, εντοπίστηκε στη θέση ... στον ..., κλειδωμένο, χωρίς ίχνη παραβίασης και χωρίς κλειδιά. Όταν ανοίχθηκε το φορτηγό με τα δεύτερα κλειδιά, που ο Τ. φύλαγε στη μάσκα του φορτηγού, διαπιστώθηκε ότι έλειπαν από το εσωτερικό του τα προσωπικά του έγγραφα, τα κινητά του τηλέφωνα, ένα τάμπλετ, μια φόρμα, μπλούζες και το χρηματικό ποσό των 1445 ευρώ από το ντουλαπάκι του φορτηγού, ενώ από τα εμπορεύματα δεν είχαν αφαιρεθεί εμπορεύματα-γούνες. Ακολουθήθηκε στη συνέχεια, η πορεία του φορτηγού από τη στιγμή της αφαίρεσής του από την κατοχή του οδηγού του Γ. Τ., μέχρι τη στιγμή του εντοπισμού του, μέσω του GPS που ήταν εφοδιασμένο. Έτσι, την 25-10-2014, εντοπίστηκε σε εγκαταλελειμμένο οικόπεδο η καρότσα αυτού, της οποίας η κλειδαριά είχε σπάσει για να αφαιρεθεί το εμπόρευμα που υπήρχε εντός αυτής. Διαπιστώθηκε ακόμη ότι οι δράστες μπόρεσαν να αφαιρέσουν πάνω από το 1/4 του εμπορεύματος-γούνες, ήτοι 1100 γούνες.
Επίσης βρέθηκε και ένας μηχανισμός που σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, μετράει τη συχνότητα των ραδιοεκπομπών που λαμβάνει και αν βρεθεί πλησίον σε πηγή εκπομπής ραδιοσημάτων δονείται και ανάβει φωτεινή ερυθρή ένδειξη, χρησιμοποιείται δε για να εντοπίζει τις εκπομπές ραδιοσυχνοτήτων που αποστέλλονται από τα συστήματα εντοπισμού γεωγραφικής θέσης GPS μέσω ασυρμάτου τηλεπικοινωνιακού δικτύου. Μετά από αιτήματα της Αστυνομίας εκδόθηκαν βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με τα οποία διατάχθηκε η άρση απορρήτου (σάρωση κεραιών, διερεύνηση πληροφοριών, άρση ύποπτων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων). Η διαδικασία άρσεων ξεκίνησε την 27/10/2014 έως τη σύλληψη των κατηγορούμενων. Έτσι, εντοπίστηκαν οι τηλεφωνικές συνδέσεις που χρησιμοποίησαν οι κατηγορούμενοι κατά τη διάπραξη της ληστείας και διαπιστώθηκε ότι οι δράστες της ληστείας είχαν τηλεφωνικές επικοινωνίες και με τηλεφωνικές συνδέσεις, οι οποίες χρησιμοποιούντο από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των κατηγορουμένων. Επίσης εντοπίστηκαν και οι τηλεφωνικές συνδέσεις που χρησιμοποίησαν οι κατηγορούμενοι πριν και μετά τη ληστεία προς συντονισμό των κινήσεών τους. Μετά από σάρωση των κεραιών της παραμονής και της ημέρας της ληστείας, στα σημεία που διήλθε το ανωτέρω φορτηγό, κατά τη διαδρομή του από την Κρήτη στο λιμάνι του Πειραιά και από εκεί στο σημείο όπου έλαβε χώρα η ληστεία, αλλά και στα σημεία στα οποία βρέθηκαν το φορτηγό και η καρότσα του και από την ανάλυση των απαντήσεων των εταιριών κινητής τηλεφωνίας, προέκυψε ότι ενεργοποιήθηκαν οι συνδέσεις με αριθμούς .... Το δε τηλέφωνο που τελειώνει σε …και προκύπτει ότι ανήκει στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος χρησιμοποίησε και τηλέφωνο που τελειώνει σε... …, επικοινωνεί με τηλέφωνο που τελειώνει σε …. που το χρησιμοποιεί καθ'ομολογία του ο δεύτερος κατηγορούμενος και κατασχέθηκε πάνω του και με το τηλέφωνο που τελειώνει σε …, που χρησιμοποιεί καθ' ομολογία του ο τρίτος κατηγορούμενος και επικοινωνεί επανειλημμένως και με το ….Οι παραπάνω τηλεφωνικές συνδέσεις αποτελούν μέρος των 89 συνδέσεων που αγοράστηκαν από το κατάστημα ... ΕΠΕ (...) στην Αθήνα, που ταυτοποιήθηκαν στον αλλοδαπό υπήκοο Κίνας με όνομα L και επώνυμο A, ενεργοποιήθηκαν δε κατά το χρονικό διάστημα από 21-10-2014 μέχρι και 24-10-2014, ήτοι τρεις ημέρες πριν την ληστεία, ενώ οι κλήσεις τους σταματάνε αμέσως μετά τη ληστεία.
Από τις ανωτέρω άρσεις του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδέσεων και την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι συμμετείχαν στη ληστεία α) ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως ηθικός αυτουργός, ο οποίος αναγνωρίσθηκε από τον Γ. Τ. ως το άτομο που βοήθησε φόρτωση του εμπορεύματος-γούνας στην Κρήτη και ενημέρωσε τηλεφωνικά τον πρώτο κατηγορούμενο για την πορεία του εμπορεύματος με το ανωτέρω φορτηγό, δίνοντάς του κάθε πληροφορία σχετικά με το σχεδιασμό της ληστείας, β) ο τέταρτος κατηγορούμενος που αναγνωρίσθηκε από τον Γ. Τ. με απόλυτη βεβαιότητα, άμα τη σύλληψή του, ως το πρόσωπο που καθόταν δίπλα του στο αυτοκίνητο που τον μετέφερε στην περιοχή της ..., πριν του φορέσουν την κουκούλα ,στην δε οικία του βρέθηκαν δύο γούνες από τις κλαπείσες, γ) ο τρίτος κατηγορούμενος που ήταν συνοδηγός στο ως άνω αυτοκίνητο, δ) ο έκτος κατηγορούμενος, που οδήγησε το φορτηγό από τον τόπο της ληστείας στον ... και βιολογικό υλικό του βρέθηκε στο τιμόνι του φορτηγού. Ο πρώτος κατηγορούμενος πριν τη ληστεία, κατά τη διάρκεια αυτής και μετά τη ληστεία είχε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία με τους ως άνω κατηγορούμενους ενημερώνοντας αυτούς για την πορεία του φορτηγού και συντονίζοντας τις κινήσεις τους. Ειδικότερα στην διάπραξη της ως άνω ληστείας ο πρώτος κατηγορούμενος είχε κεντρικό ρόλο στο σχεδιασμό και υλοποίηση της ληστείας που πραγματοποίησε η ως άνω εγκληματική, όπως αναλύεται και παρακάτω, οργάνωση, καθώς και στο συντονισμό των ενεργειών των υπολοίπων κατηγορούμενων. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι ο πρώτος κατηγορούμενος και μετά την διάπραξη της ως άνω ληστείας, την 31-1-2015,ζητάει από τον Χ. Π., να του βρει φορτηγό αυτοκίνητο για να το χρησιμοποιήσει για μια "παρανομία", φάρος όπως της αστυνομίας, ενώ με τη μεσολάβηση και πάλι του Π. αγοράζει από τρίτο άτομο (Π. Γ.) φορτηγό, όχι στο όνομά του αλλά με παρένθετο πρόσωπο, ώστε όταν αυτό χρησιμοποιηθεί σε έκνομες ενέργειες να είναι δυσχερής η σύνδεσή του με τον ίδιο.
Επίσης, κατά το ίδιο διάστημα ζήτησε από τον Σ. (ιδιοκτήτη καταστήματος εμπορίας Η/Υ) να του βρει "ένα μικρό φορητό μηχάνημα, σαν αυτό που του είχε δώσει κατά το παρελθόν", δηλαδή ένα μετρητή ραδιοσυχνοτήτων χειρός, όπως αυτόν που εγκατέλειψαν στην καρότσα του φορτηγού που αφαίρεσαν κατά την ως άνω ληστεία. 'Ετσι φροντίζει να ενημερώνεται για τις κινήσεις της αστυνομίας και αλλάζει συχνά τηλεφωνικές συνδέσεις για να μην εντοπισθούν οι παράνομες ενέργειες του. Όλοι οι κατηγορούμενοι από τις αρχές Μαρτίου 2014 είχαν συστήσει εγκληματική οργάνωση, η οποία σκοπό είχε τη διάπραξη κλοπών και ληστειών σε βάρος εταιριών και ατομικών επιχειρήσεων, των οποίων τα προϊόντα έκλεβαν για να τα πωλήσουν στη συνέχεια, αποκομίζοντας έτσι παράνομα οικονομικά οφέλη. Ήταν ημεδαποί, (γεννήθηκαν στην πρώην ΕΣΣΔ), είχαν αναπτύξει διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ τους κατά το παρελθόν και οι περιοχές της δραστηριοποίησής τους ήταν ο ... Αττικής, όπου διέμεναν ο πρώτος, τρίτος, τέταρτος και έκτος από αυτούς, η Θήβα και η .... Η οργάνωση είχε βάθος, χρόνου, υποδομή κι εξοπλισμό. Η δε διάρκειά της ανεκόπη περί τα μέσα Μαρτίου 2015 με τη σύλληψη των κατηγορουμένων. Οι τελευταίοι δε για να πετύχουν το σκοπό τους είχαν - κατανείμει μεταξύ τους διακριτούς ρόλους και είχαν προμηθευτεί τα απαιτούμενα μέσα για την προετοιμασία, το σχεδίασμα και τη διάπραξη κλοπών και ληστειών, αλλά και την κάλυψη των ιχνών τους, την απόκρυψη των κλοπιμαίων και τη διάθεσή τους σε υποψήφιους αγοραστές στην ημεδαπή και αλλοδαπή. Στην τελευταία δραστηριότητά τους ενεργό ρόλο είχε ο πέμπτος κατηγορούμενος σε οίκημα του οποίου στην Κατερίνη, εκρύβη μεγάλο τμήμα από τις κλαπείσες γούνες. Η οργάνωση χαρακτηριζόταν από επαγγελματισμό, διαρκή παραβατική συμπεριφορά, αλλά και αποδοχή εκ μέρους των μελών της υποταγής στην ενιαία βούληση της οργάνωσης. Και τούτο διότι επέδειξαν συγκλίνουσες και επαγγελματικά σχεδιασμένες ενέργειες για την επίτευξη του καλά οργανωμένου στόχου τους και χρήση οχημάτων τρίτων για τις ανάγκες της οργάνωσης και στη συνέχεια δήλωση για κλοπή αυτών όπως στην περίπτωση Χ., ο οποίος είχε μεταφέρει με τη χρήση έτερου οχήματος, το φορτηγό του το οποίο δεν κινούνταν καλά, πλησίον της οικίας του τρίτου κατηγορούμενου, σε οικόπεδο του πρώτου κατηγορούμενου στον ..., φτιάχτηκε πρόχειρα και χρησιμοποιήθηκε για να κλαπεί την 5-6/3-2014 μια πινακίδα από μια εταιρία στον ... (... ΑΒΕΕ), η οποία αφού τοποθετήθηκε στο φορτηγό του Σ., από αποθήκη της εταιρίας ... στον ... κλάπηκαν εμπορεύματα της εταιρείας, παιδικά καρότσια κ.α. συνολικής αξίας 10.000 ευρώ, όπως κατωτέρω.? Ακόμη προμηθεύτηκαν φορτηγά για να επιτευχθούν οι παράνομες δραστηριότητες της οργάνωσης, μέσω τρίτων προσώπων (όπως στην περίπτωση προμήθειας φορτηγού από τον μάρτυρα Π.) για να μη στοχοποιούνται οι ίδιοι και στη συνέχεια δήλωναν κλοπή αυτών. Επίσης προμηθεύτηκαν διακριτικά της αστυνομίας για να διαμορφώνουν τα αυτοκίνητα σε αστυνομικά και να μην εγείρουν υπόνοιες, καθώς επίσης και ειδικές συσκευές μετρητών ραδιοσυχνοτήτων για να μην γίνονται αντιληπτοί, αλλά και κινητά τηλέφωνα σε ονόματα τρίτων-αλλοδαπών σε ποσότητες (όπως προαναφέρεται η αγορά 89 τηλεφώνων ίδιας σειράς) για να χρησιμοποιούνται σε κάθε "δουλειά" για τις ώρες ή ημέρες που αυτή διαρκεί και διαφορετικοί αριθμοί και να απενεργοποιούνται αμέσως μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης αυτών. Ειδικότερα, στα πλαίσια της δράσης της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης, την 5- 6/3/2014 οι 1ος και τρίτος των κατηγορουμένων, σχεδίασαν και τέλεσαν τις ακόλουθες κλοπές: αρχικά, τη νύχτα της 05-3-2014 προς 06-3-2014 εισήλθαν στον προαύλιο χώρο της εταιρίας ... ΑΒΕΕ, στον ..., στη θέση ... και αφαίρεσαν από το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES, χρώματος λευκού, τις κρατικές πινακίδες κυκλοφορίας και ένα καρότσι μεταφοράς χρώματος μπλέ και στη συνέχεια, το ίδιο βράδυ παραβίασαν την πίσω καγκελόπορτα της αποθήκης της εταιρίας ..., εισήλθαν στους χώρους αυτής και αφού έσπασαν ένα παράθυρο γραφείου της, εισήλθαν σε αυτό και αφαίρεσαν δέκα παλέτες με εμπορεύματα (παιδικά παιχνίδια) συνολικής αξίας 10.000 ευρώ, τα οποία φόρτωσαν σε φορτηγά τα οποία είχαν ήδη προμηθευτεί, μεταξύ των οποίων και του Χ., στο οποίο είχαν αλλάξει τις κρατικές πινακίδες κατά τα προαναφερόμενα, με αυτές από το ... ΙΧΦ αυτοκίνητο και διέφυγαν. Αργότερα, περί ώρα 0 2.20 'την 06- 3-2014 το ως άνω φορτηγό εντοπίστηκε από αστυνομικούς της Γ' ΟΠΚΕ να είναι σταθμευμένο στο …. χιλιόμετρο της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας στον παράδρομο στο ρεύμα προς Αθήνα και στο εσωτερικό του βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα κλοπιμαία που προηγουμένως οι παραπάνω κατηγορούμενοι είχαν κλέψει από την εταιρεία .... Το εν λόγω φορτηγό ανήκε στον Δ. Χ., ο οποίος το είχε παραχωρήσει δήθεν για επισκευή στον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε χρησιμοποιεί την τηλεφωνικό αριθμό ... Τις ανωτέρω κλοπές οι κατηγορούμενοι τέλεσαν με ενότητα δόλου, με σκοπό πορισμό εισοδήματος κατ' επάγγελμα και συνήθεια καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής της κλοπής και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει προκύπτει αφενός ο σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της κλοπής ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σε έρευνα που έγινε στις οικίες των κατηγορουμένων πρώτου, τρίτου και τέταρτου, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν όπλα, πυρομαχικά και φυσίγγια όπως αυτά αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, τα οποία κατείχαν παράνομα. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε συμμετοχή τρίτων-αδελφών Τ. στην ως άνω ληστεία και ο σχετικός ισχυρισμός του δεύτερου κατηγορούμενου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Επίσης, αβάσιμα ισχυρίζεται ο τρίτος κατηγορούμενος ότι η μόνη ανάμειξή του στην όλη υπόθεση της ληστείας είναι η επισκευή του ως άνω φορτηγού κατόπιν αιτήματος των αδελφών Τ. και ότι τον είδαν σε τροχαίο που έλαβε χώρα ώρα 08.00' την 24-10-2014 στον ... και ως εκ τούτου δεν υπήρχε περίπτωση να βρίσκεται ταυτόχρονα και στον ως άνω χώρο της ληστείας, στην περιοχή .... Εξάλλου, η κατάθεση της μάρτυρα - υπαλλήλου του καταστήματος έξω από το οποίο έγινε το τροχαίο ατύχημα δεν κρίνεται αξιόπιστη καθόσον έρχεται σε αντίθεση με την κατάθεση του Γ. Τ. (οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου), που αναγνώρισε με βεβαιότητα τον τρίτο κατηγορούμενο, ακόμη, ο τέταρτος κατηγορούμενος πέραν του ότι βρέθηκαν γούνες με ταμπελάκια στην οικία του, αναγνωρίστηκε από τον Γ. Τ. με βεβαιότητα εξ αρχής ως ο δράστης, ο οποίος από κοινού με τον τρίτο κατηγορούμενο του στέρησαν την προστασία της πολιτείας με σκοπό να ανεχθεί την ιδιοποίηση του φορτηγού που οδηγούσε, χωρίς να έχουν κάτι ειδικότερα μαζί του. Επίσης ο πέμπτος κατηγορούμενος αβάσιμα ισχυρίζεται ότι οι γούνες μεταφέρθηκαν στην οικία του από τον πρώτο κατηγορούμενο για να τον βοηθήσει να τις πωλήσει και τούτο διότι από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι αυτός είχε ενταχθεί στην εγκληματική οργάνωση, σημαντικό μέρος των εμπορευμάτων (γουναρικών) βρέθηκε στο σπίτι του και διέθετε επαρκή προς τούτο χώρο στην Κατερίνη για να ασφαλιστεί το εμπόρευμα μέχρι να πωληθεί σε αγοραστές και κανόνιζε το τίμημα για την εκπλήρωση των σκοπών της εγκληματικής οργάνωσης. Ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται ούτε ο ισχυρισμός αυτού και του πρώτου περί αποδοχής προϊόντων εγκλήματος. Τέλος ο ισχυρισμός του 6ου κατηγορούμενου, ότι το φορτηγό ήταν έξω από το σπίτι του παρκαρισμένο και ανοικτό και έτσι μπήκε στην καμπίνα του για να κλέψει τυχόν μικροαντικείμενα και να τα πωλήσει για να αγοράσει ναρκωτικά δηλώνοντας ότι είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε ήταν αυτός που οδηγούσε το δήθεν περιπολικό της αστυνομίας, εισήλθε εντός της καμπίνας του φορτηγού του Γ. Τ. αφαίρεσε διάφορα προσωπικά του έγγραφα και χρηματικό ποσό και στη συνέχεια ο ίδιος οδήγησε το φορτηγό. Ακόμη βρέθηκε βιολογικό υλικό του στο τιμόνι του φορτηγού και σε ένα πανάκι εντός της καμπίνας του φορτηγού. Πάντα τ' ανωτέρω προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και δεν αντικρούονται πειστικά από κάποιο άλλο αντίθετο μέσο".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον τότε τρίτο κατηγορούμενο, Ι. Σ. του Ε., ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο των αξιόποινων πράξεων α)της ένταξης σε εγκληματική ομάδα με δομημένη και διαρκή δράση για τη διάπραξη των εγκλημάτων της διακεκριμένης περίπτωσης κλοπών και ληστειών από κοινού με τους λοιπούς πέντε κατηγορούμενους, β) της ληστείας από κοινού με τους λοιπούς κατηγορούμενους, πλην του πέμπτου (Ν. Π.), τον οποίο κήρυξε αθώο και του δεύτερου κατηγορούμενου (I. Κ.), τον οποίο κήρυξε ένοχο για ηθική αυτουργία στη ληστεία από κοινού, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, γ) της διακεκριμένης περίπτωσης κλοπής από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο, Λ. Θ., τελεσθείσας από δύο ή περισσότερους δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα και συνήθεια και κατ' εξακολούθηση, δ)της αρπαγής από κοινού με τον τέταρτο εκ των κατηγορουμένων, Χ. Ν., με σκοπό να εξαναγκαστεί ο παθών σε ανοχή πράξης, για την οποία δεν είχε υποχρέωση, ε) της παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών από κοινού με τους πρώτο και τέταρτο εκ των κατηγορούμενων και, αφού αναγνώρισε ότι στο πρόσωπο του συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις των άρθρων 84 παρ 2α και 2ε ΠΚ, καταδίκασε αυτόν σε κάθειρξη πέντε (5) ετών για την πρώτη πράξη, σε κάθειρξη έξι (6 ) ετών για τη δεύτερη πράξη, σε φυλάκιση τεσσάρων ετών για την τρίτη πράξη, σε κάθειρξη επτά (7)ετών για την τέταρτη πράξη και φυλάκιση πέντε (5) μηνών για την πέμπτη πράξη και σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκατριών (13) ετών και τριών (3) μηνών (7 έτη + 2 έτη + 2 έτη + 2 έτη + 3 μήνες), με το ακόλουθο διατακτικό: "Στους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: 1)Άπαντες οι κατηγορούμενοι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάρτιο του έτους 2014 και έως τις 18-3-2015, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού καθώς και με άλλα πρόσωπα τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθούν, εντάχθηκαν ως μέλη σε εγκληματική οργάνωση αποτελούμενη από τρία τουλάχιστον πρόσωπα, που λειτουργούσε ως ομάδα, η οποία με διαρκή και δομημένη δράση επεδίωκε τη διάπραξη περισσοτέρων διακεκριμένων κλοπών και ληστειών που προβλέπονται στα άρθρα 374 περ. δ' και ε' και 380 παρ. 1 ΠΚ. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο κατόπιν συμφωνίας τους και με κοινή πρόθεση, συνέστησαν ομάδα με σκοπό την τακτική και συστηματική τέλεση των ως άνω κακουργημάτων, υποταγμένοι στη βούληση της οργάνωσης, με επιδίωξη οικονομικού οφέλους, ενεργώντας με καθορισμένους ρόλους, χρησιμοποιώντας υλικοτεχνικά μέσα για την πραγματοποίηση των σκοπών της οργάνωσης και την εξασφάλιση της διάρκειας της δράσης της. Στα πλαίσια δε της ενιαίας ομαδικής εγκληματικής δράσης τους τέλεσαν τις παρακάτω αναφερόμενες κλοπές και ληστεία. II) Τους κατηγορουμένους: 1° Λ. Θ., 2° Ι. Κ., 3° Ι. Σ., 4° Χ. Ν., και 6° Ι. Π. Π., ένοχους του ότι: Αφενός οι κατηγορούμενοι: Λ. Θ., Ι. Σ., Χ. Ν., Ν. Π. (είναι προφανής η από παραδρομή αναγραφή του Ν. Π. ως προσώπου που από κοινού τους λοιπούς τέλεσε την πράξη της ληστείας, αφού ο τελευταίος αθωώθηκε για την πράξη αυτή) και Ι. Π., καθώς και έτερα άγνωστα πρόσωπα, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο ενεργώντας, με σωματική βία εναντίον προσώπου και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαίρεσαν από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα, για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, τούτο δε έπραξαν με συγκλίνουσες επιμέρους διαδοχικές ενέργειες κατά τρόπο, που συνιστά κατανομή του εγκληματικού έργου στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης. Συγκεκριμένα, στο …. χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Αθηνών Λαμίας, την 24-10-2014 και ώρα 7.20, οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορούμενων από κοινού με έτερο δράστη, τα στοιχεία της ταυτότητας του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθούν, έχοντας στην κατοχή τους όχημα σκούρου χρώματος, τύπου s.u.v., με αναμμένο φάρο χρώματος μπλε, κατά τρόπο ώστε να ομοιάζει με αστυνομικό όχημα στάθμευσαν αυτό σε χώρο στάθμευσης επί της Εθνικής Οδού. Κατά τη στιγμή, που ο Γ. Τ. διερχόταν από το εν λόγω σημείο οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, που μετέφερε γούνες από την Κρήτη στην Καστοριά, ανέπτυξαν ταχύτητα και πλησίασαν το ανωτέρω όχημα. Ακολούθως, με τη χρήση ηχητικών σημάτων καθώς και το φάρο, που παρέμενε ενεργοποιημένος ο τρίτος κατηγορούμενος, συνοδηγός του αυτοκινήτου, έκανε σήμα στο Γ. Τ., προκειμένου να ακινητοποιήσει το φορτηγό, που οδηγούσε, ενώ ο άγνωστος δράστης, οδηγός του αυτοκινήτου, απέκλεισε την πορεία του ως άνω φορτηγού. Στη συνέχεια, ο Γ. Τ. ακινητοποίησε το όχημα που οδηγούσε στο … χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ..., μπροστά δε από αυτό ακινητοποιήθηκε το ειδικά διαμορφωμένο κατά τα προαναφερόμενα όχημα και αποβιβάστηκαν ο οδηγός και ο συνοδηγός. Οι τελευταίοι, φέροντας ενδύματα με τα διακριτικά της Ελληνικής Αστυνομίας (μπλε μπουφάν και παντελόνι) σκούρου χρώματος κατευθύνθηκαν προς το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ και ενημέρωσαν το Γ. Τ. ότι επρόκειτο να διενεργήσουν έλεγχο και τον κάλεσαν να κατέλθει. Στη συνέχεια, διενήργησαν σωματική έρευνα σε αυτόν και με τη χρήση σωματικής βίας εναντίον του και δη θέτοντας του χειροπέδες, οδηγώντας τον στο διαμορφωμένο ως όχημα της Ελληνικής Αστυνομίας αυτοκίνητο και εξαναγκάζοντας τον να καθίσει στο πίσω κάθισμα, όπου βρισκόταν ο τέταρτος κατηγορούμενος χωρίς να φέρει διακριτικά της Ελληνικής Αστυνομίας, τον ακινητοποίησαν και τοποθέτησαν κουκούλα στο κεφάλι του. Ακολούθως, με το ανωτέρω αυτοκίνητο κατευθύνθηκαν σε ερημική περιοχή πλησίον του χωριού "...", όπου και παρέμειναν για χρονικό διάστημα περίπου δυο ωρών κρατώντας ακινητοποιημένο το Γ. Τ., που έφερε χειροπέδες και κουκούλα, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα οι πρώτος, πέμπτος και έκτος των κατηγορούμενων, καθώς και έτερα άγνωστα πρόσωπα, αφαίρεσαν από την κατοχή του ανωτέρω παθόντος το υπ1 αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο περιείχε συνολικά 121 δέματα με γούνες και 1.790 γούνες σε κρεμάστρες επί ράβδων συνολικής αξίας 4.000.000 ευρώ, ένα μετρητή ραδιοσυχνοτήτων χειρός, προσωπικά έγγραφα του Γ. Τ., το κινητό του τηλέφωνο, μάρκας NOKIA, με δυο κάρτες sim των εταιρειών COSMOTE και VODAFONE με αριθμούς ... και ..., αντίστοιχα, ένα tablet μάρκας felix, μια φόρμα, δυο μπλούζες και το χρηματικό ποσό των 1.445 ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν από κοινού παράνομα. Και αφετέρου ο κατηγορούμενος Ι. Κ. με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στους παραπάνω συγκατηγορούμενους του Λ. Θ., Ι. Σ., Χ. Ν., Ν. Π. και Ι. Π. την απόφαση να διαπράξουν την άδικη πράξη της ληστείας που διέπραξαν όπως περιγράφεται ανωτέρω.
ΙΙΙ)Τους κατηγορουμένους 1° Λ. Θ. και 3° Ι. Σ. ένοχους του ότι: Μαζί με άγνωστα ακόμη πρόσωπα κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο ενεργώντας, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και τελέσθηκαν με ενότητα δόλου, με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις ταυτόχρονες και διαδοχικές αποδεχόμενοι άπαντες την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης της αποδιδόμενης σε αυτούς πράξης, γνωρίζοντας ότι ο καθένας από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης αυτής και θέλοντας να ενώσει ο καθένας εξ αυτών τη δράση του με εκείνη των υπολοίπων, προκειμένου να τελέσουν περισσότερες κλοπές, αφαίρεσαν στους κάτωθι αναφερόμενους τόπους και χρόνους από την κατοχή άλλων ξένα κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την υποδομή, που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προέκυπτε σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους και ειδικότερα: 1) Στον ... Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από ώρα 21.00 της 5-3- 2014 έως ώρα της 6-3-2014 εισήλθαν στον προαύλιο χώρο της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" στη θέση "..." και αφαίρεσαν με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης από το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... IX φορτηγό, μάρκας Mersedes, χρώματος λευκού, αριθμό πλαισίου ... και αριθμό κινητήρα ... ιδιοκτησίας της προαναφερόμενης εταιρείας, τις κρατικές πινακίδες κυκλοφορίας του καθώς και ένα καρότσι μεταφοράς χρώματος μπλε, 2) Στον ... Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από ώρα 22.30 της 5-3-2014 έως ώρα 4.00 της 6-3- 2014, αφού παραβίασαν την πίσω καγκελόπορτα της αποθήκης της εταιρείας με την επωνυμία "..." στη θέση "..." στο … χιλιόμετρο της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας, εισήλθαν στον περιβάλλοντα χώρο και στη συνέχεια έθραυσαν το παράθυρο γραφείου των οικείων εγκαταστάσεων, εισήλθαν στον εσωτερικό χώρο αυτών και αφαίρεσαν με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής τους δέκα παλέτες με εμπορεύματα (παιδικά παιχνίδια) συνολικής αξίας 10.000 ευρώ, ακολούθως δε διέφυγαν. IV) Τους κατηγορουμένους 3° Ι. Σ. και 4° Χ. Ν. ένοχους του ότι: Ο τρίτος και ο τέταρτος των κατηγορούμενων Ι. Σ. και Χ. Ν., καθώς και έτερος άγνωστος δράστης, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, ενεργώντας, με βία κατακράτησαν παράνομα κάποιον, κατά τρόπο ώστε να αποστερήσουν από το συλλαμβανόμενο την προστασία της Πολιτείας, περιάγοντας τον σε ομηρία με σκοπό να εξαναγκάσουν τον ίδιο σε πράξη για την οποία δεν είχε υποχρέωση. Συγκεκριμένα, στο …χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Αθηνών Λαμίας, την 24- 10-2014 και ώρα 7.20, οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορούμενων από κοινού με έτερο δράστη, τα στοιχεία της ταυτότητας του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθούν, έχοντας στην κατοχή τους όχημα σκούρου χρώματος, τύπου s.u.v., με αναμμένο φάρο χρώματος μπλε, κατά τρόπο ώστε να ομοιάζει με αστυνομικό όχημα στάθμευσαν αυτό σε χώρο στάθμευσης επί της Εθνικής Οδού. Κατά τη στιγμή, που ο Γ. Τ. διερχόταν από το εν λόγω σημείο οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, που μετέφερε γούνες από την Κρήτη στην Καστοριά, ανέπτυξαν ταχύτητα και πλησίασαν το ανωτέρω όχημα. Ακολούθως, με τη χρήση ηχητικών σημάτων, καθώς και το φάρο, που παρέμενε ενεργοποιημένος ο τρίτος κατηγορούμενος, συνοδηγός του αυτοκινήτου, έκανε σήμα στο Γ. Τ., προκειμένου να ακινητοποιήσει το φορτηγό, που οδηγούσε, ενώ ο άγνωστος δράστης, οδηγός του αυτοκινήτου, απέκλεισε την πορεία του ως άνω φορτηγού. Στη συνέχεια, ο Γ. Τ. ακινητοποίησε το όχημα, που οδηγούσε στο 72ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ..., μπροστά δε από αυτό ακινητοποιήθηκε το ειδικά διαμορφωμένο κατά τα προαναφερόμενα όχημα και αποβιβάστηκαν ο οδηγός και ο συνοδηγός. Οι τελευταίοι φέροντας ενδύματα με τα διακριτικά της Ελληνικής Αστυνομίας (μπλε μπουφάν και παντελόνι) σκούρου χρώματος, κατευθύνθηκαν προς το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ και ενημέρωσαν το Γ. Τ. ότι επρόκειτο να διενεργήσουν έλεγχο και τον κάλεσαν να κατέλθει. Στη συνέχεια, διενήργησαν σωματική έρευνα σε αυτόν και με τη χρήση σωματικής βίας εναντίον του και δη θέτοντας του χειροπέδες, οδηγώντας τον στο διαμορφωμένο ως όχημα της Ελληνικής Αστυνομίας αυτοκίνητο και εξαναγκάζοντας τον να καθίσει στο πίσω κάθισμα, όπου βρισκόταν ο τέταρτος κατηγορούμενος χωρίς να φέρει διακριτικά της Ελληνικής Αστυνομίας, τον ακινητοποίησαν και τοποθέτησαν κουκούλα στο κεφάλι του. Ακολούθως, με το ανωτέρω αυτοκίνητο κατευθύνθηκαν σε ερημική περιοχή πλησίον του χωριού "...", όπου και παρέμειναν για χρονικό διάστημα περίπου δυο ωρών κρατώντας ακινητοποιημένο το Γ. Τ., που έφερε χειροπέδες και κουκούλα, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Κατά τον τρόπο αυτό παρακράτησαν τον ως άνω παθόντα περιάγοντας τον σε κατάσταση ομηρίας, ώστε να μην δύναται να διαφύγει, προέβησαν δε στην πράξη αυτή, προκειμένου να επιτύχουν το σκοπό της παράνομης ιδιοποίησης του φορτηγού αυτοκινήτου με το περιεχόμενο του, ενέργεια την οποία ο παθών δεν είχε υποχρέωση να ανεχθεί. V) Ο τρίτος κατηγορούμενος Ι. Σ. ένοχος του ότι κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο, κατείχε παράνομα όπλο και πυρομαχικά κατά τις διατάξεις του ν. 2168/1993. Συγκεκριμένα, στην οικία του στον ... Αττικής στις 17-3-2015, κατελήφθη σε νομότυπη έρευνα κατ1 οίκον να κατέχει: 1) ένα πιστόλι, χρώματος μαύρου, μάρκας EKOL Major, με σειριακό αριθμό ..., με μια γεμιστήρα κενή περιεχομένου, 2) ένα κουτί με την ένδειξη μεταξύ άλλων YAS το οποίο περιείχε 29 φυσίγγια αβολίδωτα, διαμετρήματος 9 mm και 3) ένα κουτί με την ένδειξη μεταξύ άλλων YAS, το οποίο περιείχε 50 φυσίγγια αβολίδωτα διαμετρήματος 9 mm, χωρίς να διαθέτει άδεια κατοχής από την αρμόδια αρχή".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται με όσα περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του για τις πράξεις της ληστείας, της κλοπής και αρπαγής, για τις οποίες και μόνο πλήττεται με την αίτηση αναίρεσης η ανωτέρω απόφαση, την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών , για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, 380 παρ.1 εδ.α372παρ.1, 322 παρ.1 εδ β ΠΚ. Ειδικά διαλαμβάνεται ο τρόπος τέλεσης των άνω πράξεων κατά χρόνους, τόπο και λοιπές περιστάσεις. Συγκεκριμένα περιγράφονται ειδικότερα: 1)Για την πράξη της ληστείας, η τέλεση αυτής από τον ήδη αναιρεσείοντα 3° κατηγορούμενο Ι. Σ. από κοινού με τους πρώτο, τέταρτο, έκτο εκ των κατηγορουμένων και άλλον άγνωστο δράστη σε βάρος του Γ. Τ.υ, με αναφορά στις επιμέρους πράξεις καθενός, η χρήση βίας (τοποθέτηση χειροπέδων και κουκούλας, εξαναγκασμός να καθίσει στο πίσω κάθισμα του διαμορφωμένου από αυτούς ως οχήματος της ΕΛΑΣ αυτοκινήτου για δύο περίπου ώρες), η αφαίρεση από την κατοχή του παθόντος του φορτωμένου με γούνες με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκινήτου, των αναφερόμενων κινητών πραγμάτων και εγγράφων, καθώς και του ποσού των 1445 ευρώ, προκειμένου να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. 2) Για την πράξη της κλοπής (σε βαθμό πλημμελήματος πλέον), αναφέρεται ο τρόπος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο αναίρεσείων, τρίτος κατηγορούμενος, από κοινού με τον τέταρτο κατηγορούμενο αφαίρεσαν με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης ένα καρότσι και τις κρατικές πινακίδες του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της ... ΑΒΕΕ, καθώς και εμπορεύματα (παιδικά παιχνίδια), αξίας 10.000 ευρώ ιδιοκτησίας της .... 3) Για την πράξη της αρπαγής από κοινού με σκοπό να εξαναγκαστεί ο παθών σε ανοχή πράξης, για την οποία δεν είχε υποχρέωση, διαλαμβάνονται οι εξής κρίσιμες παραδοχές: α) ότι ο αναιρεσείων. ενεργώντας από κοινού με τον τέταρτο κατηγορούμενο Χ. Ν. και έτερο άγνωστο δράστη, ασκώντας βία κατά του Γ. Τ.υ (θέση χειροπέδων και κουκούλας, εξαναγκασμός να καθίσει ακινητοποιημένος στο πίσω κάθισμα του διαμορφωμένου από αυτούς ως οχήματος της ΕΛΑΣ αυτοκινήτου), τον μετέφεραν υπό τις άνω συνθήκες σε ερημική περιοχή, όπου τον παρακράτησαν επί δίωρο, περιάγοντας αυτόν σε κατάσταση ομηρίας, ώστε να μην δύναται να διαφύγει, β) ότι προέβησαν στην πράξη αυτή, προκειμένου να επιτύχουν το σκοπό της παράνομης ιδιοποίησης του φορτηγού αυτοκινήτου με το περιεχόμενο του, ενέργεια την οποία ο παθών δεν είχε υποχρέωση να ανεχθεί, αιτιολογώντας πλήρως τον απαιτούμενο υπερχειλή δόλο για τη στοιχειοθέτηση της επιβαρυντικής περίπτωσης του εγκλήματος της αρπαγής. Συνακόλουθα, με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο για την ανωτέρω πράξη της αρπαγής από κοινού με σκοπό να εξαναγκασθεί ο παθών σε πράξη, για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου ,με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία, τη διάταξη του άρθρου 322 παρ.1 εδ β ΠΚ, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, η δε αιτίαση του αναιρεσείοντος, που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, περί του ότι αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την ανωτέρω πράξη πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πλημμελήματος της παράνομης κατακράτησης (άρθρο 325 ΠΚ) είναι αβάσιμη. Σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά και οι απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το εν λόγω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να εκτίθεται τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του σκεπτικού της. Μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων συγκαταλέγονται και οι επισημαινόμενες στο δικόγραφο της αναίρεσης καταθέσεις, ενώπιον του Δικαστηρίου, των μαρτύρων Π. Π., Α. Γ. και Π. Α., μάλιστα δε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ρητή αναφορά στην κατάθεση της τελευταίας μάρτυρος. Εξάλλου, για τη βεβαιότητα ότι, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα στην αίτηση αναίρεσης, δεν αγνοήθηκαν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, αρκεί ότι αυτά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αναφέρονται κατά το είδος και την κατηγορία τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερου προσδιορισμού τους και μνείας του τί προέκυψε από αυτά, το δε γεγονός, ότι δεν έγινε δεκτό το περιεχόμενο τους ή ότι το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε μείζονα αποδεικτική βαρύτητα σε άλλα στοιχεία, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, δεν σημαίνει, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα και αγνόησε ή δεν συνεκτίμησε τα υπόλοιπα, σαφώς δε συνάγεται ότι τα έλαβε υπόψη του στο σύνολο τους, αφού δεν εξαίρεσε κανένα, καταλήγοντας κυριαρχικά στην καταδικαστική του κρίση. Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος κατά τα οικεία σκέλη του και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αφενός ως προς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω πράξεων και αφετέρου ως προς τις αποδείξεις και περί εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης του άρθρου 322 παρ. 1 β ΠΚ, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Ε'Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στο αναιρετήριο και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (όπως το στοιχ. δ' αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 11 παρ. 2 του Ν. 3904/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Με τις ως άνω διατάξεις, στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της διώξεως που ασκήθηκε εις βάρος του, κατοχυρώνεται, δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo). Η παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέραν της αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ', ΚΠοιν.Δ. λόγος αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση οι προπαρατεθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσης του Δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής, ούτε μετακύλυση στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του βάρους απόδειξης της αθωότητάς του και ουδόλως αποτελούν παραβίαση του κατοχυρωμένου, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, τεκμηρίου αθωότητας αυτού, όπως ο ίδιος αόριστα και αβάσιμα διατείνεται, αφού από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας ανελέγκτως το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κατέληξε στην κρίση περί της ενοχής του με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Άλλωστε, σαφώς προκύπτει από το αιτιολογικό της άνω απόφασης, ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, διότι αποδείχθηκε η ενοχή του και όχι, διότι αυτός δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αθωότητά του, παράτα αντίθετα αορίστως και αβασίμως υποστηριζόμενα από τον ίδιο, χωρίς αναφορά οποιουδήποτε επίμαχου σημείου της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ από τις προεκτεθείσες παραδοχές της απόφασης αυτής ουδόλως προκύπτει, ότι παρέμεινε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ενοχή του αναίρεσείοντος, που θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ αυτού κατ' εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo". Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το έτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδ. με άρθρ.171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοιν.Δ., είναι αβάσιμος.
Με το άρθρο πρώτο του ν.4620/2019 (ΦΕΚ Α'96/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 585 του νέου Κ.Ποιν.Δ.) Κατά το άρθρο 589 παρ. 3 του νέου Κ.Ποιν. Δ, "Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και τις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα", κατά δε το άρθρο 511 εδ. δ του νέου Κ.Ποιν.Δ, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, το ίδιο δε ισχύει ακόμη και σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου (άρθρο 514 εδ.δ περ.β Κ.Ποιν.Δ). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος για την εκδίκαση αίτησης αναίρεσης απόφασης, που εκδόθηκε πριν την 1-7-2019, συζητήθηκε όμως μετά την 1-7-2019, στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του Π Κ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από το αν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση της τελευταίας . Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 469 εδ.α' του ΚΠΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους".
Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής αυτής είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούνταν να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προβληθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούντο να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνταν μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο (Ολ. ΑΠ 1/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 20-6-2018, αλλά και την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (18-2-2019), ίσχυσαν οι νέες ως άνω επιεικέστερες διατάξεις για τις πράξεις της κλοπής, της ληστείας και αρπαγής. Με τα δεδομένα αυτά και, ενόψει του ότι η συζητηθείσα στις 18-9-2019 υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτής ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, περιέχουσα παραδεκτούς λόγους αναίρεσης και ειδικότερα την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την απόλυτη ακυρότητα και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχεία Α', Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ, και ο αναιρεσείων εμφανίστηκε κατά τη συζήτησή της ενώπιον του Αρείου Πάγου, εκπροσωπούμενος από νόμιμα διορισθέντα συνήγορο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση το παρόν Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως τις ανωτέρω επιεικέστερες διατάξεις. Το επωφελές αυτό αποτέλεσμα ως προς τον αναιρεσείοντα, Ι. Σ. του Ε., πρέπει να επεκταθεί στους ανωτέρω συγκατηγορουμένους - συμμέτοχους μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ηθικός αυτουργός που καταδικάστηκε για τις ίδιες ανωτέρω πράξεις, δεδομένου ότι ο λόγος, για τον οποίο αυτή αναιρείται δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει: α)να αναιρεθεί αναφορικά νε την πράξη της διακεκριμένης κλοπής κατ'εξακολούθηση, ως προς τον αναιρεσείοντα, Ι. Σ. του Ε., αφενός ως προς τη διάταξή της περί συνδρομής των ήδη καταργηθεισών ως άνω επιβαρυντικών περιστάσεων της τέλεσης αυτής από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και της τέλεσης αυτής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και αφετέρου ως προς τις περί ποινής διατάξεις της για την άνω πράξη και λόγω επεκτατικού αποτελέσματος ως προς το συγκατηγορούμενό του (συναυτουργό στην εν λόγω πράξη) Λ. Θ. του Π., β) να απαλειφθούν από το διατακτικό της απόφασης από τον Άρειο Πάγο οι ως άνω επιβαρυντικές περιστάσεις, μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας γ) να αναιρεθεί εν μέρει ως προς τις περί ποινής διατάξεις της για τις πράξεις της ληστείας από κοινού και της αρπαγής από κοινού ως προς τον αναιρεσείοντα, Ι. Σ. του Ε., και λόγω επεκτατικού αποτελέσματος I) για την πράξη της ληστείας από κοινού, ως προς τους συγκατηγορούμενούς του- συναυτουργούς πρώτο Λ. Θ. του Π., τέταρτο Χ. Ν. του Ι., έκτο Ι. Π. Π. και δεύτερο Ι. Κ. του Χ. - ηθικό αυτουργό , II) για την πράξη της αρπαγής από κοινού ως προς το συγκατηγορούμενό του-συναυτουργό τέταρτο Χ. Ν. του Ι. και αναγκαίως ως προς τον καθορισμό της συνολικής ποινής για όλες τις πράξεις, να παραπεμφθεί η υπόθεση ,κατά το αναιρούμενο τούτο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, αν είναι δυνατό, εφόσον πρόκειται μόνο για το σκέλος της ποινής, διαφορετικά από άλλους (άρθρο 522 Κ.Ποιν.Δ). Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 1764/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με την πράξη της διακεκριμένης κλοπής κατ'εξακολούθηση ως προς τον αναιρεσείοντα, Ι. Σ. του Ε., α) ως προς τη διάταξή της περί συνδρομής των ήδη καταργηθεισών επιβαρυντικών περιστάσεων της τέλεσης αυτής από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και της τέλεσης αυτής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και β) ως προς τις περί ποινής διατάξεις της για την άνω πράξη και λόγω επεκτατικού αποτελέσματος, ως προς το συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Λ. Θ. του Π.
Απαλείφει από το διατακτικό της απόφασης τις άνω επιβαρυντικές περιστάσεις.
Αναιρεί εν μέρει την ανωτέρω απόφαση, ως προς τις περί ποινής διατάξεις της για τις πράξεις της ληστείας από κοινού και της αρπαγής από κοινούς ως προς τον αναιρεσειοντα Ι. Σ. του Ε.Χ και λόγω επεκτατικού αποτελέσματος I) για την πράξη της ληστείας από κοινού, ως προς τους συγκατηγορούμενούς του-συναυτουργούς πρώτο Λ. Θ. του Π., τέταρτο Χ. Ν. του Ι., έκτο Ι. Π. Π. και δεύτερο Ι. Κ. του Χ. - ηθικό αυτουργό, II) για την πράξη της αρπαγής από κοινού} ως προς το συγκατηγορούμενό του-συναυτουργό τέταρτο Χ. Ν. του Ι. και ως προς τον καθορισμό της συνολικής ποινής για όλες τις πράξεις.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, που αφορά την επιβολή ποινών, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, αν είναι δυνατό, διαφορετικά από άλλους.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 15-2-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18-2-2019) του Ι. Σ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ